Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Δουλειά, ἀνία, ἀνιδιοτέλεια.

τοῦ Friedrich Nietzsche



Νά ψάχνεις γιά δουλειά προκειμένου νά πληρωθεῖς: σ’αὐτό μοιάζουν ὅλοι σχεδόν οἱ ἄνθρωποι σήμερα στίς πολιτισμένες χῶρες. Γιά ὅλους ἡ δουλειά εἶναι ἕνα μέσο καί ὄχι ὁ σκοπός. Γι’ αὐτό καί δέν εἶναι δύσκολοι στήν ἐπιλογή τῆς ἐργασίας: ἀρκεῖ νά πληρώνονται καλά. Ὑπάρχουν ὅμως ἄνθρωποι ( ἄν καί λίγοι) πού θά προτιμοῦσαν νά πεθάνουν παρά νά δουλεύουν δίχως καμιά εὐχαρίστηση. Εἶναι ἐπιλεκτικοί, ἱκανοποιοῦνται δύσκολα, καί δέν νοιάζονται γιά μεγάλες ἀμοιβές ἄν ἡ δουλειά δέν εἶναι ἡ ἀμοιβή τῶν ἀμοιβῶν. Σ’αὐτό τό σπάνιο εἶδος ἀνθρώπων ἀνήκουν οἱ καλλιτέχνες καί οἱ στοχαστικοί ἄνθρωποι, ὅπως κι ἐκεῖνοι οἱ ἀργόσχολοι, πού περνοῦν τή ζωή τους μέ τό κυνήγι, τά ταξίδια, τίς ἐρωτοδουλειές καί τίς περιπέτειες. Ὅλοι αὐτοί θέλουν τήν δουλειά καί τόν μόχθο, ἀκόμη καί τήν σκληρότερη δουλειά ἄν χρειάζεται, μόνο ἄν εἶναι συνδεδεμένη μέ τήν εὐχαρίστηση. Σέ ἄλλη περίπτωση, ἡ τεμπελιά τους εἶναι κατηγορηματική, ἀκόμη κι ἄν μπορεῖ νά τούς φέρει τήν φτώχεια, τήν ἀτίμωση, τήν ἀρρώστια ἤ τόν θάνατο. Δέν φοβοῦνται τήν ἀνία τόσο ὅσο φοβοῦνται τήν δουλειά χωρίς εὐχαρίστηση, καί μάλιστα χρειάζονται πολλή ἀνία προκειμένου νά πετύχει ἡ δουλειά τους. Γιά τούς στοχαστές καί ὅλα τά εὐαίσθητα πνεύματα ἡ ἀνία εἶναι ἐκείνη ἡ δυσάρεστη «ἄπνοια» τῆς ψυχῆς, πού ὑπάρχει πρίν ἀπό τό εὐτυχισμένο ταξίδι καί τούς χαρούμενους ἀνέμους. Εἶναι ὑποχρεωμένοι νά τήν ὑποφέρουν καί νά περιμένουν μέσα τους τά ἀποτελέματά της.



Ἀκριβῶς αὐτό δέν μποροῦν νά πετύχουν μέ κανένα τρόπο οἱ κατώτερες φύσεις! Εἶναι χυδαῖο νά διώχνεις μέ κάθε θυσία τήν ἀνία, ὅπως εἶναι χυδαῖο νά δουλεύεις δίχως εὐχαρίστηση. Οἱ Ἀσιάτες ἴσως νά διακρίνονται ἀπό τούς Εὐρωπαίους ἀπό τήν ἱκανότητά τους νά πετυχαίνουν μεγαλύτερη καί βαθύτερη γαλήνη. Ἀκόμη καί τά ναρκωτικά τους ἔχουν ἀργή ἐπίδραση καί ἀπαιτοῦν ὑπομονή – ἀντίθετα ἀπό τό σιχαμερό εὐρωπαϊκό δηλητήριο, τό ἀλκοόλ.

Οἱ ἀρετές ἑνός ἀνθρώπου ὀνομάζονται καλές ἀνάλογα μέ τίς πιθανές τους συνέπειες ὄχι γι’ αὐτόν ἀλλά γιά μᾶς καί γιά τήν κοινωνία. Ἀνέκαθεν ἡ ἐξύμνηση τῶν ἀρετῶν δέν ἦταν καθόλου «ἀνιδιοτελής» καθόλου «μή ἐγωϊστική». Γιατί ἀλλιῶς, θάμασταν ὑποχρεωμένοι νά παρατηρήσουμε ὅτι οἱ ἀρετές ( ὅπως ἡ ἐργατικότητα, ἡ ὑπακοή, ἡ παρθενία, ἡ εὐγνωμοσύνη καί ἡ δικαιοσύνη) εἶναι συνήθως βλαβερές γιά ὅποιον τίς ἔχει, ἐπειδή εἶναι ἔνστικτα πού τόν καταδυναστεύουν πολύ βίαια καί ἄπληστα καί πού ἐναντιώνονται στίς προσπάθειες τοῦ λογικοῦ νά τά φέρει σέ ἰσορροπία μέ τά ἄλλα ἔνστικτα. Ὅταν ἔχετε μία ἀρετή, μία πραγματική, ὁλόκληρη ἀρετή ( καί ὄχι μία μικρή τάση γιά μία ἀρετή ) εἶστε θύμα της. Ὁ γείτονάς σας ὅμως τήν ἐπαινεῖ γιά αὐτό τό λόγο! Ἐπαινεῖ κανείς τούς ἐργατικούς ἀνθρώπους παρ’ ὅλο πού αὐτοί χαλοῦν τά μάτια τους ἤ τόν αὐθορμητισμό καί τήν φρεσκάδα τοῦ πνεύματός τους. Ἐξυμνεῖ κανείς καί λυπᾶται τόν νέο πού «σκοτώθηκε στή δουλειά» ἐπειδή σκέφτεται: « Γιά τήν κοινωνία ὡς σύνολο ἡ ἀπώλεια ἀκόμη καί τοῦ καλύτερου ἀτόμου εἶναι μικρή θυσία. Εἶναι κρίμα πού χρειάζονται τέτοιες θυσίες! Θά ἦταν ὅμως πολύ χειρότερα ἄν τό ἄτομο σκεφτόταν διαφορετικά καί θεωροῦσε τήν συντήρησή του καί τήν ἀνάπτυξή του σημαντικότερη ἀπό τή δουλειά του στήν ὑπηρεσία τῆς κοινωνίας». Ἔτσι λυπᾶται κανείς τόν νέο ὄχι γιά τόν ἑαυτό του ἀλλά ἐπειδή ἕνα ἀφοσιωμένο ἐργαλεῖο , ἄσπλαχνο μέ τόν ἑαυτό του – ἕνας «καλός ἄνθρωπος» ὅπως λένε – χάθηκε γιά τήν κοινωνία μέ τόν θάνατό του.

Ἴσως νά ἀναρωτιέται βέβαια μήπως θά ἦταν προτιμώτερο γιά τό συμφέρον τῆς κοινωνίας, νά ἦταν ὁ νέος αὐτός λιγότερο ἄσπλαχνος μέ τόν ἑαυτό του, νά διατηροῦσε τόν ἑαυτό του περισσότερο καιρό. Δέχεται, πώς κάποιο ὄφελος θά ὑπῆρχε ἄν τό ἔκανε αὐτό, ἀλλά θεωρεῖ μεγαλύτερο καί σημαντικότερο τό ἄλλο ὄφελος, δηλαδή τό ὅτι ἔγινε μία θυσία καί τό ὅτι ἡ στάση τοῦ θυσιαστήριου ζώου ἐπιβεβαιώθηκε γιά ἄλλη μία φορά ἀπ’ ὅσους τήν εἶδαν.
Ἔτσι, αὐτό πού ἐπαινεῖται ὅταν ἐπαινοῦνται οἱ ἀρετές εἶναι, πρῶτο, ἡ ἐργαλειακή τους φύση καί, δεύτερο, τό ἔνστικτο μέσα σέ κάθε ἀρετή πού ἀρνεῖται νά χαλιναγωγηθεῖ ὑπέρ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τοῦ ἀτόμου – κοντολογῆς, τό ἄ-λογο στήν ἀρετή, μέσω τοῦ ὁποίου τό ἄτομο ἀφήνεται νά μετατραπεῖ σέ ἁπλή λειτουργία τοῦ συνόλου. Ἡ ἐξύμνηση τῆς ἀρετῆς εἶναι ἐξύμνηση κάποιου πράγματος πού εἶναι βλαβερό ἀτομικά – ἐξύμνηση τῶν ἐνστίκτων πού στεροῦν ἀπό τόν ἄνθρωπο τήν εὐγενέστερη φιλαυτία του καί τήν δύναμη γιά τήν ἀνώτατη αὐτονομία.

Πράγματι, γιά παιδαγωγικούς σκοπούς καί γιά νά ὁδηγηθοῦν οἱ ἄνθρωποι νά ἐνστερνιστοῦν ἐνάρετες συνήθειες, τονίζονται ἀποτελέσματα τῆς ἀρετῆς πού τήν κάνουν νά μοιάζει μέ ἀδελφή του ἰδιωτικοῦ συμφέροντος καί ὄντως ὑπάρχει κάποια τέτοια σχέση. Ἡ τυφλή, μανιασμένη ἐργατικότητα παραδείγματος χάρη – αὐτή ἡ τυπική ἀρετή τοῦ ἐργαλείου – παρουσιάζεται σάν ὁδός πρός τόν πλοῦτο καί τήν δόξα καί σάν φάρμακο πού θεραπεύει καλύτερα τήν ἀνία καί τά πάθη. Ὡστόσο δέν λέγεται τίποτε γιά τούς κινδύνους πού κρύβει, τήν φοβερή ἐπικινδυνότητά της. Ἔτσι ἐνεργεῖ πάντα ἡ διαπαιδαγώγηση: ἐπιδιώκει νά ρυθμίσει τό ἄτομο μέσω διαφόρων θελγήτρων καί πλεονεκτημάτων, ἔτσι ὥστε νά υἱοθετήσει αὐτό ἕναν τρόπο σκέψης καί συμπεριφορᾶς πού, ἀπό τήν στιγμή πού θά γίνει συνήθεια, ἔνστικτο καί πάθος, θά κυριαρχήσει πάνω του πρός ἔσχατη δικιά του βλάβη, ἀλλά ὑπέρ τοῦ «γενικοῦ καλοῦ».

Πόσες φορές δέν εἶδα αὐτή τήν τυφλή μανιασμένη ἐργατικότητα νά δημιουργεῖ πλοῦτο καί νά χαρίζει τιμές ἀφαιρώντας ταυτόχρονα τήν λεπτότητα τῶν ὀργάνων χάρη στήν ὁποία γίνεται δυνατή ἡ ἀπόλαυση τοῦ πλούτου καί τῶν τιμῶν. Πόσες φορές δέν παρατήρησα ἐπίσης, πώς αὐτό τό ριζικό φάρμακο γιά τήν ἀνία καί τά πάθη ἀμβλύνει τήν ἴδια στιγμή τίς αἰσθήσεις καί κάνει τό πνεῦμα νά ἀντιστέκεται σέ κάθε νέο θέλγητρο. ( Ἡ ἐργατικότερη ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἡ δική μας, δέν ξέρει τί νά κάνει ὅλη τήν ἐργατικότητα καί τά χρήματά της ἐκτός κι ἄν εἶναι νά τά κάνει περισσότερα χρήματα καί περισσότερη ἐργατικότητα. Γιατί, τό νά ξοδεύεις ἀπαιτεῖ πάντα περισσότερο πνεῦμα ἀπό τό νά ἀποκτᾶς! – Καλά θά ἔχουμε τουλάχιστον «ἐγγόνια»!)

Ὅταν πετυχαίνει αὐτή ἡ ἀγωγή, τότε κάθε ἀρετή ἑνός ἀτόμου γίνεται δημόσια ὠφέλεια καί ἰδιωτική ζημία μέ τήν ἔννοια τοῦ ἀνώτερου ἰδιωτικοῦ σκοποῦ. Πιθανότατα καταλήγει σέ ὑποπλασία τοῦ πνεύματος καί τῶν αἰσθήσεων ἤ καί σέ πρόωρη παρακμή. Ἐξετάστε ἀπ’ αὐτήν τήν σκοπιά, τήν μία μετά τήν ἄλλη, τίς ἀρετές τῆς ὑπακοῆς, τῆς παρθενίας, τῆς εὐσέβειας, καί τῆς δικαιοσύνης.

Ἡ ἐξύμνηση τοῦ ἀνιδιοτελοῦς, τοῦ αὐτοθυσιαζόμενου, τοῦ ἐνάρετου – δηλαδή, ἐκείνου πού δέν χρησιμοποιεῖ ὅλη τήν δύναμη καί τό λογικό του γιά τήν διατήρηση, ἀνάπτυξη, ἐξύψωση, προαγωγή τοῦ ἑαυτοῦ του, καί γιά τήν ἐπέκταση τῆς δύναμής του, ἀλλά μᾶλλον ζεῖ, σέ σχέση μέ τόν ἑαυτό του, μέτρια καί χωρίς σκέψη, ἴσως μάλιστα μέ ἀδιαφορία ἤ εἰρωνία – τούτη ἡ ἐξύμνηση δέν γεννήθηκε ἀσφαλῶς ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἀνιδιοτέλειας! Ὁ «πλησίον» ἐξυμνεῖ τήν ἀνιδιοτέλεια ἐπειδή ἔχει ὀφέλη ἀπ’ αὐτήν! Ἄν σκεφτόταν κι ὁ ἴδιος ὁ πλησίον «ἀνιδιοτελῶς» θά ἀπεχθανόταν αὐτή τήν μείωση τῆς δύναμης, αὐτόν τόν ἀκρωτηριασμό πού γίνεται γιά δικό του ὄφελος! Θά δούλευε ἐνάντια στήν ἀνάπτυξη τέτοιων κλίσεων, καί πρίν ἀπ’ ὅλα θά ἐκδήλωνε τήν ἀνιδιοτέλειά του μέ τό νά μήν τίς χαρακτηρίζει καλές!

Αὐτό δείχνει τήν θεμελιώδη ἀντίφαση τῆς ἠθικῆς πού εἶναι ἀξιοσέβαστη σήμερα. Τά κίνητρα τῆς ἠθικῆς αὐτῆς βρίσκονται σέ πλήρη ἀντίφαση μέ τήν ἀρχή της! Αὐτό πού θεωρεῖ ἀπόδειξή της ἡ ἠθική ἀναιρεῖται ἀπό τό κριτήριό της γιά τό τί εἶναι ἠθικό. Προκειμένου νά μήν παραβιάσει τήν ἴδια τήν ἠθική της, ἡ πρόταση « πρέπει νά ἀπαρνηθεῖς τόν ἑαυτό σου καί νά τόν θυσιάσεις» θά μποροῦσε νά θεσπιστεῖ μόνο ἀπό ἀνθρώπους πού θά ἀπαρνιόνταν τό δικό τους ὄφελος καί πού θά προκαλοῦσαν ἴσως καί τήν δική τους καταστροφή μέσῳ τῆς ἀπαιτούμενης θυσίας τοῦ μεμονωμένου ἀτόμου. Ἀπό τήν στιγμή ὅμως πού ὁ πλησίον ( ἤ ἡ κοινωνία) συστήνει τόν ἀλτρουϊσμό λόγω τῆς χρησιμότητάς του, ἐφαρμόζει τήν ἀντίθετη ἀρχή, δηλαδή: «πρέπει νά ἐπιδιώκεις τό προσωπικό σου συμφέρον ἀκόμη καί σέ βάρος ὅλων τῶν ἄλλων». Καί ἔτσι ἐξυμνεῖται, μέ μία ἀνάσα, ἕνα «πρέπει» καί ἕνα «δέν πρέπει»!





 Φρειδερῖκος Νίτσε

μετάφραση : Ζήσης Ζαρίκας

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Προϋποθέσεις, παράμετροι καὶ ψευδεσθήσεις τῆς Ἑλληνικῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς.

τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη



Ἡ διάγνωση τῶν κινητήριων δυνάμεων τῆς σημερινῆς πλανητικῆς πολιτικῆς, ὅπως ἐπιχειρεῖται σ' αὐτὸ τὸ βιβλίο, κατατείνει στὴ διαγραφὴ ὁρισμένων μελλοντικῶν προοπτικῶν, τῶν ὁποίων τὴν πραγμάτωση ἀπεύχομαι προσωπικά, ἀλλὰ τὶς ὁποῖες ὡς ἀναλυτής ὀφείλω νὰ διατυπώσω μὲ σαφήνεια. Μπροστὰ μας ἀνοίγεται μιὰ ἐποχὴ πλανητικῶν καὶ περιφερειακῶν συγκρούσεων, πού θὰ καταστήσουν πολὺ δύσκολη, ἂν δὲν ματαιώσουν, τὴν παγίωση μίας διεθνοῦς τάξης, καθὼς οἱ βραχυπρόθεσμες καὶ μεσοπρόθεσμες πολιτικές, οἰκονομικὲς καὶ γεωπολιτικές τους αἰτίες θὰ συντήκονται ὅλο καὶ περισσότερο μὲ τὶς μακροπρόθεσμες οἰκολογικὲς καὶ πληθυσμιακὲς πιέσεις, γεννῶντας χρόνιες κρίσεις καὶ ἀνεξέλεγκτους παροξυσμούς. Ὑπὸ τὶς συνθῆκες αὐτές, τὸ τέλος τῶν ἰδεολογιῶν τοῦ 19ου αἰῶνα, οἱ ὁποῖες κυριάρχησαν καὶ στὸν 20ο, δὲν θὰ συνεπιφέρει τὸν κατευνασμὸ τῶν ἀντιθέσεων, παρὰ ἁπλῶς τὴ μετατόπιση τους σ' ἕνα πεδίο στοιχειακό, ὑπαρξιακὸ καὶ βιολογικό, στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ὁποίου θὰ βρίσκεται ἀπροκάλυπτα τὸ πρόβλημα τῆς κατανομῆς τῶν ἀγαθῶν σὲ παγκόσμια κλίμακα.  Ὅ,τι σήμερα προσφέρεται ὡς νέα πυξίδα προσανατολισμοῦ τῆς πολιτικῆς δράσης καὶ ὡς πανάκεια —πρὸ παντὸς ὁ οἰκουμενισμὸς τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων— κατὰ πᾶσα πιθανότητα θὰ μεταβληθεῖ σὲ ἕνα νέο πεδίο μάχης, ὅπως ἡ πάλη τῶν ἑρμηνειῶν θὰ συνδέεται μὲ ἀκόμα πιὸ χειροπιαστὲς μορφὲς πάλης.

Στὴ διελκυστίνδα ἀνάμεσα σ' ἕναν ἀνέφικτο οἰκουμενισμὸ καὶ σὲ μιὰ ὑπεράσπιση συλλογικῶν συμφερόντων ἀναπόδραστα ὀργανωμένη πάνω σὲ στενότερη τοπικὴ καὶ πληθυσμιακὴ βάση, τὸ κρατικὰ ὀργανωμένο ἔθνος δὲν διαλύεται, ὅπως περίμεναν πολλοί, μέσα σὲ ὑπερεθνικὰ μορφώματα, παρὰ ἀναλαμβάνει ἕναν νέο ἱστορικὸ ρόλο, λίγο ἤ πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ ἐκεῖνον πού ἔπαιξαν στὸ ἀπώτερο παρελθὸν τὸ ἀστικὸ ἔθνος καὶ στὸ πιὸ πρόσφατο οἱ ἀποκρυσταλλώσεις τοῦ κομμουνιστικοῦ ἐθνικισμοῦ. Πρωταρχικό του μέλημα εἶναι ἡ ἐξασφάλιση μίας θέσης μέσα σὲ μιὰ πυκνὴ καὶ ἔντονα ἀνταγωνιστικὴ παγκόσμια κοινωνία — ὅμως τὸ μέλημα αὐτὸ θὰ συναιρεῖται ὅλο καὶ περισσότερο σ' ἕνα αἴτημα στοιχειώδους ἐπιβίωσης στὸν βαθμὸ πού θὰ στενεύουν τὰ περιθώρια κινήσεων μέσα στοὺς κόλπους τῆς παγκόσμιας κοινωνίας. Ἡ ἐξ ἀντικειμένου νέα αὐτὴ λειτουργία τοῦ ἐθνικισμοῦ παραμένει καθοριστικὴ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς συνήθως αὐτάρεσκες μυθολογίες μέσῳ τῶν ὁποίων κατανοεῖ ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του, ἀντλῶντας ἀπὸ τὸ πραγματικὸ ἤ φανταστικό, κοντινὸ ἤ μακρινὸ παρελθόν.

Βεβαίως, οἱ μυθολογίες, ἀκόμα καὶ οἱ πιὸ αὐθαίρετες, εἶναι δυνατὸ νὰ ἐπιδράσουν θετικὰ στὴν ἐθνικὴ ζωὴ κινητοποιῶντας καὶ συσπειρώνοντας δυνάμεις.  Ὅμως προϋπόθεση γιὰ νὰ συμβεῖ αὐτὸ εἶναι μιὰ ἀντικειμενικὴ ἐθνικὴ ζωτικότητα, μιὰ πλησμονὴ χειροπιαστῆς ἰσχύος, ἡ ὁποία, ἐπιτρέπει σ' ἕνα ἔθνος νὰ κινεῖται, θὰ λέγαμε, στὸ ὕψος τῶν ψευδαισθήσεών του.  Ὅπου ἀντίθετα τὸ ἔθνος συρρικνώνεται καὶ φθίνει, ἐκεῖ ἡ διάσταση ἀνάμεσα σὲ ἐθνικὴ μυθολογία καὶ ἐθνικὴ πραγματικότητα ἔχει, μακροπρόθεσμα τουλάχιστον, μοιραῖες συνέπειες. Ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα ἀποτελεῖ ἀκριβῶς περίπτωση φθίνοντος ἔθνους, τὸ ὁποῖο ἐκλαμβάνει τὶς ἔμμονες μυθολογικές του ἰδέες γιὰ τὸν ἑαυτό του ὡς ρεαλιστικὴ αὐτεπίγνωση. Δὲν εἶναι διόλου περίεργο ὅτι ἡ ψυχολογικὴ αὐτὴ κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικοῦ αὐτισμοῦ γιατί τὸ ἀπαραίτητο ὑπόβαθρο καὶ πλαίσιο τῆς ὑγιοῦς αὐτεπίγνωσης εἶναι ἡ γνώση τοῦ εὐρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στὸν ὁποῖο καλεῖται νὰ δράσει ἕνα ἀτομικὸ ἢ συλλογικὸ ὑποκείμενο, ἀποτιμῶντας κατὰ τὸ δυνατὸν νηφάλια τὶς δυνατότητές του καὶ ὑποκαθιστῶντας τὴ νοσηρὰ ἐγωκεντρικὴ ἀρχὴ τῆς ἡδονῆς μὲ τὴ φυσιολογικὰ ἐγωκεντρικὴ ἀρχὴ τῆς πραγματικότητας. Ὅπως οἱ κατώτεροι ζωικοὶ ὀργανισμοί, ἔτσι καὶ οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες ἀντιδροῦν μὲ ἔντονες ἀντανακλαστικὲς κινήσεις μονάχα σ’ ὅ,τι τοὺς ἐρεθίζει ἄμεσα καὶ εἰδικά• οἱ δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στὴ Χαβάη ἢ κάποιου «μισέλληνα» στὴ Γροιλανδία (κι ἂς μὴ μιλήσουμε καθόλου γιὰ τὰ ὅσα παρεμφερῆ μαθαίνει κανεὶς ἀπὸ τὶς Βρυξέλλες ἢ τὴν Οὐάσιγκτον) εὐφραίνουν ἢ ἐξάπτουν, ἀναλόγως, τὰ πνεύματα πολὺ περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι τὰ ἀπασχολοῦν τὰ οὐσιώδη, ἂν καὶ συχνὰ ἀφανῆ, μεγέθη τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς οἰκονομίας. Ἀκόμα καὶ ὅταν ἡ συζήτηση μετατοπίζεται στὸν κυρίως  χῶρο τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, κυριαρχεῖ τὸ στιγμιαῖο, τὸ κυμαινόμενο καὶ τὸ κοντινό, ὄχι ἡ προσεκτικὴ καὶ τεκμηριωμένη στάθμιση μακρόπνοων γενικότερων τάσεων, οἱ ὁποῖες ἴσως μιὰ μέρα βαρύνουν πάνω στὶς τύχες τῶν Ἑλλήνων τουλάχιστον τόσο, ὅσο καὶ τὰ διαδραματιζόμενα αὐτὴ τὴν ὥρα στὰ ὅμορα κράτη.  Ἔτσι, ἐνῷ ξαφνικὰ (σὲ μιὰ χώρα ὅπου οἱ ἐθνικὰ ζωτικὲς ἀλβανολογικές, σλαβολογικὲς καὶ τουρκολογικὲς σπουδὲς ἐκπροσωποῦνται ἐμβρυωδῶς μόνον) ὁ τόπος γέμισε ἀπὸ ἐμβριθεῖς καὶ ἐμπαθεῖς βαλκανιολόγους, δὲν γίνεται καμμία σοβαρὴ καὶ διαρκής συζήτηση γιὰ τὸ φλέγον ὅσο ποτὲ ἄλλοτε ζήτημα τῆς εὐρωπαϊκῆς ἐνοποίησης, γιὰ τὸ ποιὲς δυνάμεις γιὰ ποιοὺς λόγους τὴν προωθοῦν καὶ ποιὲς γιατί ἐνδεχομένως θὰ τὴ ματαιώσουν, γιὰ τὶς συναφεῖς ἑλληνικὲς ἀπόψεις καὶ προτάσεις (ὑπάρχουν;) καὶ γιὰ τὴ θέση τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους μέσα σ' αὐτὲς τὶς ἐξαιρετικὰ ἀντιφατικὲς διαδικασίες — ὄχι γιὰ τὴ θέση μίας φανταστικῆς Ἑλλάδας μέσα σὲ μίαν ἐξ ἴσου φανταστικὴ Εὐρώπη, ἀλλά  μίας ἐπαρχιακῆς καὶ παρασιτικῆς Ἑλλάδας μὲ τεράστιες, κι ἴσως ἀνυπέρβλητες, δυσχέρειες προσαρμογῆς σὲ μίαν ἔντονα δύστροπη ἀπέναντί της καὶ βαθύτατα διχασμένη ὡς πρὸς τὴ δική της τὴν ταυτότητα καὶ τὶς δικές της τὶς προοπτικὲς Εὐρώπη.

Ἐπίσης ἐλάχιστοι φαίνεται νὰ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὰ πολιτικὰ συμπαρομαρτοῦντα τῶν διαγραφόμενων οἰκολογικῶν στενωπῶν ἢ γιὰ τὶς προσεχεῖς συνέπειες τῆς μετανάστευσης τῶν λαῶν σὲ μία χώρα τόσο εὐπαθῆ οἰκολογικὰ καὶ τόσο ἔκθετη γεωγραφικὰ ὅσο ἡ Ἑλλάδα.

Ὅμως ἡ ἔλλειψη, καὶ μάλιστα ἡ ἄρνηση, τῆς αὐτεπίγνωσης δὲν φαίνεται μόνον ἔμμεσα στὴ στενότητα τῆς πολιτικῆς κοσμοεικόνας, ἀπὸ τὴν ὁποία συνήθως ἀφορμῶνται οἱ συζητήσεις πάνω στὴν ἐθνικὴ πολιτική. Φαίνεται καὶ ἄμεσα, στὸν τρόπο διεξαγωγῆς αὐτῶν τῶν συζητήσεων. Στὸ ἐπίκεντρό τους βρίσκονται δηλαδή περισσότερο ἢ λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις καὶ γνῶμες γιὰ τὸ ποιὰ τροπὴ θὰ πάρει αὐτὴ ἢ ἐκείνη ἡ συγκεκριμένη ἐξέλιξη καὶ γιὰ τὸ ἂν αὐτὴ ἢ ἐκείνη ἡ ἐνέργεια ἐνδείκνυται ἢ ὄχι, πρᾶγμα πού συχνότατα ὁδηγεῖ στὴ γνωστὴ καὶ προσφιλῆ πολιτικολογία καὶ τραπεζορητορεία. Δὲν θίγεται ὅμως ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος κάθε πολιτικῆς προβληματικῆς: ποιὰ εἶναι ἡ ταυτότητα καὶ ἡ ὀντότητα τοῦ πολιτικοῦ ὑποκειμένου, γιὰ τὶς πράξεις, τὶς παραλείψεις καὶ τὸ μέλλον τοῦ ὁποίου γίνεται λόγος; Πιὸ συγκεκριμένα: ποιὰ εἶναι ἡ σημερινὴ φυσιογνωμία τῆς Ἑλλάδας καὶ τί προκύπτει ἀπ’ αὐτὴν ὡς πρὸς τὴν ἱκανότητά της νὰ ἀσκήσει ἐθνικὴ πολιτικὴ μέσα στὶς σημερινὲς πλανητικὲς συνθῆκες; Ἡ ἀπάντηση σ' ἕνα τέτοιο ἐρώτημα θὰ ἀπαιτοῦσε μίαν ἀπογραφὴ τοῦ ἐθνικοῦ δυναμικοῦ μὲ τὴν εὐρύτατη ἔννοια τοῦ ὅρου, καὶ αὐτή θὰ ἦταν σήμερα ἰδιαίτερα ὀδυνηρή, ἂν γινόταν χωρὶς ἀπολογητικὲς ἀνάγκες πρὸς ὁποιαδήποτε κατεύθυνση. Ἐπὶ πλέον θὰ γεννοῦσε δικαιολογημένη διάθεση ἀπαισιοδοξίας, ἐφ' ὅσον ὁ καθένας βλέπει, θεωρητικὰ τουλάχιστον, ὅτι ὅποιος θέλει νὰ ἀσκήσει τελεσφόρα ἐθνικὴ πολιτική, σὲ ἀναγκαστικὰ εὐρύτατους πλέον χώρους, πρέπει, πέρα καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν εὔστοχη σύλληψη τῶν γενικῶν καταστάσεων καὶ τὴ διπλωματικὴ ἱκανότητα, νὰ διαθέτει ἀκμαία ἐθνικὴ ὀντότητα ἀποτυπωμένη σ’ ἕνα πολυδιάστατο πλέγμα κοινωνικῶν, οἰκονομικῶν, στρατιωτικῶν καὶ ψυχολογικῶν παραγόντων. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἂν ἡ Ἑλλάδα συγκέντρωνε σὲ ὑψηλὸ βαθμὸ τοὺς παράγοντες αὐτοὺς σὲ μόνιμη βάση καὶ προτοῦ ἀκόμα ξεσπάσει ἡ σημερινὴ βαλκανικὴ κρίση, θὰ ἀσκοῦσε διαφορετικὴ ἀκτινοβολία και θά εἶχε μεγαλύτερες δυνατότητες νὰ ἐπηρεάσει τὶς ἐξελίξεις . Ἡ ἐσωτερικὴ ἀποσύνθεση, τὴν ὁποία κανεὶς ἀφήνει νὰ προχωρήσει ὅσο δὲν φαίνεται ν’ ἀντιμετωπίζει ἄμεσο κίνδυνο, τοῦ στερεῖ τὰ ἀπαιτούμενα μέσα καὶ περιθώρια ἑλιγμῶν ὅταν ἡ ἀνάγκη σφίγγει.

Παρακάτω θὰ μιλήσουμε γιὰ τοὺς μικροπολιτικοὺς λογοὺς πού ἐμποδίζουν νὰ τίθενται ἀμείλικτα καὶ σ' ὅλη τους τὴν ἔκταση τὰ μεγάλα πολιτικὰ ἐρωτήματα: ποιὲς εἶναι οἱ γενικότερες προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἄσκηση μακρόπνοης καὶ ἐπιτυχοῦς ἐθνικῆς πολιτικῆς; πῶς πρέπει νὰ εἶναι δομημένο ἕνα ἔθνος ἱκανὸ νὰ ἀντιμετωπίσει στὸ πλαίσιο τοῦ ἀνθρωπίνως δυνατοῦ ὁποιαδήποτε ἐνδεχόμενα, ἀκόμα καὶ ἀπότομες μεταλλαγὲς τῆς συγκυρίας;  Ἂς σημειώσουμε προκαταβολικὰ ὅτι ἡ γενικὴ ἀπροθυμία ἄμεσης καὶ μετωπικῆς ἀντιπαράθεσης μὲ τὸ κεφαλαιῶδες τοῦτο ζήτημα ἀντανακλᾶται μεταξὺ ἄλλων στὸν ἠχηρὸ τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἀσκεῖται ὡς πολιτικὴ διεκδικήσεως  ἐθνικῶν δικαίων. Τοῦτο δὲν εἶναι καθ' αὐτὸ κακό, καὶ σὲ διάφορες συγκεκριμένες περιπτώσεις μάλιστα μπορεῖ νὰ παρουσιάζει πλεονεκτήματα τακτικῆς, ἂν δὲν γίνεται τόσο ἀδέξια καὶ ἀψυχολόγητα (ὡς πρὸς τὴν ψυχολογία τῶν μὴ Ἑλλήνων) ὅσο συνήθως γίνεται.  Ὅμως ἐδῶ θέλουμε ν' ἀναφερθοῦμε σὲ κάτι ἄλλο. Ἡ ἔμφαση πού ἀποδίδεται στὴν ἔννοια τοῦ  δικαίου  κατὰ κανόνα εἶναι εὐθέως ἀνάλογη πρὸς τὴν ἐθνικὴ ἰσχνότητα καὶ τὴ διπλωματικὴ ἐπιπολαιότητα. Ὑπάρχει διάχυτη ἡ ἐντύπωση ὅτι μόλις ἐμφανισθεῖ στὸ διεθνὲς προσκήνιο ἡ Ἑλλάδα (ὁλόκληρη Ἑλλάδα!) καὶ ὑψώσει τὴ φωνὴ γιὰ τὰ δίκαιά της, ἡ κοινωνία τῶν ἐθνῶν θὰ ἀφήσει τὶς δικές της ἔγνοιες καὶ θὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὰ ἑλληνικὰ αἰτήματα, περίπου ἀποσβολωμένη ἀπὸ τὴν ἠθικὴ λάμψη τους. Ἡ προβολὴ τῆς ἐξ ὁρισμοῦ ἀνώτερης ἠθικῆς διάστασης φαίνεται νὰ ἀπαλλάσσει ἀπὸ τοὺς ταπεινοὺς μόχθους καὶ τοὺς παραζαλιστικοὺς λαβυρίνθους τῆς συγκεκριμένης πολιτικῆς, φαίνεται δηλαδή ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἔχει κανεὶς τὸ δίκαιο μὲ τὸ μέρος του γιὰ νὰ ἔχει κάνει σχεδὸν τὰ πάντα, ὅσα ἐξαρτῶνται ἀπ’ αὐτόν. Στὸν ὑπόλοιπο κόσμο ἐναπόκειται νὰ ἀντιληφθεῖ τὸ ἑλληνικὸ δίκαιο καὶ νὰ πράξει ἀνάλογα. Ἡ ἑλληνικὴ πλευρὰ συχνότατα θεώρησε καὶ θεωρεῖ ὡς ἀδιανόητο ὅτι οἱ ἄλλοι μποροῦν νὰ ἔχουν (εἰλικρινὰ ἢ ὄχι) διαφορετικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸ τί εἶναι δίκαιο• ἐπίσης δυσκολευόταν καὶ δυσκολεύεται νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ τὴ σκέψη ὅτι οἱ ἄλλοι δὲν παίρνουν πάντα τοῖς μετρητοῖς τοὺς ἰσχυρισμούς της κι ὅτι χρησιμοποιοῦν καὶ ἄλλες πηγὲς πληροφοριῶν ἢ ἀκοῦνε καὶ ἄλλες ἀπόψεις. Ἐκεῖνο ὅμως πού πρὸ παντὸς ἀρνεῖται νὰ κατανοήσει σὲ μόνιμη βάση ἡ ἑλληνικὴ πλευρά, καθὼς ἔχει αὐτοπαγιδευθεῖ στὶς ὑπεραναπληρώσεις τῶν ἠθικολογικῶν ἄλλοθι, εἶναι ὅτι κάθε ἰσχυρισμὸς καὶ κάθε διεκδίκηση μετροῦν μόνο τόσο, ὅσο καὶ ἡ ἐθνικὴ ὀντότητα πού στέκει πίσω τους. Ὅποιος λ.χ. μονίμως ἐπαιτεῖ δάνεια καὶ ἐπιδοτήσεις γιὰ νὰ χρηματοδοτήσει τὴν ὀκνηρία καὶ τὴν ὀργανωτική του ἀνικανότητα δὲν μπορεῖ νὰ περιμένει ὅτι θὰ ἐντυπωσιάσει ποτὲ κανέναν μὲ τὰ ὑπόλοιπα «δίκαιά» του. Οὔτε μπορεῖ κανεὶς νὰ περιμένει ὅτι θὰ ληφθεῖ ποτὲ σοβαρὰ ὑπ’ ὄψιν μέσα στὸ διεθνὲς πολιτικὸ παιγνίδι, ἂν δὲν ἔχει κατανοήσει, καὶ ἂν δὲν συμπεριφέρεται ἔχοντας κατανοήσει, ὅτι, πίσω καὶ πέρα ἀπὸ τὶς μὴ δεσμευτικὲς διακηρύξεις ἀρχῶν ἢ τὶς ἀόριστες φιλοφρονήσεις, τὶς φιλίες ἢ τὶς ἔχθρες τὶς δημιουργεῖ καὶ τὶς παγιώνει ἡ σύμπτωση ἢ ἡ ἀπόκλιση τῶν συμφερόντων. Ὅμως στὴ βάση αὐτὴ μπορεῖ νὰ κινηθεῖ μόνον ὅποιος ἔχει τὴν ὑλικὴ δυνατότητα νὰ προσφέρει τόσα, ὅσα ζητᾶ ὡς ἀντάλλαγμα. Μὲ ἄλλα λόγια: οἱ κινήσεις στὸ πολιτικὸ-διπλωματικὸ πεδίο ἀποδίδουν ὄχι ἀνάλογα μὲ τὸ «δίκαιο», τὸ ὁποῖο ἄλλωστε ἡ κάθε πλευρὰ ὁρίζει γιὰ λογαριασμό της, ἀλλὰ ἀνάλογα μὲ τὸ ἱστορικὸ καὶ κοινωνικὸ βάρος τῶν ἀντίστοιχων συλλογικῶν ὑποκειμένων, τὸ ὁποῖο ὅλοι ἀποτιμοῦν κατὰ μέσον ὄρο παρόμοια, ὅπως γίνεται καὶ μὲ τὰ ἐμπορεύματα στὴν ἀγορά. Ἐπὶ πλέον καμμιὰ προστασία καὶ καμμιὰ συμμαχία δὲν κατασφαλίζει τελειωτικὰ ὅποιον βρίσκεται μαζί της σὲ σχέση μονομεροῦς ἐξάρτησης. Ἡ ἀξία μίας συμμαχίας γιὰ μίαν ὁρισμένη πλευρὰ καθορίζεται ἀπὸ τὸ εἰδικὸ βάρος τῆς πλευρᾶς αὐτῆς μέσα στὸ πλαίσιο τῆς συμμαχίας. Ἰσχυροὶ σύμμαχοι εἶναι ἄχρηστοι σ’ ὅποιον δὲν διαθέτει ὁ ἴδιος σεβαστὸ εἰδικὸ βάρος, ἐφ’ ὅσον ἀνάλογα μὲ τοῦτο ἐδῶ αὐξομειώνεται τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἰσχυρῶν. Ἴσως νὰ θεωρεῖ κανεὶς «ἀπάνθρωπα» καὶ λυπηρὰ αὐτὰ τὰ δεδομένα· ἂν ὅμως ἀσκεῖ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἀγνοῶντας τα, ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ βρεθεῖ σὲ μία κατάσταση ὅπου τὴ λύπη γιὰ τὴν ἠθικὴ κατάπτωση τῶν ἄλλων θὰ τὴ διαδεχθεῖ ὁ θρῆνος γιὰ τὶς δικές του συμφορές.

Μιλῶντας γιὰ τὶς προϋποθέσεις καὶ τὶς παραμέτρους μίας ἑλληνικῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς μέσα στὴ σημερινὴ πλανητικὴ συγκυρία δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ μὴν ἀνασκοπήσουμε τὴν πορεία πού ὁδήγησε στὴ σημερινὴ κρίση ἤ ἀπίσχνανση τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ὀντότητας. Γιὰ νὰ μείνουμε μὲ κάθε δυνατὴ συντομία στὰ οὐσιώδη σημεῖα, θὰ ποῦμε ὅτι ἡ πορεία αὐτὴ περιλαμβάνει δύο μεγάλες φάσεις. Ἡ πρώτη ἀναφέρεται στὴ συνεχῆ καὶ ἀμετάκλητη γεωπολιτικὴ συρρίκνωση τοῦ ἑλληνισμοῦ μετὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ 1922, τὴν ὁποία, ἐλάχιστα μόνον ἀνέστειλε ἡ ἕνωση τῆς Δωδεκανήσου μὲ τὴν Ἑλλάδα. Μιὰ κεντρικὴ ἰδιομορφία τῆς νεοελληνικῆς ἱστορίας ἦταν τὸ ἀσύμπτωτο ἔθνους καὶ κράτους, ὄχι ἐπειδὴ τὸ κράτος, τὸ ὁποῖο βρισκόταν ὑπὸ τὸν ἔλεγχο τῆς ἑλληνικῆς ἐθνότητας, περιεῖχε σὲ ἀξιόλογο βαθμὸ καὶ ἐθνότητες ξένες, ὄχι δηλαδή ἐπειδὴ τὸ κράτος ἦταν εὐρύτερο ἀπὸ τὸ ἔθνος, ὅπως ἔγινε σὲ ἄλλες περιπτώσεις (π.χ. τὴ ρωσσική), ἀλλὰ γιὰ τὸν ἀντίθετο ἀκριβῶς λόγο: τὸ ἔθνος ἦταν ἐξ ἀρχῆς κατὰ πολὺ εὐρύτερο ἀπὸ τὸ κράτος. Τοῦτο τὸ χάσμα μεταξὺ ἒθνους καὶ κράτους ἔκλεισε, πάλι, μόνον ἐν μέρει μὲ τὴν ἐπέκταση τοῦ κράτους, ἒτσι ὥστε νὰ συμπεριλάβει τὸ σῶμα τοῦ ἔθνους. Αὐτὸ ἒγινε μὲ τὴν ἕνωση τῶν Ἰονίων Νήσων καὶ πρὸ παντὸς μὲ τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους, ἔκτοτε ὅμως ἡ πορεία ἀντιστράφηκε: τὸ ἔθνος συνέπιπτε ὅλο καὶ περισσότερο μὲ τὸ κράτος ἐπειδὴ ἐξολοθρευόταν ἡ ἐκτοπιζόταν σὲ ὅσες περιοχὲς βρίσκονταν ἔξω ἀπὸ τὸ κράτος, δηλαδή ἐπειδὴ συρρικνωνόταν γεωπολιτικά. Ἡ γεωγραφικὴ σύμπτωση ἒθνους καὶ κράτους, ὅπως σὲ μεγάλο βαθμὸ ὑφίσταται σήμερα, πραγματοποιήθηκε ὅταν, μετὰ τὸν ἑλληνισμὸ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀφανίσθηκε ὁ ἑλληνισμὸς τῆς Ρωσσίας, τῶν Βαλκανίων καὶ τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Ἡ προσωρινὰ τελευταῖα πράξη αὐτῆς τῆς τραγωδίας διαδραματίσθηκε στὴν Κύπρο, ὅπως, πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸ ὀλέθριο πραξικόπημα τοῦ 1974, ἡ ἑλληνικὴ διπλωματία ἒδειξε πόσο εἶναι ἀνίκανη νὰ κάνει μακρόπνοη καὶ τελεσφόρα ἐθνικὴ πολιτικὴ ἐμπνεόμενη ὄχι ἀπὸ συναισθηματισμοὺς καὶ ρητορεῖες περὶ  ἐθνικῶν δικαίων , ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γνώση καὶ τὴ φρόνιμη στάθμιση τῶν διεθνῶν παραγόντων.

Δὲν χρειάζεται νὰ ἐξηγήσουμε ἰδιαίτερα τί πλεονεκτήματα ἔχει ἕνα ἔθνος ἐπεκτεινόμενο πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ κράτους του.  Ὄχι μόνον ὁ κύριος κορμὸς τοῦ ἔθνους, πού ζεῖ μέσα στὸ κράτος, δέχεται συνεχῶς ζείδωρες μεταγγίσεις αἵματος ἀπ’ ἔξω, ἀλλὰ καὶ τὸ ἴδιο τὸ ἐθνικὸ κράτος, ἔχοντας τὸ μάτι στυλωμένο στοὺς ὁμοεθνεῖς τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἔχει μίαν αἴσθηση εὐρύτερης ἱστορικῆς εὐθύνης καὶ ἀποστολῆς.  Ὅποιος θὰ κατανοήσει χωρὶς προκαταλήψεις τί ὀφείλει ὁ σημερινὸς τουρκικὸς δυναμισμὸς στὴν αἴσθηση αὐτή, θὰ καταλάβει εὔκολα γιὰ ποιὸ πρᾶγμα μιλᾶμε, δεδομένου ὅτι οἱ ἀντίστοιχες ἑλληνικὲς ἐμπειρίες φαίνονται νὰ ἔχουν ἐξανεμισθεῖ ἀπὸ καιρό. Πράγματι, ἕνα καθοριστικὸ γνώρισμα τῆς σημερινῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ζωῆς, δηλαδή τῆς ἐθνικῆς ζωῆς μετὰ τὴ γεωπολιτικὴ συρρίκνωση τοῦ ἑλληνισμοῦ, εἶναι ἡ ἀπουσία ἱστορικῶν στόχων ἱκανῶν νὰ κινητοποιήσουν συνειδητὰ καὶ μακροπρόθεσμα συλλογικὲς δυνάμεις. Πάνω σ' αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ξεγελιέται κανεὶς οὔτε ἀπὸ τυποποιημένες πατριωτικὲς κορῶνες οὔτε ἀπὸ τὶς ἀνόρεχτες μάχες ὀπισθοφυλακῆς πού δίνονται γιὰ τὸ κυπριακὸ — οὔτε ἐπίσης πρέπει νὰ ἐκλαμβάνει ὡς τέτοιο στόχο τὴν  ἒνταξη στὴν Εὐρώπη: γιατί πρὸς αὐτὴν ὠθεῖ μιὰ μαζικὴ ἐπιθυμία καταναλωτικῆς εὐζωίας, ἡ ὁποία, προκειμένου νὰ πραγματοποιηθεῖ, δὲν θὰ δίσταζε καὶ πολὺ νὰ μετατρέψει τὴν ἔνταξη σὲ ταπεινωτικὴ ἐθνικὴ ἐκποίηση.

Ἡ παρατήρηση αὐτὴ μας φέρνει στὴ δεύτερη ἀπὸ τὶς δύο μεγάλες φάσεις τῆς ἐθνικῆς συρρίκνωσης τοῦ ἑλληνισμοῦ σ’ αὐτὸν τὸν αἰῶνα. Ἂν ἡ πρώτη εἶχε κυρίως γεωπολιτικὸ χαρακτήρα, ἡ δεύτερη, πού ἄρχισε μετὰ τὴ σχετικὴ ὁλοκλήρωση τῆς πρώτης, χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὰ συμπτώματα καὶ τὰ συμπαρομαρτοῦντα ἑνὸς παρασιτικοῦ καταναλωτισμοῦ ἀδιάφορου γιὰ τὶς μακροπρόθεσμες ἐθνικές του ἐπιπτώσεις, ἰδιαίτερα σ’ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ἀνεξαρτησία τῆς χώρας καὶ τὴν αὐτοτέλεια τῶν ἐθνικῶν της ἀποφάσεων. Τὸν καταναλωτισμὸ αὐτὸν δὲν τὸν ὀνομάζουμε παρασιτικὸ γιὰ νὰ τὸν ὑποβιβάσουμε ἠθικά, ἀντιπαρατάσσοντάς του «ἀνώτερα» καὶ «πνευματικὰ» ἰδεώδη ζωῆς, ὅπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι. Θὰ ἦταν ἐξωπραγματικὸ καὶ ἀνόητο νὰ θέλει νὰ ἀποκόψει κανεὶς τὸν ἑλληνικὸ λαὸ στὸ σύνολό του ἀπὸ τὶς νέες δυνατότητες τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς τεχνολογίας — καὶ ἐπὶ πλέον θὰ ἦταν καὶ ἐπικίνδυνο, γιατί μία τέτοια ἀποκοπή θὰ συμβάδιζε μὲ μία γενικότερη οἰκονομικὴ καὶ στρατιωτικὴ καθυστέρηση. Ὁ ὅρος «παρασιτικὸς καταναλωτισμὸς» χρησιμοποιεῖται ἐδῶ στὴν κυριολεξία του γιὰ νὰ δηλώσει ὅτι ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα, ὄντας ἀνίκανη νὰ παραγάγει ἡ ἴδια ὅσα καταναλώνει καὶ μὴν ἔχοντας ἀρκετὴ αὐτοσυγκράτηση — καὶ ἀξιοπρέπεια — ὥστε νὰ μὴν καταναλώνει περισσότερα ἀπ’ ὅσα μπορεῖ νὰ παραγάγει ἡ ἴδια, προκειμένου νὰ καταναλώσει παρασιτεῖ, καὶ μάλιστα σὲ διπλὴ κατεύθυνση: παρασιτεῖ στὸ ἐσωτερικό, πού ὑποθηκεύει τοὺς πόρους τοῦ μέλλοντος μετατρέποντάς τους σὲ τρέχοντα τοκοχρεωλύσια, καὶ παρασιτεῖ πρὸς τὰ ἔξω, πού ἔχει ἐπίσης δανεισθεῖ ὑπέρογκα ποσὰ ὄχι γιὰ νὰ κάνει ἐπενδύσεις μελλοντικὰ καρποφόρες ἀλλὰ κυρίως γιὰ νὰ πληρώσει μὲ αὐτὰ τεράστιες ποσότητες καταναλωτικῶν ἀγαθῶν, τὶς ὁποῖες καὶ πάλι εἰσήγαγε ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό. Ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ συντελέσθηκε στὸ πλαίσιο τῆς μεταπολεμικῆς προοδευτικῆς διαπλοκῆς τῶν διεθνῶν οἰκονομικῶν διαδικασιῶν γενικὰ καὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν οἰκονομιῶν εἰδικότερα, ὡστόσο θὰ ἦταν λάθος νὰ τὴ θεωρήσουμε ὡς εἱμαρμένη πού ἐνέσκηψε πάνω σὲ μίαν ἀδύνατη κι ἀνυπεράσπιστη Ἑλλάδα, αἰχμαλωτισμένη ἀνέκκλητα στὰ δίχτυα τοῦ «διεθνοῦς κεφαλαίου». Τέτοιες φαινομενικὰ περισπούδαστες ἐξηγήσεις προσφέρουν ὅσοι ὀχυρώνονται πίσω ἀπὸ τὴν ἀγοραία «ἀριστερὴ» καὶ «φιλολαϊκὴ» ρητορική, ἀρνούμενοι νὰ ἀναμετρήσουν τὸ μέγεθος τῶν δικῶν τοὺς εὐθυνῶν, τὸ βάθος τῶν συντελεστῶν τῆς σημερινῆς ἐθνικῆς κρίσης καὶ τὴν ὀδυνηρότητα τῶν πιθανῶν διεξόδων ἀπ’ αὐτήν. Οἱ πρωταρχικοὶ λόγοι, πού ἔθεσαν σὲ κίνηση τὴ διαδικασία τῆς ἐθνικῆς ἐκποίησης καὶ τῆς συναφοῦς πολιτικῆς ἀποδυνάμωσης τῆς Ἑλλάδας σὲ διεθνὲς ἐπίπεδο, εἶναι ἐνδογενεῖς καὶ ἀνάγονται στὴ λειτουργία τοῦ πολιτικοῦ της συστήματος καὶ στὴ συμπεριφορὰ ὅλων τῶν ὑποκειμενικῶν του παραγόντων. Μὲ ἄλλα λόγια: τὸ ἑλληνικὸ κοινωνικὸ καὶ πολιτικὸ σῶμα στὸ σύνολο του ἐπωφελήθηκε ἀπὸ τὴ μεταπολεμικὴ πρωτοφανῆ ἀνάπτυξη τῆς διεθνοῦς οἰκονομίας καὶ ἄντλησε βραχυπρόθεσμα ὠφελήματα ἀπ’ αὐτὴ μὲ ἀντάλλαγμα τὸν μακροπρόθεσμο ὑποβιβασμὸ τῆς Ἑλλάδας στὴν κλίμακα τοῦ διεθνοῦς καταμερισμοῦ τῆς ἐργασίας καὶ συνάμα τὴ γενικὴ ἐθνική της ὑποβάθμιση. Αὐτὸ ἔγινε μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς σιωπηροῦ, ἀλλὰ διαρκοῦς καὶ κατὰ μέγα μέρος συνειδητοῦ καὶ ἐπαίσχυντου κοινωνικοῦ συμβολαίου, στὸ πλαίσιο τοῦ ὁποίου ἡ ἑκάστοτε πολιτικὴ ἡγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ἢ «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτικὴ ἢ δικτατορική: στὸ κρίσιμο τοῦτο σημεῖο οἱ ἀποκλίσεις ὑπῆρξαν ἐλάχιστες — ἀνέλαβε τὴ λειτουργία νὰ ἐνισχύει γρήγορα καὶ παρασιτικὰ τὶς καταναλωτικὲς δυνατότητες τοῦ «λαοῦ» μὲ ἀντίτιμο τὴν πολιτικὴ του εὔνοια ἢ ἀνοχή, ἤτοι τὴ διαχείριση τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας καὶ τὴν κάρπωση τῶν συναφῶν κοινωνικῶν καὶ ὑλικῶν προνομίων. Βεβαίως, ἡ συναλλαγὴ αὐτὴ χαρακτήριζε τὸν ἑλληνικὸ κοινοβουλευτισμὸ ἀπὸ τὰ γεννοφάσκια του, ὅμως ἡ πρωτοφανὴς μεταπολεμικὴ διεθνὴς οἰκονομικὴ συγκυρία τῆς προσέδωσε δυνατότητες ἐπίσης πρωτοφανεῖς: πρὸς ἄγρα καὶ συγκράτηση τῆς ἐκλογικῆς πελατείας μποροῦσαν τώρα νὰ προσφερθοῦν ὄχι ἁπλῶς ἀνιαρὲς κρατικὲς θέσεις, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον πολύχρωμες μάζες καταναλωτικῶν ἀγαθῶν καὶ πλῆθος δελεαστικῶν καταναλωτικῶν δυνατοτήτων. Ἐνῷ ὅμως ἡ πρώτη προσφορὰ συνεπαγόταν κυρίως τὴν ἐκποίηση τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ καὶ τῶν κρατικῶν πόρων στὴν ἐσωτερικὴ ἀγορά, ἡ δεύτερη — καὶ πιὸ πλουσιοπάροχη — ἀπέληγε μὲ ἐσωτερικὴ ἀναγκαιότητα στὸ ξεπούλημα ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους στὴ διεθνῆ ἀγορά. Αὐτὸ τὸ ξεπούλημα ἄρχισε μὲ τὰ μεγάλα, ἀντίδρομα καὶ ταυτοχρόνως συμπληρωματικά, κύματα τῆς μετανάστευσης καὶ τοῦ τουρισμοῦ, γιὰ νὰ κορυφωθεῖ, ἀλλάζοντας αἰσθητὰ ὄψη καὶ συναισθηματικὴ ἐπένδυση, στὴν ἀγορὰ αὐστριακῶν μπισκότων γιὰ σκύλους καὶ στὴν ὀργάνωση τριήμερων ταξιδιῶν στὸ Λονδίνο γιὰ ψώνια, κατασταλάζοντας ἐνδιαμέσως παχυλὲς ἐπιδοτήσεις μίας περιττῆς ἀγροτικῆς παραγωγῆς καὶ τὴν περαιτέρω διόγκωση μίας ἡμιπαράλυτης δημοσιοϋπαλληλίας. Ποτὲ ἄλλοτε τὸ κράτος καὶ τὸ ἔθνος δὲν βρέθηκαν, χάρη στὴν ἁπλόχερη μεσολάβηση τοῦ «πολιτικοῦ κόσμου», σὲ τόσο ἀγαστὴ σύμπνοια μὲ τὸν χαρτοπαίχτη τῆς ἐπαρχίας καὶ μὲ τὸ τσόκαρο τῶν Ἀθηνῶν.

Ὁ παρασιτικὸς καταναλωτισμός, ὅπως τὸν ὁρίσαμε παραπάνω, προκάλεσε μία τέτοια διασπάθιση πόρων, ἰδιαίτερα στὴ δεκαετία τοῦ 1980, ὥστε ἡ στενότητα τῶν πόρων θὰ ἀκολουθεῖ στὸ ἑξῆς, καὶ γιὰ πολὺ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, τὴν ἑλληνικὴ ἐθνικὴ πολιτικὴ σὰν βαριὰ σκιά. Οἱ σημερινές, καὶ οἱ ἀναπόδραστες αὐριανές, προσπάθειες τοῦ «πολιτικοῦ κόσμου» γιὰ τὴ λύση αὐτοῦ του πιεστικοῦ προβλήματος δὲν ἀποτελοῦν διαρθρωτική του ἀντιμετώπιση, παρὰ κατὰ βάθος ἀποσκοποῦν στὴ δημιουργία συνθηκῶν πρόσκαιρης ἀνακούφισης πού θὰ ἐπιτρέψουν ξανὰ τὴν ἀνακύκλωση τοῦ προηγούμενου φαύλου παιγνιδιοῦ μεταξὺ κομμάτων καὶ ψηφοφόρων. Εἶναι περιττὸ νὰ ἐξηγήσουμε ποιὲς μακροπρόθεσμες συνέπειες ἔχει ἡ ὑφιστάμενη σήμερα στενότητα τῶν πόρων γιὰ τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους, δηλαδή γιὰ τὴν οἰκονομικὴ ἀνταγωνιστικότητά του, γιὰ τὴν παιδεία του καὶ γιὰ τὴν ἄμυνά του. Ἐξ αἰτίας τῆς στενότητας τούτης ἡ Ἑλλάδα ξεκινᾶ τὸν ἀγώνα δρόμου στὴν ἀρχόμενη πολυτάραχη φάση τῆς πλανητικῆς πολιτικῆς μὲ ἕνα ἐπὶ πλέον σημαντικότατο μειονέκτημα. Ἡ οἰκονομική της ὑποπλασία, ἡ ὁποία χρηματοδοτήθηκε καὶ ἐξωραΐσθηκε καταναλωτικὰ μὲ τὴν ἐκτεταμένη ἀπώλεια τῆς οἰκονομικῆς της ἀνεξαρτησίας, θὰ περιορίσει πολὺ τὰ περιθώρια τῶν πολιτικῶν της ἐπιλογῶν καὶ δραστηριοτήτων, πρὸ παντὸς ὅταν θὰ συγκρουσθοῦν οἱ δικές της θέσεις μὲ ἐκεῖνες τῶν Εὐρωπαίων καὶ ἄλλων χρηματοδοτῶν της. Γιὰ τὴ σύγκρουση αὐτή, ἡ ὁποία, δὲν ἀποκλείεται κάποτε νὰ πάρει ἐκρηκτικὲς διαστάσεις, θὰ ποῦμε μερικὰ πράγματα ἀμέσως παρακάτω. Πάντως τὴν πορεία καὶ τὴν ἔκβασή της τὶς προδιαγράφει ἡ σημερινὴ εἰκόνα τῆς Ἑλλάδας στὸν διεθνῆ, καὶ πρὸ παντὸς στὸν κοινοτικὸ εὐρωπαϊκὸ χῶρο. Θὰ πρέπει κανείς, ὅπως συμβαίνει κατὰ κανόνα στὴ μακάρια ἑλληνικὴ ἐπικράτεια, νὰ ἀγνοεῖ τὸν χῶρο αὐτὸν ἢ νὰ ἔχει πάθει ἀθεράπευτη ἐθνικιστικὴ τύφλωση καὶ κώφωση γιὰ νὰ μὴ γνωρίζει ὅτι στὰ μάτια τῶν ἑταίρων της ἡ Ἑλλάδα εἶναι σήμερα ἕνας ἀνεπιθύμητος παρείσακτος, ἕνας ἀναξιοπρεπὴς ἐπαίτης, ὁ ὁποῖος ζητᾶ δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο προκειμένου νὰ καταναλώνει πολὺ περισσότερα ἀπ’ ὅσα τοῦ ἐπιτρέπουν οἱ παραγωγικές του δυνατότητες καὶ ἡ παραγωγικότητα τῆς ἐργασίας του, καὶ ὁ ὁποῖος ἐπὶ πλέον, γιὰ νὰ διασφαλίσει τὴν παρασιτική του εὐημερία, δὲν διστάζει νὰ ἑλίσσεται καὶ νὰ ἐξαπατᾶ, ἐνῷ ὁ ἐπαρχιωτισμὸς καὶ ὁ ἐνίοτε παιδικὸς ἐγωκεντρισμός του δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν ποτὲ νὰ διατυπώσει κάποια οὐσιώδη σκέψη ἢ πρόταση γενικοῦ εὐρωπαϊκοῦ ἢ διεθνοῦς ἐνδιαφέροντος. Δὲν ἔχει σημασία ἂν τὴν εἰκόνα τούτη τὴ συμμερίζονται ὅλοι ἀνεξαιρέτως καὶ ἂν εὐσταθοῦν ὅλες της οἱ λεπτομέρειες· βαρύνουσα πολιτικὴ σημασία ἔχει ἡ γενική της διάδοση καὶ πρὸ παντὸς ἡ γενικὴ συμφωνία της μὲ τὰ πραγματικὰ δεδομένα. Ἐδῶ ἤδη φαίνεται καθαρότατα ἡ βαθειὰ ἐσωτερικὴ σχέση ἀνάμεσα στὴν πολιτικὴ τοῦ παρασιτικοῦ καταναλωτισμοῦ καὶ στὶς τύχες τῆς χώρας μέσα στὴν κοινωνία τῶν ἐθνῶν.

Οἱ ἀπωθητικοὶ καὶ ἀντισταθμιστικοὶ μηχανισμοί, μὲ τὴ βοήθεια τῶν ὁποίων ἡ πολυδαίδαλη καὶ πολυμήχανη νεοελληνικὴ ψυχὴ παρακάμπτει τοὺς ἐξευτελισμοὺς χωρὶς ποτὲ νὰ τοὺς ὑπερνικήσει κατὰ μέτωπο, εἶναι παλαιοί, δοκιμασμένοι καὶ γνωστοί. Ἐπειδὴ ὁ ἐπαίτης κατάγεται, γεωγραφικὰ τουλάχιστον, ἀπὸ τὸν τόπο τοῦ Περικλῆ, πιστεύει ὁ ἴδιος ὅτι δικαιοῦται νὰ ἐμφανίζεται μὲ χλαμύδα, τὴ λευκότητα τῆς ὁποίας τίποτε, οὔτε καν κατάφωρες παραχαράξεις καὶ καταχρήσεις, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σπιλώσει. Παράλληλα, οἱ περιοδικὲς πατριωτικὲς ἐξάρσεις ἢ ἀψιθυμίες, ἀπὸ διάφορες ἀφορμές, ἐπιτρέπουν τὴν ψυχολογικὰ βολικὴ ὑπερκάλυψη τῆς ἐθνικὰ ὀλέθριας συλλογικῆς πρακτικῆς ἀπὸ τὸ ὑψιπετὲς ἐθνικὸ φρόνημα, τῆς κοντόθωρης εὐδαιμονιστικῆς δραστηριότητας ἀπὸ τὸ μετέωρο παραλήρημα. Ἐπίσης καθιστοῦν δυνατὴ τὴν ψευδαίσθηση τῆς ὁμοψυχίας ὅταν οἱ ἀτομικὲς βλέψεις καὶ οἱ προσωπικὲς ἐπιδιώξεις στὴν πραγματικότητα ἀποκλίνουν τόσο, ὥστε εἶναι πιὰ δυσχερέστατο νὰ συντονισθοῦν μὲ καθοριστικὸ ἄξονα τὶς ἐπιταγὲς μίας μακρόπνοης ἐθνικῆς πολιτικῆς. Ἡ κραυγαλέα ἐπίδειξη ὁμοψυχίας ὑποκαθιστᾶ ἔτσι τὴν ὕπαρξη πρακτικὰ δεσμευτικῆς καὶ ἀποδοτικῆς ὁμογνωμίας πάνω σὲ συγκεκριμένα ζητήματα καὶ συγκεκριμένες λύσεις. Ἔτσι, ὅ,τι θὰ ἔπρεπε ν’ ἀποτελεῖ ψυχολογικὸ θεμέλιο γιὰ τὴν ἄσκηση ἐθνικῆς πολιτικῆς μετατρέπεται σὲ ψυχολογικὸ ἄλλοθι γιὰ τὴ ματαίωση τῶν προϋποθέσεών της, καθὼς ἡ διαρκὴς πατριωτικὴ μέθη ἐμποδίζει μόνιμα τούς εὐτυχεῖς φορεῖς της νὰ ἀποκρυσταλλώσουν τὴ ρητορικὴ ἐθελοθυσία τους σὲ κοινὲς πραγματιστικὲς πολιτικὲς ἀποφάσεις, ἤτοι σὲ μία κατανομὴ εὐθυνῶν, ἐργασιῶν, προσφορῶν καὶ ἀπολαβῶν μέσα σ’ ἕνα μακρόχρονο καὶ δεσμευτικὸ πρόγραμμα ἐθνικῆς ἐπιβίωσης. Ὅσο περισσότερο ἡ συζήτηση μετατοπίζεται πρὸς τὴν κατεύθυνση τέτοιων ἀποφάσεων, τόσο γρηγορότερα ἡ μέθη ξεθυμαίνει γιὰ νὰ ἐπικρατήσει καὶ πάλι ἡ ἀτομικὴ ἢ «κλαδικὴ» λογική του παρασιτικοῦ καταναλωτισμοῦ. Ὡς συνδετικὸς ἱστὸς καὶ ὡς κοινὸς παρονομαστὴς ἀπομένει ἔτσι μία γαλανόλευκος πομφόλυξ.

Μολονότι ὁ νεοελληνικὸς ἁψίκορος πατριωτισμὸς ἀποτελεῖ, λόγῳ τῶν μονίμων ὑπεραναπληρωτικῶν του λειτουργιῶν, ἐνδημικὸ φαινόμενο, ὡστόσο οἱ πολεμικές του αἰχμὲς ἀλλάζουν κατὰ ἐποχὲς στόχο, καὶ κάποτε στρέφονται ἐναντίον τῶν χθεσινῶν ἀκόμη, πραγματικῶν ἤ φανταστικῶν φίλων καὶ συμμάχων του. Μέσα στὴ σημερινὴ συγκυρία τῆς πλανητικῆς πολιτικῆς, ὅπου ὁ ἐθνικισμὸς ἀναλαμβάνει νέες λειτουργίες καὶ ἀντλεῖ ἀπ’ αὐτὲς νέα ζωτικότητα, δὲν θὰ ἦταν λογικὸ νὰ ἀναμένεται ἡ ἔκλειψη τοῦ ἑλληνικοῦ. Ἐπίσης εὔλογη θὰ ἦταν ἡ ὑπόθεση, ὅτι οἱ διεθνεῖς διακυμάνσεις ἐνδεχομένως θὰ πρόσθεταν στοὺς παλαιότερους καὶ γειτονικώτερους ἀντιπάλους του νέους, πιὸ ἀπόμακρους καὶ συνάμα πιὸ ἀκαταμάχητους, ἐναντίον τῶν ὁποίων θὰ ἔτρέφε τὰ ἴδια αἰσθήματα ἀνήμπορης λύσσας ὅπως π.χ. ἐναντίον τῶν  Ἀμερικανῶν καὶ τοῦ ΝΑΤΟ  στὴ δεκαετία τοῦ 1970. Ἰδιαίτερα βαρύνουσες θὰ ἦσαν οἱ συνέπειες, ἂν αὐτὴ τὴ φορὰ σὲ τέτοιους ἀντιπάλους μεταβάλλονταν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους ἑταίρους στὸ πλαίσιο τῆς Εὐρωπαϊκῆς Κοινότητας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔκαναν (ὅπως εἶναι πιθανότατο ὅτι θὰ κάνουν) δύο πράγματα: ἀφ' ἑνὸς θὰ ἀγνοοῦσαν ὅτι οἱ  Ἕλληνες θεωροῦν ὡς ἐθνικά τους δίκαια, υἱοθετῶντας στὰ ἀντίστοιχα ζητήματα εἴτε τὴ θέση τῶν ἀντιπάλων της Ἑλλάδας εἴτε ἐν πάσῃ περιπτώσει θέση σύμφωνη μὲ τὰ δικά τους περιφερειακὰ συμφέροντα· καὶ ἀφ' ἑτέρου θὰ ἀρνοῦνταν νὰ χρηματοδοτήσουν περαιτέρω τὸν ἑλληνικὸ παρασιτικὸ καταναλωτισμό, ἐπιβὰλλοντας στὴν ἑλληνικὴ οἰκονομία αὐστηρὴ δίαιτα ἐξυγιάνσεως καὶ ἐπαναφέροντας τὸ ἑλληνικὸ βιοτικὸ ἐπίπεδο στὸ ὕψος πού ἐπιτρέπουν οἱ δυνατότητές της. Μιὰ ἔξαρση τοῦ ἑλληνικοῦ ἐθνικισμοῦ ἀπ' ἀφορμῇ σοβαρὲς ἀντιδικίες μὲ τοὺς κοινοτικοὺς ἑταίρους θὰ σήμαινε, τουλάχιστον de facto, ὅτι θὰ κατέρρεε τὸ σημερινὸ ἑλληνικὸ ὄνειρο ἑνὸς παρασιτικοῦ καταναλωτισμοῦ μέσα στοὺς κόλπους καὶ μὲ τὰ ἔξοδα μίας ἑνωμένης Εὐρώπης. Τὸ φαῦλο παιγνίδι τῆς δανεικῆς εὐημερίας μὲ ἀντιπαροχὴ τὴ βαθμιαία ἐθνικὴ ἐκποίηση θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ παραταθεῖ γιὰ πολὺ μέσα στὸ θερμοκήπιο μίας Εὐρώπης συνασπισμένης ἀπὸ τοὺς φόβους τοῦ Ψυχροῦ Πολέμου καὶ οἰκονομικὰ εὔρωστης χάρη στὴν ἀμερικανικὴ πολιτικοστρατιωτικὴ στήριξη.  Ὅμως, ὅσο κι ἂν φαίνεται παράξενο, τὸ τέλος τοῦ Ψυχροῦ Πολέμου συνεπέφερε καὶ τὸ τέλος τέτοιων θερμοκηπίων, οἱ εὐρωπαϊκὲς Δυνάμεις καλοῦνται νὰ πληρώσουν τώρα οἱ ἴδιες τὰ ἔξοδα γιὰ τὶς περιφερειακὲς καὶ παγκόσμιες ὑποχρεώσεις ἤ ἐπιθυμίες τους, καὶ ἀρχίζει μία περίοδος, ὅπου καθένας μετρᾶ ὡς τὴν τελευταία πεντάρα τὰ (πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ) ἔσοδα καὶ ἔξοδα, προετοιμαζόμενος γιὰ τοὺς διαγραφόμενους νέους καὶ ὀξεῖς ἀνταγωνισμούς. Ὑπὸ τὶς συνθῆκες αὐτές, ἡ Ἑλλάδα θὰ ἔπρεπε νὰ διαθέτει μοναδικὰ καὶ ἀναντικατάστατα γεωπολιτικὰ ἤ στρατηγικὰ πλεονεκτήματα προκειμένου ν' ἀνταλλάξει μ' αὐτὰ τὸν παρασιτικὸ καταναλωτισμὸ της — ὅμως δὲν τὰ διαθέτει, κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀκόμα καὶ ἡ ἐξακολούθηση τῆς ἐθνικῆς ἐκποίησης στοὺς ἰσχυρότερους Εὐρωπαίους καὶ ἄλλους ἑταίρους ὄχι μόνο τὴν ἐν μέρει δωρεὰν διατροφὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξασφαλίσει, ἀλλὰ οὔτε καν μπορεῖ νὰ ἐγγυηθεῖ τουλάχιστον τὴν πολιτικοστρατιωτικὴ προστασία τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς ὑπόστασης. Ἡ ἀναζήτηση προστάτη εἶναι μάταιη, ὄχι γιατί οἱ ὑπερήφανοι  Ἕλληνες δὲν ζητοῦν καὶ δὲν θέλουν τὴν προστασία, ἀλλὰ γιατί κανεὶς δὲν τὴν προσφέρει ἀναμφίλεκτα καὶ τελεσίδικα. Αὐτὴ εἶναι ἡ σημερινή κατάσταση τοῦ ἑλληνικοῦ ἒθνους, μετὰ ἀπὸ ἑπτά περίπου δεκαετίες γεωπολιτικῆς καὶ κοινωνικοπολιτικὴς συρρίκνωσης.

Ἔτσι τίθεται καὶ πάλι, ἀπὸ ἄλλους δρόμους καὶ μὲ ἄλλες συντεταγμένες, τὸ κλασσικὸ πρόβλημα τῆς ἐθνικῆς ἐπιβίωσης, τὸ ὁποῖο πολλοὶ πίστεψαν ὅτι θὰ λύσουν ἄνετα καὶ πρόσχαρα μὲ τὴν  εὐρωπαϊκὴ ἐνοποίηση. Ἄλλοι πάλι πρεσβεύουν ὅτι κάθε διατύπωση τέτοιων προβλημάτων καὶ γενικὰ ὁποιαδήποτε ἐπικέντρωση τῆς πολιτικῆς σκέψης στὸ ἔθνος σημαίνει ἀπορριπτέο ἀτταβισμό.  Ὅποιος θέλει νὰ συγχέει τὶς εὐχές του μὲ τὴν πραγματικότητα ὀφείλει νὰ διαπιστώσει ὅτι, ὅσο κι ἂν αὐτό φαίνεται λυπηρὸ γιὰ τὶς προοπτικές τῆς παγκόσμιας κοινωνίας, τὸ ἔθνος ὡς βασικὴ μονάδα πολιτικῆς συνομάδωσης καὶ συνεπῶς ἡ ἐπιβίωσή του ὡς ἐγγύηση τῆς φυσικῆς καὶ πολιτικοκοινωνικῆς ἐπιβίωσης συγκεκριμένων ἀνθρώπων διόλου δὲν ἔχουν πρακτικὰ ξεπερασθεῖ οὔτε σὲ εὐρωπαϊκὸ οὔτε σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Στὸ βιβλίο αὐτό ἐξηγήσαμε γιατί εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἀντίληψη ὅτι οἱ οἰκονομικὲς συγχωνεύσεις καὶ οἱ διεθνεῖς τυποποιήσεις τοῦ δικαίου ἤ τῆς ἠθικῆς μποροῦν ἀπὸ μόνες τους νὰ δημιουργήσουν ὑπερεθνικὲς ἑνότητες.  Ὅπως δείχνει, σὲ ὅποιον τὴν παρακολουθεῖ προσεκτικά, ἡ συμπεριφορὰ τῶν μεγάλων εὐρωπαϊκῶν καὶ ἐξωευρωπαϊκῶν Δυνάμεων μετὰ τὸν Ψυχρὸ Πόλεμο, αὐτὲς διόλου δὲν θεωροῦν ὅτι ἡ συγχώνευση τῶν οἰκονομιῶν θὰ καταργήσει τὰ ἐθνικὰ οἰκονομικὰ καὶ ἄλλα συμφέροντα ἤ ὅτι ἡ μετατόπιση τοῦ κέντρου βάρους πρὸς τὰ ζητήματα τῆς οἰκονομίας θὰ ἐξαλείψει τοὺς ἐθνικοὺς ἀνταγωνισμούς. Τὰ μικρότερα ἔθνη, συμπεριλαμβανομένου τοῦ ἑλληνικοῦ, ὀφείλουν νὰ συναγάγουν τὰ συμπεράσματά τους ἀπὸ τὶς παρατηρήσεις αὐτές. Ἡ συγχώνευση τῆς πολιτικῆς μὲ τὴν οἰκονομία δὲν σημαίνει κατάργηση τῆς πολιτικῆς, καὶ μάλιστα τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, παρὰ προκαλεῖ μίαν ὁλοένα καὶ στενότερη σύνδεση ἀνάμεσα σὲ οἰκονομικὴ καὶ σὲ ἐθνικὴ ἐπιτυχία ἤ ἀποτυχία. Αὐτὸ εἶναι ὀφθαλμοφανὲς στὸν στενότερο στρατιωτικὸ τομέα, ἐξ ἴσου πρόδηλο θὰ γίνει ὅμως καὶ ὡς πρὸς ὁλόκληρο τὸ ἐθνικὸ-οἰκονομικὸ φάσμα στὸν βαθμὸ πού ἐνεργειακοί, πληθυσμιακοί, οἰκολογικοὶ καὶ συναφεῖς παράγοντες ἀποκτήσουν στὴν ἀρχομένη φάση τῆς πλανητικῆς πολιτικῆς προνομιακὴ σημασία γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῶν ἐπὶ μέρους ἐθνῶν· σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση, μόνον ὁποῖος κάνει ἔγκαιρη καὶ ἐπίμονη προεργασία θά διασωθεῖ μακροπρόθεσμα — καὶ τὸ μικρὸ ἔθνος χρειάζεται ἴσως μεγαλύτερη προβλεπτικότητα ἀπὸ τὰ μεγάλα.

Ὅπως ἀντιλαμβάνεται κανείς, ἡ μαζικοδημοκρατικὴ ἀπάλειψη τῶν προγραμματικῶν ἀστικοφιλελεύθερων διαχωρισμῶν ἀνάμεσα σὲ κυβερνητική, οἰκονομική, πολιτική, πολιτισμικὴ ἤ ἠθικὴ σφαίρα κτλ. ἔκαμε τὸ πρόβλημα τῆς οἰκονομίας καὶ συνάμα ἐκεῖνο τῆς ἐθνικῆς ἐπιβίωσης πολὺ συνθετότερο ἀπ' ὅσο ἦταν στὴν ἐποχὴ τοῦ ἐθνικισμοῦ τοῦ 19ου αἰῶνα. Ἡ σφαιρικότητα τοῦ σύγχρονου οἰκονομικοῦ προβλήματος ἀπαιτεῖ σφαιρικότητα καὶ συλλογικότητα τῆς προσπάθειας γιὰ τὴν ἐπίλυσή του, ἤτοι ἀπαιτεῖ τὴ σύλληψή του ὡς προβλήματος ἐθνικῆς ἐπιβίωσης. Μὲ δεδομένο τὸν μαζικοδημοκρατικὸ πλουραλισμὸ καὶ τὴν ἀποδυνάμωση τῶν παραδοσιακῶν ἰδεολογικῶν συνεκτικῶν δεσμῶν, ὁ ἀποδοτικὸς κοινωνικὸς καταμερισμὸς τῆς ἐργασίας καὶ ἡ ἐναρμόνιση τῶν ἐπὶ μέρους προσπαθειῶν, ἔτσι ὥστε ὁ κοινωνικὸς παρασιτισμὸς ἐκ τῶν ἄνω ἤ ἐκ τῶν κάτω νὰ περιορίζεται κατὰ τὸ δυνατόν, ἀποτελοῦν ὅρο κοινωνικῆς συνοχῆς οὐσιωδέστερο ἀπ' ὅ,τι σὲ προγενέστερες κοινωνίες. Τὸ σημερινὸ ἑλληνικὸ ἔθνος θὰ ὄφειλε νὰ δεῖ τὴν οἰκονομική του ἐκλογίκευση ἀκριβῶς ὡς πάλη κατὰ τοῦ παρασιτισμοῦ, ὡς ἀντικατάσταση μίας κοινωνικῆς συμβίωσης, ὅπου ὁ ἕνας  κλάδος  ζεῖ ἀπομυζῶντας ἄμεσα ἤ ἔμμεσα (δηλαδή μέσῳ τῆς κυβερνητικῆς διαχείρισης τῶν δημοσίων πόρων) κάποιον ἄλλον, ἐνῷ ὅλοι μαζὶ ζοῦν ὑποθηκεύοντας τὸ ἐθνικὸ μέλλον, ἀπὸ μιὰ κοινωνικὴ συνοχὴ μὲ τὴν παραπάνω λειτουργικὴ ἔννοια. Αὐτό συνεπάγεται τόσο πολλά, τόσες πολλὲς καὶ ριζικὲς ἀλλαγὲς σὲ τόσο διαφορετικὰ ἐπίπεδα, ὥστε εἶναι περισσότερο ἀπὸ ἀμφίβολο ἂν μπορεῖ σήμερα νὰ πραγματοποιηθεῖ σὲ καθοριστικὸ βαθμό. Ἀλλά ἐδῶ συζητᾶμε μόνο ποιὲς εἶναι οἱ ἀπαραίτητες προϋποθέσεις μίας ἐθνικῆς πολιτικῆς, δηλαδή μίας πολιτικῆς μὲ σκοπὸ τὴν ἐθνικὴ ἐπιβίωση, χωρὶς καὶ νὰ ἰσχυριζόμαστε ὅτι ἡ τέτοια ἐθνική πολιτικὴ εἶναι πλέον ἐφικτή. Ἡ ὀρθὴ θεραπεία δὲν ἀρχίζει πάντοτε ἐγκαίρως.

Τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖο περιπλέκει ἀφάνταστα τὴ σημερινὴ ἑλληνικὴ κατάσταση, κάνοντας τη νὰ φαίνεται κατ’ ἀρχὴν ἀδιέξοδη, εἶναι ὅτι ἡ ὑπέρβαση τοῦ παρασιτικοῦ καταναλωτισμοῦ εἰδικότερα καὶ τοῦ κοινωνικοῦ καὶ ἱστορικοῦ παρασιτισμοῦ γενικότερα, ἡ ἐκλογίκευση τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς ἐθνικῆς προσπάθειας στὸ σύνολό της, δὲν προσκρούουν ἁπλῶς στὰ ὀργανωμένα συμφέροντα μίας μειοψηφίας, ἡ ὁποία στὸ κάτω-κάτω θὰ μποροῦσε νὰ παραμερισθεῖ μὲ ὁποιαδήποτε μέσα καὶ πρὸ παντὸς μὲ τὴ συμπαράσταση τῆς μεγάλης πλειοψηφίας. Τὰ πράγματα εἶναι ἀκριβῶς ἀντίστροφα. Ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅλων τῶν κοινωνικῶν στρωμάτων ἔχει ἐν τῷ μεταξὺ συνυφάνει, κατὰ τρόπους κλασσικὰ ἁπλοὺς ἢ ἀπείρως εὐρηματικούς, τὴν ὕπαρξη καὶ τὶς ἀπασχολήσεις της μὲ τὴ νοοτροπία καὶ μὲ τὴν πρακτική του παρασιτικοῦ καταναλωτισμοῦ καὶ τοῦ κοινωνικοῦ παρασιτισμοῦ. Γιὰ νὰ ἀκριβολογήσουμε, βέβαια, πρέπει νὰ προσθέσουμε ὅτι σὲ σχέση μὲ τὴ σύγχρονη Ἑλλάδα ἡ ἔννοια τοῦ παρασιτισμοῦ μόνον ὀξύμωρα μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ: γιατί ἐδῶ δὲν πρόκειται γιὰ ἕναν λίγο-πολὺ ὑγιῆ ἐθνικὸ κορμό, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀρκετὲς περισσὲς ἰκμάδες ὥστε νὰ τρέφει καὶ μερικὰ παράσιτα ποσοτικῶς ἀμελητέα, παρὰ γιὰ ἕνα πλαδαρὸ σῶμα πού παρασιτεῖ ὡς σύνολο εἰς βάρος ὁλοκλήρου τοῦ ἑαυτοῦ του, ἤτοι τρώει τὶς σάρκες του καὶ συχνότατα καὶ τὰ περιττώματά του. Οἱ κοινωνικὲς καὶ ἀτομικὲς συμπεριφορές, πού εὐδοκιμοῦν μοιραία σὲ τέτοιο μικροβιολογικὸ περιβάλλον, συμφυρόμενες μὲ ζωτικότατα κατάλοιπα αἰώνων ραγιαδισμοῦ, βαλκανικοῦ πατριαρχισμοῦ καὶ πελατειακοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἀποτελοῦν τὴν ἄκρα ἀντίθεση καὶ τὸν κύριο φραγμὸ πρὸς κάθε σύλληψη καὶ λύση τῶν προβλημάτων τῆς ἐθνικῆς ἐπιβίωσης πάνω σὲ βάση μακροπρόθεσμης καὶ ὀργανωμένης συλλογικῆς προσπάθειας. Ἡ σημερινὴ ψυχοπνευματικὴ ἐξαθλίωση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ στὸ σύνολό του δὲν νοεῖται ὡστόσο ἐδῶ μὲ τὴ στενὴ σημασία τῶν διαφόρων ἠθικολόγων, παρὰ πρωταρχικὰ ὡς μέγεθος πολιτικό: ἔγκειται στὴν ἐπίμονη καὶ ἰδιοτελῆ παραγνώριση τῆς ἀδήριτης σχέσης πού ὑφίσταται ἀνάμεσα σὲ ἀπόδοση καὶ ἀπόλαυση, καὶ κατ’ ἐπέκταση στὴν ἀδιαφορία ἀπέναντι στὴν ὑπονόμευση τοῦ ἐθνικοῦ μέλλοντος ἐξ αἰτίας ἀπολαύσεων μὴ καλυπτομένων ἀπὸ ἀντίστοιχη ἀπόδοση.

Ὡς ἐλαφρυντικὸ πρέπει ἴσως νὰ θεωρήσει κανεὶς ὅτι οἱ πλεῖστοι Ἕλληνες δὲν γνωρίζουν καν τί σημαίνει «ἀπόδοση» μὲ τὴ σύγχρονη ἔννοια καὶ συχνὰ πιστεύουν ὅτι ἀποδίδουν μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἱδροκοποῦν, φωνασκοῦν καὶ τρέχουν ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ. Ὅμως αὐτὸ ἐλάχιστα μεταβάλλει τὸ πρακτικὸ ἀποτέλεσμα. Ἡ δυσαρμονία ἀπόλαυσης καὶ ἀπόδοσης ἦταν ἀνεκτὴ ὅσο ἡ ἀπόλαυση ἦταν γλίσχρα καὶ ὅσο ἡ ἀπόδοση δὲν μετριόταν πάντα μὲ τὰ μέτρα τῶν προηγμένων ἀνταγωνιστικῶν οἰκονομιῶν. Ἀλλὰ στὶς τελευταῖες δεκαετίες μεταστράφηκαν καὶ οἱ δύο αὐτοὶ ὅροι: τὰ οἰκονομικὰ σύνορα ἔπεσαν, τουλάχιστον σ’ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸ μέτρο τῆς ἀπόδοσης, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἀποτιμῶνται μὲ ἄλλο μέτρο ἀπόδοσης τὰ (συνεχῶς αὐξανόμενα) εἰσαγόμενα καὶ μὲ ἄλλο τὰ ἐξαγόμενα, κι ἑπομένως ὅποιος θέλει νὰ εἰσαγάγει χωρὶς νὰ ξεπουληθεῖ πρέπει νὰ ἐξαγάγει ἴση ἀπόδοση, οἱ ἀντιλήψεις γιὰ τὸ τί σημαίνει ἀπόλαυση προσανατολίσθηκαν, πάλι, μαζικὰ στὰ πρότυπα τῶν προηγμένων καταναλωτικῶν κοινωνιῶν, ἔτσι ὥστε ἡ ἀπόσταση ἀπ’ αὐτὰ νὰ γίνεται ἀπὸ τοὺς πλείστους αἰσθητὴ ὡς στέρηση. Ἔτσι ἡ διάσταση ἀνάμεσα σὲ ἀπόλαυση καὶ ἀπόδοση ἔγινε ἐκρηκτική, μὲ ἀποτέλεσμα τὸν τελευταῖο καιρὸ νὰ ξαναγίνουν ἐπίκαιρες ὁρισμένες στοιχειώδεις οἰκονομικὲς ἀλήθειες πού ἡ Ἑλλάδα νόμιζε ὅτι τὶς εἶχε ξεπεράσει μὲ τὴν ἁπλῆ μέθοδο τοῦ δανεισμοῦ. Μὲ δεδομένες ὅμως τὶς νοοτροπίες καὶ τὶς συμπεριφορὲς πού ἐπισημάναμε παραπάνω, οἱ ἀλήθειες αὐτὲς δὲν ἐπενέργησαν ὡς καταλύτης παραγωγικῶν ἐνεργειῶν, παρὰ μᾶλλον ὡς καταλύτης ἀντεγκλήσεων, ἡ στειρότητα τῶν ὁποίων ἐπέτεινε τὴ συλλογικὴ ἀμηχανία καὶ ἀβουλία. Πράγματι, γιὰ ὅποιον δὲν εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος καὶ ἰδιοτελῶς ὑποχρεωμένος (λ.χ. ὡς πολιτικὸς) νὰ τρέφει καὶ νὰ διαδίδει ψευδαισθήσεις, εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ χώρα βυθίζεται στὸν κοινωνικὸ λήθαργο καὶ στὴ συλλογικὴ ἀπραξία, ἤτοι ἡ κοινωνικὴ πράξη ἔχει ὑποκατασταθεῖ ἀπὸ ἀντανακλαστικὲς κινήσεις: τὸ νευρόσπαστο κινεῖται κι αὐτό, ὅμως δὲν πράττει. Ἡ αἴσθηση τῆς ἀποσύνθεσης εἶναι γενικὴ καὶ δεσπόζει σὲ ὅλες τὶς συζητήσεις, ἐνῷ ἡ ἐξ ἴσου διάχυτη δυσφορία ἐκτονώνεται ὅλο καὶ εὐκολότερα, ὅλο καὶ συχνότερα σὲ προκλητικὴ ἐπιθετικότητα καὶ σὲ ἐπιδεικτικὴ χυδαιότητα.

Ἡ σημερινὴ κατάσταση τοῦ «πολιτικοῦ κόσμου» δὲν ἀπέχει οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὴ γενικὴ κατάσταση τοῦ περιούσιου λαοῦ καὶ ἀποτελεῖ ἐπίσης ἰσχυρότατο ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἐκλογίκευση τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς. Ἂν ὁ «πολιτικὸς κόσμος» κάποτε ἐμφανίζεται χειρότερος ἀπὸ τὸν «λαό», ἐνῷ εἶναι ἁπλῶς ἴδιος, ὁ λόγος εἶναι ὅτι ὁ «λαὸς» ἢ ὅσοι μιλοῦν ἑκάστοτε στὸ ὄνομά του ἔχουν ἕνα τακτικὸ πλεονέκτημα ἀπέναντι στὸν «πολιτικὸ κόσμο»: μποροῦν νὰ τὸν ἀποκαλοῦν ἀνίκανο ἤ διεφθαρμένο χωρὶς νὰ φοβοῦνται δυσάρεστες συνέπειες — ἀπεναντίας μάλιστα, ἀποκτοῦν πολύτιμους καὶ ἐξαργυρώσιμους τίτλους δημοσίων κηνσόρων.  Ἀλίμονο ὅμως σ’ ἕναν κοινοβουλευτικὸ πολιτικὸ ἂν τολμήσει νὰ ἀποκαλέσει τὸν δῆμο ἠλίθιο ἢ ἰδιοτελῆ κι ἀδιάφορο γιὰ τὸ ἐθνικὸ μέλλον· ἡ σταδιοδρομία του σὲ μεγάλο βαθμὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἱκανότητά του νὰ ἐγκωμιάζει τὶς μεγάλες ψυχικὲς ἀρετὲς καὶ τὴν εὐθυκρισία ἢ τουλάχιστον τὸ ἀλάνθαστο ἔνστικτο «τοῦ λαοῦ μας». Ὡστόσο δὲν ἔχουμε ἐνδείξεις γιὰ νὰ ὑποθέσουμε ὅτι πολλοὶ Ἕλληνες πολιτικοὶ στὶς ἡμέρες μας ἀντιμετωπίζουν τὸ δίλημμα τῆς ἐπιλογῆς μεταξὺ παρρησίας καὶ σταδιοδρομίας. Εἶναι οἱ ἴδιοι, στὴ μέγιστη πλειοψηφία τους, τόσο ζυμωμένοι μὲ τὶς διάφορες (ὄχι ἀναγκαῖα τὶς ἴδιες πάντοτε) ἐκφάνσεις ἐκείνου πού συνιστᾶ τὴ σημερινὴ ψυχοπνευματικὴ ἐξαθλίωση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε δὲν χρειάζεται καν νὰ κρύψουν μία περιφρόνηση, τὴν ὁποία δὲν ἔχουν ἀρκετὸ ἐπίπεδο γιὰ νὰ αἰσθανθοῦν μᾶλλον θαυμάζοντας τὸν λαὸ θαυμάζουν τὸν ἑαυτό τους ὡς ἡγέτη του καὶ μᾶλλον δείχνοντας κατανόηση πρὸς τοὺς ἄλλους ἐπαιτοῦν ἐπιείκεια γι’ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους. Μεταξύ τους ἔχει ἄλλωστε ἐμπεδωθεῖ, ἂν ὄχι ἡ ξεκάθαρη συνείδηση, πάντως ἡ πρακτική τοῦ ὅτι ἀποτελοῦν κι αὐτοί, ὅπως καὶ ὅλες οἱ ἄλλες κοινωνικὲς ὁμάδες, κλάδο μὲ εἰδικὰ συμφέροντα, μὲ μόνη τὴ διαφορὰ ὅτι ὁ κλάδος αὐτὸς ἐξυπηρετεῖ τὰ εἰδικά του συμφέροντα διαχειριζόμενος ἢ ἐκποιῶντας τὰ γενικὰ συμφέροντα πρὸς ὄφελος πολυπληθέστατων τρίτων. Ἡ ἀκραία καὶ ὀλεθριότερη περίπτωση αὐτῆς τῆς πρακτικῆς ἦταν ἡ ἔνταξη τῆς χώρας στὸν δρόμο τοῦ παρασιτικοῦ καταναλωτισμοῦ καὶ ἡ ἐκσυγχρονισμένη ἐμπέδωση τοῦ κοινωνικοῦ παρασιτισμοῦ μὲ ἀντάλλαγμα τὴν εὔνοια «τοῦ λαοῦ», ἤτοι τὴ νομὴ τῆς ἐξουσίας. Ἕνας τέτοιος «πολιτικὸς κόσμος» δὲν θὰ εἶναι ποτὲ ἱκανὸς ὡς σύνολο νὰ θέσει καὶ νὰ λύσει τὸ πρόβλημα τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ἐθνικῆς ἐπιβίωσης παρὰ μόνον εὐκαιριακὰ καὶ φραστικά. Εἶναι ὁ ἴδιος ὄχι μόνο προαγωγός, ἀλλὰ καὶ προϊόν του κοινωνικοῦ παρασιτισμοῦ, ἀνήμπορος ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του νὰ ἀντιταχθεῖ στὸν «λαό», ὅταν ὁ «λαὸς» ἀπαιτεῖ τὴν ἐκποίηση τοῦ ἔθνους γιὰ νὰ καταναλώσει περισσότερα καὶ νὰ ἐργασθεῖ λιγότερο. Πέρα ἀπ’ αὐτό, εἶναι ἀνίκανος νὰ κάνει κάτι τι διαφορετικὸ ἀπ’ ὅ,τι κάνει λόγῳ τοῦ ἐπιπέδου καὶ τοῦ ποιοῦ του. Ὅτι ὁ σημερινὸς ἑλληνικὸς «πολιτικὸς κόσμος», κοινοβουλευτικὸς καὶ ἐξωκοινοβουλευτικός, ἀποτελεῖται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀπὸ πρόσωπα ἐλαφρὰ ἕως φαιδρά, δὲν ἀποτελεῖ καν κοινὸ μυστικὸ· ἀποτελεῖ πηγὴ δημόσιας θυμηδίας, συχνὰ μὲ τὴ σύμπραξη τῶν ἴδιων τῶν διακωμωδούμενων. Οἱ λίγοι, πού ἔχουν γνώση καὶ συνείδηση, πού κάτι εἶχαν καὶ κάτι διατηροῦν μέσα στοὺς ρηχούς, καριερίστες ἢ ἁπλῶς ψευτομάγκες συναδέλφους τους, καταπίνουν κι αὐτοὶ τὴ γλῶσσα τους ἢ μιλοῦν μὲ πρόσθετες περιστροφὲς ὅταν τὰ θέματα γίνονται ὁριακὰ γιὰ τὴν πολιτικὴ τοὺς ἐπιβίωση.

Ἡ κομματικοποίηση τῶν μεγάλων θεμάτων τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς καὶ ἡ ἄγρια ἐσωτερική τους ἐκμετάλλευση εἶναι πασίγνωστη ἤδη ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ πάντες τὴν ἐπιρρίπτουν στοὺς πάντες — διαιωνίζοντας την. Στὸ σημεῖο αὐτὸ γίνεται ἐμφανέστατη ἡ ἐθνικὴ ἀνεπάρκεια τοῦ ἑλληνικοῦ «πολιτικοῦ κόσμου» καὶ συνάμα ὁ ὀργανικός του συγχρωτισμὸς μὲ τὴ σημερινὴ κατάσταση τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ὁ ὁποῖος τὸν καθιστᾶ ἀνίκανο νὰ τῆς ἀντιπαραταχθεῖ γιὰ νὰ τὴν καθοδηγήσει. Ὁ κατακερματισμὸς τῶν ἀντιλήψεων γιὰ τὴν ἑλληνικὴ ἐθνικὴ πολιτική, ὁ μικροπολιτικός της χειρισμὸς καὶ ἡ σύνδεσή της μὲ ζητήματα προσωπικοῦ γοήτρου ἀντανακλοῦν τὸν κατακερματισμὸ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, τὸν ἀποπροσανατολισμὸ τοῦ συνόλου λόγω τοῦ ἰδιοτελοῦς καὶ παρασιτικοῦ προσανατολισμοῦ τῶν ἀτόμων καὶ τῶν ὁμάδων. Σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο θὰ ἦταν βέβαια μάταιο ν’ ἀναμένει κανεὶς ἀπὸ τοὺς συγκαιρινοὺς Ἕλληνες διανοουμένους νὰ δώσουν ἐκεῖνοι ὅ,τι ἀδυνατεῖ νὰ δώσει ὁ κατὰ τεκμήριο ἀρμοδιότερος «πολιτικὸς κόσμος». Ὄχι μόνον ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι εἶναι κατακερματισμένοι σὲ ὁμάδες ἐπίσης κατακερματισμένες σὲ ἐν πολλοῖς αὐτιστικὰ ἄτομα, ὄχι μόνον ἐπειδὴ ἡ γενική τους μόρφωση θυμίζει ὡς πρὸς τὸ ποιὸν καὶ τὴ συγκρότησή της τὸν ἀεριτζίδικο καὶ αὐτοσχεδιαστικὸ χαρακτήρα τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητας, ὄχι μόνον ἐπειδὴ γιὰ τὶς παγκόσμιες πολιτικοοικονομικὲς ἐξελίξεις γνωρίζουν συνήθως ἀκόμα λιγότερα καὶ ἀπὸ τὰ ὅσα ἐπιφανειακὰ καὶ ἀσυνάρτητα γράφονται στὶς ἑλληνικὲς ἐφημερίδες, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἕναν πρόσθετο λόγο: ἐπειδὴ ἀντιλαμβάνονται τὴν πολιτικὴ μὲ βάση φιλολογικὲς ἢ ἠθικολογικὲς κατηγορίες καὶ ἐπιχειροῦν πολιτικὲς ἀποφάνσεις στὸ ἐπίπεδο τῶν ἀντίστοιχων νερουλῶν γενικεύσεων. Πλεῖστοι ὅσοι  «ἀριστεροὶ»  διανοούμενοι πέρασαν τὴ ζωὴ τους κανοναρχῶντας ὅτι ἡ οἰκονομία εἶναι ἡ  «βάση»  καὶ τὰ ὑπόλοιπα τὸ  «ἐποικοδόμημα» , χωρὶς ὡστόσο ποτὲ τους νὰ πληροφορηθοῦν τί σημαίνει ἐθνικὸ εἰσόδημα ἤ ἰσοζύγιο πληρωμῶν καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ προσπαθήσουν νὰ κατανοήσουν τὰ συγκεκριμένα προβλήματα τῆς χώρας τους ξεκινῶντας (καὶ) ἀπὸ τέτοια μεγέθη. Γι' ἄλλους πάλι, οἱ ὁποῖοι κηρύσσουν τὴν ὑπεροχὴ ἤ καὶ τὴν παντοδυναμία τοῦ  πολιτισμοῦ  ἤ τοῦ  πνεύματος , ἡ ἀφ' ὑψηλοῦ θεώρηση ἤ ἡ ἄγνοια οἰκονομικῶν, γεωπολιτικῶν ἤ στρατιωτικῶν παραγόντων μπορεῖ καὶ ν' ἀποτελεῖ περίπου τίτλο τιμῆς. Βεβαίως, μιὰ παλαιὰ καὶ δόκιμη κοινωνιολογικὴ διάκριση μᾶς λέει ὅτι διανοούμενος καὶ ἐπιστήμονας εἶναι δύο διαφορετικὰ πράγματα, ἐφ' ὅσον κύριο μέλημα τοῦ δευτέρου εἶναι ἡ συναγωγὴ πορισμάτων ἀπὸ τὴ μεθοδευμένη συλλογὴ καὶ ταξινόμηση ἐμπειρικοῦ ὑλικοῦ, ἐνῷ ὁ πρῶτος ἐνδιαφέρεται περισσότερο νὰ ἐμφανισθεῖ ὡς ταγός τῆς κοινωνίας μέσῳ τῆς διακήρυξης διαφόρων ἠθικῶν, αἰσθητικῶν καὶ ἄλλων ἰδεωδῶν. Ἀπ' αὐτὴ τὴν ἄποψη δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ περιμένει κάνεις ἀπὸ Ἕλληνες διανοουμένους νὰ προσφέρουν ὅτι ἐξ ὁρισμοῦ δὲν μποροῦν νὰ δώσουν. Τὸ μειονέκτημα τῆς Ἑλλάδας σὲ σχέση μὲ ἄλλες χῶρες εἶναι ἡ ἔλλειψη μίας πολιτικῆς ἐπιστήμης συγκροτημένης πάνω σὲ πραγματιστικὴ βάση καὶ ἀσκούμενης ἀπὸ ἐπιστήμονες, ἡ ὁποία ν' ἀντιζυγιάζει μέσα στὸν δημόσιο διάλογο τὰ φληναφήματα, τὰ εὐχολόγια καὶ τὶς ἀμπελοφιλοσοφίες.

Ἡ κοινωνιολογικὴ δυσμορφία τῶν ἐπίλεκτων ὁμάδων, ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐρύτερου συνόλου τῆς σημερινῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, δὲν ἐμποδίζει ἁπλῶς τὴν ἐφαρμογὴ μίας τελεσφόρας ἐθνικῆς πολιτικῆς πού καθ' αὐτὴν (θὰ μποροῦσε νὰ) ἔχει σχεδιασθεῖ στὸ χαρτί. Ἐμποδίζει τὴν ἴδια τὴ σύλληψη καὶ τὴν ὑποτύπωσή της. Πράγματι, οἱ βασικὲς ἀπόψεις πού διαγράφονται πάνω στὸ θέμα αὐτὸ οὔτε συνεκτικὲς καὶ λεπτομερεῖς εἶναι ( μᾶλλον θὰ ἔπρεπε νὰ γίνει λόγος γιὰ χαλαρὲς καὶ ἐν μέρει ἀλληλοσυμπλεκόμενες τάσεις) οὔτε ἄμοιρες μονομέρειας καὶ ἀνεδαφικότητας. Ὡς κυρίαρχη καὶ εὐρύτερα ἀποδεκτή ἐθνικὴ πολιτικὴ ἐμφανίζεται σήμερα ὁ  «εὐρωπαϊκὸς προσανατολισμὸς»  τῆς χώρας, μὲ τελικό του σκοπὸ τὴν ὀργανική της ἔνταξη σὲ μίαν οἰκονομικὰ καὶ πολιτικοστρατιωτικὰ ἑνοποιημένη Εὐρώπη, μὲ τὴ βοήθεια τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλάδα καὶ τὴν οἰκονομία της θὰ ἐκσυγχρόνιζε καὶ τὴν ἀκεραιότητά της θὰ διασφάλιζε — κοντολογῆς θὰ ἔλυνε τὸ πρόβλημα τῆς ἐθνικῆς της βιωσιμότητας. Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι στὴν προοπτικὴ αὐτὴ κατὰ κύριο λόγο ἀντανακλῶνται ὄχι πραγματικὲς δυνατότητες παρὰ εὐσεβεῖς πόθοι ἀνάμικτοι μὲ μυθολογικὲς κατασκευές.  Ὅπως δηλαδή ἡ ἀκάματη ἑλληνικὴ μυθολογικὴ φαντασία πρὶν ἀπὸ λίγο ἀκόμη ἀπέδιδε ὅλα τὰ δεινὰ στὰ ζοφερὰ σχέδια καὶ τεχνάσματα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἔτσι τώρα ἀναμένει ὅλα τὰ ἀγαθὰ ἀπὸ τὸ ἀντίθετο μυθολόγημα, ἐκεῖνο τῆς γενναιόδωρης κι ἀλληλέγγυας  Εὐρώπης. Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς ὅτι, ἀπὸ ψυχολογικὴ ἄποψη, ἡ εὐρωπαϊκὴ πανάκεια ἀποτελεῖ μίαν ἀκόμη  μεταμφίεση τοῦ ὄψιμου  ἐπιχώριου εὐδαιμονισμοῦ,  ὁ ὁποῖος ὀνειρεύεται ἀνεξάντλητες πηγὲς ἐπιδοτήσεων καὶ συνάμα τὴν ἔμμεση τουλάχιστον διασφάλιση τῶν συνόρων ἀπὸ ξένα ὄπλα, ἔτσι ὥστε νὰ κατοχυρωθεῖ ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρὲς καὶ νὰ «τὴν ἀράξει». Ὡστόσο ἀκόμα καὶ μία γνώση τῶν διεθνῶν πραγμάτων τόσο ἀτελής, ὅσο αὐτὴ πού συναντᾶται κατὰ κανόνα στὴν Ἑλλάδα, θὰ ἀρκοῦσε γιὰ νὰ θεωρηθεῖ πρακτικὰ ἕωλη μία οὐσιώδης προϋπόθεση τῆς εὐρωπαϊκῆς προοπτικῆς, δηλαδή ἡ πεποίθηση ὅτι ἡ «Εὐρώπη» θὰ ἀποτελέσει κάποτε, ἂν ὄχι μία πραγματικὴ πολιτικὴ ἑνότητα, πάντως ἕνα σύνολο κρατῶν ἱκανὸ νὰ δρᾶ σὲ κάθε περίπτωση ἑνιαῖα καὶ ἀποφασιστικὰ· τόσο ἡ ἔνταση τῶν πλανητικῶν ἀνταγωνισμῶν ὅσο καὶ ἡ ὄξυνση τοῦ προβλήματος τῆς ἐνδοευρωπαϊκῆς ἡγεμονίας, ἰδιαίτερα μετὰ τὴ γερμανικὴ ἐπανένωση, μᾶλλον τὶς κεντρόφυγες παρὰ τὶς κεντρομόλες δυνάμεις θὰ ἐνισχύσει στὴν εὐρωπαϊκὴ ἤπειρο, κι ἂς μὴ μιλήσουμε καθόλου γιὰ τὴν ἐπικείμενη διεύρυνση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Κοινότητας ἢ γιὰ τὶς μελλοντικὲς ἐξελίξεις στὴν ἀνατολικὴ Εὐρώπη. Οἱ τριγμοὶ πού ἀκούγονται στὰ θεμέλια του εὐρωπαϊκοῦ πολιτικοῦ συστήματος, καθὼς στὶς μεγαλύτερες εὐρωπαϊκὲς χῶρες τὸ κῦρος τῶν κατεστημένων κομμάτων καταπίπτει, ἐνῷ νέα ἀνέρχονται· ἡ διαγραφόμενη γιὰ τὸ ἄμεσο μέλλον οἰκονομικὴ στασιμότητα καὶ ἡ συνεπόμενη στενότητα τῶν πόρων οἱ οἰκολογικὲς καὶ πληθυσμιακὲς ἀναταραχές: ὅλα αὐτά, μαζὶ καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ρίξουν τὸ κάθε ἔθνος πίσω στὶς δικές του δυνάμεις, καθὼς εἶναι εὐκολότερο νὰ συμμετέχουν ὅλοι στὴν κοινὴ εὐημερία παρὰ ὁ ἕνας νὰ βαστάζει τὰ βάρη τοῦ ἄλλου. Στὴν περίπτωση αὐτή, στοὺς κόλπους τῆς «Εὐρώπης» μᾶλλον θὰ εἴχαμε ἕναν συνασπισμὸ τῶν ἰσχυρῶν μὲ σκοπὸ ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τοὺς ἀδύνατους ἢ ἀνίκανους παρὰ τὴν ἀδελφικὴ διανομὴ πρὸς ἀνακούφιση ὅσων ὀλιγώρησαν ἢ ὑστέρησαν.

Ἀλλὰ ἔστω κι ἂν δεχθοῦμε τὴν ἀντίθετη περίπτωση, ὅτι δηλαδή ἡ  Εὐρώπη  ἑνοποιεῖ, κοντὰ στὴν οἰκονομική, καὶ τὴν πολιτικοστρατιωτική της βούληση, καὶ πάλι δὲν εἶναι καθόλου βέβαιο ὅτι ἡ βούληση αὔτη θὰ συμπέσει σὲ κρίσιμα σημεῖα μὲ τὴν ἑλληνικὴ βούληση — ἂν μέχρι τότε ὑπάρχει ἑλληνικὴ ἐθνικὴ βούληση. Πάντως οἱ τελευταῖοι μῆνες τοῦ 1992 ἔδειξαν, καὶ οἱ ἐρχόμενοι θὰ δείξουν εὐκρινέστερα ἀκόμη, ὅτι οἱ Εὐρωπαῖοι ἑταῖροι τῆς Ἑλλάδας διόλου δὲν συμμερίζονται τὶς ἐπιθυμίες καὶ ἐπιδιώξεις της ὅσον ἀφορᾷ στὶς σχέσεις της μὲ τοὺς ἄμεσους γείτονες της (μερικοὶ μάλιστα ἀπ' αὐτοὺς τὴ θεωροῦν ὡς φαντασιόπληκτο θορυβοποιὸ) καὶ ὅτι προτίθενται νὰ ρυθμίσουν τὴ στάση τους ἀπέναντι στὰ συναφῆ προβλήματα μὲ γνώμονα τὶς δικές τους ἀπόψεις καὶ τὰ δικά τους συμφέροντα.  Ὅποιος ἀπέναντι στὴν πραγματικότητα αὐτὴ ἄρχιζε καὶ πάλι τοὺς ἠθικολογικοὺς ὀδυρμούς καὶ διερρήγνυε τὰ ἱμάτια του ζητῶντας τὸ  δίκαιο , θὰ ἀπεδείκνυε ἁπλῶς ὅτι βρίσκεται ἀκόμη στὸ νηπιακὸ στάδιο τῆς πολιτικῆς ἡλικίας. Θὰ ἦταν πολὺ ἀξιοπρεπέστερο —καὶ γονιμώτερο— ἂν τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος ἕσφιγγε τὰ δόντια καὶ ἀντλοῦσε ἕνα πικρό, ἀλλά  ζωτικὸ διπλὸ συμπέρασμα: ὅτι ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα ἀποτελεῖ στὸ πλαίσιο τῆς διεθνοῦς κοινότητας μιὰ παρακατιανὴ ἐπαρχία, ἡ ὁποία, κατὰ μέγα μέρος ἀπὸ δική της ὑπαιτιότητα, εἶναι ὄχι μόνον ἀνίσχυρη, ἀλλά  καὶ ἀνυπόληπτη, καὶ ὅτι γι' αὐτὸν τὸν λόγο σὲ κάθε μεγάλη κρίση θὰ βρεθεῖ ἐξ ἴσου μονὴ ὅσο λ.χ. καὶ τὸ 1974. Βεβαίως, μιὰ τέτοια νηφάλια διαπίστωση κάθε ἄλλο παρὰ πρέπει νὰ ὁδηγήσει σὲ μιὰ —διόλου νηφάλια— διάθεση ἀποκοπῆς ἀπὸ κάθε συμμαχία καὶ κάθε εἴδους ἔνταξη σὲ ὑπερεθνικοὺς ὀργανισμούς. Ἄλλα, ἂν θυμηθοῦμε τὰ ὅσα εἴπαμε πρὶν σχετικὰ μὲ τὶς προϋποθέσεις τῆς ἐνεργοποίησης τῶν συμμαχιῶν καὶ τὰ μεταφέρουμε στὶς σχέσεις τῆς Ἑλλάδας μὲ τὴν Εὐρωπαϊκὴ Κοινότητα, θὰ δοῦμε ὅτι μόνο μιὰ ἰσχυρὴ (καὶ στὴν ἀνάγκη αὐτάρκης) Ἑλλάδα θὰ προσδώσει πολιτικὸ βάρος στὴν εὐρωπαϊκὴ ἔνταξη, ὄντας σεβαστὴ στοὺς ἑταίρους της· ὅπως δείχνει καθημερινὰ ἡ ἐμπειρία, ἡ ἒνταξη ἀπὸ μονή της οὔτε ἀποτελεῖ οἰκονομικὴ ἤ πολιτικὴ πανάκεια οὔτε ἰσχυροποιεῖ αὐτόματα τὴν Ἑλλάδα μέσα στὴν ἰδιαίτερη γεωπολιτική της περιφέρεια.  Ἴσως νὰ φαίνεται παράδοξο, ἀλλά  στὸ πλαίσιο μίας τελεσφόρας καὶ μακρόπνοης ἐθνικῆς πολιτικῆς ὁ ἐξευρωπαϊσμός, καὶ ὁ ἐκσυγχρονισμὸς γενικότερα, πρέπει νὰ προχωρήσουν ἀκριβῶς γιὰ νὰ μπορεῖ μιὰ κραταιωμένη Ἑλλάδα νὰ μὴν εἶναι ἐξάρτημα ἤ μπαίγνιο τῆς  Εὐρώπης, γιὰ νὰ εἶναι σὲ θέση, ἂν χρειασθεῖ, νὰ τραβήξει τὸν δρόμο πού θὰ τῆς ὑπαγορεύσουν τὰ δικά της συμφέροντα, ὅταν αὐτά συγκρουσθοῦν μὲ ἐκεῖνα τῶν Εὐρωπαίων ἑταίρων της.

Ὥστε ἡ «εὐρωπαϊκὴ ἔνταξη» διόλου δὲν θὰ λύσει τὰ μεγάλα προβλήματα τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς κατὰ τὸν εὐθύγραμμο τρόπο πού φαντάζονται πολλοὶ Ἕλληνες «εὐρωπαϊστές», ποζάροντας ἀπὸ τώρα ὡς ξεσκολισμένοι καὶ ὑπερώριμοι «Εὐρωπαῖοι». Ὅμως ἐπίσης δὲν θὰ τὰ ἔλυνε μία ἑλληνοκεντρικὴ ἀναδίπλωση, ἡ ὁποία ναὶ μὲν εἶναι χρήσιμη γιὰ νὰ θυμᾶται κανεὶς πού καὶ πού ὅτι σὲ τελευταία ἀνάλυση πρέπει νὰ σταθεῖ στὰ δικά του τὰ πόδια, ἐφ’ ὅσον οὔτε ἀπὸ τὸ πετσὶ του μπορεῖ νὰ βγεῖ, ὡστόσο καθίσταται ἐπιζήμια ὅταν ὡς πρόταση συνάπτεται μὲ διάφορες ἀνιστόρητες ἀνοησίες πού ἀντιπαραθέτουν στὴν «πνευματικὴ» Ἀνατολὴ τὴν «ὑλόφρονα» Δύση κτλ. Τέτοιες ἀντιλήψεις μποροῦν νὰ χρησιμεύσουν μονάχα ὡς ἰδεολογικὲς ὑπεραναπληρώσεις λαῶν συχνὰ ταπεινωμένων καὶ μὲ ἐλάχιστη συνεισφορὰ στὸν σύγχρονο πολιτισμό, δὲν προσφέρονται ὅμως ὡς πυξίδα μίας ἐθνικῆς πολιτικῆς πάνω στὸν σημερινὸ πλανήτη. Γιατί, θέτοντας στὸ ἐπίκεντρο ἠθικὰ ἢ μεταφυσικὰ μεγέθη, φενακίζουν τὰ πνεύματα, καθὼς ἐπικαλύπτουν κάτω ἀπὸ διανοουμενίστικες ἀοριστολογίες τὴν καθοριστικὴ σημασία τῆς μεθόδου τοῦ οἰκονομεῖν γιὰ μία σύγχρονη κοινωνία καὶ τοὺς ὑπαρξιακοὺς κινδύνους μίας οὐσιώδους ὀλιγωρίας στὸ σημεῖο αὐτό. Ἐδῶ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθεῖ ὅτι ἡ συνήθης ἀντιπαράθεση τῶν ἐκσυγχρονιστικῶν τάσεων πρὸς τὴν καλλιέργεια τῆς ἐθνικῆς παράδοσης εἶναι ἁπλουστευτικὴ καὶ παραπλανητική. Μονάχα ἡ εὐόδωση τῆς ἐκσυγχρονιστικῆς προσπάθειας ἐπιτρέπει τὴν ἐπιτυχῆ ἅμιλλα μὲ ἄλλα ἔθνη καὶ ἔτσι χαρίζει τὴν αὐτοπεποίθηση ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὴν ἀπροβλημάτιστη ἀναστροφὴ μὲ τὴν ἐθνικὴ παράδοση καὶ καθιστὰ ψυχολογικὰ περιττὸ τὸν πιθηκισμό. Ἀντίθετα, ἡ ἀνικανότητα ἑνὸς ἔθνους νὰ συναγωνισθεῖ τὰ ἄλλα σὲ ὅ,τι σήμερα — καλῶς ἤ κακῶς — θεωρεῖται κεντρικὸ πεδίο τῆς κοινωνικῆς δραστηριότητας θέτει σὲ κίνηση ἕναν διπλὸ ὑπεραναπληρωτικὸ μηχανισμό: τὸν πιθηκισμὸ ὡς προσπάθεια νὰ ὑποκαταστήσεις μὲ ἐπιφάσεις ὅ,τι δὲν κατέχεις ὡς οὐσία καὶ τὴν παραδοσιολατρία ὡς ἀντιστάθμισμα τοῦ πιθηκισμοῦ. Ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἄποψη, ὁ πτωχοπροδρομικὸς ἑλληνοκεντρισμὸς καὶ ὁ κοσμοπολίτικος πιθηκισμὸς ἀποτελοῦν μεγέθη συμμετρικὰ καὶ συναφῆ, ὅσο κι ἂν φαινομενικὰ ἐκπροσωποῦν δύο κόσμους ἐχθρικοὺς μεταξύ τους. Μονάχα ὁ ἐκσυγχρονισμὸς στὴ βάση μίας μακρόπνοης ἐθνικῆς πολιτικῆς καὶ ἐθνικῆς ἀνανέωσης θὰ δημιουργήσει συνθῆκες ψυχικῆς ὑγείας, ἔτσι ὥστε καὶ ἡ ἀναγκαιότητα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ (στὴ μορφὴ τῆς τεχνικῆς-οἰκονομικῆς ὀρθολογικότητας) νὰ καταφάσκεται καὶ ἡ στενότητα τῆς παράδοσης νὰ γίνεται αἰσθητή, καὶ οἱ ἐπικίνδυνες ἀντινομίες τοῦ σύγχρονου κόσμου νὰ διαπιστώνονται ψύχραιμα καὶ ἡ ἐθνικὴ παράδοση νὰ βιώνεται δίχως συμπλέγματα κατωτερότητας ἢ ἀνωτερότητας.

Καὶ ἡ τελευταία τάση, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε ἀκροθιγῶς σὲ σχέση μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἐθνικὴ πολιτική, δὲν διαθέτει κάποιον ἀξιόλογο καὶ μαζικὸ πολιτικὸ φορέα, ἀλλὰ εἶναι μᾶλλον διάχυτη, ὅπως καὶ ἡ προηγούμενη. Ἁπλώνεται σὲ διάφορους βαθμοὺς ἀσάφειας κυρίως μέσα στὸν χῶρο τῆς εὐρύτερης ἀριστερᾶς, μολονότι κάποτε συνοδοιπορεῖ μὲ τὴν πολιτικὴ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἔνταξης, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον ἀπ’ αὐτὴν ἀναμένεται ἡ ἄμβλυνση τῶν ἐθνικισμῶν καὶ ἡ προαγωγὴ τῆς εἰρήνης ἢ τῆς συναδέλφωσης μεταξὺ τῶν λαῶν μέσω τῆς ἀπάλειψης τῶν συνόρων, τῆς καθολικῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων κτλ. κτλ. Τέτοιοι, κατὰ βάθος ἀπολιτικοί, εὐσεβεῖς πόθοι ἀποτελοῦν κατ’ οὐσία τὴν ἀριστερὴ ἐκδοχὴ ἢ παραλλαγὴ τοῦ μαζικοδημοκρατικοῦ εὐδαιμονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὀνειρεύεται μία κατάσταση, ὅπου συλλογικὲς προσπάθειες καὶ συλλογικὲς θυσίες θὰ εἶναι περιττές, καὶ τὴν ἀπροθυμία του γι’ αὐτὲς τὴν ντύνει μὲ ψευτοηθικὲς δεοντολογίες. Μετὰ τὴν κατάρρευση τοῦ κομμουνιστικοῦ κινήματος, οἱ παρεμφερεῖς ἀντιλήψεις ἐκπληρώνουν μία πρόσθετη ψυχολογικὴ λειτουργία. Πολλοί, τῶν ὁποίων οἱ ἐλπίδες, οἱ διαγνώσεις καὶ οἱ προγνώσεις διαψεύσθηκαν παταγωδῶς καὶ οἱ ὁποῖοι τώρα δὲν ἔχουν ἀρκετὴ ἀξιοπρέπεια γιὰ νὰ σωπάσουν καὶ νὰ ἀναρωτηθοῦν μήπως εἶναι ἀνίκανοι νὰ καταλάβουν τί γίνεται στὸν κόσμο, παρὰ ἀντίθετα συνεχίζουν ἀπτόητοι τὴ φιλόδοξη πολιτικὴ ἢ συγγραφική τους σταδιοδρομία ἐπικαλούμενοι τὴν ἀκατάλυτη πίστη τους στὸ «μέλλον τοῦ ἀνθρώπου» καὶ στὴν «πρόοδο» — πολλοὶ τέτοιοι, λοιπόν, ζητοῦν σήμερα ὑποκατάστατα τῶν παλαιῶν ὀρθόδοξων σοσιαλιστικῶν οὐτοπιῶν σὲ θολοὺς εἰρηνισμοὺς καὶ σὲ οἰκουμενιστικὲς ἠθικολογίες. Νομίζουν ὅτι μὲ τὸν τονισμὸ τοῦ μεγάλου κοινοῦ ἀνθρωπιστικοῦ παρονομαστῆ καὶ μὲ τὴν ὑπόμνηση τοῦ πάντα ἀδιάπτωτου ἀνθρωπιστικοῦ τους φρονήματος θὰ ρίξουν μία γέφυρα ἀνάμεσα στὶς χθεσινὲς καὶ στὶς σημερινές τους τοποθετήσεις, σβήνοντας ἔτσι ἀπὸ τὴ μνήμη τῶν ἄλλων τὶς πολιτικὲς τους γκάφες καὶ διασκεδάζοντας τὶς εὔλογες ἀμφιβολίες, ὡς πρὸς τὶς πνευματικές τους ἱκανότητες σ’ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴ σύλληψη πολιτικῶν καταστάσεων. Ὁ κόπος τους φαίνεται ὡστόσο νὰ πηγαίνει χαμένος. Γιατί καὶ τὰ καινούργια τους θεολογούμενα ἀπέχουν, τὸ ἴδιο ὅπως καὶ τὰ παλιά, παρασάγγες ἀπὸ τὶς κινητήριες δυνάμεις τῆς σύγχρονης πλανητικῆς ἱστορίας καὶ ἀπὸ τὸν χαρακτήρα τῆς πολιτικῆς. Εἶναι πολιτικὰ νήπιος ὅποιος ἀναφέρεται στὶς δῆθεν γενικὲς σύγχρονες τάσεις γιὰ ὑπέρβαση τοῦ ἐθνικοῦ κράτους καὶ γιὰ τὴ βαθμιαία πτώση τῶν συνόρων, ἀποσιωπῶντας ὅτι εἶναι δύο πολὺ διαφορετικὰ πράγματα νὰ περνοῦν τὰ σύνορά σου στρατιὲς τουριστῶν καὶ νὰ τὰ περνοῦν τὰ στρατεύματα ἑνὸς γειτονικοῦ κράτους. Καὶ ἐξ ἴσου πολιτικὰ νήπιοι εἶναι ὅσοι φαντάζονται ὅτι τὰ «ἀνθρώπινα δικαιώματα» μποροῦν ν’ ἀποτελέσουν ἀμετακίνητο κριτήριο γιὰ τὴν ἄσκηση ἐθνικῆς πολιτικῆς, παραγνωρίζοντας τὴ συγκεκριμένη ἐπήρεια καὶ χρήση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων σὲ κάθε πολιτικὴ συγκυρία. Γιὰ νὰ τὸ ποῦμε εἰλικρινὰ καὶ ἀπερίφραστα: θὰ ἦταν κάτι σὰν ἐθνικὴ αὐτοχειρία, ἂν σήμερα ἡ Ἑλλάδα γνοιαζόταν πρωταρχικὰ γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν μουσουλμάνων τῆς Βοσνίας, ὑποστηρίζοντας μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ δικαίωμα τους ν' αὐτοδιατεθοῦν καὶ νὰ σχηματίσουν ἕνα δεύτερο μουσουλμανικὸ κράτος στὰ Βαλκάνια. Φαίνεται πάντως ὅτι τὸ ἔνστικτο τῆς ἐθνικῆς αὐτοσυντήρησης λειτουργεῖ βουβὰ μέν, ἀλλὰ ἀλάνθαστα καὶ στοὺς παρ' ἡμῖν ζηλωτὲς τοῦ εἰρηνισμοῦ καὶ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Κανείς τους δὲν διαδήλωσε ὑπὲρ τῶν μουσουλμάνων Βοσνίων, ὅπως λ.χ. θὰ διαδήλωνε ὑπὲρ τῶν Κούρδων τῆς Τουρκίας• ἐπίσης κανεὶς δὲν φάνηκε νὰ ἐνοχλεῖται ἰδιαίτερα ὅταν πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια ἡ τουρκικὴ μειονότητα τῆς Βουλγαρίας διωκόταν συστηματικά. Τέτοιες πράξεις ἤ παραλείψεις δὲν ὑπαγορεύονται βέβαια ἀπὸ κακοπιστία ἤ συνειδητὸ ὑπολογισμὸ· μᾶλλον ἐκφράζουν ὑποσυνείδητους αὐτοματισμούς, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ σειρὰ τους καθιστοῦν πρόδηλη τὴν ἔμπρακτη ἀδυναμία νὰ στηριχθεῖ μία ρεαλιστικὴ ἐθνικὴ πολιτικὴ σὲ ἀμιγεῖς οἰκουμενικὲς ἀρχές.

Ἂς ἐπαναλάβουμε, κλείνοντας, ὅτι σκοπὸς τῶν σύντομων αὐτῶν παρατηρήσεων δὲν ἦταν, οὔτε μποροῦσε νὰ εἶναι, ἡ διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων πάνω στὰ συγκεκριμένα προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει σήμερα ἡ ἑλληνικὴ ἐξωτερικὴ πολιτική. Θελήσαμε νὰ τονίσουμε τὴν ἁπλῆ καὶ στοιχειώδη ἀλήθεια, ὅτι μία τελεσφόρα καὶ μακρόπνοη ἐθνικὴ πολιτικὴ μπορεῖ ν’ ἀπορρεύσει μονάχα ἀπὸ μίαν ἀκμαία ἐθνικὴ ὀντότητα ὡς conditio sine qua non. Τὸ τί θὰ κάμει στὰ ἐπὶ μέρους ὅποιος διαθέτει τὴν ἀπαραίτητη τούτη προϋπόθεση ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἑκάστοτε διεθνῆ συσχετισμὸ δυνάμεων, ἀπὸ τὶς ἑκάστοτε ἀνάγκες καὶ ἐπιδιώξεις του. Γιὰ νὰ περπατήσει κανεὶς πρέπει πρῶτα-πρῶτα νὰ ἔχει πόδια· τὸ ποῦ, πῶς καὶ πότε θὰ πάει, δὲν τὸ ξέρει πάντοτε ἐκ τῶν προτέρων καὶ δὲν τὸ καθορίζει πάντοτε ὁ ἴδιος. Συχνότατα ἡ σημερινὴ ἑλληνικὴ ἐθνικὴ πολιτικὴ θυμίζει κάποιον ὁ ὁποῖος δὲν ἀνησυχεῖ γιατί δὲν ἔχει πόδια, πιστεύοντας ὅτι στὴν κρίσιμη στιγμὴ θὰ τοῦ φυτρώσουν φτερά. Ἡ στάση αὐτὴ δὲν προμηνύει τίποτε καλό. Πράγματι, μία νηφάλια ἐκτίμηση μᾶλλον θὰ κατέληγε στὸ πόρισμα ὅτι εἶναι ἄκρως ἀμφίβολο ἂν ἡ Ἑλλάδα θὰ μπεῖ στὸν ἐπίπονο καὶ τραχὺ δρόμο τῆς ἐσωτερικῆς ἀνόρθωσης, πού μόνος θὰ τῆς ἔδινε τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἄσκηση ἐθνικῆς πολιτικῆς ἱκανῆς ν’ ἀντεπεξέλθει στὶς ἐξαιρετικὰ δυσχερεῖς συνθῆκες τῆς σημερινῆς πλανητικῆς συγκυρίας. Μᾶλλον θὰ συνεχίσει νὰ αἰωρεῖται ἀμήχανα μεταξὺ εὐρωπαϊκῶν ἐλπίδων καὶ ὑπεραναπληρωτικοὺ νευρωτικοῦ ἐθνικισμοῦ, ἀνήκοντας στὴν Εὐρώπη μὲ τὸν πιθηκισμό της καὶ στὰ Βαλκάνια μὲ ὅ,τι γνησιώτερο ἔχει: τὴ μιζέρια καὶ τὸν ἐπαρχιωτισμό της.


Αὐτὸ ἐπιβάλλεται νὰ πεῖ ὅποιος ἐπιχειρεῖ σήμερα μία διάγνωση πέρα ἀπὸ ἐπιθυμίες καὶ φόβους, συμπάθειες καὶ ἀντιπάθειες. Οὔτε ἀγνοῶ οὔτε λησμονῶ τὶς ἄκρως τιμητικὲς ἀτομικὲς ἐξαιρέσεις ἔναντι τῶν κανόνων πού διέπουν τὴ λειτουργία τῆς σημερινῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ὅμως οἱ ἐξαιρέσεις δὲν μποροῦν ν’ ἀποτελέσουν τὸ ἀντικείμενο μίας σύντομης κοινωνιολογικῆς καὶ πολιτικῆς ἀνάλυσης, ὅταν οἱ κανόνες εἶναι τόσο ἐξόφθαλμοι καὶ τόσο ἐπαχθεῖς. Πολλοὶ ἴσως βροῦν ὑπερβολικὰ καυστικὲς διάφορες ἐκφράσεις ἀπ’ ὅσες χρησιμοποιήθηκαν στὴν παραπάνω περιγραφή. Θὰ εἶναι ἀσφαλῶς ἐκεῖνοι πού ἀκόμα δὲν κατάλαβαν ὅτι στὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν πιὰ περιθώρια γιὰ μισόλογα καὶ διακριτικοὺς ὑπαινιγμούς.




Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΠΛΑΝΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΨΥΧΡΟ ΠΟΛΕΜΟ» (1992)