Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Ἕνας ἀϊτὸς περήφανος.





Ἕνας ἀϊτὸς περήφανος, ἕνας ἀϊτὸς λεβέντης
Ἀπὸ τὴν περηφάνια του, κι ἀπὸ τὴ λεβεντιά του
Δὲν πάει τὰ κατώμερα, νὰ καλοξεχειμωνιάσει
Μόν᾿ μένει πάνω στὰ βουνά, ψηλὰ στὰ κορφοβούνια
Κι ἔριξε χιόνι στὰ βουνὰ καὶ κρούσταλλα στοὺς κάμπους
Ἐμάργωσαν τὰ νύχια του κι ἐπέσαν τὰ φτερά του
Κι ἀγνάντια βγῆκε κι ἔκατσε, σ᾿ ἕνα ψηλὸ λιθάρι
Καὶ μὲ τὸν ἥλιο μάλωνε καὶ μὲ τὸν ἥλιο λέει:
«Ἥλιε, γιὰ δὲ βαρεῖς κι ἐδῶ σὲ τούτ᾿ τὴν ἀποσκιούρα
νὰ λιώσουνε τὰ κρούσταλλα, νὰ λιώσουνε τὰ χιόνια
νὰ γίνει μία ἄνοιξη καλή, νὰ γίνει καλοκαίρι
νὰ ζεσταθοῦν τὰ νύχια μου, νὰ γιάνουν τὰ φτερά μου

νὰ ρθοῦνε τ᾿ ἄλλα τὰ πουλιὰ καὶ τ᾿ ἄλλα μου τ᾿ ἀδέρφια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου