Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Δουλειά, ἀνία, ἀνιδιοτέλεια.

τοῦ Friedrich Nietzsche



Νά ψάχνεις γιά δουλειά προκειμένου νά πληρωθεῖς: σ’αὐτό μοιάζουν ὅλοι σχεδόν οἱ ἄνθρωποι σήμερα στίς πολιτισμένες χῶρες. Γιά ὅλους ἡ δουλειά εἶναι ἕνα μέσο καί ὄχι ὁ σκοπός. Γι’ αὐτό καί δέν εἶναι δύσκολοι στήν ἐπιλογή τῆς ἐργασίας: ἀρκεῖ νά πληρώνονται καλά. Ὑπάρχουν ὅμως ἄνθρωποι ( ἄν καί λίγοι) πού θά προτιμοῦσαν νά πεθάνουν παρά νά δουλεύουν δίχως καμιά εὐχαρίστηση. Εἶναι ἐπιλεκτικοί, ἱκανοποιοῦνται δύσκολα, καί δέν νοιάζονται γιά μεγάλες ἀμοιβές ἄν ἡ δουλειά δέν εἶναι ἡ ἀμοιβή τῶν ἀμοιβῶν. Σ’αὐτό τό σπάνιο εἶδος ἀνθρώπων ἀνήκουν οἱ καλλιτέχνες καί οἱ στοχαστικοί ἄνθρωποι, ὅπως κι ἐκεῖνοι οἱ ἀργόσχολοι, πού περνοῦν τή ζωή τους μέ τό κυνήγι, τά ταξίδια, τίς ἐρωτοδουλειές καί τίς περιπέτειες. Ὅλοι αὐτοί θέλουν τήν δουλειά καί τόν μόχθο, ἀκόμη καί τήν σκληρότερη δουλειά ἄν χρειάζεται, μόνο ἄν εἶναι συνδεδεμένη μέ τήν εὐχαρίστηση. Σέ ἄλλη περίπτωση, ἡ τεμπελιά τους εἶναι κατηγορηματική, ἀκόμη κι ἄν μπορεῖ νά τούς φέρει τήν φτώχεια, τήν ἀτίμωση, τήν ἀρρώστια ἤ τόν θάνατο. Δέν φοβοῦνται τήν ἀνία τόσο ὅσο φοβοῦνται τήν δουλειά χωρίς εὐχαρίστηση, καί μάλιστα χρειάζονται πολλή ἀνία προκειμένου νά πετύχει ἡ δουλειά τους. Γιά τούς στοχαστές καί ὅλα τά εὐαίσθητα πνεύματα ἡ ἀνία εἶναι ἐκείνη ἡ δυσάρεστη «ἄπνοια» τῆς ψυχῆς, πού ὑπάρχει πρίν ἀπό τό εὐτυχισμένο ταξίδι καί τούς χαρούμενους ἀνέμους. Εἶναι ὑποχρεωμένοι νά τήν ὑποφέρουν καί νά περιμένουν μέσα τους τά ἀποτελέματά της.



Ἀκριβῶς αὐτό δέν μποροῦν νά πετύχουν μέ κανένα τρόπο οἱ κατώτερες φύσεις! Εἶναι χυδαῖο νά διώχνεις μέ κάθε θυσία τήν ἀνία, ὅπως εἶναι χυδαῖο νά δουλεύεις δίχως εὐχαρίστηση. Οἱ Ἀσιάτες ἴσως νά διακρίνονται ἀπό τούς Εὐρωπαίους ἀπό τήν ἱκανότητά τους νά πετυχαίνουν μεγαλύτερη καί βαθύτερη γαλήνη. Ἀκόμη καί τά ναρκωτικά τους ἔχουν ἀργή ἐπίδραση καί ἀπαιτοῦν ὑπομονή – ἀντίθετα ἀπό τό σιχαμερό εὐρωπαϊκό δηλητήριο, τό ἀλκοόλ.

Οἱ ἀρετές ἑνός ἀνθρώπου ὀνομάζονται καλές ἀνάλογα μέ τίς πιθανές τους συνέπειες ὄχι γι’ αὐτόν ἀλλά γιά μᾶς καί γιά τήν κοινωνία. Ἀνέκαθεν ἡ ἐξύμνηση τῶν ἀρετῶν δέν ἦταν καθόλου «ἀνιδιοτελής» καθόλου «μή ἐγωϊστική». Γιατί ἀλλιῶς, θάμασταν ὑποχρεωμένοι νά παρατηρήσουμε ὅτι οἱ ἀρετές ( ὅπως ἡ ἐργατικότητα, ἡ ὑπακοή, ἡ παρθενία, ἡ εὐγνωμοσύνη καί ἡ δικαιοσύνη) εἶναι συνήθως βλαβερές γιά ὅποιον τίς ἔχει, ἐπειδή εἶναι ἔνστικτα πού τόν καταδυναστεύουν πολύ βίαια καί ἄπληστα καί πού ἐναντιώνονται στίς προσπάθειες τοῦ λογικοῦ νά τά φέρει σέ ἰσορροπία μέ τά ἄλλα ἔνστικτα. Ὅταν ἔχετε μία ἀρετή, μία πραγματική, ὁλόκληρη ἀρετή ( καί ὄχι μία μικρή τάση γιά μία ἀρετή ) εἶστε θύμα της. Ὁ γείτονάς σας ὅμως τήν ἐπαινεῖ γιά αὐτό τό λόγο! Ἐπαινεῖ κανείς τούς ἐργατικούς ἀνθρώπους παρ’ ὅλο πού αὐτοί χαλοῦν τά μάτια τους ἤ τόν αὐθορμητισμό καί τήν φρεσκάδα τοῦ πνεύματός τους. Ἐξυμνεῖ κανείς καί λυπᾶται τόν νέο πού «σκοτώθηκε στή δουλειά» ἐπειδή σκέφτεται: « Γιά τήν κοινωνία ὡς σύνολο ἡ ἀπώλεια ἀκόμη καί τοῦ καλύτερου ἀτόμου εἶναι μικρή θυσία. Εἶναι κρίμα πού χρειάζονται τέτοιες θυσίες! Θά ἦταν ὅμως πολύ χειρότερα ἄν τό ἄτομο σκεφτόταν διαφορετικά καί θεωροῦσε τήν συντήρησή του καί τήν ἀνάπτυξή του σημαντικότερη ἀπό τή δουλειά του στήν ὑπηρεσία τῆς κοινωνίας». Ἔτσι λυπᾶται κανείς τόν νέο ὄχι γιά τόν ἑαυτό του ἀλλά ἐπειδή ἕνα ἀφοσιωμένο ἐργαλεῖο , ἄσπλαχνο μέ τόν ἑαυτό του – ἕνας «καλός ἄνθρωπος» ὅπως λένε – χάθηκε γιά τήν κοινωνία μέ τόν θάνατό του.

Ἴσως νά ἀναρωτιέται βέβαια μήπως θά ἦταν προτιμώτερο γιά τό συμφέρον τῆς κοινωνίας, νά ἦταν ὁ νέος αὐτός λιγότερο ἄσπλαχνος μέ τόν ἑαυτό του, νά διατηροῦσε τόν ἑαυτό του περισσότερο καιρό. Δέχεται, πώς κάποιο ὄφελος θά ὑπῆρχε ἄν τό ἔκανε αὐτό, ἀλλά θεωρεῖ μεγαλύτερο καί σημαντικότερο τό ἄλλο ὄφελος, δηλαδή τό ὅτι ἔγινε μία θυσία καί τό ὅτι ἡ στάση τοῦ θυσιαστήριου ζώου ἐπιβεβαιώθηκε γιά ἄλλη μία φορά ἀπ’ ὅσους τήν εἶδαν.
Ἔτσι, αὐτό πού ἐπαινεῖται ὅταν ἐπαινοῦνται οἱ ἀρετές εἶναι, πρῶτο, ἡ ἐργαλειακή τους φύση καί, δεύτερο, τό ἔνστικτο μέσα σέ κάθε ἀρετή πού ἀρνεῖται νά χαλιναγωγηθεῖ ὑπέρ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τοῦ ἀτόμου – κοντολογῆς, τό ἄ-λογο στήν ἀρετή, μέσω τοῦ ὁποίου τό ἄτομο ἀφήνεται νά μετατραπεῖ σέ ἁπλή λειτουργία τοῦ συνόλου. Ἡ ἐξύμνηση τῆς ἀρετῆς εἶναι ἐξύμνηση κάποιου πράγματος πού εἶναι βλαβερό ἀτομικά – ἐξύμνηση τῶν ἐνστίκτων πού στεροῦν ἀπό τόν ἄνθρωπο τήν εὐγενέστερη φιλαυτία του καί τήν δύναμη γιά τήν ἀνώτατη αὐτονομία.

Πράγματι, γιά παιδαγωγικούς σκοπούς καί γιά νά ὁδηγηθοῦν οἱ ἄνθρωποι νά ἐνστερνιστοῦν ἐνάρετες συνήθειες, τονίζονται ἀποτελέσματα τῆς ἀρετῆς πού τήν κάνουν νά μοιάζει μέ ἀδελφή του ἰδιωτικοῦ συμφέροντος καί ὄντως ὑπάρχει κάποια τέτοια σχέση. Ἡ τυφλή, μανιασμένη ἐργατικότητα παραδείγματος χάρη – αὐτή ἡ τυπική ἀρετή τοῦ ἐργαλείου – παρουσιάζεται σάν ὁδός πρός τόν πλοῦτο καί τήν δόξα καί σάν φάρμακο πού θεραπεύει καλύτερα τήν ἀνία καί τά πάθη. Ὡστόσο δέν λέγεται τίποτε γιά τούς κινδύνους πού κρύβει, τήν φοβερή ἐπικινδυνότητά της. Ἔτσι ἐνεργεῖ πάντα ἡ διαπαιδαγώγηση: ἐπιδιώκει νά ρυθμίσει τό ἄτομο μέσω διαφόρων θελγήτρων καί πλεονεκτημάτων, ἔτσι ὥστε νά υἱοθετήσει αὐτό ἕναν τρόπο σκέψης καί συμπεριφορᾶς πού, ἀπό τήν στιγμή πού θά γίνει συνήθεια, ἔνστικτο καί πάθος, θά κυριαρχήσει πάνω του πρός ἔσχατη δικιά του βλάβη, ἀλλά ὑπέρ τοῦ «γενικοῦ καλοῦ».

Πόσες φορές δέν εἶδα αὐτή τήν τυφλή μανιασμένη ἐργατικότητα νά δημιουργεῖ πλοῦτο καί νά χαρίζει τιμές ἀφαιρώντας ταυτόχρονα τήν λεπτότητα τῶν ὀργάνων χάρη στήν ὁποία γίνεται δυνατή ἡ ἀπόλαυση τοῦ πλούτου καί τῶν τιμῶν. Πόσες φορές δέν παρατήρησα ἐπίσης, πώς αὐτό τό ριζικό φάρμακο γιά τήν ἀνία καί τά πάθη ἀμβλύνει τήν ἴδια στιγμή τίς αἰσθήσεις καί κάνει τό πνεῦμα νά ἀντιστέκεται σέ κάθε νέο θέλγητρο. ( Ἡ ἐργατικότερη ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἡ δική μας, δέν ξέρει τί νά κάνει ὅλη τήν ἐργατικότητα καί τά χρήματά της ἐκτός κι ἄν εἶναι νά τά κάνει περισσότερα χρήματα καί περισσότερη ἐργατικότητα. Γιατί, τό νά ξοδεύεις ἀπαιτεῖ πάντα περισσότερο πνεῦμα ἀπό τό νά ἀποκτᾶς! – Καλά θά ἔχουμε τουλάχιστον «ἐγγόνια»!)

Ὅταν πετυχαίνει αὐτή ἡ ἀγωγή, τότε κάθε ἀρετή ἑνός ἀτόμου γίνεται δημόσια ὠφέλεια καί ἰδιωτική ζημία μέ τήν ἔννοια τοῦ ἀνώτερου ἰδιωτικοῦ σκοποῦ. Πιθανότατα καταλήγει σέ ὑποπλασία τοῦ πνεύματος καί τῶν αἰσθήσεων ἤ καί σέ πρόωρη παρακμή. Ἐξετάστε ἀπ’ αὐτήν τήν σκοπιά, τήν μία μετά τήν ἄλλη, τίς ἀρετές τῆς ὑπακοῆς, τῆς παρθενίας, τῆς εὐσέβειας, καί τῆς δικαιοσύνης.

Ἡ ἐξύμνηση τοῦ ἀνιδιοτελοῦς, τοῦ αὐτοθυσιαζόμενου, τοῦ ἐνάρετου – δηλαδή, ἐκείνου πού δέν χρησιμοποιεῖ ὅλη τήν δύναμη καί τό λογικό του γιά τήν διατήρηση, ἀνάπτυξη, ἐξύψωση, προαγωγή τοῦ ἑαυτοῦ του, καί γιά τήν ἐπέκταση τῆς δύναμής του, ἀλλά μᾶλλον ζεῖ, σέ σχέση μέ τόν ἑαυτό του, μέτρια καί χωρίς σκέψη, ἴσως μάλιστα μέ ἀδιαφορία ἤ εἰρωνία – τούτη ἡ ἐξύμνηση δέν γεννήθηκε ἀσφαλῶς ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἀνιδιοτέλειας! Ὁ «πλησίον» ἐξυμνεῖ τήν ἀνιδιοτέλεια ἐπειδή ἔχει ὀφέλη ἀπ’ αὐτήν! Ἄν σκεφτόταν κι ὁ ἴδιος ὁ πλησίον «ἀνιδιοτελῶς» θά ἀπεχθανόταν αὐτή τήν μείωση τῆς δύναμης, αὐτόν τόν ἀκρωτηριασμό πού γίνεται γιά δικό του ὄφελος! Θά δούλευε ἐνάντια στήν ἀνάπτυξη τέτοιων κλίσεων, καί πρίν ἀπ’ ὅλα θά ἐκδήλωνε τήν ἀνιδιοτέλειά του μέ τό νά μήν τίς χαρακτηρίζει καλές!

Αὐτό δείχνει τήν θεμελιώδη ἀντίφαση τῆς ἠθικῆς πού εἶναι ἀξιοσέβαστη σήμερα. Τά κίνητρα τῆς ἠθικῆς αὐτῆς βρίσκονται σέ πλήρη ἀντίφαση μέ τήν ἀρχή της! Αὐτό πού θεωρεῖ ἀπόδειξή της ἡ ἠθική ἀναιρεῖται ἀπό τό κριτήριό της γιά τό τί εἶναι ἠθικό. Προκειμένου νά μήν παραβιάσει τήν ἴδια τήν ἠθική της, ἡ πρόταση « πρέπει νά ἀπαρνηθεῖς τόν ἑαυτό σου καί νά τόν θυσιάσεις» θά μποροῦσε νά θεσπιστεῖ μόνο ἀπό ἀνθρώπους πού θά ἀπαρνιόνταν τό δικό τους ὄφελος καί πού θά προκαλοῦσαν ἴσως καί τήν δική τους καταστροφή μέσῳ τῆς ἀπαιτούμενης θυσίας τοῦ μεμονωμένου ἀτόμου. Ἀπό τήν στιγμή ὅμως πού ὁ πλησίον ( ἤ ἡ κοινωνία) συστήνει τόν ἀλτρουϊσμό λόγω τῆς χρησιμότητάς του, ἐφαρμόζει τήν ἀντίθετη ἀρχή, δηλαδή: «πρέπει νά ἐπιδιώκεις τό προσωπικό σου συμφέρον ἀκόμη καί σέ βάρος ὅλων τῶν ἄλλων». Καί ἔτσι ἐξυμνεῖται, μέ μία ἀνάσα, ἕνα «πρέπει» καί ἕνα «δέν πρέπει»!





 Φρειδερῖκος Νίτσε

μετάφραση : Ζήσης Ζαρίκας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου