Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Ὁ Σωκράτης μπροστὰ στὸν θάνατο

τοῦ Πλάτωνος



Ὁ Σωκράτης μετὰ τὴν καταδίκη του σὲ θάνατο.


Στὴν ψηφοφορία ποὺ ἀκολούθησε τὴν ἀπολογία του, ὁ Σωκράτης κρίθηκε ἔνοχος. Οἱ κατήγοροί του εἶχαν προτείνει νὰ τοῦ ἐπιβληθεῖ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου. Ἔπρεπε, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο νὰ ἀντιπροτείνει ὁ ἴδιος μία ποινὴ γιὰ τὸν ἑαυτὸ του (ἀντιτίμησις). Πρότεινε, λοιπόν, ἀντὶ ποινῆς, νὰ σιτίζεται δωρεὰν στὸ πρυτανεῖο ὡς ἀναγνώριση τῆς προσφορᾶς του πρὸς τὴν πόλη. Ἔτσι, καταδικάστηκε σὲ θάνατο. Ἀφοῦ ἀπευθύνθηκε ξεχωριστὰ στοὺς δικαστὲς ποὺ ἔδωσαν καταδικαστικὴ ψῆφο καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ ψήφισαν γιὰ τὴν ἀθῴωσή του, συμπληρώνει:


Πρωτότυπο Κείμενο


τί οὖν αἴτιον εἶναι ὑπολαμβάνω; ἐγὼ ὑμῖν ἐρῶ· κινδυνεύει γάρ μοι τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο ἀγαθὸν γεγονέναι, καὶ οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως ἡμεῖς ὀρθῶς ὑπολαμβάνομεν, [40c] ὅσοι οἰόμεθα κακὸν εἶναι τὸ τεθνάναι. μέγα μοι τεκμήριον τούτου γέγονεν· οὐ γὰρ ἔσθ᾽ ὅπως οὐκ ἠναντιώθη ἄν μοι τὸ εἰωθὸς σημεῖον, εἰ μή τι ἔμελλον ἐγὼ ἀγαθὸν πράξειν. ἐννοήσωμεν δὲ καὶ τῇδε ὡς πολλὴ ἐλπίς ἐστιν ἀγαθὸν αὐτὸ εἶναι. δυοῖν γὰρ θάτερόν ἐστιν τὸ τεθνάναι· ἢ γὰρ οἷον μηδὲν εἶναι μηδὲ αἴσθησιν μηδεμίαν μηδενὸς ἔχειν τὸν τεθνεῶτα, ἢ κατὰ τὰ λεγόμενα μεταβολή τις τυγχάνει οὖσα καὶ μετοίκησις τῇ ψυχῇ τοῦ τόπου τοῦ ἐνθένδε εἰς ἄλλον τόπον. καὶ εἴτε δὴ μηδεμία αἴσθησίς ἐστιν ἀλλ᾽ [40d] οἷον ὕπνος ἐπειδάν τις καθεύδων μηδ᾽ ὄναρ μηδὲν ὁρᾷ, θαυμάσιον κέρδος ἂν εἴη ὁ θάνατος--ἐγὼ γὰρ ἂν οἶμαι, εἴ τινα ἐκλεξάμενον δέοι ταύτην τὴν νύκτα ἐν ᾗ οὕτω κατέδαρθεν ὥστε μηδὲ ὄναρ ἰδεῖν, καὶ τὰς ἄλλας νύκτας τε καὶ ἡμέρας τὰς τοῦ βίου τοῦ ἑαυτοῦ ἀντιπαραθέντα ταύτῃ τῇ νυκτὶ δέοι σκεψάμενον εἰπεῖν πόσας ἄμεινον καὶ ἥδιον ἡμέρας καὶ νύκτας ταύτης τῆς νυκτὸς βεβίωκεν ἐν τῷ ἑαυτοῦ βίῳ, οἶμαι ἂν μὴ ὅτι ἰδιώτην τινά, ἀλλὰ τὸν μέγαν βασιλέα εὐαριθμήτους [40e] ἂν εὑρεῖν αὐτὸν ταύτας πρὸς τὰς ἄλλας ἡμέρας καὶ νύκτας--εἰ οὖν τοιοῦτον ὁ θάνατός ἐστιν, κέρδος ἔγωγε λέγω· καὶ γὰρ οὐδὲν πλείων ὁ πᾶς χρόνος φαίνεται οὕτω δὴ εἶναι ἢ μία νύξ. εἰ δ᾽ αὖ οἷον ἀποδημῆσαί ἐστιν ὁ θάνατος ἐνθένδε εἰς ἄλλον τόπον, καὶ ἀληθῆ ἐστιν τὰ λεγόμενα, ὡς ἄρα ἐκεῖ εἰσι πάντες οἱ τεθνεῶτες, τί μεῖζον ἀγαθὸν τούτου εἴη ἄν, ὦ ἄνδρες δικασταί; εἰ γάρ τις [41a] ἀφικόμενος εἰς Ἅιδου, ἀπαλλαγεὶς τουτωνὶ τῶν φασκόντων δικαστῶν εἶναι, εὑρήσει τοὺς ὡς ἀληθῶς δικαστάς, οἵπερ καὶ λέγονται ἐκεῖ δικάζειν, Μίνως τε καὶ ῾Ραδάμανθυς καὶ Αἰακὸς καὶ Τριπτόλεμος καὶ ἄλλοι ὅσοι τῶν ἡμιθέων δίκαιοι ἐγένοντο ἐν τῷ ἑαυτῶν βίῳ, ἆρα φαύλη ἂν εἴη ἡ ἀποδημία; ἢ αὖ Ὀρφεῖ συγγενέσθαι καὶ Μουσαίῳ καὶ Ἡσιόδῳ καὶ Ὁμήρῳ ἐπὶ πόσῳ ἄν τις δέξαιτ᾽ ἂν ὑμῶν; ἐγὼ μὲν γὰρ πολλάκις ἐθέλω τεθνάναι εἰ ταῦτ᾽ ἔστιν ἀληθῆ. ἐπεὶ [41b] ἔμοιγε καὶ αὐτῷ θαυμαστὴ ἂν εἴη ἡ διατριβὴ αὐτόθι, ὁπότε ἐντύχοιμι Παλαμήδει καὶ Αἴαντι τῷ Τελαμῶνος καὶ εἴ τις ἄλλος τῶν παλαιῶν διὰ κρίσιν ἄδικον τέθνηκεν, ἀντιπαραβάλλοντι τὰ ἐμαυτοῦ πάθη πρὸς τὰ ἐκείνων--ὡς ἐγὼ οἶμαι, οὐκ ἂν ἀηδὲς εἴη--καὶ δὴ τὸ μέγιστον, τοὺς ἐκεῖ ἐξετάζοντα καὶ ἐρευνῶντα ὥσπερ τοὺς ἐνταῦθα διάγειν, τίς αὐτῶν σοφός ἐστιν καὶ τίς οἴεται μέν, ἔστιν δ᾽ οὔ. ἐπὶ πόσῳ δ᾽ ἄν τις, ὦ ἄνδρες δικασταί, δέξαιτο ἐξετάσαι τὸν ἐπὶ Τροίαν ἀγαγόντα [41c] τὴν πολλὴν στρατιὰν ἢ Ὀδυσσέα ἢ Σίσυφον ἢ ἄλλους μυρίους ἄν τις εἴποι καὶ ἄνδρας καὶ γυναῖκας, οἷς ἐκεῖ διαλέγεσθαι καὶ συνεῖναι καὶ ἐξετάζειν ἀμήχανον ἂν εἴη εὐδαιμονίας; πάντως οὐ δήπου τούτου γε ἕνεκα οἱ ἐκεῖ ἀποκτείνουσι· τά τε γὰρ ἄλλα εὐδαιμονέστεροί εἰσιν οἱ ἐκεῖ τῶν ἐνθάδε, καὶ ἤδη τὸν λοιπὸν χρόνον ἀθάνατοί εἰσιν, εἴπερ γε τὰ λεγόμενα ἀληθῆ.

ἀλλὰ καὶ ὑμᾶς χρή, ὦ ἄνδρες δικασταί, εὐέλπιδας εἶναι πρὸς τὸν θάνατον, καὶ ἕν τι τοῦτο διανοεῖσθαι ἀληθές, ὅτι [41d] οὐκ ἔστιν ἀνδρὶ ἀγαθῷ κακὸν οὐδὲν οὔτε ζῶντι οὔτε τελευτήσαντι, οὐδὲ ἀμελεῖται ὑπὸ θεῶν τὰ τούτου πράγματα· οὐδὲ τὰ ἐμὰ νῦν ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου γέγονεν, ἀλλά μοι δῆλόν ἐστι τοῦτο, ὅτι ἤδη τεθνάναι καὶ ἀπηλλάχθαι πραγμάτων βέλτιον ἦν μοι. διὰ τοῦτο καὶ ἐμὲ οὐδαμοῦ ἀπέτρεψεν τὸ σημεῖον, καὶ ἔγωγε τοῖς καταψηφισαμένοις μου καὶ τοῖς κατηγόροις οὐ πάνυ χαλεπαίνω. καίτοι οὐ ταύτῃ τῇ διανοίᾳ κατεψηφίζοντό μου καὶ κατηγόρουν, ἀλλ᾽ οἰόμενοι βλάπτειν· [41e] τοῦτο αὐτοῖς ἄξιον μέμφεσθαι. τοσόνδε μέντοι αὐτῶν δέομαι· τοὺς ὑεῖς μου, ἐπειδὰν ἡβήσωσι, τιμωρήσασθε, ὦ ἄνδρες, ταὐτὰ ταῦτα λυποῦντες ἅπερ ἐγὼ ὑμᾶς ἐλύπουν, ἐὰν ὑμῖν δοκῶσιν ἢ χρημάτων ἢ ἄλλου του πρότερον ἐπιμελεῖσθαι ἢ ἀρετῆς, καὶ ἐὰν δοκῶσί τι εἶναι μηδὲν ὄντες, ὀνειδίζετε αὐτοῖς ὥσπερ ἐγὼ ὑμῖν, ὅτι οὐκ ἐπιμελοῦνται ὧν δεῖ, καὶ οἴονταί τι εἶναι ὄντες οὐδενὸς ἄξιοι. καὶ ἐὰν [42a] ταῦτα ποιῆτε, δίκαια πεπονθὼς ἐγὼ ἔσομαι ὑφ᾽ ὑμῶν αὐτός τε καὶ οἱ ὑεῖς. ἀλλὰ γὰρ ἤδη ὥρα ἀπιέναι, ἐμοὶ μὲν ἀποθανουμένῳ, ὑμῖν δὲ βιωσομένοις· ὁπότεροι δὲ ἡμῶν ἔρχονται ἐπὶ ἄμεινον πρᾶγμα, ἄδηλον παντὶ πλὴν ἢ τῷ θεῷ.



Ἀπόδοση Πρωτοτύπου Κειμένου


Ἂς σκεφτοῦμε λοιπὸν μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἐλπίδα νὰ εἶναι ὁ θάνατος καλό. Γιατί ὁ θάνατος εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ δύο• ἤ ὁ νεκρὸς δὲν ὑπάρχει καθόλου καὶ δὲν αἰσθάνεται τίποτε ἤ, ὅπως λένε, τυχαίνει νὰ εἶναι κάποια μεταβολὴ καὶ μετοίκηση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸν ἐδῶ τόπο σὲ ἄλλον. Ἂν λοιπὸν δὲν λειτουργεῖ καμιὰ αἴσθηση, ἀλλὰ εἶναι σὰν ὕπνος, ὅταν κανένας κοιμᾶται καὶ μήτε βλέπει κανένα ὄνειρο, θαυμάσιο κέρδος θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ὁ θάνατος. Ἐγὼ δηλαδὴ νομίζω ὅτι ἂν κάποιος ἔπρεπε, ἀφοῦ διαλέξει αὐτὴ τὴ νύχτα ποὺ κοιμήθηκε ἔτσι ὥστε νὰ μὴ δεῖ οὔτε ὄνειρο, καὶ ἄν ἔπρεπε, ἀφοῦ συγκρίνει τὶς ἄλλες νύχτες καὶ μέρες τῆς ζωῆς του μὲ τὴ νύχτα ἐκείνη καὶ ἀφοῦ σκεφτεῖ, νὰ πεῖ πόσες μέρες καὶ νύχτες ἔζησε στὴ ζωὴ του καλύτερα καὶ πιὸ εὐχάριστα ἀπὸ τὴ νύχτα αὐτή, [νομίζω] ὄχι μόνο κάποιος ἰδιώτης ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ μεγάλος βασιλιὰς θὰ τὶς ἔβρισκε λιγοστὲς συγκρίνοντάς τες μὲ τὶς ἄλλες μέρες καὶ νύχτες. Ἂν λοιπὸν μία τέτοια κατάσταση εἶναι ὁ θάνατος, ἐγὼ βεβαίως τὸν θεωρῶ κέρδος·  γιατί στὴν περίπτωση αὐτὴ ἡ αἰωνιότητα δὲν φαίνεται νὰ εἶναι μακρότερη ἀπὸ μία νύχτα.

Ἂν πάλι ὁ θάνατος εἶναι σὰν μιὰ ἀποδημία ἀπὸ ἐδῶ σὲ ἄλλον τόπο, ὥστε ὅσα λέγονται εἶναι ἀληθινά, ὅτι δηλαδὴ ἐκεῖ βρίσκονται ὅλοι οἱ πεθαμένοι, ποιὸ ἀγαθὸ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ αὐτό, ἄνδρες δικαστές; Γιατί, ἂν κάποιος φτάνοντας στὸν Ἅδη, ἀφοῦ ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ αὐτοὺς ἐδῶ ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι δικαστές, θὰ βρεῖ τοὺς ἀληθινοὺς δικαστὲς ποὺ λέγεται ὅτι δικάζουν ἐκεῖ, τὸν Μίνωα, τὸν Ραδάμανθυ, τὸν Αἰακὸ καὶ τὸν Τριπτόλεμο καὶ ὅσους ἄλλους ἡμιθέους στάθηκαν δίκαιοι στὴ ζωή τους, θὰ εἶναι τάχα ἄσχημη αὐτὴ ἡ ἀποδημία; Ἤ πάλι τὴ συνάντηση μὲ τὸν Ὀρφέα, τὸν Μουσαῖο, τὸν Ἡσίοδο καὶ τὸν Ὅμηρο ἀντὶ ποιοῦ ποσοῦ θὰ τὴν πραγματοποιοῦσε κάποιος ἀπό σᾶς; Ἐγώ, βεβαίως, ἐπιθυμῶ νὰ πεθάνω πολλὲς φορὲς ἂν αὐτὰ εἶναι ἀληθινά. Κατεξοχήν, βεβαίως, γιὰ μένα τὸν ἴδιο, θὰ ἦταν ἀξιοθαύμαστη ἡ παραμονὴ ἐκεῖ, ἐπειδὴ θὰ συναντοῦσα τὸν Παλαμήδη, τὸν Αἴαντα, τὸν Τελαμῶνα καὶ ὅποιον ἄλλο ἀπὸ τοὺς παλιοὺς ποὺ πέθανε ἀπὸ ἄδικη κρίση, ἀντιπαραβάλλοντας τὰ παθήματά μου μὲ τὰ δικά τους, νομίζω δὲν θὰ ἦταν καθόλου δυσάρεστο. Δὲν σᾶς εἶπα τὸ πιὸ σπουδαῖο· νὰ περνῶ τὸν καιρό μου ἐξετάζοντας καὶ ἐρευνώντας τοὺς ἐκεῖ ὅπως τοὺς ἐδῶ· ποιὸς ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι σοφὸς καὶ ποιὸς θεωρεῖ ὅτι εἶναι καὶ δὲν εἶναι. Τί ποσό, ἄνδρες δικαστές, θὰ δεχόταν νὰ πληρώσει κανένας γιὰ νὰ ἐξετάσει ἐκεῖνον ποὺ ὁδήγησε τὴν πολυάριθμη στρατιὰ στὴν Τροία ἤ τὸν Ὀδυσσέα ἤ τὸν Σίσυφο ἤ καὶ ἀμέτρητους ἄλλους ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀναφέρει κανείς, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, μὲ τοὺς ὁποίους συνομιλώντας ἐκεῖ, κάνοντας παρέα μαζί τους καὶ ἐξετάζοντάς τους θὰ ἦταν ὁπωσδήποτε ἀνείπωτη εὐτυχία; Πάντως σὲ καμιὰ περίπτωση γιὰ κάτι τέτοιο, ὅσοι εἶναι ἐκεῖ ἀσφαλῶς δὲν σκοτώνουν. Καὶ γιὰ τὰ ἄλλα οἱ ἐκεῖ εἶναι πιὸ εὐτυχισμένοι ἀπὸ τοὺς ἐδῶ καὶ ἐπιπλέον στὸν ὑπόλοιπο χρόνο εἶναι ἀθάνατοι, ἂν βεβαίως ὅσα λέγονται εἶναι ἀληθινά.

Ἀλλὰ κι ἐσεῖς, ἄνδρες δικαστές, πρέπει νὰ εἶστε αἰσιόδοξοι ἀπέναντι στὸν θάνατο καὶ νὰ νομίζετε ἕνα, δηλαδὴ τοῦτο, ὅτι εἶναι ἀληθινό: Δὲν ὑπάρχει γιὰ τὸν ἐνάρετο ἄνδρα κακὸ οὔτε ὅταν ζεῖ οὔτε ὅταν πεθάνει· οὔτε οἱ θεοὶ ἀμελοῦν τὶς ὑποθέσεις του. Οὔτε καὶ τὰ δικά μου τώρα ἔγιναν ἀπὸ μόνα τους, ἄλλα ἦταν φανερὸ σ' ἔμενα τοῦτο, ὅτι μοῦ ἦταν καλύτερο νὰ πεθάνω πλέον καὶ νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Γι' αὐτὸ καὶ ἐμένα πουθενὰ δὲν μὲ ἀπέτρεψε τὸ σημεῖο καὶ ἐγώ, βεβαίως, δὲν κρατῶ καμιὰ κακία σ' αὐτοὺς ποὺ μὲ καταδίκασαν μὲ τὴν ψῆφο τους καὶ στοὺς κατηγόρους μου. Παρ' ὅλο ποὺ δὲν ἐπιδίωκαν νὰ μὲ καταδικάσουν καὶ δὲν μὲ κατηγόρησαν μὲ τέτοια σκέψη, ἀλλὰ πιστεύοντας ὅτι μοῦ ἔκαναν κακό. Ἀξίζει γι' αὐτὸ νὰ τοὺς κατηγορήσει κανένας.

Ὡστόσο τόσο λίγο τοὺς παρακαλῶ τοὺς γιούς μου, ὅταν γίνουν ἔφηβοι, νὰ τοὺς τιμωρήσετε, ἄνδρες, στενοχωρώντας τους μὲ αὐτὰ τὰ ἴδια ποὺ στενοχωροῦσα κι ἐγὼ ἐσᾶς, ἂν νομίζετε ὅτι νοιάζονται γιὰ χρήματα ἤ γιὰ κάτι ἄλλο περισσότερο παρὰ γιὰ τὴν ἀρετή. Καὶ ἂν νομίζουν πὼς εἶναι κάτι, ἐνῷ δὲν εἶναι τίποτε, νὰ τοὺς ἐπικρίνετε ὅπως σᾶς ἐπέκρινα ἐγώ, γιατί δὲν νοιάζονται γιὰ κεῖνα ποὺ πρέπει καὶ νομίζουν ὅτι εἶναι κάτι, ἐνῷ δὲν ἀξίζουν τίποτε. Καὶ ἂν κάνετε αὐτά, τότε καὶ ἐγὼ θὰ ἔχω βρεῖ τὸ δίκιο μου ἀπό σᾶς καὶ οἱ γιοί μου.

Ἄλλα τώρα πιὰ [αὐτὸ μπορῶ νὰ σᾶς πῶ ἀκόμα] εἶναι καιρὸς νὰ φύγουμε, ἐγὼ γιὰ νὰ πεθάνω κι ἐσεῖς γιὰ νὰ συνεχίσετε τὴ ζωή σας. Ποιὸς ἀπὸ μᾶς κατευθύνεται πρὸς τὸ καλύτερο εἶναι ἄγνωστο σὲ ὅλους ἐκτὸς ἀπὸ τὸν θεὸ







 ΠΛ Απολ 40c–42a