Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Maid of Athens, Ere We Part.

τοῦ Lord Byron



Maid of Athens, ere we part,
Give, oh, give back my heart!
Or, since that has left my breast,
Keep it now, and take the rest!
Hear my vow before I go,
Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.

By those tresses unconfined,
Wooed by each Aegean wind;
By those lids whose jetty fringe
Kiss thy soft cheeks' blooming tinge;
By those wild eyes like the roe,
Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.

By that lip I long to taste;
By that zone-encircled waist;
By all the token-flowers that tell
What words can never speak so well;
By love's alternate joy and woe,
Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.

Maid of Athens! I am gone:
Think of me, sweet! when alone.
Though I fly to Istambol,
Athens holds my heart and soul:
Can I cease to love thee? No!
Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Ἡ ἔναρξη τῆς μάχης.

τοῦ Ὁμήρου (Ἰλιάς Δ 422-456)




Στήν ἀρχή τῆς τρίτης ραψωδίας οἱ Ἕλληνες καί οἱ Τρῶες παρουσιάζονται ἀντιμέτωποι, ἕτοιμοι νά συγκρουστοῦν. Μέ τήν προσφιλῆ ὡστόσο στόν ποιητή τεχνική τῆς ἐπιβράδυνσης ἡ ἔναρξη τῆς μάχης ἀναστέλλεται. Παρεμβάλλεται ἡ τειχοσκοπία, ἡ μονομαχία τοῦ Μενελάου μέ τόν Πάρη, οἱ παρεπόμενοι ὅρκοι καί ἡ ἐπιορκία τῶν Τρώων καί, τέλος, ἡ ἐπιθεώρηση τοῦ στρατοῦ ἀπό τόν Ἀγαμέμνονα. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ ποιητής, πρίν ἀπό τήν περιγραφή τῆς μάχης, εἰσάγει ἤ φωτίζει καλύτερα κεντρικά πρόσωπα τοῦ ἔπους (τήν Ἑλένη, τόν Μενέλαο, τόν Πάρη, τόν Πρίαμο, τόν Ἀγαμέμνονα, τούς δύο Αἴαντες, τόν Διομήδη κ. ἄ.).

Στό ἀπόσπασμα πού ἀκολουθεῖ, μέσα ἀπό ἐντυπωσιακές εἰκόνες καί παρομοιώσεις, πού, κατά κάποιον τρόπο, δίνουν στήν κίνηση τῶν ἀντιπάλων στρατῶν διάσταση φυσικῆς δύναμης, περιγράφεται ἡ στιγμή πού Ἕλληνες καί Τρῶες βαδίζουν ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου καί ἐμπλέκονται σέ μία γενικευμένη μάχη.



ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἐν αἰγιαλῷ πολυηχέϊ κῦμα θαλάσσης
ὄρνυτ᾽ ἐπασσύτερον Ζεφύρου ὕπο κινήσαντος·
πόντῳ μέν τε πρῶτα κορύσσεται, αὐτὰρ ἔπειτα

425 χέρσῳ ῥηγνύμενον μεγάλα βρέμει, ἀμφὶ δέ τ᾽ ἄκρας
κυρτὸν ἐὸν κορυφοῦται, ἀποπτύει δ᾽ ἁλὸς ἄχνην·
ὣς τότ᾽ ἐπασσύτεραι Δαναῶν κίνυντο φάλαγγες
νωλεμέως πόλεμόνδε· κέλευε δὲ οἷσιν ἕκαστος
ἡγεμόνων· οἱ δ᾽ ἄλλοι ἀκὴν ἴσαν, οὐδέ κε φαίης

430 τόσσον λαὸν ἕπεσθαι ἔχοντ᾽ ἐν στήθεσιν αὐδήν,
σιγῇ δειδιότες σημάντορας· ἀμφὶ δὲ πᾶσι
τεύχεα ποικίλ᾽ ἔλαμπε, τὰ εἱμένοι ἐστιχόωντο.
Τρῶες δ᾽, ὥς τ᾽ ὄϊες πολυπάμονος ἀνδρὸς ἐν αὐλῇ
μυρίαι ἑστήκασιν ἀμελγόμεναι γάλα λευκόν,

435 ἀζηχὲς μεμακυῖαι ἀκούουσαι ὄπα ἀρνῶν,
ὣς Τρώων ἀλαλητὸς ἀνὰ στρατὸν εὐρὺν ὀρώρει·
οὐ γὰρ πάντων ἦεν ὁμὸς θρόος οὐδ᾽ ἴα γῆρυς,
ἀλλὰ γλῶσσ᾽ ἐμέμικτο, πολύκλητοι δ᾽ ἔσαν ἄνδρες.
ὦρσε δὲ τοὺς μὲν Ἄρης, τοὺς δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη

440 Δεῖμός τ᾽ ἠδὲ Φόβος καὶ Ἔρις ἄμοτον μεμαυῖα,
Ἄρεος ἀνδροφόνοιο κασιγνήτη ἑτάρη τε,
ἥ τ᾽ ὀλίγη μὲν πρῶτα κορύσσεται, αὐτὰρ ἔπειτα
οὐρανῷ ἐστήριξε κάρη καὶ ἐπὶ χθονὶ βαίνει·
ἥ σφιν καὶ τότε νεῖκος ὁμοίϊον ἔμβαλε μέσσῳ

445 ἐρχομένη καθ᾽ ὅμιλον, ὀφέλλουσα στόνον ἀνδρῶν.
οἱ δ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἐς χῶρον ἕνα ξυνιόντες ἵκοντο,
σύν ῥ᾽ ἔβαλον ῥινούς, σὺν δ᾽ ἔγχεα καὶ μένε᾽ ἀνδρῶν
χαλκεοθωρήκων· ἀτὰρ ἀσπίδες ὀμφαλόεσσαι
ἔπληντ᾽ ἀλλήλῃσι, πολὺς δ᾽ ὀρυμαγδὸς ὀρώρει.

450 ἔνθα δ᾽ ἅμ᾽ οἰμωγή τε καὶ εὐχωλὴ πέλεν ἀνδρῶν
ὀλλύντων τε καὶ ὀλλυμένων, ῥέε δ᾽ αἵματι γαῖα.
ὡς δ᾽ ὅτε χείμαρροι ποταμοὶ κατ᾽ ὄρεσφι ῥέοντες
ἐς μισγάγκειαν συμβάλλετον ὄβριμον ὕδωρ
κρουνῶν ἐκ μεγάλων κοίλης ἔντοσθε χαράδρης,

455 τῶν δέ τε τηλόσε δοῦπον ἐν οὔρεσιν ἔκλυε ποιμήν·
ὣς τῶν μισγομένων γένετο ἰαχή τε πόνος τε.




Ἀπόδοση στὰ νεοελληνικά:

Ὅπως στόν πολυθόρυβο γιαλό σηκώνεται τό ἕνα κῦμα τῆς θάλασσας πίσω ἀπό τό ἄλλο, καθώς τό σπρώχνει ὁ Ζέφυρος, καί πρῶτα ὑψώνεται βαθιά μέσα στό πέλαγος, καί ὕστερα σπάζοντας στήν ξηρά βουίζει τρομερά, 

[425] καί καμπουριασμένο σηκώνεται ψηλά γύρω ἀπό τούς κάβους καί τινάζει πέρα τήν ἄχνη τῆς θάλασσας· ἔτσι προχωροῦσαν τότε καί οἱ φάλαγγες τῶν Δαναῶν (1) ἀκατάπαυτα, ἡ μία πίσω ἀπό τήν ἄλλη, νά μποῦν στόν πόλεμο· καί καθένας ἀπό τούς ἀρχηγούς πρόσταζε τούς δικούς του. 

[430] Οἱ ἄλλοι προχωροῦσαν βουβοί (θά ἔλεγες πώς δέν εἶχε φωνή στά στήθη του τόσο πολύς στρατός πού ἀκολουθοῦσε), δίχως μιλιά, γιατί φοβόνταν τούς ἀρχηγούς τους· καί γύρω ἀπ’ ὅλους ἔλαμπαν τά πλουμισμένα ὄπλα πού φοροῦσαν προχωρώντας στή γραμμή.
Οἱ Τρῶες πάλι, ὅπως τά πρόβατα κάποιου βοσκοῦ πού ἔχει πολλά κοπάδια στέκονται ἀμέτρητα, καθώς τούς ἀρμέγουν τό ἄσπρο γάλα 

[435] καί ἀδιάκοπα βελάζουν ἀκούγοντας τίς φωνές τῶν ἀρνιῶν τους· ἔτσι καί ἡ ὀχλοβοή τῶν Τρώων ὑψώνονταν ἀπό τή μίαν ἄκρη ὥς τήν ἄλλη στό πλατύ στρατόπεδο· γιατί δέν ἦταν ὁλωνῶν ἴδιος ὁ θόρυβος οὔτε ἡ ὁμιλία τους μία· οἱ γλῶσσες τους ἦταν ἀνακατωμένες καί ἦταν ἄνθρωποι ἀπό πολλές μεριές συναγμένοι. Αὐτούς τούς ξεσήκωνε ὁ Ἄρης, τούς ἄλλους ἡ Ἀθηνᾶ μέ τά γαλανά μάτια, 

[440] καί ὁ Πανικός καί ὁ Φόβος καί ἡ Ἔριδα, (2) πού λυσσομανάει ἄπαυτα, τοῦ ἀντροφόνου Ἄρη ἀδερφή μαζί καί συντρόφισσα· πού στήν ἀρχή σηκώνεται σιγά σιγά, ἔπειτα ὅμως ἀκουμπᾶ στόν οὐρανό τό κεφάλι της καί περπατᾶ πάνω στή γῆ. Αὐτή τότε ἔριξε ἀνάμεσά τους σκληρό πόλεμο, 

[445] τριγυρίζοντας μέσα στούς πολεμιστές, πληθαίνοντας τό βόγγο τῶν ἀντρῶν.
Κι ἐκεῖνοι, ὅταν πιά προχωρώντας ἔσμιξαν στό ἴδιο μέρος, ἔγιναν ἕνα οἱ ἀσπίδες τους, ἕνα τά κοντάρια τους, ἕνα ἡ ὁρμή τῶν πολεμιστῶν πού φοροῦσαν χαλκένιους θώρακες. Οἱ ἀσπίδες πού εἶχαν ἀφαλό στή μέση χτυποῦσαν ἡ μία τήν ἄλλη, καί σηκώνονταν πολλή ἀντάρα· 

[450] κι ἀκούγονταν οἰμωγές μαζί καί καυχησιές, αὐτῶν πού σκότωναν κι αὐτῶν πού σκοτώνονταν, καί ἡ γῆ πλημμύριζε ἀπό τό αἷμα. Ὅπως ὅταν βρέξει καί κατεβάζουν τά ξεροπόταμα ἀπό τά βουνά καί ρίχνουν μαζί τό νερό ἀπό κρουνούς μεγάλους ἐκεῖ πού σμίγουν τά δύο φαράγγια τους, μέσα ἀπό βαθιά χαράδρα, 

[455] καί τό βόγγο τους τόν ἀκούει ἀπό μακριά πάνω στά βουνά ὁ βοσκός - ἔτσι, καθώς ἔσμιγαν κι αὐτοί, ἀκούγονταν ξεφωνητά καί παλέματα.





Σημειώσεις:

(1) Ὁμηρική ὀνομασία τῶν Ἑλλήνων. Συχνότερα ὀνομάζονται Ἀργεῖοι καί Ἀχαιοί.

(2) Ὁ Πανικός (στό πρωτότυπο: Δεῖμος), ὁ Φόβος, πού σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ ἔπους ἐμφανίζεται ὡς γιός τοῦ Ἄρη, καί ἡ Ἔριδα εἶναι δαίμονες τοῦ πολέμου πού πλαισιώνουν τόν Ἄρη καί ἐμβάλλουν τόν φόβο στούς μαχόμενους ἤ τούς ξεσηκώνουν. Ὅπως ἔχει γραφεῖ, δέν εἶναι μορφές πλήρως προσωποποιημένες καί ἔχουν λίγα χαρακτηριστικά, πέρα ἀπό αὐτά πού ἐξυπακούονται ἀπό τό ὄνομά τους.




(μετάφραση Ὄλγα Κομνηνοῦ-Κακριδῆ)

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Ἐπιστολή Ὀδ. Ἀνδρούτσου πρός τόν Κοραῆ.





ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ (ΑΣΤΡΟΣ)

ΚΟΡΑΗΣ (ΠΑΡΙΣΙ)

20 Ἀπριλίου 1823



Σεβάσμιε Πατριῶτα,

Τὸν πλειότερον καιρὸν τῆς ζωῆς σου ἐπέρασες ἐξωρισμένος θεληματικῶς ἀπὸ τὴν Πατρίδα, μὴ δυνάμενος νὰ ὑποφέρῃς νὰ τὴν βλέπῃς δουλωμένην εἰς τὸν πλέον βάρβαρον τῶν Τούρκων ζυγόν. Ἀνεχώρησας εἰς τὰ πολιτισμένα ἔθνη, ὄχι νὰ τρυφᾷς ἀλλὰ νὰ κανονίζῃς τὰ πάθη σου καὶ νὰ συλλέξῃς ὡς μέλισσα τὰς οὐσιωδεστέρας διδασκαλίας πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς δυστυχοῦς Ἑλλάδος. Οἱ κόποι σου δὲν ἐστάθησαν ἀνωφελεῖς. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἀφοῦ σὺ ἄρχισες εἰς τὴν γλῶσσαν ἡμῶν νὰ γράφῃς τὰ καλά, ὅσα ἡ παιδεία προξενεῖ εἰς τὸν κόσμον, ἐκαταχέρισαν οἱ ὁμογενεῖς νὰ ὑψώνουν τὸν νοῦν των εἰς μαθήματα ὑψηλότερα καὶ νὰ γνωρίζουν τὴν πολιτικὴν αὐτῶν κατάστασιν. Εἰς ὀλιγολογίαν πρὸ χρόνων τὰ φιλελεύθερα τῶν Ἑλλήνων φρονήματα ἄρχισαν νὰ ἐξυπνῶσιν. Ἀλλὰ τὰ πανταχοῦ διαδοθέντα προλεγόμενα καὶ σημειώσεις τῶν ἐκδόσεών σου ἐνέσπειραν εἰς τῶν Ἑλλήνων τὰς ψυχὰς σπέρματα μεγαλοφροσύνης καὶ προγονικῆς ἀρετῆς.

Οἱ πεπαιδευμένοι τοῦ ἔθνους ἅπαντες σχεδὸν μᾶς ἐπικυρώνουν τὰς εἰρημένας ἀληθείας• ἀλλὰ τὸ μέγα τοῦτο τῆς Ἑλλάδος κίνημα εἶναι ἀπόδειξις ἀναντίρρητος, ὅτι καὶ οἱ τόσων χρόνων φιλοσοφικοί σου ἀγῶνες ἐσύντρεξαν καὶ αὐτοὶ τὸ ἐπιβάλλον αὐτῶν μέρος, καὶ ὅλοι σχεδὸν οἱ λαοὶ τῆς Ἑλλάδος ἀγωνίζονται ἤδη ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ αὐτονομίας των˙ πράγματα καὶ τὰ δύο, ὡς τὸ ἐξεύρεις, τὰ πλέον οὐσιώδη, ἀλλὰ καὶ τὰ πλέον δύσκολα, ὡς πρὸς ἡμᾶς• ἐπειδὴ ἡ βαρβαρότης καὶ ἡ τουρκικὴ κακοήθεια εἶναι εἰσέτι πολλὴ εἰς ἡμᾶς ἐξ αἰτίας τῆς πολυχρονίου συναναστροφῆς μας μὲ τοὺς τυράννους. Τῆς παιδείας αἱ ρίζαι εἶναι ἀκόμη καὶ ὀλίγαι καὶ ἀδύνατοι. Καὶ ἡ ἐπανάστασις πρὶν λάβῃ τέλος ἐγέννησε τὴν φιλαρχίαν καὶ φιλοπλουτίαν.

Τὸ φίλαρχον καὶ φιλόπλουτον τοῦτο θέλον νὰ ἐμποδίσῃ τὸ ἔθνος εἰς σύλλογον ἦλθεν εἰς Ἐπίδαυρον καὶ Ἄστρος. Καὶ εἰς τὴν πρώτην περίστασιν καὶ εἰς τὴν δευτέραν πάντοτε ὑπερτέρησεν ἡ ἰδιοτέλεια καὶ αἱ φατρίαι. Ὅλα ταῦτα, πατριῶτα, ἦτον ἐνδεχόμενον ν' ἀκολουθήσουν˙ ἀλλὰ εἰς τὰ μέλλοντα βλέποντες πολλοὶ τῶν ὁμογενῶν, εἶπον δημοσίως, ὅτι νέοι ὄντες εἰς τὸ στάδιον τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης, ἀνάγκη νὰ προστρέξωιιεν ἐν πρώτοις εἰς τοὺς ὁμογενεῖς μας, τοὺς ὁπωσοῦν πρακτικοὺς καὶ εἰδήμονας τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων, μὲ τοὺς ὁποίους συμβουλευόμενοι καὶ διὰ γραμμάτων καὶ διὰ στόματος, ἐμποροῦμεν νὰ τρέξωμεν ὀλιγώτερον ἐσφαλμένως τὸ μέγα καὶ ἄγνωστον εἰς ἡμᾶς τοῦτο στάδιον˙ αἱ συμβουλαὶ ὅμως αἱ τωριναὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα πρέπει νὰ διαφέρουν πολλὺ ἀπὸ τὰς γραφθείσας πρότερον εἰς τὰ βιβλία, ἐπειδὴ ἐκεῖναι ἂν κ' εὐθὺς δὲν ἐννοοῦντο, μήτε εἰς πρᾶξιν ἐβάλλοντο, ἡ πρόοδος τοῦ χρόνου ἦτον μέγας διδάσκαλος. Τώρα δὲ βιασμένοι ἀπὸ τὴν ἀδυσώπητον ἀνάγκην τοῦ νὰ ἐξολοθρευθῶμεν ἢ νὰ ὑπάρξωμεν ὡς ἔθνος, καὶ ἔθνος ἀνεξάρτητον καὶ αὐτόνομον, πρέπει καὶ αἱ συμβουλαὶ νὰ εἶναι προσαρμομέναι εἰς τὰς περιστάσεις, καὶ οἱ σύμβουλοι μὲ ἀρκετὴν πολιτικὴν σύνεσιν καὶ ἀρετήν, διὰ νὰ τελεσφορήσουν αἱ συμβουλαί των. Ἀλλ' ἐπειδὴ ἄλλο τὸ ἰδεῖν καὶ ἄλλο τ' ἀκοῦσαι, καὶ ὀρθοτέρα ἡ ὅρασις τῆς ἀκοῆς, εἶναι οὐσιωδέστατον οἱ σύμβουλοι νὰ βλέπουν ὀφθαλμοφανῶς τὰ πράγματα καὶ οὕτω δύνανται ἀπταίστως καὶ ὀρθὰ νὰ ὁδηγῶσιν εἰς τὰ καλὰ τὸ ἔθνος.

Ὅθεν καὶ τὰς συμβουλάς σου ἐπιθυμῶν ὁμοῦ μὲ πολλοὺς ἄλλους καὶ τὴν παρουσίαν σου εἰς τὴν Ἑλλάδα βλέπω ἀναγκαιοτάτην. Ἀφοῦ ἀγωνίσθης τόσους χρόνους νὰ διδάσκῃς μακρόθεν τοὺς δυστυχεῖς σου ὁμογενεῖς, δὲν εἶναι πλέον δίκαιον τὴν σήμερον νὰ ἔλθῃς καὶ σὺ νὰ συντρέξῃς εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ αὐτονομίαν τῆς Ἑλλάδος προσωπικῶς; Ἂν συγγράψῃς εἰς τοὺς ὀλίγους σου χρόνους τὰ ὑψηλότερα συγγράμματα καὶ ἡ Ἑλλὰς πέσῃ, τίς ὠφέλεια ( Ἂν ὅλοι οἱ μετὰ ταῦτα αἰῶνες στεφανώσουν τοὺς κόπους σου μὲ τοὺς πλέον λαμπροτέρους ἐπαίνους καὶ ἡ Ἑλλὰς μείνῃ πάλιν δούλη, ποία πλέον δόξα! Ἂν εἰς ὀλίγα λόγια ἀπαθανατισθῇς συγγράφων, καὶ ἡ πατρίς σου παραδοθῇ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἀγρίου τυράννου ἢ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν, τί ἐκέρδισες ;


Ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν ἀνάγκην σου καὶ τὴν ἀνάγκην ὅλων τῶν πεπαιδευμένων ὁμογενῶν˙ λοιπὸν συμπαραλαβὼν ὅσους δυνηθῇς μαζύ σου, ἐλθὲ νὰ συναγωνισθῇς μὲ τοὺς ἀδελφούς σου τὸν δικαιότατον καὶ νομιμώτατον παρ' ὅλους ποτὲ ἀγῶνας τοῦ κόσμου. Ὁ ἀγών μας εἶναι ὑπὲρ τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ὑπὲρ τῶν ἀνθρωπίνων δικαίων. Πολλοὶ τῶν φιλανθρώπων τῆς φωτισμένης Εὐρώπης ἔτρεξαν καὶ ὁλοένα ἔρχονται καὶ συναγωνίζονται μαζύ μας. Ἐλπίζομεν μαζύ σου νὰ ἔλθουν καὶ ὅσοι ἀλλογενεῖς, σεβόμενοι τῶν ἐθνῶν τὴν μεγαλειότητα, εἶναι πληροφορημένοι ὅτι μὲ τὴν σοφίαν τους δύνανται νὰ συντρέξουν εἰς τὴν βελτίωσιν ἑνὸς ἔθνους, τυραννουμένου τόσους αἰῶνας, ἔχοντος ὅμως πρὸ ὀφθαλμῶν ὅλας τὰς σωκρατικὰς σκληραγωγίας καὶ τὴν σωτηρίαν ἑνὸς ἔθνους, ἐγγὺς νὰ γίνῃ θῦμα τῶν παθῶν.