Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Ὁ ὅρος «Ῥωμηοσύνη» κατά τόν ἀείμνηστο π. Ἰωάννη Ῥωμανίδη.

τοῦ π. Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου



Πρῶτον πρέπει νά ἔχωμεν ὑπ' ὄψιν ὅτι ἱστορικῶς οὐδέποτε διακρίνεται ἡ λεγομένη Βυζαντινή Αὐτοκρατορία ἀπό τήν Ρωμαϊκήν Αὐτοκρατορίαν. Οἱ πρόγονοί μας ἐγνώριζον μόνον ὅτι ἤσαν πολίται τοῦ κράτους μέ τό ὄνομα Ρωμανία καί ὅτι τό κράτος αὐτό εἰς τά χρόνια του μεγαλύτερου ἠγέτου τῆς Ρωμαιοσύνης, τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐξετείνετο εἰς ὁλόκληρον τόν μεσόγειον χῶρον, πού σήμερον καλύπτει τήν Ἀγγλίαν, Πορτογαλίαν, Ἱσπανίαν, Γαλλίαν, Ἐλβετίαν, Ἰταλίαν, Αὐστρίαν, τά Βαλκάνια, ὅλην τήν βόρειον Ἀφρικήν, τόν Λίβανον, τήν Συρίαν, τήν Τουρκίαν, καί, τάς ρωσικᾶς παραλίας τοῦ Εὔξεινου Πόντου.
Ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ κατ' ἐξοχήν πατήρ τῆς ὑπό τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου συγκληθείσης Ἅ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου (325), γράφει περί τῆς Ρώμης ὡς μητροπόλεως τῆς Ρωμανίας εἰς μίαν ἐπίθεσίν του κατά τῶν αἱρετικῶν Ἀρειανῶν, οἱ ὁποῖοι ἐρα-διούργησαν τήν ἐκθρόνισην τοῦ πάπα τῆς Ρώμης Λιβερίου (352 - 366). «Οὐδέ Λιβερίου τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης κατά τήν ἀρχήν ἐφείσαντο, ἀλλά καί μέχρι τῶν ἐκεῖ τήν μανίαν ἐξέτειναν καί οὔχ ὅτι ἀποστολικός ἐστι θρόνος ἤδεσθησαν, οὔδ' ὅτι μητρόπολις ἤ Ρώμη τῆς Ρωμανίας ἔστιν ηὐλαβήθησαν». Ἤ ἐπιστημονική διάσπασις τῆς ἑνιαίας ταύτης ἱστορικῆς Ρωμανίας εἰς ρωμαϊκήν καί βυζαντινήν αὐτοκρατορίαν εἶναι κατασκεύασμα τῶν Φράγκων κατακτητῶν τῆς δυτικῆς ἐν Γαλλία, Ἰταλία, Ἐλβετία καί Αὐστρία Ρωμαιοσύνης. Οἱ Φράγκοι πρῶτοι ἀπεκάλεσαν τούς Ρωμαίους της Ἀνατολῆς μόνον Γραικούς, ἀκολουθοῦντες παλαιότερον παράδειγμα τῶν Γότθων. Εἰς τόν ἐν Κωνσταντινουπόλει βασιλέα τῶν....

 Ρωμαίων ἀπέδωσαν οἱ Φράγκοι τόν τίτλον «βασιλεύς τῶν Γραικῶν» καί συγχρόνως ὠνόμασαν τόν Τευτονοφράγκον ἡγεμόνα τῆς Γερμανίας «βασιλέα τῶν Ρωμαίων», διά νά ἀποσπάσουν τήν ἀφοσίωσιν τῶν ἐν τήν Δύσει κατακτηθέντων καί ὑποδούλων Ρωμαίων ἀπό τήν Κωνσταντινούπολιν Νέαν Ρώμην καί στρέψουν τά ἐθνικά αἰσθήματα τῶν ὑποδούλων τούτων δυτικῶν Ρωμαίων πρός τόν ἐν Γερμανία ψευδῶς καλούμενον «βασιλέα τῶν Ρωμαίων». Συγχρόνως κατεδίκασαν ὡς αἱρετικούς τους ὀνομασθέντας ἀποκλειστικῶς πλέον «Γραικούς» ἀνατολικούς Ρωμαίους καί οὕτως ἔθεσαν τά θεμέλια του μεσαιωνικοῦ μίσους τῆς ἐν τή Δύσει ἀφομοιωθείσης ὑπό τῆς Φραγκιᾶς Ρωμαιοσύνης πρός τήν ἀνατολικήν Ρομαιοσύνην, τό ὁποῖον ἐκορυφώθη μέ τήν ὑπό τῶν Φράγκων ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τήν ἐπέκτασιν τῆς Φραγκοκρατίας εἰς τήν Ἀνατολήν. Ἡ Φραγκοκρατία διά τήν Ρωμαιοσύνην δέν ἤρχισε μέ τήν ἐμφάνισιν τῶν Φράγκων εἰς τήν Ἀνατολήν. Φραγκοκρατία ἀρχίζει μέ τήν ὑπό τῶν Φράγκων κατάκτησιν τῶν ἀναφερθεισῶν δυτικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ρωμανίας.

Οὕτως ἐπεσπεύσθη ἡ ἀφομοίωσις τῆς ἐν τή Δύσει Ρωμαιοσύνης, ἤ ὁποία μέ τήν πάροδον τοῦ χρόνου ἔμαθεν ὅτι εἰς τήν Ἀνατολήν, περί τήν Κωνσταντινούπολιν Νέαν Ρώμην, ὑπάρχουν ὄχι Ρωμαῖοι ἀλλά «αἱρετικοί Γραικοί» μέ «Γραικόν βασιλέα». Ἀπό τά μέσα τοῦ θ' αἰῶνος καθιερώθη μεταξύ τῶν Φράγκων θεολόγων ἤ παράδοσις νά γράφουν ἔργα τιτλοφορούμενα «Κατά τῶν πλανῶν τῶν Γραικῶν».

Ἐν ἀντιθέσει πρός τούς Φράγκους κατακτητᾶς τῆς δυτικῆς Ρωμαιοσύνης οἱ Ἄραβες καί Τοῦρκοι κατακτηταί τῆς ἀνατολικῆς Ρωμαιοσύνης ἀπεκάλουν πάντοτε μέ σεβασμόν τούς πολίτας τῆς Ρωμανίας Ρούμ, δηλαδή Ρωμαίους ἤ Ρωμηούς. Δία τόν λόγον αὐτόν οἱ πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων ὀνομάζονται μέχρι σήμερον τουρκιστί καί ἀραβιστί Ρούμ Πατρίκ, δηλαδή πατριάρχαι τῶν Ρωμαίων. Οἱ δέ Ὀρθόδοξοι ὁμογενεῖς εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν λέγονται ἑλληνιστί Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί καί τουρκιστί Ρούμ. Εἰς τά ἀλλά πρεσβυγενή πατριαρχεῖα ὀνομάζονται ἀραβιστί Ρούμ. Εἰς τό Κοράνιον τοῦ Μωάμεθ ὑπάρχει ὁλόκληρον κεφάλαιον (30), ὅπου ὁ ἱδρυτής τοῦ Ἰσλάμ γράφει περί τῆς προσωρινῆς πτώσεως τῶν Ρωμαίων εἷς τους Πέρσας εἷς Μέσην Ἀνατολήν καί προφητεύει τόν τελικόν θρίαμβον αὐτῶν, ὅπως καί πράγματι ἔγινεν ὑπό τόν Ἠράκλειτον μετ' ὀλίγα ἔτη. Εἶναι σαφές ἀπό τό ἐν λόγω κεφάλαιον ὅτι ὁ Μωάμεθ εἶχε τήν ἐποχήν αὐτήν τήν ἐντύπωσιν ὅτι ἐκήρυττε τήν ἰδίαν πίστιν μέ τούς Ρωμαίους της Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης.
Ἐπίσης πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι εἰς τάς συροφώνους πηγᾶς ὡς καί εἰς τάς αἰθιοπικᾶς τοῦ Μεσαίωνος, οἱ σήμερον κακῶς λεγόμενοι Βυζαντινοί ἐλέγοντο πάντοτε Ρωμαῖοι. Μάλιστα οἱ μετά τό 1821 ὑπό τῶν Νεοελλήνων ὀνομασθέντες «'Ἕλληνες» Πατέρες λέγονται πάντοτε Ρωμαῖοι Πατέρες, ἀκριβῶς ὅπως συνέβαινεν εἰς ἠμᾶς πρό τοῦ 1821.
Εἰς τήν Μέσην Ἀνατολήν οἱ σήμερον ἐν Ἑλλάδι λεγόμενοι Ρωμαιοκαθολικοί λέγονται Λατίνοι καί Φράγκοι ὡς συνέβαινεν ἀκριβῶς ἐν Ἑλλάδι καί Μικρά Ἀσία κατά τήν τουρκοκρατίαν, ὡς καί κατά τά χρόνια της ἐλευθέρας Ρωμανίας. Ἱστορικῶς κατά τόν μεσαίωνα Ρωμαῖοι καί Καθολικοί εἶναι μόνον οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τά ρωμαϊκά πατριαρχεῖα Ὀρθόδοξοι μέ κέντρον τήν Κωνσταντινούπολιν. Οἱ Εὐρωπαῖοι κατακτηταί τῆς δυτικῆς Ρωμαιοσύνης δέν εἶναι Ρωμαῖοι. Εἶναι Φράγκοι, Λογγοβάρδοι, Βουργουνδοί, Σάξωνες, Νορμανδοί καί Γότθοι, οἵτινες ἀφωμοῖωσαν σύν τῷ χρόνω τούς κατακτηθέντας Ρωμαίους μεταβάλλοντες αὐτούς εἰς τούς δουλοπάροικους τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Φεουδαλισμοῦ. Λέγονται οἱ Εὐρωπαῖοι τοῦ μεσαίωνος Λατίνοι διότι υἱοθέτησαν ὡς ἐπίσημον γλώσσαν τῶν τήν λατινικήν. Ρωμαῖοι εἶναι μόνον οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί οἱ ἡνωμένοι μέ τήν Κωνσταντινούπολιν Νέαν Ρώμην, μέ ἐπίσημον γλώσσαν τήν ἑλληνικήν. Κατά τήν τουρκοκρατίαν οἱ Φράγκοι λέγονται ὑπό τῶν ἡμετέρων ὄχι Καθολικοί ἀλλά Κατόλικοι.

Ἡ διάκρισις αὐτή μεταξύ Λατίνων καί Ρωμαίων φαίνεται σαφῶς ἀπό τό ἑξῆς ἐρώτημα, τό ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τόν ἐπίσκοπον Ἰωάννην τοῦ Κίτρους τῆς Μακεδονίας κατά τά τέλη τοῦ Ἰβ' αἰῶνος. «Θάπτονται ὀρθόδοξοι Ρωμαῖοι ἐν λατινικαῖς ἐκκλησίαις ψαλλόμενοι παρά τέ Ρωμαίων καί Λατίνων ἐν ταύτω καί Λατίνοι δέ ἀποθνήσκοντες, ὠσαύτως ψάλλονται ὁμού παρά Ρωμαίων καί Λατίνων ἀδιακρίτως. Ἐπιτίμιον ἔστιν, ἤ οὗ;».

Κατά τόν ἴδιον αἰώνα, τόν Ἰβ', ὁ πατριάρχης Ἀντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμῶν περί μικτού γάμου μεταξύ Ρωμαίων καί Λατίνων γράφει τά ἑξῆς: «καί σημείωσαι, ὅτι κατά τόν παρόντα κανόνα, ὡς ἔοικεν, ἀναγκάζει τό μέρος τῆς ἐκκλησίας τούς Λατίνους ἐξόμνυσθαι, θέλοντας γυναίκας λαβεῖν ἐκ τῆς Ρουμανίας».

Πρέπει νά τονισθῆ ὅτι ἱστορικῶς καί ὡς φαίνεται σαφῶς ἀπό τήν ρωμαϊκήν νομοθεσίαν οὐδέποτε ἐταυτίζοντο οἱ Ρωμαῖοι μέ τούς ἀρχαίους Λατίνους ἤ Ἰταλούς, καί ὅταν ἀκόμη ἤ Πρεσβυτέρα Ρώμη ἦτο ἡ πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας.


Ἡ τουρκική ἀπόδοσις τοῦ μεσαιωνικοῦ κρατικοῦ ὀνόματος Ρωμανία, τό πραγματικόν ὄνομα τοῦ ἐπιβλαβώς διά τά ἐθνικά συμφέροντα σήμερον λεγομένου βυζαντινοῦ κράτους, εἶναι τό ὄνομα Ρούμελη. Τά ἱστορικά δικαιώματα τῆς Ρωμαιοσύνης φαίνονται σαφῶς ἀπό τήν χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τούτου ὑπό τῶν Τούρκων. Πρό τῆς ἁλώσεως οἱ Τοῦρκοι ὠνόμαζον Ρούμελην ὄλας τάς ἐλευθέρας ἐκτάσεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί Εὐρώπης, αἵ ὀποΐαι διοικοῦντο ὑπό τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Νέα Ρώμη βασιλέως τῶν Ρωμαίων. Ἀλλά καί μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ αἰῶνος τούτου οἱ Τοῦρκοι ὠνόμαζον Ρούμελην ὁλόκληρον τήν Θράκην, ὁλόκληρον τήν Μακεδονίαν καί ὁλόκληρον τήν Ἤπειρον καί γενικῶς ὀλας τάς ἐκτάσεις ἀπό τοῦ Βελιγραδίου μέχρι τῆς Πελοποννήσου. Δηλαδή Ρούμελη ἦτο τό ἐρωπαϊκόν μέρος τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Καθ' ὅλον τό διάστημα τοῦτο οἱ Τοῦρκοι διετήρησαν καί τό ὄνομα Κωνσταντινούπολις. Παραδόξως, ἐνῶ οἱ Τοῦρκοι διετήρησαν τό γεωγραφικόν ὄνομα τῆς αὐτοκρατορίας μας, δηλαδή Ρούμελη, οἱ Νεοέλληνες τό κατήργησαν καί τό ἀντικατέστησαν μέ τό ὄνομα Ἑλλάς, δηλαδή μέ τό ὄνομα μίας μικρᾶς ἐπαρχίας τῆς μεγάλης Ρούμελης ἤ Ρωμανίας. 




Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου, «Ρωμηοσύνη», ἐκδόσεις «Πουρνάρα», Θεσσαλονίκη, 1975, σέλ. 18-23

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Ἐμβατήριο Γράμμου.




Ἀντηχεῖ ὁ Γράμμος τὰ τραγούδια.
Ξημερώνει ἡ Λευτεριά.
Ξανανθίζουν πάλι τὰ λουλούδια
καὶ φυτρώνουν δάφνινα κλαδιά.

Τῆς Πατρίδος τὸ σεμνὸ κεφάλι
Δάφνης στέφανο φορεῖ.
Καὶ στῆς μάχης τὴν ἀνεμοζάλη
ὁ Στρατὸς μας πάντα προχωρεῖ.

Ὁρμῆστε Γραμμομάχοι, ὀρθῶστε τὸ κορμί.
Ἡ Δόξα παραστέκει στὴ Θεία σας ὁρμή.
Τοῦ Γράμμου τὸ τραγοῦδι ἂς γίνῃ Προσευχή,
βαθειὰ γιὰ ν' ἀκουστῇ σὲ κάθε ἐλεύθερη ψυχή.

Προχωρεῖτε, προχωρεῖτε
κι' ἕνας Νοῦς Φωτεινὸς κυβερνᾷ,
για ἄλλους Γράμμους ἐμπρὸς χυθεῖτε.
Νὰ ὁ Στρατός μας μὲ δόξα περνᾷ.

Τὰ κανόνια δὲν σᾶς σκιάζουν
τὰ μπαζοῦκας κι ἂς βροντοῦν.
Οἱ 300 τοῦ Λεωνίδα σᾶς θωροῦν
κι ὅλοι σᾶς χειροκροτοῦν!





Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Τῆς Ἁγιά-Σοφιᾶς.

(Δημοτικό)


Τὸ δημοτικὸ αὐτὸ τραγούδι εἶναι ὁ παλαιότερος θρῆνος γιὰ τὴν κατάληψη τῆς Κωνσταντινούπολης. Πιθανὸν νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν Κρήτη. Βρέθηκε σὲ χειρόγραφό του 15ου αἰῶνα· ὁ τίτλος ἦταν: «Ἀνακάλημα τῆς Κωνσταντινούπολης». Ἀνήκει στὴ δεύτερη περίοδο (1453-1821) τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας καὶ στὸ ἱστορικὸ εἶδος. Στὴν παρακάτω μορφὴ τοῦ δημοσιεύτηκε τὸ 1914 ἀπὸ τὸ Ν. Πολίτη στὴν συλλογή του «Ἐκλογαὶ ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ». Γιὰ τὴν σύνθεσή του ὁ Ν. Πολίτης χρησιμοποίησε τὴν παραλλαγὴ ποὺ δημοσίευσε ὁ Φωρὲλ καὶ ἄλλοι εἴκοσι τέσσερις. Ὅμως, μόνο ὁ 4ος καὶ 18ος στίχος ἔχουν παρθεῖ αὐτούσιοι ἀπὸ τὴν ἐργασία τοῦ Φωριέλ.



Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ γῆς, σημαίνουν τὰ ἐπουράνια, 
σημαίνει κι ἡ Ἁγιά-Σοφιά, τὸ μέγα μοναστήρι, 
μὲ τετρακόσια σήμαντρα κι ἑξήντα δυὸ καμπάνες, 
κάθε καμπάνα καὶ παπᾶς, κάθε παπᾶς καὶ διάκος.

Ψάλλει ζερβὰ ὁ βασιλιάς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης, 
κι ἀπ᾿ τὴν πολλὴ τὴν ψαλμουδιὰ ἐσειόντανε οἱ κολόνες. 
Νὰ μποῦνε στὸ χερουβικὸ καὶ νά ῾βγει ὁ βασιλέας, 
φωνὴ τοὺς ἦρθε ἐξ οὐρανοῦ κι ἀπ᾿ ἀρχαγγέλου στόμα: 
«Πάψετε τὸ χερουβικὸ κι ἂς χαμηλώσουν τ᾿ Ἅγια, 
παπάδες πᾶρτε τὰ ἱερὰ καὶ σεῖς κεριὰ σβηστῆτε, 
γιατί ῾ναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει.

Μόν᾿ στεῖλτε λόγο στὴ Φραγκιά, νὰ ῾ρθοῦν τρία καράβια, 
τό ῾να νὰ πάρει τὸ σταυρὸ καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ βαγγέλιο, 
τὸ τρίτο τὸ καλύτερο, τὴν ἅγια Τράπεζά μας, 
μὴ μᾶς τὴν πάρουν τὰ σκυλιὰ καὶ μᾶς τὴ μαγαρίσουν».

Ἡ Δέσποινα ταράχτηκε καὶ δάκρυσαν οἱ εἰκόνες. 
«Σώπασε κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴ πολυδακρύζῃς, 
πάλι μὲ χρόνους, μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ῾ναι».


Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Οἱ ἠθικὲς ἀρετὲς ἀποκτῶνται μὲ τὴν ἐπανάληψη τῶν ἠθικῶν πράξεων.

τοῦ Ἀριστοτέλους



(Στὸ Α΄ βιβλίο τῆς πραγματείας του περὶ τοῦ ἠθικοῦ βίου, ὁ Ἀριστοτέλης προσδιόρισε ὡς ὕψιστο ἀγαθὸ τὴν εὐδαιμονίαν, ποὺ ἀποκτᾶται ὅταν ἡ ψυχὴ ἐνεργεῖ σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τῆς τέλειας ἀρετῆς. Προσπαθώντας, λοιπόν, νὰ μελετήσει τὸ περιεχόμενο καὶ τὰ εἴδη τῆς ἀρετῆς, κατέληξε στὴ διάκρισή της σὲ ἠθικὴν καὶ διανοητικήν. Στὴν ἀρχὴ τοῦ Β΄ βιβλίου διερευνᾶ τὸ πρῶτο εἶδος.)


Δυὸ εἶναι, ὅπως εἴδαμε, τὰ εἴδη τῆς ἀρετῆς, ἡ διανοητικὴ καὶ ἡ ἠθική. Ἡ διανοητικὴ ἀρετὴ χρωστάει καὶ τὴ γένεση καὶ τὴν αὔξησή της κατὰ κύριο λόγο στὴ διδασκαλία (γιαυτὸ καὶ ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται γι' αὐτὴν εἶναι ἡ πείρα καὶ ὁ χρόνος), ἐνῶ ἡ ἠθικὴ ἀρετὴ εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἔθους (καὶ τὸ ἴδιο της τὸ ὄνομα, ἄλλωστε, μικρὴ μόνο διαφορὰ παρουσιάζει ἀπὸ τὴ λέξη ἔθος). Αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει φανερὸ ὅτι καμιὰ ἠθικὴ ἀρετὴ δὲν ὑπάρχει μέσα μας ἐκ φύσεως. Πραγματικά, δὲν ὑπάρχει πράγμα ἐφοδιασμένο ἀπὸ τὴ φύση μὲ κάποιες ἰδιότητες, ποὺ νὰ μπορεῖς νὰ τὸ συνηθίσεις νὰ ἀποκτήσει ἄλλες ἰδιότητες. Παράδειγμα ἡ πέτρα: καμωμένη ἀπὸ τὴ φύση νὰ πηγαίνει πρὸς τὰ κάτω, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ συνηθίσει νὰ πηγαίνει πρὸς τὰ πάνω, ἔστω κι ἂν χιλιάδες φορὲς προσπαθήσει κανεὶς νὰ τῆς τὸ μάθει πετώντας την καὶ ξαναπετώντας την πρὸς τὰ πάνω• οὔτε ἡ φωτιὰ μπορεῖ νὰ συνηθίσει νὰ πηγαίνει πρὸς τὰ κάτω• γενικὰ δὲν ὑπάρχει πράγμα καμωμένο ἀπὸ τὴ φύση νὰ συμπεριφέρεται μὲ ἕναν ὁρισμένο τρόπο, ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ συνηθίσει νὰ συμπεριφέρεται μὲ ἄλλον τρόπο. Συμπέρασμα: οἱ ἀρετὲς δὲν ὑπάρχουν μέσα μας ἐκ φύσεως ― οὔτε ὅμως καὶ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴ φύση μας ἡ γένεσή τους μέσα μας: ἡ φύση μας ἔκανε ἐπιδεκτικοὺς στὶς ἀρετές, τέλειοι ὅμως σ' αὐτὲς γινόμαστε μὲ τὴ διαδικασία τοῦ ἔθους.

Ἐπίσης: Γιὰ καθετὶ ποὺ τὸ ἔχουμε ἀπὸ τὴ φύση, πρῶτα ἔχουμε τὴ δυνατότητά του νὰ ἐνεργήσει• στὴν ἐνέργεια τὴν ἴδια φτάνουμε ὕστερα (τὸ πράγμα γίνεται φανερὸ στὶς αἰσθήσεις μας• πραγματικά, τὶς αἰσθήσεις τῆς ὅρασης ἤ τῆς ἀκοῆς δὲν τὶς ἀποκτήσαμε ἔχοντας δεῖ ἤ ἔχοντας ἀκούσει πολλὲς φορές, ἀλλὰ ἀντίθετα: ἔχοντάς τες τὶς χρησιμοποιήσαμε• δὲν τὶς ἀποκτήσαμε μὲ τὴ χρήση)• τὶς ἀρετὲς ὅμως τὶς ἀποκτοῦμε ἀφοῦ πρῶτα τὶς ἐφαρμόσουμε στὴν πράξη ― ὅπως ἀκριβῶς γίνεται καὶ στὶς ἄλλες τέχνες• τὰ πράγματα δηλαδὴ ποὺ πρέπει πρῶτα νὰ τὰ μάθουμε προτοῦ ἀρχίσουμε νὰ τὰ κάνουμε, τὰ μαθαίνουμε κάνοντάς τα• π.χ. οἰκοδόμοι γίνονται χτίζοντας σπίτια, κιθαριστὲς παίζοντας κιθάρα• μὲ τὸν ἴδιο τρόπο γινόμαστε: δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις, σώφρονες κάνοντας σώφρονες πράξεις, ἀνδρεῖοι κάνοντας ἀνδρεῖες πράξεις.

Τὴν ἐπιβεβαίωση μᾶς τὴν προσφέρει καὶ αὐτὸ ποὺ γίνεται στὶς πολιτεῖες• πραγματικά, οἱ νομοθέτες κάνουν καλούς τοὺς πολίτες τους ἀσκώντας τους νὰ ἀποκτοῦν τὶς συγκεκριμένες συνήθειες ― αὐτὴ εἶναι ἡ θέληση τοῦ κάθε νομοθέτη, καὶ ὅσοι δὲν τὰ καταφέρνουν σ' αὐτό, δὲν πετυχαίνουν στὸ ἔργο τους• σ' αὐτό, ἄλλωστε, καὶ διαφέρει τελικὰ τὸ ἕνα πολίτευμα ἀπὸ τὸ ἄλλο, τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ λιγότερο καλό.

Ἐπίσης: Ἡ γένεση κάθε ἀρετῆς καὶ ἡ φθορὰ της ἔχουν τὴν ἴδια ἀρχὴ καὶ γίνονται μὲ τὰ ἴδια μέσα ― ἔτσι ἀκριβῶς γίνεται καὶ στὶς τέχνες: παίζοντας κιθάρα γίνονται καὶ οἱ καλοὶ καὶ οἱ κακοὶ κιθαριστές• τὸ ἴδιο καὶ οἱ οἰκοδόμοι καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι: χτίζοντας μὲ καλὸ τρόπο σπίτια θὰ γίνουν καλοὶ οἰκοδόμοι, χτίζοντάς τα ὅμως μὲ κακὸ τρόπο θὰ γίνουν κακοί• ἂν δὲν ἦταν ἔτσι, δὲν θὰ ὑπῆρχε ἀνάγκη δασκάλου, καὶ ὅλοι θὰ ἦταν καλοὶ ἤ κακοὶ ἐκ γενετῆς. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὶς ἀρετές: κάνοντας αὐτὰ ποὺ κάνουμε στὴν καθημερινή μας συνάφεια μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἄλλοι γινόμαστε δίκαιοι καὶ ἄλλοι ἄδικοι• ἐπίσης: κάνοντας αὐτὰ ποὺ κάνουμε στὶς ἐπικίνδυνες καὶ φοβερὲς περιστάσεις τῆς ζωῆς καὶ ἀποκτώντας σιγὰ σιγὰ τὴ συνήθεια νὰ αἰσθανόμαστε φόβο ἤ θάρρος, ἄλλοι γινόμαστε ἀνδρεῖοι καὶ ἄλλοι δειλοί. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ σὲ σχέση μὲ τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὴν ὀργή: ἄλλοι γίνονται σώφρονες καὶ πρᾶοι καὶ ἄλλοι ἀκόλαστοι καὶ ὀργίλοι, οἱ πρῶτοι μὲ τὸ νὰ συμπεριφέρονται ἔτσι στὶς περιστάσεις αὐτὲς καὶ οἱ ἄλλοι μὲ τὸν ἀντίθετο τρόπο. Μὲ δυὸ λόγια: οἱ ἕξεις γεννιοῦνται ἀπὸ τὴν ἐπανάληψη ὅμοιων ἐνεργειῶν. Γι' αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ φροντίζουμε οἱ ἐνέργειές μας νὰ ἔχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ἀφοῦ οἱ ἕξεις εἶναι τελικὰ ἀντίστοιχες πρὸς τὶς διαφορὲς ποὺ οἱ ἐνέργειες αὐτὲς παρουσιάζουν μεταξύ τους. Δὲν ἔχει λοιπὸν μικρὴ σημασία νὰ ἀποκτᾶ κανεὶς ὅσο γίνεται πιὸ νέος αὐτὲς ἤ ἐκεῖνες τὶς συνήθειες· ἴσα ἴσα ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία, ἤ μᾶλλον σημαίνει τὸ πᾶν.



Πρωτότυπο κείμενο



Διττῆς δὴ τῆς ἀρετῆς οὔσης, τῆς μὲν διανοητικῆς τῆς δὲ ἠθικῆς, ἡ μὲν διανοητικὴ τὸ πλεῖον ἐκ διδασκαλίας ἔχει καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὴν αὔξησιν, διόπερ ἐμπειρίας δεῖται καὶ χρόνου, ἡ δ’ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται, ὅθεν καὶ τοὔνομα ἔσχηκε μικρὸν παρεκκλῖνον ἀπὸ τοῦ ἔθους. ἐξ οὗ καὶ δῆλον ὅτι οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται· οὐθὲν γὰρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται, οἷον ὁ λίθος φύσει κάτω φερόμενος οὐκ ἂν ἐθισθείη ἄνω φέρεσθαι, οὐδ’ ἂν μυριάκις αὐτὸν ἐθίζῃ τις ἄνω ῥιπτῶν, οὐδὲ τὸ πῦρ κάτω, οὐδ’ ἄλλο οὐδὲν τῶν ἄλλως πεφυκότων ἄλλως ἂν ἐθισθείη. οὔτ’ ἄρα φύσει οὔτε παρὰ φύσιν ἐγγίνονται αἱ ἀρεταί, ἀλλὰ πεφυκόσι μὲν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς, τελειουμένοις δὲ διὰ τοῦ ἔθους. ἔτι ὅσα μὲν φύσει ἡμῖν παραγίνεται, τὰς δυνάμεις τούτων πρότερον κομιζόμεθα, ὕστερον δὲ τὰς ἐνεργείας ἀποδίδομεν (ὅπερ ἐπὶ τῶν αἰσθήσεων δῆλον· οὐ γὰρ ἐκ τοῦ πολλάκις ἰδεῖν ἢ πολλάκις ἀκοῦσαι τὰς αἰσθήσεις ἐλάβομεν, ἀλλ’ ἀνάπαλιν ἔχοντες ἐχρησάμεθα, οὐ χρησάμενοι ἔσχομεν)· τὰς δ’ ἀρετὰς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεχνῶν· ἃ γὰρ δεῖ μαθόντας ποιεῖν, ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν, oἷον οἰκοδομοῦντες οἰκοδόμοι γίνονται καὶ κιθαρίζοντες κιθαρισταί· οὕτω δὲ καὶ τὰ  μὲν δίκαια πράττοντες δίκαιοι γινόμεθα, τὰ δὲ σώφρονα σώφρονες, τὰ δ’ ἀνδρεῖα ἀνδρεῖοι. μαρτυρεῖ δὲ καὶ τὸ γινόμενον ἐν ταῖς πόλεσιν· οἱ γὰρ νομοθέται τοὺς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς, καὶ τὸ μὲν βούλημα παντὸς νομοθέτου τοῦτ’ ἐστίν, ὅσοι δὲ μὴ εὖ αὐτὸ ποιοῦσιν ἁμαρτάνουσιν, καὶ διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ φαύλης. ἔτι ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ διὰ τῶν αὐτῶν καὶ γίνεται πᾶσα ἀρετὴ καὶ φθείρεται, ὁμοίως δὲ καὶ τέχνη· ἐκ γὰρ τοῦ κιθαρίζειν καὶ οἱ ἀγαθοὶ καὶ κακοὶ γίνονται κιθαρισταί. ἀνάλογον  δὲ καὶ οἰκοδόμοι καὶ οἱ λοιποὶ πάντες· ἐκ μὲν γὰρ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν ἀγαθοὶ οἰκοδόμοι ἔσονται, ἐκ δὲ τοῦ κακῶς κακοί. εἰ γὰρ μὴ οὕτως εἶχεν, οὐδὲν ἂν ἔδει τοῦ διδάξοντος, ἀλλὰ πάντες ἂν ἐγίνοντο ἀγαθοὶ ἢ κακοί. οὕτω δὴ καὶ ἐπὶ τῶν ἀρετῶν ἔχει· πράττοντες γὰρ τὰ ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους γινόμεθα οἳ μὲν δίκαιοι οἳ δὲ ἄδικοι, πράττοντες δὲ τὰ ἐν τοῖς δεινοῖς καὶ ἐθιζόμενοι φοβεῖσθαι ἢ θαρρεῖν οἳ μὲν ἀνδρεῖοι οἳ δὲ δειλοί. ὁμοίως δὲ καὶ τὰ περὶ τὰς ἐπιθυμίας ἔχει καὶ τὰ περὶ τὰς ὀργάς· οἳ μὲν γὰρ σώφρονες καὶ πρᾶοι γίνονται, οἳ δ’ ἀκόλαστοι καὶ ὀργίλοι, οἳ μὲν ἐκ τοῦ οὑτωσὶ ἐν αὐτοῖς ἀναστρέφεσθαι, οἳ δὲ ἐκ τοῦ οὑτωσί. καὶ ἑνὶ δὴ λόγῳ ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν αἱ ἕξεις γίνονται. διὸ δεῖ τὰς ἐνεργείας ποιὰς ἀποδιδόναι·κατὰ γὰρ τὰς τούτων διαφορὰς ἀκολουθοῦσιν αἱ ἕξεις. οὐ μικρὸν οὖν διαφέρει τὸ οὕτως ἢ οὕτως εὐθὺς ἐκ νέων ἐθίζεσθαι, ἀλλὰ πάμπολυ, μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν.

Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

Denk' es!

τοῦ Ἀδόλφου Χίτλερ



Ὅταν ἡ μητέρα σου θὰ ἔχει μεγαλώσει,
Καὶ θὰ 'χεις μεγαλώσει κι ἐσύ,
Ὅταν αὐτὸ ποὺ κάποτε ἦταν εὔκολο καὶ χωρὶς προσπάθεια
Τότε πλέον θὰ ἔχει γίνει φορτίο


Ὅταν τὰ γλυκά, πιστά της μάτια
Πιὰ δὲν θὰ βλέπουν τὴ ζωή ὅπως κάποτε,
Ὅταν τὰ πόδια της κουραστοῦν,
Δὲν θὰ θέλουν πιὰ νὰ τὴν κουβαλήσουν ὅταν περπατᾶ-


Τότε δῶσ' της τὸ χέρι σου γιὰ ὑποστήριξη
Συνόδευσέ την μὲ ἀγαλλίαση καὶ χαρά.
Ὅταν ἡ ὥρα θὰ ἔρθει, θρήνησε
Θὰ τὴν συνοδεύσεις στὸν τελικό της περίπατο.


Κι ἂν σὲ ῥωτήσει γιὰ κάτι, ἀπάντησέ της.
Κι ἂν σὲ ξαναρωτήσει, μίλησέ της κι ἐσύ.
Κι ἂν πάλι σὲ ῥωτήσει, νὰ τῆς ἀνταποκριθεῖς
Ὄχι θυελλωδῶς, ἀλλὰ μὲ ἀπαλὴ ἠρεμία.


Κι ἂν δὲν μπορεῖ νὰ σὲ καταλάβει καλά,
Ἐξήγησέ της τὰ πάντα μὲ χαρά.
Ἡ ὥρα θὰ 'ρθει, ἡ πικρὴ ὥρα,
Ποὺ τὸ στόμα της δὲν θὰ σὲ ῥωτάει τίποτα πιά.


                             -ADOLF HITLER-


Πρωτότυπο κείμενο (στὰ Γερμανικὰ):


Wenn deine Mutter alt geworden
Und älter du geworden bist,
Wenn ihr, was früher leicht und mühelos,
Nunmehr zur Last geworden ist,


Wenn ihre lieben, treuen Augen
Nicht mehr, wie einst, in’s Leben seh'n,
Wenn ihre müd' geword’nen Füsse
Sie nicht mehr tragen woll'n beim Geh'n —


Dann reiche ihr den Arm zur Stütze
Geleite sie mit froher Lust —
Die Stunde kommt, da du sie weinend
Zum letzten Gang begleiten mußt!


Und fragt sie dich, so gib ihr Antwort,
Und fragt sie wieder, sprich auch du!
Und fragt sie nochmals, steh' ihr Rede,
Nicht ungestüm, in sanfter Ruhe!


Und kann sie dich nicht recht verstehen
Erklär' ihr alles frohbewegt;
Die Stunde kommt, die bitt’re Stunde,
Da dich ihr Mund nach nichts mehr fragt!



                                              ADOLF HITLER

* "Denk' es!", published in the Sonntag-Morgenpost,München, 14. Mai 1933 (Library of Congress, Manuscript Division, Captured German Documents, Box 791)

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Ὁ Σωκράτης μπροστὰ στὸν θάνατο

τοῦ Πλάτωνος



Ὁ Σωκράτης μετὰ τὴν καταδίκη του σὲ θάνατο.


Στὴν ψηφοφορία ποὺ ἀκολούθησε τὴν ἀπολογία του, ὁ Σωκράτης κρίθηκε ἔνοχος. Οἱ κατήγοροί του εἶχαν προτείνει νὰ τοῦ ἐπιβληθεῖ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου. Ἔπρεπε, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο νὰ ἀντιπροτείνει ὁ ἴδιος μία ποινὴ γιὰ τὸν ἑαυτὸ του (ἀντιτίμησις). Πρότεινε, λοιπόν, ἀντὶ ποινῆς, νὰ σιτίζεται δωρεὰν στὸ πρυτανεῖο ὡς ἀναγνώριση τῆς προσφορᾶς του πρὸς τὴν πόλη. Ἔτσι, καταδικάστηκε σὲ θάνατο. Ἀφοῦ ἀπευθύνθηκε ξεχωριστὰ στοὺς δικαστὲς ποὺ ἔδωσαν καταδικαστικὴ ψῆφο καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ ψήφισαν γιὰ τὴν ἀθῴωσή του, συμπληρώνει:


Πρωτότυπο Κείμενο


τί οὖν αἴτιον εἶναι ὑπολαμβάνω; ἐγὼ ὑμῖν ἐρῶ· κινδυνεύει γάρ μοι τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο ἀγαθὸν γεγονέναι, καὶ οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως ἡμεῖς ὀρθῶς ὑπολαμβάνομεν, [40c] ὅσοι οἰόμεθα κακὸν εἶναι τὸ τεθνάναι. μέγα μοι τεκμήριον τούτου γέγονεν· οὐ γὰρ ἔσθ᾽ ὅπως οὐκ ἠναντιώθη ἄν μοι τὸ εἰωθὸς σημεῖον, εἰ μή τι ἔμελλον ἐγὼ ἀγαθὸν πράξειν. ἐννοήσωμεν δὲ καὶ τῇδε ὡς πολλὴ ἐλπίς ἐστιν ἀγαθὸν αὐτὸ εἶναι. δυοῖν γὰρ θάτερόν ἐστιν τὸ τεθνάναι· ἢ γὰρ οἷον μηδὲν εἶναι μηδὲ αἴσθησιν μηδεμίαν μηδενὸς ἔχειν τὸν τεθνεῶτα, ἢ κατὰ τὰ λεγόμενα μεταβολή τις τυγχάνει οὖσα καὶ μετοίκησις τῇ ψυχῇ τοῦ τόπου τοῦ ἐνθένδε εἰς ἄλλον τόπον. καὶ εἴτε δὴ μηδεμία αἴσθησίς ἐστιν ἀλλ᾽ [40d] οἷον ὕπνος ἐπειδάν τις καθεύδων μηδ᾽ ὄναρ μηδὲν ὁρᾷ, θαυμάσιον κέρδος ἂν εἴη ὁ θάνατος--ἐγὼ γὰρ ἂν οἶμαι, εἴ τινα ἐκλεξάμενον δέοι ταύτην τὴν νύκτα ἐν ᾗ οὕτω κατέδαρθεν ὥστε μηδὲ ὄναρ ἰδεῖν, καὶ τὰς ἄλλας νύκτας τε καὶ ἡμέρας τὰς τοῦ βίου τοῦ ἑαυτοῦ ἀντιπαραθέντα ταύτῃ τῇ νυκτὶ δέοι σκεψάμενον εἰπεῖν πόσας ἄμεινον καὶ ἥδιον ἡμέρας καὶ νύκτας ταύτης τῆς νυκτὸς βεβίωκεν ἐν τῷ ἑαυτοῦ βίῳ, οἶμαι ἂν μὴ ὅτι ἰδιώτην τινά, ἀλλὰ τὸν μέγαν βασιλέα εὐαριθμήτους [40e] ἂν εὑρεῖν αὐτὸν ταύτας πρὸς τὰς ἄλλας ἡμέρας καὶ νύκτας--εἰ οὖν τοιοῦτον ὁ θάνατός ἐστιν, κέρδος ἔγωγε λέγω· καὶ γὰρ οὐδὲν πλείων ὁ πᾶς χρόνος φαίνεται οὕτω δὴ εἶναι ἢ μία νύξ. εἰ δ᾽ αὖ οἷον ἀποδημῆσαί ἐστιν ὁ θάνατος ἐνθένδε εἰς ἄλλον τόπον, καὶ ἀληθῆ ἐστιν τὰ λεγόμενα, ὡς ἄρα ἐκεῖ εἰσι πάντες οἱ τεθνεῶτες, τί μεῖζον ἀγαθὸν τούτου εἴη ἄν, ὦ ἄνδρες δικασταί; εἰ γάρ τις [41a] ἀφικόμενος εἰς Ἅιδου, ἀπαλλαγεὶς τουτωνὶ τῶν φασκόντων δικαστῶν εἶναι, εὑρήσει τοὺς ὡς ἀληθῶς δικαστάς, οἵπερ καὶ λέγονται ἐκεῖ δικάζειν, Μίνως τε καὶ ῾Ραδάμανθυς καὶ Αἰακὸς καὶ Τριπτόλεμος καὶ ἄλλοι ὅσοι τῶν ἡμιθέων δίκαιοι ἐγένοντο ἐν τῷ ἑαυτῶν βίῳ, ἆρα φαύλη ἂν εἴη ἡ ἀποδημία; ἢ αὖ Ὀρφεῖ συγγενέσθαι καὶ Μουσαίῳ καὶ Ἡσιόδῳ καὶ Ὁμήρῳ ἐπὶ πόσῳ ἄν τις δέξαιτ᾽ ἂν ὑμῶν; ἐγὼ μὲν γὰρ πολλάκις ἐθέλω τεθνάναι εἰ ταῦτ᾽ ἔστιν ἀληθῆ. ἐπεὶ [41b] ἔμοιγε καὶ αὐτῷ θαυμαστὴ ἂν εἴη ἡ διατριβὴ αὐτόθι, ὁπότε ἐντύχοιμι Παλαμήδει καὶ Αἴαντι τῷ Τελαμῶνος καὶ εἴ τις ἄλλος τῶν παλαιῶν διὰ κρίσιν ἄδικον τέθνηκεν, ἀντιπαραβάλλοντι τὰ ἐμαυτοῦ πάθη πρὸς τὰ ἐκείνων--ὡς ἐγὼ οἶμαι, οὐκ ἂν ἀηδὲς εἴη--καὶ δὴ τὸ μέγιστον, τοὺς ἐκεῖ ἐξετάζοντα καὶ ἐρευνῶντα ὥσπερ τοὺς ἐνταῦθα διάγειν, τίς αὐτῶν σοφός ἐστιν καὶ τίς οἴεται μέν, ἔστιν δ᾽ οὔ. ἐπὶ πόσῳ δ᾽ ἄν τις, ὦ ἄνδρες δικασταί, δέξαιτο ἐξετάσαι τὸν ἐπὶ Τροίαν ἀγαγόντα [41c] τὴν πολλὴν στρατιὰν ἢ Ὀδυσσέα ἢ Σίσυφον ἢ ἄλλους μυρίους ἄν τις εἴποι καὶ ἄνδρας καὶ γυναῖκας, οἷς ἐκεῖ διαλέγεσθαι καὶ συνεῖναι καὶ ἐξετάζειν ἀμήχανον ἂν εἴη εὐδαιμονίας; πάντως οὐ δήπου τούτου γε ἕνεκα οἱ ἐκεῖ ἀποκτείνουσι· τά τε γὰρ ἄλλα εὐδαιμονέστεροί εἰσιν οἱ ἐκεῖ τῶν ἐνθάδε, καὶ ἤδη τὸν λοιπὸν χρόνον ἀθάνατοί εἰσιν, εἴπερ γε τὰ λεγόμενα ἀληθῆ.

ἀλλὰ καὶ ὑμᾶς χρή, ὦ ἄνδρες δικασταί, εὐέλπιδας εἶναι πρὸς τὸν θάνατον, καὶ ἕν τι τοῦτο διανοεῖσθαι ἀληθές, ὅτι [41d] οὐκ ἔστιν ἀνδρὶ ἀγαθῷ κακὸν οὐδὲν οὔτε ζῶντι οὔτε τελευτήσαντι, οὐδὲ ἀμελεῖται ὑπὸ θεῶν τὰ τούτου πράγματα· οὐδὲ τὰ ἐμὰ νῦν ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου γέγονεν, ἀλλά μοι δῆλόν ἐστι τοῦτο, ὅτι ἤδη τεθνάναι καὶ ἀπηλλάχθαι πραγμάτων βέλτιον ἦν μοι. διὰ τοῦτο καὶ ἐμὲ οὐδαμοῦ ἀπέτρεψεν τὸ σημεῖον, καὶ ἔγωγε τοῖς καταψηφισαμένοις μου καὶ τοῖς κατηγόροις οὐ πάνυ χαλεπαίνω. καίτοι οὐ ταύτῃ τῇ διανοίᾳ κατεψηφίζοντό μου καὶ κατηγόρουν, ἀλλ᾽ οἰόμενοι βλάπτειν· [41e] τοῦτο αὐτοῖς ἄξιον μέμφεσθαι. τοσόνδε μέντοι αὐτῶν δέομαι· τοὺς ὑεῖς μου, ἐπειδὰν ἡβήσωσι, τιμωρήσασθε, ὦ ἄνδρες, ταὐτὰ ταῦτα λυποῦντες ἅπερ ἐγὼ ὑμᾶς ἐλύπουν, ἐὰν ὑμῖν δοκῶσιν ἢ χρημάτων ἢ ἄλλου του πρότερον ἐπιμελεῖσθαι ἢ ἀρετῆς, καὶ ἐὰν δοκῶσί τι εἶναι μηδὲν ὄντες, ὀνειδίζετε αὐτοῖς ὥσπερ ἐγὼ ὑμῖν, ὅτι οὐκ ἐπιμελοῦνται ὧν δεῖ, καὶ οἴονταί τι εἶναι ὄντες οὐδενὸς ἄξιοι. καὶ ἐὰν [42a] ταῦτα ποιῆτε, δίκαια πεπονθὼς ἐγὼ ἔσομαι ὑφ᾽ ὑμῶν αὐτός τε καὶ οἱ ὑεῖς. ἀλλὰ γὰρ ἤδη ὥρα ἀπιέναι, ἐμοὶ μὲν ἀποθανουμένῳ, ὑμῖν δὲ βιωσομένοις· ὁπότεροι δὲ ἡμῶν ἔρχονται ἐπὶ ἄμεινον πρᾶγμα, ἄδηλον παντὶ πλὴν ἢ τῷ θεῷ.



Ἀπόδοση Πρωτοτύπου Κειμένου


Ἂς σκεφτοῦμε λοιπὸν μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἐλπίδα νὰ εἶναι ὁ θάνατος καλό. Γιατί ὁ θάνατος εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ δύο• ἤ ὁ νεκρὸς δὲν ὑπάρχει καθόλου καὶ δὲν αἰσθάνεται τίποτε ἤ, ὅπως λένε, τυχαίνει νὰ εἶναι κάποια μεταβολὴ καὶ μετοίκηση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸν ἐδῶ τόπο σὲ ἄλλον. Ἂν λοιπὸν δὲν λειτουργεῖ καμιὰ αἴσθηση, ἀλλὰ εἶναι σὰν ὕπνος, ὅταν κανένας κοιμᾶται καὶ μήτε βλέπει κανένα ὄνειρο, θαυμάσιο κέρδος θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ὁ θάνατος. Ἐγὼ δηλαδὴ νομίζω ὅτι ἂν κάποιος ἔπρεπε, ἀφοῦ διαλέξει αὐτὴ τὴ νύχτα ποὺ κοιμήθηκε ἔτσι ὥστε νὰ μὴ δεῖ οὔτε ὄνειρο, καὶ ἄν ἔπρεπε, ἀφοῦ συγκρίνει τὶς ἄλλες νύχτες καὶ μέρες τῆς ζωῆς του μὲ τὴ νύχτα ἐκείνη καὶ ἀφοῦ σκεφτεῖ, νὰ πεῖ πόσες μέρες καὶ νύχτες ἔζησε στὴ ζωὴ του καλύτερα καὶ πιὸ εὐχάριστα ἀπὸ τὴ νύχτα αὐτή, [νομίζω] ὄχι μόνο κάποιος ἰδιώτης ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ μεγάλος βασιλιὰς θὰ τὶς ἔβρισκε λιγοστὲς συγκρίνοντάς τες μὲ τὶς ἄλλες μέρες καὶ νύχτες. Ἂν λοιπὸν μία τέτοια κατάσταση εἶναι ὁ θάνατος, ἐγὼ βεβαίως τὸν θεωρῶ κέρδος·  γιατί στὴν περίπτωση αὐτὴ ἡ αἰωνιότητα δὲν φαίνεται νὰ εἶναι μακρότερη ἀπὸ μία νύχτα.

Ἂν πάλι ὁ θάνατος εἶναι σὰν μιὰ ἀποδημία ἀπὸ ἐδῶ σὲ ἄλλον τόπο, ὥστε ὅσα λέγονται εἶναι ἀληθινά, ὅτι δηλαδὴ ἐκεῖ βρίσκονται ὅλοι οἱ πεθαμένοι, ποιὸ ἀγαθὸ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ αὐτό, ἄνδρες δικαστές; Γιατί, ἂν κάποιος φτάνοντας στὸν Ἅδη, ἀφοῦ ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ αὐτοὺς ἐδῶ ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι δικαστές, θὰ βρεῖ τοὺς ἀληθινοὺς δικαστὲς ποὺ λέγεται ὅτι δικάζουν ἐκεῖ, τὸν Μίνωα, τὸν Ραδάμανθυ, τὸν Αἰακὸ καὶ τὸν Τριπτόλεμο καὶ ὅσους ἄλλους ἡμιθέους στάθηκαν δίκαιοι στὴ ζωή τους, θὰ εἶναι τάχα ἄσχημη αὐτὴ ἡ ἀποδημία; Ἤ πάλι τὴ συνάντηση μὲ τὸν Ὀρφέα, τὸν Μουσαῖο, τὸν Ἡσίοδο καὶ τὸν Ὅμηρο ἀντὶ ποιοῦ ποσοῦ θὰ τὴν πραγματοποιοῦσε κάποιος ἀπό σᾶς; Ἐγώ, βεβαίως, ἐπιθυμῶ νὰ πεθάνω πολλὲς φορὲς ἂν αὐτὰ εἶναι ἀληθινά. Κατεξοχήν, βεβαίως, γιὰ μένα τὸν ἴδιο, θὰ ἦταν ἀξιοθαύμαστη ἡ παραμονὴ ἐκεῖ, ἐπειδὴ θὰ συναντοῦσα τὸν Παλαμήδη, τὸν Αἴαντα, τὸν Τελαμῶνα καὶ ὅποιον ἄλλο ἀπὸ τοὺς παλιοὺς ποὺ πέθανε ἀπὸ ἄδικη κρίση, ἀντιπαραβάλλοντας τὰ παθήματά μου μὲ τὰ δικά τους, νομίζω δὲν θὰ ἦταν καθόλου δυσάρεστο. Δὲν σᾶς εἶπα τὸ πιὸ σπουδαῖο· νὰ περνῶ τὸν καιρό μου ἐξετάζοντας καὶ ἐρευνώντας τοὺς ἐκεῖ ὅπως τοὺς ἐδῶ· ποιὸς ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι σοφὸς καὶ ποιὸς θεωρεῖ ὅτι εἶναι καὶ δὲν εἶναι. Τί ποσό, ἄνδρες δικαστές, θὰ δεχόταν νὰ πληρώσει κανένας γιὰ νὰ ἐξετάσει ἐκεῖνον ποὺ ὁδήγησε τὴν πολυάριθμη στρατιὰ στὴν Τροία ἤ τὸν Ὀδυσσέα ἤ τὸν Σίσυφο ἤ καὶ ἀμέτρητους ἄλλους ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀναφέρει κανείς, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, μὲ τοὺς ὁποίους συνομιλώντας ἐκεῖ, κάνοντας παρέα μαζί τους καὶ ἐξετάζοντάς τους θὰ ἦταν ὁπωσδήποτε ἀνείπωτη εὐτυχία; Πάντως σὲ καμιὰ περίπτωση γιὰ κάτι τέτοιο, ὅσοι εἶναι ἐκεῖ ἀσφαλῶς δὲν σκοτώνουν. Καὶ γιὰ τὰ ἄλλα οἱ ἐκεῖ εἶναι πιὸ εὐτυχισμένοι ἀπὸ τοὺς ἐδῶ καὶ ἐπιπλέον στὸν ὑπόλοιπο χρόνο εἶναι ἀθάνατοι, ἂν βεβαίως ὅσα λέγονται εἶναι ἀληθινά.

Ἀλλὰ κι ἐσεῖς, ἄνδρες δικαστές, πρέπει νὰ εἶστε αἰσιόδοξοι ἀπέναντι στὸν θάνατο καὶ νὰ νομίζετε ἕνα, δηλαδὴ τοῦτο, ὅτι εἶναι ἀληθινό: Δὲν ὑπάρχει γιὰ τὸν ἐνάρετο ἄνδρα κακὸ οὔτε ὅταν ζεῖ οὔτε ὅταν πεθάνει· οὔτε οἱ θεοὶ ἀμελοῦν τὶς ὑποθέσεις του. Οὔτε καὶ τὰ δικά μου τώρα ἔγιναν ἀπὸ μόνα τους, ἄλλα ἦταν φανερὸ σ' ἔμενα τοῦτο, ὅτι μοῦ ἦταν καλύτερο νὰ πεθάνω πλέον καὶ νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Γι' αὐτὸ καὶ ἐμένα πουθενὰ δὲν μὲ ἀπέτρεψε τὸ σημεῖο καὶ ἐγώ, βεβαίως, δὲν κρατῶ καμιὰ κακία σ' αὐτοὺς ποὺ μὲ καταδίκασαν μὲ τὴν ψῆφο τους καὶ στοὺς κατηγόρους μου. Παρ' ὅλο ποὺ δὲν ἐπιδίωκαν νὰ μὲ καταδικάσουν καὶ δὲν μὲ κατηγόρησαν μὲ τέτοια σκέψη, ἀλλὰ πιστεύοντας ὅτι μοῦ ἔκαναν κακό. Ἀξίζει γι' αὐτὸ νὰ τοὺς κατηγορήσει κανένας.

Ὡστόσο τόσο λίγο τοὺς παρακαλῶ τοὺς γιούς μου, ὅταν γίνουν ἔφηβοι, νὰ τοὺς τιμωρήσετε, ἄνδρες, στενοχωρώντας τους μὲ αὐτὰ τὰ ἴδια ποὺ στενοχωροῦσα κι ἐγὼ ἐσᾶς, ἂν νομίζετε ὅτι νοιάζονται γιὰ χρήματα ἤ γιὰ κάτι ἄλλο περισσότερο παρὰ γιὰ τὴν ἀρετή. Καὶ ἂν νομίζουν πὼς εἶναι κάτι, ἐνῷ δὲν εἶναι τίποτε, νὰ τοὺς ἐπικρίνετε ὅπως σᾶς ἐπέκρινα ἐγώ, γιατί δὲν νοιάζονται γιὰ κεῖνα ποὺ πρέπει καὶ νομίζουν ὅτι εἶναι κάτι, ἐνῷ δὲν ἀξίζουν τίποτε. Καὶ ἂν κάνετε αὐτά, τότε καὶ ἐγὼ θὰ ἔχω βρεῖ τὸ δίκιο μου ἀπό σᾶς καὶ οἱ γιοί μου.

Ἄλλα τώρα πιὰ [αὐτὸ μπορῶ νὰ σᾶς πῶ ἀκόμα] εἶναι καιρὸς νὰ φύγουμε, ἐγὼ γιὰ νὰ πεθάνω κι ἐσεῖς γιὰ νὰ συνεχίσετε τὴ ζωή σας. Ποιὸς ἀπὸ μᾶς κατευθύνεται πρὸς τὸ καλύτερο εἶναι ἄγνωστο σὲ ὅλους ἐκτὸς ἀπὸ τὸν θεὸ







 ΠΛ Απολ 40c–42a

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Οἱ λύκοι.

τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ



Βοσκοί, στὴ μάντρα τῆς Πολιτείας οἱ λύκοι! Οἱ λύκοι!
Στὰ ὅπλα, Ἀκρῖτες! Μακριὰ καὶ οἱ φαῦλοι καὶ οἱ περιττοί,
καλαμαρᾶδες καὶ δημοκόποι καὶ μπολσεβίκοι,
γιὰ λόγους ἄδειους ἢ γιὰ τοῦ ὀλέθρου τὰ ἔργα βαλτοί.

(Ἀπ᾿ τῆς μαυρίλας τῆς ἀραχνίλας τὴν ἀποθήκη
 σὲ σκονισμένα γυαλιὰ κλεισμένο, παλιὸ κρασί,
 τῶν ἑκατό σου χρονῶν ἀνοίγω τὸ ἀρχοντιλίκι
 στοῦ ἡλιοῦ τὸ φέγγος, τί σὲ προσμένουν οἱ δυνατοὶ

ξανὰ σὰν πάντα καὶ γιὰ τὴ μάχη καὶ γιὰ τὴ νίκη
νὰ τοὺς φτερώσεις τὸ πάτημά τους ὅπου πατεῖ.
Σ᾿ ἐμὲ -κελλάρης λυράρης εἶμαι,- σ᾿ ἐμένα ἀνήκει
νὰ τὸ κεράσω στὰ νέα ποτήρια τὸ ἀρχαῖο πιοτί).

Βοσκοὶ καὶ σκύλοι, λῶβα καὶ ψώρα. Τ᾿ ἀρνιά; Μουζίκοι.
Ὁ λαός; Ὄνομα. Σκλάβος πλέμπας δούλα κ᾿ ἡ ὀργή,
Δίκη ἀπὸ πάνω θεία τῶν ἀστόχαστων καταδίκη
καὶ λογαριάζει καὶ ξεπλερώνει ὅσο ἂν ἀργεῖ.

Τραγουδημένη κλεφτουριά, Γένος, ἀρματολίκι,
τὰ ξεγραμμένα καὶ τὰ τριμμένα ψέματα, ἀχνοί,
Ἰδέα βυζάχτρα τῶν τετρακόσιων χρόνων, ἡ φρίκη
τώρα, τὸ μάθημα τῶν Ἑλλήνων ὡς χτές, ἐσὺ

τοῦ ραγιᾶ μάνα βιβλικό, πλάσμα ὀρφικό, Εὐρυδίκη,
τοῦ πανελλήνιου μεγαλονείρου χρυσοπηγή,
μᾶς τὸν καθρέφτιζες μέσ᾿ στῆς Πόλης τὸ βασιλίκι
τὸν ξυπνημένο Μαρμαρωμένο, κυνηγητὴ

τοῦ Ἰσλάμ. Ἡ Θρᾴκη προικιό του, ὢ δόξα! Καὶ ἀπανωπροίκι
μιὰ Ἑλλάδα πάλε στὴν τουρκεμένην Ἀνατολή,
τῆς Ἰωνίας γλυκοξημέρωμα.... Οἱ λύκοι! Οἱ λύκοι!
κ᾿ οἱ βοσκοὶ ἀνάξιοι, λύκοι καὶ οἱ σκύλοι κ᾿ οἱ ἀντρεῖοι δειλοί.

Στῆς Πολιτείας τὴ μάντρα οἱ λύκοι! Παντοῦ εἶναι λύκοι!
Ξανὰ στὰ Τάρταρα ἴσκιος, τοῦ ψάλτη λατρεία κ᾿ ἐσύ.
Ψόφια ὅλη ἡ στάνη. Φέρτε νὰ πιοῦμε, κούφιο νταηλίκι,
γιὰ τὸ ἀποκάρωμα ποὺ μᾶς πρέπει, κι ὅποιο κρασί. 


Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

Οἱ μυστικοὶ ἀριθμοὶ ἑπτὰ καὶ ἐννέα (στὸν σαμανισμὸ).

τοῦ Mircea Eliade



Ἡ ταύτιση τοῦ Κοσμικοῦ Δέντρου μὲ τὰ κλαδιὰ μὲ τοὺς ἑπτὰ πλανητικοὺς οὐρανοὺς ὀφείλεται σίγουρα σὲ ἐπιδράσεις μεσοποταμιακῆς προελεύσεως. Ἀλλά, αὐτὸ δὲ σημαίνει ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ Κοσμικοῦ Δέντρου = Ἄξονα τοῦ Κόσμου μεταφέρθηκε στοὺς Τουρκο-Τάταρους καὶ τοὺς ἄλλους σιβηρικοὺς πληθυσμοὺς ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς ἐπιδράσεις. Ἡ ἄνοδος στὸν Οὐρανὸ κατὰ μήκος τοῦ Ἄξονα τοῦ Κόσμου εἶναι μιὰ παγκόσμια καὶ ἀρχαϊκὴ ἰδέα προγενέστερη τῆς ἰδέας τῆς διάβασης τῶν ἑπτὰ οὐρανίων περιοχῶν (=πλανητικῶν οὐρανῶν), ὑ ὁποία δὲν μπόρεσε νὰ διαδοθεῖ στὴν κεντρικὴ Ἀσία παρὰ πολὺ μετὰ τὶς μεσοποταμιακὲς μελέτες πάνω στοὺς ἑπτὰ πλανήτες. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ θρησκευτικὴ ἀξία τοῦ ἀριθμοῦ τρία ποὺ συμβολίζει τὶς τρεῖς κοσμικὲς περιοχὲς – προηγήθηκε τῆς ἀξίας τοῦ ἀριθμοῦ ἑπτά. Μιλοῦν ἐπίσης γιὰ ἐννέα οὐρανοὺς (καὶ γιὰ ἐννέα θεούς, ἐννέα κλαδιὰ τοῦ Κοσμικοῦ Δέντρου, κλπ.), μυστικοῦ ἀριθμοῦ ποὺ ἐξηγείται πιθανῶς σὰν 3Χ3 καὶ θεωρείται κατὰ συνέπειαν ὅτι ἀποτελεῖ μέρος ἑνὸς συμβολισμοῦ πιὸ ἀρχαϊκοῦ ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἀποκαλύπτει ὁ ἀριθμὸς ἑπτά, μεσοποταμιακῆς προελεύσεως.

Ὁ σαμάνος σκαρφαλώνει σ' ἕνα δέντρο ἢ σὲ μιὰ σημύδα χαραγμένη μὲ 7 ἢ 9 τάπτυ ποὺ ἀντιπροσωπεύουν τὰ ἑπτά ἢ ἐννέα οὐράνια ἐπίπεδα. Τὰ «ἐμπόδια» (πουτάκι) ποὺ πρέπει νὰ νικήσει εἶναι στὴν πραγματικότητα, ὅπως παρατήρησε ὁ Ἁνοσίν (Materialy, σ. 9), οἱ οὐρανοὶ ποὺ ὁ σαμάνος πρέπει νὰ διαπεράσει. Ὅταν οἱ Γιακούτες κάνουν αἰματηρὲς θυσίες, οἱ σαμάνοι τοὺς ὑψώνουν στὸν ἀέρα ἕνα δέντρο μὲ ἐννέα σκαλιὰ (ταπτύ) καὶ τὸ ἀνεβαίνουν γιὰ νὰ φέρουν τὴν προσφορὰ μέχρι τὸν Αϊ-Τοζόν. Ἡ μύηση τῶν σαμάνων Σίμπο ποὺ συγγενεύουν μὲ τοὺς Τουνγκοὺζ περιλαμβάνει, ὅπως εἴδαμε, τὴν παρουσία ἑνὸς δέντρου μὲ σκαλιά. Ὁ σαμάνος ἔχει ἕνα ἄλλο, μικρότερο, χαραγμένο μὲ 9 τάπτυ μέσα στὴ γιούρτ (Χάρβα, Die religiosen Vorstellungen σ. 50). Εἶναι ἐπὶ πλέον δείγμα ποὺ φανερώνει τὴν ἰκανότητά του γιὰ ἐκστατικὸ ταξίδι στὶς οὐράνιες περιοχές.

Εἴδαμε ὅτι οἱ Κοσμικὲς Κολώνες τῶν Ὀστιακῶν ἔφεραν ἑπτὰ ἐγκοπές (βλ. πιὸ πάνω, Κεφ. VIII σ. 16). Οἱ Βογούλοι φαντάζονται ὅτι ἀγγίζουν τὸν Οὐρανὸ ἀνεβαίνοντας μιὰ σκάλα μὲ ἑπτὰ σκαλοπάτια. Σ' ὁλόκληρη τὴ νοτιοανατολικὴ Σιβηρία, ἡ ἀντίληψη τῶν ἑπτὰ οὐρανῶν εἶναι γενική. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ μόνη: ἡ εἰκόνα τῶν ἐννέα οὐράνιων ἐπιπέδων ἢ ἀκόμα τῶν 16, 17 καὶ μάλιστα 33 οὐρανῶν δὲν εἶναι λιγότερο διαδεδομένη. Ὅπως θὰ δοῦμε σύντομα, ὁ ἀριθμὸς τῶν οὐρανῶν δὲν βρίσκεται σὲ σχέση μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν θεῶν. Οἱ συσχετισμοὶ ἀνάμεσα στὸ πάνθεο καὶ τὸν ἀριθμὸ τῶν οὐρανῶν φαίνονται καμιὰ φορὰ ἀρκετὰ βεβιασμένοι.

Ἔτσι οἱ Ἀλταϊκοὶ μιλᾶνε τόσο γιὰ ἑπτὰ οὐρανούς, ὅσο καὶ γιὰ 12, 16 ή 17 (Ῥαντλώβ, Aus Sibirien, II σ. 6). Στοὺς Τελεοΰτες τὸ σαμανικὸ δέντρο ἔχει 16 ἐγκοπές, ποὺ ἀντιπροσωπεύουν ἄλλα τόσα οὐράνια ἐπίπεδα (Χάρβα, ομ. σ. 52). Στὸν πιὸ ψηλὸ οὐρανὸ κατοικεῖ ὁ Τέγκερε Κάιρα Κάν, «ὁ σπλαχνικὸς Αὐτοκράτορας Οὐρανός». Στὰ τρία κατώτερα πατώματα βρίσκονται οἱ τρεῖς βασικοὶ θεοὶ ποὺ ἔφτιαξε ὁ Τέγκερε Κάιρα Κὰν χάρη σ' ἕνα εἶδος ἀναθυμιάσεων: ὁ Μπάι Οὐλγκὰν κατοικεῖ στὸν 16ο πάνω σ' ἕνα θρόνο ἀπὸ χρυσό, στὴν κορυφὴ ἑνὸς χρυσοῦ βουνοῦ. Ὁ Κουσούγκαν Τέγκερε, «ὁ Πολὺ Δυνατός», στὸν 9ο (δὲν δίνουν καμιὰ πληροφορία γιὰ τοὺς κατοίκους τοῦ 15ου μέχρι τοῦ 10ου οὐρανοῦ). Ὁ Μέργκεν Τέγκερε, ὁ «Πάνσοφος», στὸν 7ο οὐρανό, ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται ἐπίσης ὁ Ἥλιος. Στὰ ἄλλα κατώτερα πατώματα κατοικοῦν οἱ ὑπόλοιποι θεοὶ καὶ πολλὰ ἄλλα ἠμιθεϊκὰ πρόσωπα (Ραντλώβ, ομ. σ. 7).

Ὁ Ἀνοσὶν βρῆκε, στουὺς ἴδιους Τατάρους τοῦ Ἀλτάι μιὰ τελείως διαφορετικὴ παράδοση (Materialy, σ. 9): ὁ Μπάι Οὐλγκάν, ὁ ἀνώτατος θεός, κατοικεῖ στὸν ἀνώτατο οὐρανὸ – τὸν ἔβδομο. Ὁ Τέγκερε Κάιρα Κὰν δὲν παίζει πιὰ κανένα ῥόλο (παρατηρήσαμε ἤδη ὅτι ἐξαφανίζεται ἀπὸ τὴν θρησκευτικὴ ἐπικαιρότητα). Οἱ ἑπτὰ Γιοὶ καὶ οἱ ἐννέα Κόρες τοῦ Ουλγκὰν κατοικοῦν ἐπίσης στοὺς Οὐρανούς, ἀλλὰ δὲν καθορίζεται σὲ ποιούς.

Ἡ ὁμάδα ἀπὸ ἑπτὰ ἢ ἐννέα Γιοὺς (ἢ «Ὑπηρέτες») τοῦ οὐράνιου θεοῦ συναντάται συχνὰ στὴν κεντρικὴ καὶ βόρειο Ἀσία, ὅσο καὶ στοὺς Φιννοούγγρους καὶ τοὺς Τουρκο-Τάταρους. Οἱ Βογούλοι γνωρίζουν ἑπτὰ Γιοὺς τοῦ Θεοῦ, οἱ Βαζιούγκαν-Ὀστιάκοι μιλοῦν γιὰ Ἑπτὰ Θεοὺς μοιρασμένους στοὺς Ἑπτὰ Οὐρανοὺς: στὸν πιὸ ψηλὸ βρίσκεται ὁ Νουμ-Ταρέμ, οἱ ἄλλοι ἕξι θεοὶ ὀνομάζονται «οἱ φύλακες τοῦ Οὐρανοῦ» (Τορέμ-Καρεβέλ) ἢ «οἱ Dolmetchers τοῦ Οὐρανοῦ»). Μιὰ ὁμάδα ἀπὸ Ἑπτὰ ἀνώτατους Θεοὺς συναντάται ἐπίσης στοὺς Γιακούτες. Στὴν μογγολικὴ μυθολογία μιλοῦν, ἀντίθετα, γιὰ «Ἐννέα Γιοὺς τοῦ Θεοῦ» ἢ «Ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ», ποὺ εἶναι συγχρόνως οἱ θεοὶ προστάτες (σούλντε-τενγκρί) καὶ οἱ θεοὶ πολεμιστὲς. Οἱ Μπουριὰτ γνωρίζουν ἀκόμη τὰ ὀνόματα αὐτῶν τῶν ἐννέα Γιῶν τοῦ ἀνώτατου Θεοῦ, ἀλλὰ ποικίλουν ἀπ' τὴ μιὰ περιοχὴ στὴν ἄλλη. Ὁ ἀριθμὸς ἐπανέρχεται ἐπίσης στοὺς τύπους τῶν Τσουβᾶς τοῦ Βόλγα καὶ τοὺς Τσερεμίς (Χάρβα, ομ. σ. 162).

Πέρα ἀπὸ αὐτὲς τὶς ὁμάδες τῶν ἑπτὰ ἢ ἐννέα θεῶν, καὶ τὶς σχετικὲς εἰκόνες τῶν ἑπτὰ ἢ ἐννέα οὐρανῶν, συναντάμε στὴν κεντρικὴ Ἀσία ὁμάδς πιὸ πολυάριθμες, ὅπως τοὺς 33 θεούς (Τένγκερι, ποὺ κατοικοῦν στὸ Σούμερου καὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἰνδικῆς προελεύσεως (ομ. σ. 164). Ὁ Βερμπίτσκι βρῆκε τὴν ἰδέα τῶν 33 θεῶν στοὺς Ἀλταϊκούς, καὶ ὁ Κατάνωβ τὴν συνάντησε ἐπίσης στοὺς Σογιότες (ὀμ. σ. 52). Ἐν τούτοις ἡ συχνότητα αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ εἶναι ἐξαιρετικὰ περιορισμένη, καὶ μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε πὼς εἶναι μιὰ πρόσφατη προσθήκη, πιθανῶς ἰνδικῆς προελεύσεως. Στοὺς Μπουριάτ, ὁ ἀριθμὸς τῶν θεῶν εἶναι τρεῖς φορὲς πιὸ μεγάλος: 99 θεοί, χωρισμένοι σὲ καλοὺς καὶ κακοὺς καὶ μοιρασμένοι σὲ περιοχὲς: 55 καλοὶ θεοὶ στὶς νοτιο-δυτικὲς περιοχές, καὶ 44 κακοὶ στὶς βόρειο-ἀνατολικές. Αὐτὲς οἱ δύο ὁμάδες τῶν θεῶν βρίσκονται σὲ πόλεμο ἀπὸ πολὺ παλιά. Οἱ Μόγγολοι ἐπίσης γνώριζαν ἄλλοτε 99 Τέγκρι (Χάρβα, σ. 165). Ἀλλὰ οὔτε οἱ Μπουριάτ, οὔτε οἱ Μόγγολοι δὲν μποροῦν νὰ ποῦν τίποτα τὸ συγκεκριμένο γιὰ αὐτοὺς τοὺς θεούς, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα εἶναι σκοτεινὰ καὶ ψεύτικα.

Πρέπει νὰ θυμόμαστε πάντα ὅτι ἡ πίστη σ' ἕναν ἀνώτατο οὐράνιο θεὸ εἶναι χαρακτηριστικὴ καὶ πολὺ παλιὰ στὴν κεντρικὴ Ἀσία καὶ στὶς ἀρκτικές περιοχές (Ελιάντ, Traite, σ. 63). Ὅπως καὶ ἡ πίστη στοὺς «Γιοὺς τοῦ Θεοῦ», ἂν καὶ ὁ ἀριθμὸς ἑπτὰ παρουσιάζει μιὰ ἀνατολική ἐπίδραση καί, συνεπῶς, πιὸ πρόσφατη. Εἶναι πιθανό, ὅτι ἡ σαμανικὴ ἰδεολογία ἔπαιξε ἕνα ῥόλο στὴν διάδοση τοῦ ἀριθμοῦ ἑπτά. Ὁ Γκὰς σκέπτεται ὅτι τὸ μυθικο-πολιτιστικὸ σύμπλεγμα τοῦ σεληνιακοῦ Προγόνου σχετίζεται μὲ τὰ εἴδωλα μὲ τὶς ἑπτὰ ἐγκοπὲς καὶ τὸ Δέντρο-Ἀνθρωπότητα μὲ τὰ ἑπτὰ κλαδιὰ καθῶς καὶ μὲ τὶς περιοδικὲς καὶ «σαμανιστικὲς» αἰματηρὲς θυσίες, μεσημβρινῆς προελεύσεως, ποὺ ἀντικατέστησαν τὶς ἀναίμακτες θυσίες (προσφορὲς τοῦ κεφαλιοῦ καὶ τῶν ὀστῶν στοὺς ἀνώτατους οὐράνιους θεούς. Ὅ,τι κι ἂν εἶναι, στοὺς Γιουράκ-Σαμογέτες, τὸ Πνεύμα τῆς Γῆς ἔχει ἑπτὰ γιοὺς καὶ τὰ εἴδωλα (Σζααντάι) ἑπτὰ ἐγκοπές. Καὶ αὐτὰ τὰ Σζαντάι ἔχουν σχέση μὲ τὰ ἱερὰ δέντρα. Εἴδαμε πὼς ὁ σαμάνος ἔχει πάνω στὸ κοστούμι του ἑπτὰ κουδουνάκια ποὺ ἀντιπροσωπεύουν τὶς φωνὲς τῶν ἑπτὰ οὐράνιων θυγατέρων (Μιχαηλόβσκι, Shamanism, σ. 84). Στοὺς Ὀστιάκους τοῦ Γενισέι, ὁ μελλοντικὸς σαμάνος ἀποτραβιέται στὴν μοναξιά, ψήνει ἕνα σκίουρο, τὸν κάνει ὁκτὼ κομμάτια, τρώει τὰ ἑπτὰ καὶ πετάει τὸ ὅγδοο. Μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ μέρες ξαναγυρίζει στὸ ἴδιο μέρος καὶ δέχεται ἕνα σημάδι ποὺ ἀποφασίζει γιὰ τὴν κλήση του. Ὁ μυστικὸς ἀριθμὸς ἑπτὰ παίζει πιθανῶς ἕνα σημαντικὸ ῥόλο στὴν τεχνικὴ καὶ τὴν ἔκσταση τοῦ σαμάνου γιατί, στοὺς Γιουράκ-Σαμογέτες ὁ μελλοντικὸς σαμάνος κείται ἑπτὰ ἠμέρες καὶ ἑπτὰ νύχτες ἀναίσθητος ἐνῶ τὰ πνεύματα τὸν κόβουν καὶ προχωροῦν στὴν μύηση (Λετίζαλο, Entwurf, σ. 147). Οἱ Ὀστιάκοι σαμάνοι καὶ οἱ Λάπωνες τρῶνε μανιτάρια μὲ ἑπτὰ βούλες γιὰ νὰ περιέλθουν σὲ τρόμο, ὁ λάπωνας σαμάνος δέχεται ἀπὸ τὸν δάσκαλό του ἕνα μανιτάρι μὲ ἑπτὰ βούλες (Ιτκόνεν, σ. 159). Ὁ σαμάνος γιουρὰκ σαμογὲντ ἔχει ἕνα γάντι μὲ ἑπτὰ δάκτυλα (Λετιζάλο σ. 147). Ὁ φιννοούγγρος σαμάνος ἔχει ἑπτὰ βοηθητικά πνεύματα (Καρζαλάινεν, ΙΙΙ σ. 311), κλπ. Μπορέσαμε νὰ δείξουν ὅτι, στοὺς Ὀστιάκους καὶ τοὺς Βογούλους, ἡ σημασία τοῦ ἀριθμοῦ ἑπτὰ ὀφείλεται στὶς συγκεκριμένες ἐπιδράσεις τῆς ἀρχαίας Ἀνατολῆς – καὶ εἶναι ἀναμφίβολο ὅτι τὸ ἴδιο φαινόμενο παρουσιάστηκε στὴν ὑπόλοιπη κεντρικὴ καὶ βόρεια Ἀσία.

Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἔρευνά μας, εἶναι ὅτι ὁ σαμάνος φαίνεται νὰ γνωρίζει ἄμεσα ὅλους τοὺς οὐρανοὺς καί, συνεπῶς, ὅλους τοὺς θεοὺς καὶ ἠμίθεους ποὺ τοὺς κατοικοῦν. Πράγματι, τὸ ὅτι μπορεῖ νὰ διαπερνᾶ διαδοχικὰ τὶς οὐράνιες περιοχές, εἶναι γιατὶ βοηθείται ἀπὸ τοὺς κατοίκους τους καί, πρὶν νὰ μπορέσει νὰ μιλήσει στὸν Μπάι-Οὐλγκάν, συζητάει μὲ τὰ ἄλλα οὐράνια πρόσωπα καὶ τοὺς ζητάει ὑποστήριξη καὶ προστασία. Ὁ σαμάνος ἀποδεικνύει μιὰ ὅμοια ἐμπειρικὴ γνώση γιὰ ὅ,τι ἀφορᾶ τὶς περιοχὲς τοῦ ὑπόγειου κόσμου. Ἡ εἴσοδος στὸν κάτω κόσμο θεωρείται ἀπὸ τοὺς Ἀλταϊκοὺς σὰν ἕνα «Ἄνοιγμα γιὰ τὸν καπνὸ» τῆς Γῆς, καὶ βρίσκεται, ἐννοείται, στὸ «Κέντρο» (στὸν Βορρᾶ, σύμφωνα μὲ τοὺς μύθους τῆς Κεντρικῆς Ἀσίας, ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὸ Κέντρο τοῦ Οὐρανοῦ. Χάρβα, Die religiosen Vorstellungen, σ. 54. γνωρίζουμε ὅτι ὁ «Βορρᾶς» ἔχει ἐξομοιωθεῖ μὲ τὸ «Κέντρο» σ' ὅλη τὴν ἀσιατικὴ περιοχή, ἀπὸ τὴν Ἰνδία ὡς τὴ Σιβηρία). Γιὰ λόγους συμμετρίας, φαντάστηκαν, γιὰ τὸν Κάτω Κόσμο, τὸν ἴδιο ἀριθμὸ πατωμάτων ὅπως καὶ γιὰ τὸν Οὐρανὸ = ἑπτὰ ἢ ἐννέα γιὰ τὴν πλειοψηφία τῶν πληθυσμῶν τῆς κεντρικῆς καὶ βόρειας Ἀσίας. Εἴδαμε ὅτι ὁ σαμάνος ἀλτάικ διασχίζει διαδοχικὰ τὰ ἑπτὰ «ἐμπόδια» ἢ (πουντὰκ) τοῦ Κάτω Κόσμου. Πράγματι πάντοτε αὐτὸς καὶ μόνον αὐτός, διαθέτει μιὰ ἐμπειρικὴ γνώση τοῦ Κάτω Κόσμου γιατὶ εἰσχωρεῖ ἐκεῖ ὅσο εἶναι ζωντανός, ὅπως σκαρφαλώνει καὶ κατεβαίνει τοὺς ἑπτὰ ἤ ἐννέα οὐρανούς.



MIRCEA ELIADE
  «ΣΑΜΑΝΙΣΜΟΣ»
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΜΠΟΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΗ 1978 (2η ΕΚΔΟΣΗ 1999)

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Τὸ πλοῖο τῶν ἠλιθίων.

τοῦ Ted Kaczynski (Unabomber)



«Τρέμω ἀπὸ τὸ κρῦο», εἶπε ἕνας ῥωμαλέος ναυτικός. «Αὐτὸ εἶναι τὸ χειρότερο ταξίδι ποὺ ἔχω βρεθεῖ. Τὸ κατάστρωμα εἶναι γλιστερὸ ἀπὸ τὸν πάγο. Ὅταν εἶμαι στὸ παρατηρητήριο ὁ ἀέρας περνᾶ τὸ πανωφόρι μου σὰν μαχαῖρι. Κάθε φορὰ ποὺ δένω τὸ πανὶ τῆς πλώρης τὰ δάχτυλά μου πάνε νὰ παγώσουν. Καὶ γιὰ ὅλα αὐτὰ παίρνω μόνο πέντε πενιχρὰ σελίνια τὸ μήνα».

«Νομίζεις ὅτι ἐσύ μόνον τήν ἔχεις ἄσχημα;», εἶπε μιὰ γυναῖκα ἐπιβάτης. «Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ κοιμηθῶ τὸ βράδυ ἀπὸ τὸ κρῦο. Οἱ κυρίες σὲ αὐτὸ τὸ πλοῖο δὲν παίρνουν ὅσες κουβέρτες παίρνουν οἱ ἄντρες. Αὐτὸ δὲν εἶναι δίκαιο».

Ἕνας μεξικανὸς ναύτης παρεμβαίνει στὴν συζήτηση. «Ἐγὼ παίρνω μόνο τὸν μιςὸ μισθὸ ἀπὸ ὅτι παίρνουν οἱ ἄγγλοι ναῦτες. Χρειαζόμαστε ἀρκετὴ ποσότητα φαγητοῦ γιὰ νὰ εἴμαστε ζεστοὶ σὲ αὐτὸ τὸ κλίμα καὶ δὲν παίρνω τὸ μερίδιό μου. Οἱ Ἄγγλοι παίρνουν περισσότερο. Καὶ τὸ χειρότερο ἀπὸ ὅλα εἶναι ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ μοῦ δίνουν διαταγὲς στὰ ἀγγλικὰ ἀντὶ στὰ ἱσπανικά».

«Ἐγὼ ἔχω περισσότερους λόγους νὰ διαμαρτύρομαι ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλο», εἶπε ἕνας Ἰνδιάνος ναύτης. «Ἂν τὰ χλωμὰ πρόσωπα δὲν μοῦ εἶχαν κλέψει τὴν προγονική μου γῆ, δὲ θὰ ἦμουν κἄν σὲ αὐτὸ τὸ πλοῖο μέσα στὰ παγόβουνα καὶ τοὺς ἀρκτικοὺς ἀνέμους. Θὰ ἦμουν σὲ ἕνα κανὸ καὶ θὰ κωπηλατούσα σὲ μιὰ ὡραία γαλήνια λίμνη. Μοῦ ἀξίζει ἀποζημίωση. Τουλάχιστον ὁ καπετάνιος πρέπει νὰ μὲ ἀφήσει νὰ παίζω ζάρια γιὰ νὰ βγάζω μερικὰ λεφτά».

Ὁ λοστρόμος τότε φώναξε: «Χτὲς ὁ πρῶτος ἀξιωματικὸς μὲ ἀποκάλεσε «πούστη» μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ παίρνω πίπες. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παίρνω πίπες χωρὶς νὰ μοῦ ἀποδίδουν τέτοιους χαρακτηρισμούς».

«Δὲν εἶναι μόνο οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν κακὴ μεταχείριση σ’ αὐτὸ τὸ πλοῖο…», παρενέβη μιὰ φιλόζωη ἀπὸ τοὺς ἐπιβάτες, μὲ φωνὴ τρεμάμενη ἀπὸ ἀγανάκτηση, «…γιατὶ τὴν τελευταία ἐβδομάδα εἶδα τὸν δεύτερο ἀξιωματικὰ νὰ κλοτσᾶ τὸν σκῦλο τοῦ πλοίου δύο φορές».

Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιβάτες ἦταν καθηγητὴς κολεγίου. Σηκώνει τὰ χέρια καὶ κραυγάζει: «Ῥατσισμός, σεξισμός, εἰδισμός, ὀμοφοβία καὶ ἐκμετάλλευση τῆς ἐργατικῆς τάξης! Εἶναι διακρίσεις! Πρέπει νὰ ἔχουμε κοινωνικὴ δικαιοσύνη: ἴσους μισθοὺς γιὰ τοὺς μεξικανοὺς ναῦτες, ὑψηλότερους μισθοὺς γιὰ ὅλους τοὺς ναῦτες, ἀποζημίωση γιὰ τὸν Ἰνδιάνο, ἴσο ἀριθμὸ κουβερτῶν γιὰ τὶς κυρίες, ἐγγυημένο δικαίωμα τὸ νὰ παίρνει πίπες κανεῖς καὶ ὄχι ἄλλες κλωτσιὲς στὸν σκῦλο».

«ΝΑΙ-ΝΑΙ», φωνάζουν οἱ ἐπιβάτες. «ΝΑΙ-ΝΑΙ», φωνάζει καὶ τὸ πλήρωμα. «Εἶναι διακρίσεις πρέπει νὰ ἀπαιτήσουμε τὰ δικαιώματά μας».

Ὁ μικρὸς καμαρότος καθάρισε τὸ λαιμό του :

«Χμ. Χμ. Ὅλοι ἔχετε καλοὺς λόγους γιὰ νὰ παραπονιέστε. Ἀλλὰ ἐμένα μοῦ φαίνεται ὅτι αὐτὸ ποὺ πρέπει πραγματικὰ νὰ κάνουμε εἶναι νὰ γυρίσουμε αὐτὸ τὸ πλοῖο πρὸς τὰ πίσω καὶ νὰ πάμε νότια. Γιατὶ ἄν συνεχίσουμε νὰ πηγαίνουμε βόρεια σίγουρα θὰ ναυαγήσουμε ἀργὰ ἢ γρήγορα καὶ τότε οἱ μισθοί σας, οἱ κουβέρτες σας καὶ τὸ δικαίωμα νὰ παίρνετε πίπες δὲ θὰ προσφέρουν τίποτα γιατὶ θὰ ἔχουμε πνιγεῖ ὅλοι».

Ἀλλὰ κανεῖς δὲν τοῦ ἔδωσε σημασία γιατὶ ἦταν ἕνας μικρὸς καμαρότος.

Ὁ καπετάνιος καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἀπὸ τὴν βάση τους στὸ πρυμναῖο κατάστρωμα, ἔβλεπαν καὶ ἄκουγαν. Τώρα αὐτοὶ χαμογελοῦν καὶ κλείνουν τὸ μάτι ὁ ἕνας στὸν ἄλλο. Μὲ ἕνα νεύμα τοῦ καπετάνιου ὁ τρίτος ἀξιωματικὸς κατέβηκε ἀπὸ τὸ πρυμναῖο κατάστρωμα, σουλατσάρισε μέχρι ἐκεῖ ποὺ εἶχαν συγκεντρωθεῖ οἱ ἐπιβάτες καὶ τὸ πλήρωμα καὶ σπρώχνοντας μὲ τὸν ὦμο του μπῆκε ἀνάμεσά τους. Πῆρε μιὰ πολὺ σοβαρὴ ἔκφραση στὸ πρόσωπό του καὶ μίλησε ἔτσι: «Ἐμεῖς οἱ ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ παραδεχτοῦμε ὅτι κάποια πραγματικὰ ἀσυγχώρητα πράγματα συμβαίνουν σὲ αὐτὸ τὸ πλοῖο. Δὲν εἴχαμε συνειδητοποιήσει πόσο ἄσχημα ἦταν τὰ πράγματα μέχρι ποὺ ἀκούσαμε τὰ παράπονά σας. Ἐμεῖς εἴμαστε ἄντρες μὲ καλὴ θέληση καὶ θέλουμε νὰ εἴμαστε σωστοὶ μαζί σας. Ἀλλὰ ὅμως ὁ καπετάνιος εἶναι σχετικὰ συντηρητικὸς καὶ ἐπιβάλει τὶς δικές του θέσεις, Μάλλον χρειάζεται ἕνα μικρὸ σκούντημα πρὶν κάνει ὁποιαδήποτε ἀπτὴ ἀλλαγή. Ἡ προσωπική μου γνώμη εἶναι ὅτι ἂν διαμαρτύρεστε ἔντονα – ἀλλὰ πάντα εἰρηνικὰ καὶ χωρὶς νὰ παραβιάζετε τοὺς κανόνες τοῦ πλοίου – θὰ ταρακουνήσετε τὸν καπετάνιο ποὺ ἀδρανεῖ καὶ θὰ τὸν ἀναγκάσετε νὰ καταπιαστεῖ μὲ τὰ προβλήματα γιὰ τὰ ὁποία τόσο δίκαια διαμαρτύρεστε».

Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ ὁ τρίτος ἀξιωματικὸς γύρισε πίσω στὸ πρυμναῖο κατάστρωμα. Καθῶς πήγαινε, τὸ πλήρωμα καὶ οἱ ἐπιβάτες τοῦ φώναζαν: «Μετριοπαθή! Ρεφορμιστή! Ψευτοπροοδευτικέ! Τσιράκι τοῦ καπετάνιου!»

Ὅμως, παρ’ ὅλα αὐτά, ἔκαναν ὅπως αὐτὸς τοὺς εἶπε. Μαζεύτηκαν μπροστὰ ἀπὸ το πρυμναῖο κατάστρωμα φωνάζοντας βρισιὲς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ζητώντας τὰ δικαιώματά τους. «Θέλω ὑψηλότερο μισθὸ καὶ καλύτερες συνθήκες ἐργασίας», φώναξε ὁ ῥωμαλέος θαλασσοπόρος. «Ἴσες κουβέρτες γιὰ τὶς γυναῖκες», φώναξε ἡ γυναίκα ἐπιβάτης. «Θέλω νὰ λαμβάνω τὶς διαταγές μου στὰ ἱσπανικά», κραύγασε ὁ μεξικάνος ναύτης. «Θέλω τὸ δικαίωμα νὰ παίζω ζάρια», φώναξε ὁ ἰνδιάνος ναύτης. «Δὲν θέλω νὰ μὲ λένε πούστη», φώναξε ὁ λοστρόμος. «Ὄχι ἄλλες κλοτσιὲς στὸν σκῦλο», φώναξε ἡ φιλόζωη. «Ἐπανάσταση τώρα», φώναξε ὁ καθηγητής.

Ὁ καπετάνιος καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ μαζεύονται καὶ συσκέπτονται γιὰ μερικὰ λεπτά, κλείνοντας τὸ μάτι ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, γνέφοντας καταφατικὰ καὶ γελώντας. Τότε ὁ καπετάνιος στάθηκε μπροστὰ στὸ πρυμναῖο κατάστρωμα καὶ μὲ μιὰ σπουδαία προσποίηση καλοσύνης, ἀνακοίνωσε ὅτι:

– Ὁ μισθὸς τοῦ ῥωμαλέου ναυτικοῦ θὰ ἀνέβει στὰ ἔξι σελίνια τὸ μήνα.

– Ὁ μισθὸς τοῦ μεξικανοῦ ναυτικοῦ θὰ ἀνέλθει στὰ δύο τρίτα τοῦ μισθοῦ τῶν ἄγγλων.

– Ἡ διαταγὴ γιὰ δέσιμο τοῦ πανιοῦ τῆς πλώρης θὰ δίνεται στὰ ἱσπανικά.

– Οἱ γυναῖκες ἐπιβάτες θὰ πάρουν ἄλλη μιὰ κουβέρτα.

– Ὁ ἰνδιάνος ναύτης θὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ στήνει ἕνα παιχνίδι ζάρια τὰ σαββατόβραδα.

– Ὁ λοστρόμος δὲν θὰ ἀποκαλείται πούστης ὅσο κρατᾶ τὴν πεολειχία αὐστηρὰ ἰδιωτική.

– Καὶ τὸ σκυλὶ δὲν θὰ τρώει κλωτσιὲς ἐκτὸς ἄν κάνει κάποια ἀταξία, ὅπως τὸ νὰ κλέψει φαγητὸ ἀπὸ τὸ μαγειρεῖο.

Οἱ ἐπιβάτες καὶ τὸ πλήρωμα γιόρτασαν αὐτὲς τὶς παραχωρήσεις σὰν μεγάλη νίκη, ἀλλὰ τὸ ἐπόμενο πρωὶ αἰσθάνονταν πάλι δυσαρεστημένοι.

«Ἔξι σελίνια τὸ μήνα εἶναι πενταροδεκάρες καὶ ἀκόμα παγώνουν τὰ δάκτυλά μου ὅταν δένω τὸ πανὶ τῆς πλώρης», γκρίνιαξε ὁ ῥωμαλέος ναυτικός.

«Ἀκόμα δὲν παίρνω τὸν ἴδιο μισθὸ μὲ τοὺς ἄγγλους ὴ ἀρκετὰ τρόφιμα γι’ αὐτὸ τὸ κλίμα», εἶπε ὁ μεξικανὸς ναύτης.

«Ἐμεῖς οἱ γυναῖκες δὲν ἔχουμε ἀκόμα ἀρκετὲς κουβέρτες, ποὺ νὰ μᾶς κρατᾶν ζεστές», εἶπε ἡ γυναίκα ἐπιβάτης. Οἱ ὑπόλοιποι ἐξέφρασαν παρόμοια παράπονα καὶ ὁ καθηγητὴς τοὺς παρότρυνε.

Ὅταν τελείωσαν, ὁ μικρὸς καμαρότος μίλησε αὐτὴ τὴ φορὰ ἀρκετὰ δυνατὰ ὥστε οἱ ὑπόλοιποι νὰ μὴν μποροῦν εὔκολα νὰ τὸν ἀγνοήσουν: «Εἶναι πραγματικὰ τρομερὸ ποὺ τὸ σκυλὶ τρώει κλωτσιὲς ἐπειδὴ κλέβει ἕνα κομμάτι ψωμὶ ἀπὸ τὸ μαγειρεῖο, καὶ ὅτι οἱ γυναῖκες δὲν ἔχουν ἴσο ἀριθμὸ κουβερτῶν καὶ ὅτι παγώνουν τὰ δάχτυλα τοῦ ναύτη καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγο ὁ λοστρόμος νὰ μὴ παίρνει πίπες ἂν τὸ θέλει. Ἀλλὰ κοιτάτε πόσο χοντρὰ ἔχουν γίνει τὰ παγόβουνα καὶ πόσο ὁ ἄνεμος φυσάει ὅλο καὶ πιὸ ἄγρια. Πρέπει νὰ γυρίσουμε τὸ πλοῖο πρὸς τὸν νότο γιατὶ ἄν συνεχίσουμε νὰ πηγαίνουμε βόρεια θὰ ναυαγήσουμε καὶ θὰ πνιγοῦμε».

«Ὠ!, ναί», εἶπε ὁ λοστρόμος. «Εἶναι τόσο ἀπαίσιο νὰ συνεχίζουμε νὰ πηγαίνουμε βόρεια, ἀλλά γιατί πρέπει ἐγώ νά παίρνω πίπες κρυφά; Γιατί πρέπει νά ἀποκαλούμαι πούστης; Δάν εἶμαι ἐγώ καλός ὅπως οἱ ἄλλοι;»

«Τὸ νὰ πλέουμε βόρεια εἶναι τρομερό», εἶπε ἡ γυναίκα ἐπιβάτης. «Ἀλλά δέν βλέπεις; Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς οἱ γυναῖκες χρειάζονται περισσότερες κουβέρτες γιὰ νὰ μένουν ζεστές. Ἀπαιτῶ ἴσες κουβέρτες γιὰ τὶς γυναῖκες τώρα».

«Εἶναι ἀλήθεια», εἶπε ὁ καθηγητής, «τὸ ὅτι πλέουμε πρὸς τὰ βόρεια ἐπιφέρει μεγάλες κακουχίες σὲ ὅλους μας. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἀλλάξουμε πορεία πρὸς τὸ νότο εἶναι οὐτοπικό. Δὲν μπορεῖς νὰ γυρίσεις πίσω τὸ ῥολόι. Πρέπει νὰ βροῦμε ἕναν ὥριμο τρόπο γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὴν κατάσταση».

«Κοιτάτε» εἶπε ὁ μικρὸς καμαρότος. «Ἂν ἀφήσουμε αὐτοὺς τοὺς τέσσερις παράφρονες στὸ κατάστρωμα τῆς πρύμνης νὰ ἔχουν τὴ δική τους πορεία θὰ πνιγοῦμε ὅλοι. Ἂν καταφέρουμε κάποια στιγμὴ νὰ ἀπομακρύνουμε τὸ πλοῖο ἀπὸ τὸν κίνδυνο, τότε μποροῦμε νὰ ἀνησυχοῦμε γιὰ τὶς ἐργατικὲς συνθῆκες, τὶς κουβέρτες γιὰ τὶς γυναῖκες, καὶ τὸ δικαίωμα στὴν πεολειξία. Ἀλλὰ πρῶτα πρέπει νὰ στρίψουμε πρὸς τὰ πίσω τὸ σκάφος. Ἂν κάποιοι ἀπὸ ἐμᾶς μαζευτοῦν, φτιάξουν ἕνα σχέδιο καὶ δείξουν λίγο θάρρος, μποροῦμε νὰ σώσουμε τοὺς ἐαυτούς μας. Δὲν χρειάζονται πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς, ἔξι μὲ ὀχτῶ φτάνουν. Μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὴν πρύμνη, νὰ πετάξουμε αὐτοὺς τοὺς τρελοὺς ἔξω ἀπὸ τὸ πλοῖο, καὶ νὰ πάμε πρὸς τὸ νότο».

Ὁ καθηγητὴς σήκωσε τὴ μύτη του καὶ εἶπε αὐστηρὰ: «Δὲν πιστεύω στὴν βία. Εἶναι ἀνήθικο».

«Εἶναι ἀήθης ἡ χρήση βίας πάντα», εἶπε ὁ λοστρόμος.

«Μὲ τρομάζει ἡ βία», εἶπε ἡ γυναίκα ἐπιβάτης.

Ὁ καπετάνιος καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἔβλεπαν καὶ ἄκουγαν ὅλη αὐτὴ τὴν ὥρα. Μὲ ἕνα σήμα ἀπὸ τὸν καπετάνιο ὁ τρίτος ἀξιωματικὸς κατέβηκε κάτω στὸ κυρίως κατάστρωμα. Μπῆκε ἀνάμεσα στοὺς ἐπιβάτες καὶ στὸ πλήρωμα, λέγοντάς τους ὅτι ἀκόμα ὑπάρχουν πολλὰ προβλήματα στὸ πλοῖο.

«Ἔχουμε κάνει μεγάλη πρόοδο», εἶπε. «Ἀλλά, ἀπομένουν ἀκόμα πολλὰ γιὰ νὰ γίνουν. Οἱ συνθῆκες ἐργασίας γιὰ τὸν ναύτη εἶναι ἀκόμα σκληρές, ὁ μεξικάνος δὲν παίρνει ἀκόμα τὰ ἴδια λεφτὰ μὲ τὸν ἄγγλο, οἱ γυναῖκες δὲν ἔχουν ἀκόμα τὶς ἴδιες κουβέρτες μὲ τοὺς ἄντρες, τὸ παιχνίδι μὲ ζάρια τοῦ ἰνδιάνου τὰ σαββατόβραδα εἶναι πενιχρὴ ἀποζημίωση γιὰ τὴν χαμένη γῆ του, εἶναι ἄδικο γιὰ τὸν λοστρόμο νὰ παίρνει πίπες στὰ κρυφᾶ καὶ ὁ σκῦλος ἀκόμα νὰ τρώει κλωτσιὲς πότε -πότε. Νομίζω ὅτι ὁ καπετάνιος χρειάζεται ἀκόμα ἕνα σκούντημα. Θὰ βοηθοῦσε ἂν ὅλοι ἐσεῖς πραγματοποιούσατε ἀκόμα μιὰ διαμαρτυρία ἐφ’ ὅσον αὐτὴ παραμένει μὴ βίαιη».

Καθῶς ὁ τρίτος ἀξιωματικὸς πήγαινε πίσω στὴν πρύμνη, οἱ ἐπιβάτες καὶ τὸ πλήρωμα τοῦ πλοίου τὸν ἔβριζαν ἀλλὰ μολαταύτα ἔκαναν αὐτὸ ποὺ τοὺς εἶπε καὶ μαζεύτηκαν μπροστὰ στὸ πρυμναῖο κατάστρωμα γιὰ ἀκόμα μιὰ διαμαρτυρία. Φώναζαν μὲ στόμφο καὶ ἐνθουσιασμὸ κραδαίνοντας τὴ γροθιά τους καὶ ἀκόμα πέταξαν ἕνα κλούβιο αὐγὸ στὸν καπετάνιο (ὁ ὁποῖος τὸ ἀπέφυγε μὲ ἕναν ἐπιδέξιο ἐλιγμό).

Ἀφοῦ ἄκουσαν τὰ παράπονά τους, ὁ καπετάνιος καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ μαζεύτηκαν γιὰ μιὰ κουβέντα κατὰ τὴν ὁποία ἔκλειναν τὸ μάτι ὁ ἕνας στὸν ἄλλο καὶ γελούσαν πονηρά. Μετὰ ὁ καπετάνιος στάθηκε μπροστὰ στὸ πρυμναῖο κατάστρωμα καὶ ἀνακοίνωσε ὅτι:

– Ὁ ῥωμαλέος ναύτης θὰ πάρει γάντια γιὰ νὰ κρατᾶ τὰ δάκτυλά του ζεστά.

– Ὁ μεξικανὸς ναύτης θὰ παίρνει μισθὸ ἴσο μὲ τὰ τρία τέταρτα τοῦ ἄγγλου ναυτικοῦ.

– Οἱ γυναῖκες θὰ πάρουν μιὰ ἀκόμα κουβέρτα.

– Ὁ ἰνδιάνος ναύτης θὰ μπορεῖ νὰ στήνει τὸ παιχνίδι του καὶ τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ τὸ βράδυ.

– Ὁ λοστρόμος θὰ μπορεῖ νὰ παίρνει πίπες δημοσίως ἀφοῦ νυχτώσει

– Καὶ κανεῖς δὲν θὰ κλωτςᾶ τὸν σκῦλο χωρὶς εἰδικὴ ἐντολὴ ἀπὸ τὸν καπετάνιο.

Οἱ ἐπιβάτες καὶ τὸ πλήρωμα ἔμειναν ἐκστασιασμένοι ἀπὸ αὐτὴ τὴ μεγάλη ἐπαναστατική νίκη, ἀλλὰ τὸ ἐπόμενο πρωὶ πάλι αἰσθάνονταν δυσαρεστημένοι καὶ ἄρχισαν νὰ γκρινιάζουν γιὰ τὶς ἴδιες παλιές κακουχίες.

Ὁ μικρὸς καμαρότος αὐτὴ τὴ φορὰ ἄρχισε νὰ ὀργίζεται:

«Βρὲ ἠλίθιοι», φώναξε, «δέν βλέπετε τί κάνουν ὁ καπετάνιος καί οἱ ἀξιωματικοί; Σᾶς κρατοῦν ἀπασχολημένους μὲ τὰ ἀσήμαντα παράπονά σας γιὰ κουβέρτες, μισθούς, καὶ κλωτσιὲς στὸ σκῦλο ὥστε νὰ μὴ σκέφτεστε τὶ πραγματικὰ πάει στραβὰ σὲ αὐτὸ τὸ πλοῖο, τὸ ὅτι δηλαδὴ πάει ὅλο καὶ περισσότερο πρὸς τὰ βόρεια καὶ ὅλοι θὰ πνιγοῦμε. Ἂν κάποιοι ἀπὸ ἐσᾶς ἔρθετε στὰ συγκαλά σας, μαζευτοῦμε καὶ καταλάβουμε τὸ πρυμναῖο κατάστρωμα, θὰ μπορούσαμε νὰ στρέψουμε αὐτὸ τὸ πλοῖο καὶ νὰ σώσουμε τὶς ζωές μας. Ἀλλὰ τὸ μόνο ποὺ κάνετε εἶναι νὰ κλαψουρίζετε γιὰ τόσο μικρὰ θέματα ὅπως οἱ συνθῆκες ἐργασίας, παιχνίδια μὲ ζάρια καὶ τὸ δικαίωμα νὰ παίρνει κανεῖς πίπες».

Οἱ ἐπιβάτες καὶ τὸ πλήρωμα ἐξαγριώθηκαν.

«Μικρό!!» φώναξε ὁ Μεξικανός. «Θεωρεῖς λογικό τό νά παίρνω μόνο τά τρία τέταρτα τοῦ μισθοῦ τοῦ Ἄγγλου; Εἶναι αὐτό μικρό πράγμα;»

«Πῶς μπορεῖς νά λές τό παράπονό μου ἀσήμαντο!!» φώναξε ὁ λοστρόμος. «Δέν ξέρεις πόσο ὑποτιμητικό εἶναι νά σέ φωνάζουν πούστη;»

«Τὸ νὰ κλωτσᾶς ἕνα σκῦλο δὲν εἶναι μικρὸ θέμα», φώναξε ἡ φιλόζωη. «Εἶναι ἄκαρδο, αἰσχρὸ καὶ κτηνῶδες».

«Ἐντάξει τότε», ἀπάντησε ὁ μικρός καμαρότος, «τὰ θέματα αὐτὰ δὲν εἶναι μικρὰ καὶ ἀσήμαντα. Τὸ νὰ κλωτσᾶς εἶναι αἰσχρὸ καὶ κτηνῶδες καὶ ὑποτιμητικὸ νὰ σὲ ἀποκαλοῦν πούστη. Ἀλλὰ σὲ σχέση μὲ τὸ πραγματικὸ μας πρόβλημα, σὲ σχέση μὲ τὸ ὅτι τὸ πλοῖο πηγαίνει ἀκόμα βόρεια, τὰ παράπονά σας εἶναι μικρὰ καὶ ἀνούσια. Ἐπειδή, ἂν δὲν γυρίσουμε αὐτὸ τὸ πλοῖο σύντομα, θὰ πνιγοῦμε ὅλοι».

«Φασίστα», εἶπε ὁ καθηγητής.

«Ἀντεπαναστάτη», εἶπε ἡ γυναίκα ἐπιβάτης.

Κι ὅλοι οἱ ἐπιβάτες καὶ τὸ πλήρωμα μπαίνουν στὴν κουβέντα ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο αποκαλώντας τὸν μικρὸ καμαρότο φασίστα καὶ ἀντεπαναστάτη. Τὸν ἔσπρωξαν μακριὰ καὶ συνέχισαν νὰ γκρινιάζουν γιὰ μισθούς, κουβέρτες γιὰ τὶς γυναῖκες, γιὰ τὸ δικαίωμα στὴν πεολειχία καὶ γιὰ τὴ συμπεριφορὰ στὸ σκῦλο.


Τὸ πλοῖο συνέχισε νὰ πλέει βόρεια καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο συνετρίβη ἀνάμεσα σὲ δύο παγόβουνα καὶ πνίγηκαν ὅλοι.