Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Γουλιέλμος Τέλλος Πράξη Α, Σκηνή Α.

τοῦ Friedrich Schiller
(Μετάφραση: Λορέντζος Μαβίλης)



(Τὸ ψαρόπαιδο τραγουδάει στὴ βάρκα.)

Ἡ λίμνη στὸ λουτρὸ καλεῖ μὲ γελαστὴ λαμπράδα,
στῆς ἄκρης ἐκοιμήθηκεν ὁ νιὸς τὴν πρασινάδα,
μὲ μιᾶς ἕνα κουδούνισμα γροικᾷ,
ποῦ σὰν φλογέρα ἠχάει γλυκά,
σὰν τῶν ἀγγέλων ψάλσιμο τερπνὸ
στὸν οὐρανό.

Κ' ἐκεῖ ποῦ μ' ἀναγάλλιαση γλυκύτατη ξυπνάει,
βρέχει τὸ στῆθος του νερὸ κι' ὁλόγυρά του πάει
καὶ μιὰ φωνὴ τοῦ λέγει ἀπὸ τὸν πάτο:
Εἶσαι δικό μου, ἀγόρι ἀγαπημένο,
μαυλίζω ἐγὼ τὸν ἀποκοιμισμένο
καὶ τὸν τραβῶ ἐδὼ κάτω.


(Ὁ βοσκὸς ἀπάνου στὸ βουνό.)

Ἔχετε γειά, προσηλιακὰ λιβάδια,
καὶ σεῖς πράσινα σιάδια·
τὸ καλοκαίρι πάει,
φεύγοντας ὁ βοσκὸς σᾶς χαιρετάει.
Στὰ βουνὰ τώρα πᾶμε,
ἀλλὰ πάλι γυρνᾶμε,
ἅμα ὁ κοῦκος λαλεῖ,
σὰν κανούρια στολὴ
βάνει ἡ γῆ τὰ λουλούδια,
ὅταν κάθε βρυσούλας τὰ νερὰ
τὸν καλὸν Μάη τρέχουν λαμπερά.
Ἐχετε γειά, προσήλιακὰ λιβάδια,
καὶ σεῖς πράσινα σιάδια,
τὸ καλοκαὶρι πάει,
φεύγοντας ὁ βοσκὸς σᾶς χαιρετάει.


(Ὁ κυνηγὸς φανερόνεται στὲς κορφὲς τῶν βράχων.)

Βροντολογοῦν οἱ κορυφὲς καὶ τὸ γιοφύρι τρίζει,
τὸν κυνηγὸ τὸ ψήλωμα δὲ σκιάζει δὲ ζαλίζει,
ἄφοβος προχωρεῖ
ἐκεῖ ποῦ ἀσπρολογοῦν τοῦ πάγου οἱ κάμποι,
ὅπου ἄνοιξη γλυκειὰ ποτὲ δὲ λάμπει,
ὅπου δὲν πρασινίζει ἕνα κλαρί,
καὶ θάλασσα ἀπὸ καταχνιὰ γύρω του πλημμυρίζει,
ταῖς χώραις τῶν ἀνθρώπων πλιὸ κεῖθε δὲν ξεχωρίζει,
μόνο ἀπ' τοῦ σύγνεφου τὴ σκισματιὰ
ρίχνει στὸν κόσμο καμιὰ ματιά,
καὶ βαθειὰ κάτουθ' ἀπ' τὸ νερὸ
βλέπει τὸν πράσινο ἀφρό.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Γλήγωρα, Γέννη, τράβα μέσα τὸ καΐκι,
φουρτούνα φτάνει ἀπ' τὸ λαγκάδ', ἡ κορφή βόγγει,
βάνει τὸ σκοῦφο ὁ Νύθεν στὸ κεφάλι, κρύος
ἀγέρας ἀπ' τὴν Ἀνεμότρυπα φυσάει.
Θαρρῶ πῶς θὰ ξεσπάσῃ, πρὶν τὸ στοχαστοῦμε.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Θἄρθῃ βροχή, βαρκάρη. Ἀλαίμαργα γρασίδι
τρώγουν τὰ πρόβατά μου· ὁ Φύλακας σκαλίζει.

ΒΕΡΝΗΣ
Πηδοῦν τὰ ψάρια καὶ βουτᾷ τὸ νεροποῦλι,
φουρτοῦνα δυνατὴ θὰ κατεβῇ.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Γιὰ κύττα,

ΣΕΠΠΗΣ
Τῆς μαύρης Λίζας τὸ κουδοῦνι ἐδῶθε ἀκούω.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Καμιὰ δὲ λείπει· Ἐκείνη ἀπ' ὅλες πλιὰ μακραίνει.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Καλὸν ἠχό, βοσκέ, σοῦ βγάζουν τὰ κουδούνια.

ΒΕΡΝΗΣ
Νόστιμα ζᾶ! Δικά σου εἶναι, πατριώτη;

ΚΟΥΟΝΗΣ
Δὲν εἶμαι τόσο πλούσιος. Εἶναι τ' ἄρχοντός μου,
τ' Ἀτιγκχάουζεν, ὁποῦ σ' ἐμένα τὰ μπιστεύτη.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Ὤμορφα ποῦ ἡ κορδέλα πάει στὴν ἀγελάδα.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Τὸ ξέρει ποὖναι ἡ πρώτη σ' ὅλο τὸ κοπάδι.
Κι' ἂν τῆς τὴν ἔπαιρνα θὲ νἄπαυε νὰ βόσκῃ.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Στὰ καλά σου δὲν εἶσαι! Ζῶ' μὲ δίχως κρίσι...

ΒΕΡΝΗΣ
Ἔτσι μὴ λέγεις. Κρίσιν ἔχει καὶ τὸ ζῶο,
τὸ λέμ' ἐμεῖς ποῦ κυνηγᾶμε ἀγριοκατσίκια.
Ὅταν αὐτὰ πᾶν στὴ βοσκή, φρόνιμα βάνουν
ἐμπροσθοφυλακὴ ποῦ αὐτιάζεται καὶ στέλνει
μήνυμα, σφουριξιὰ σὰν κυνηγὸς ζυγόνει.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ ΣΤΟ ΒΟΣΚΟ.
Πᾷς στὸ χωριό σου;

ΚΟΥΟΝΗΣ
Ἡ Ἄλπις πλειὰ βοσκὴ δὲν ἔχει.

ΒΕΡΝΗΣ
Καλῶς στὸ σπίτι νὰ γυρίσῃς.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Παρομοίως.
Εἰς μέρη ἐσὺ θὰ πᾷς ὅθε δὲ γέρνουν ὅλοι.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Βιαστικὰ τρέχοντας ἐδῶθε ἔρχεται κάποιος.

ΒΕΡΝΗΣ
Τὸν γνώρισα. Εἶναι ὁ Βάουμγκαρτ ἀπ' τ' Ἀλτσέλλεν.


(Ὁ Κονράδος Βάουμγκαρτ ὁρμάει λαχανιασμένος.)

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Στ' ὄνομα τοῦ Θεοῦ, βαρκάρη! Τὸ καΐκι.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Πῶς, πῶς; Τί τόση βία;

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Λύσε τὸ καΐκι.
Ὢ γλύτωσέ μου τὴ ζωή! Βγάλε με πέρα!

ΚΟΥΟΝΗΣ
Τί ἔχεις πατριώτη;

ΒΕΡΝΗΣ
Ποιός σὲ κυνηγάει;

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ 'Σ ΤΟΝ ΨΑΡΑ
Γλήγωρα, γλήγωρα, τοὺς ἔχω στὰ ποδάρια.
Τοῦ Βάϊλου μὲ ξατρέχουν οἱ καβαλλαρέοι,
ἐγὦμαι τοῦ θανάτου ἂν τύχῃ καὶ μὲ πιάσουν.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Καὶ γιατὶ σὲ ξατρέχουν οἱ καβαλλαρέοι;

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Σώσετε τώρα ἐσεῖς κ' ἔπειτα ἐγὼ σᾶς κρένω.

ΒΕΡΝΗΣ
Ἐσὺ 'σαι ματωμένος· πές μας, τί συνέβη;

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Ὁ αὐτοκρατορικὸς τοῦ Ρόσβερκ καστελλάνος...

ΚΟΥΟΝΗΣ
Ὁ Βολφενσχὶς αὐτὸς εἶναι ποῦ σὲ ξατρέχει;

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Αὐτὸς δὲν βλάβει πλειά· τὸν σκότωσα ἐγὼ ὁ ἴδιος.

'ΟΛΟΙ
Θεὸς νὰ σὲ σχωρέσῃ. Τί πῆγες νὰ κάμῃς;

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Κάθε ἐλεύθερος ἄντρας θὲ νὰ τὄχε κάμῃ
στὴ θέση μου. Τὸ δίκαιο τοῦ σπιτιοῦ μου ἐνάντια
'ς αὐτόν, ποῦ ν' ἀτιμάσῃ ἤθελε τὴν τιμή μου
κι' αὐτὴν τῆς γυναικός μου, ἑχτέλεσα μονάχα.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Ὤ πές μας γιὰ νὰ μάθουμ'· ἔχεις ὥρα ὣς ὅτου
αὐτὸς νὰ λύσῃ ἀπὸ τὴν ἄκρη τὸ καΐκι.

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Εἶχα τὸ δάσος κόψῃ ξύλα, καὶ νά, φθάνει
τρέχοντας ἡ γυναῖκα μου ὅλη τρομασμένη
καὶ μοῦ λέγει: ὁ τοπάρχης θρόνιασε στὸ σπίτι,
καὶ τῆς παράγγειλε λουτρὸ νὰ τοῦ ἑτοιμάσῃ
κ' ἔπειτ' ἄπρεπο πρᾶμα τῆς ζητᾷ. Κ' ἐκείνη
τὤφυγε κ' ἦρθ' ἐκεῖ γιὰ νὰ ζητήσῃ ἐμένα.
Γοργὰ τότ' ἔτρεξα στὸ σπίτι μοτ ὅπως ἤμουν,
καὶ τὄφτιασα μὲ τὴν ἀξίνα τὸ λουτρό του.

ΒΕΡΝΗΣ
Καλὰ ἔπραξες· κανεὶς δὲ υὰ σὲ κατακρίνῃ.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Ἄξιον ηὗρε μισθὸν ὁ ἀνέσπλαχνος ποῦ τόσο
ἔχει παθιάσῃ τὸν λαὸν τοῦ Οὐντερβάλδεν.

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Μυρισθῆκαν τὴν πράξη· τρέχουν νὰ μὲ πιάσουν.
Θεέ μου, ἐμεῖς μιλοῦμ'· ὡς τόσο ὁ καιρὸς φεύγει.


(Ἀρχίζει νὰ βροντᾷ.)

ΚΟΥΟΝΗΣ
Σβέλτα, βαρκάρη, πέρνα τον στὴν ἄλλην ὄχθη.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Δὲ γένεται· βαρειὰ φουρτοῦνα θὰ πλακώσῃ.
Νὰ περιμείνῃς.

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Ὢ θεέ! νὰ περιμείνω
δὲ δύναμαι· ἂν ἀργοῦμε, θάνατος θὰ μ' εὕρῃ.

ΚΟΥΟΝΗΣ 'Σ ΤΟΝ ΨΑΡΑ
Ἔλα μὲ τὸ Θεό! Βόηθα τὸν ὅμοιό σου.
Αὔριο μπορεῖ νὰ τύχῃ καὶ σὲ μᾶς τὸ ἴδιο.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Ἐχύθη ὁ Φέν· ἰδέτε πῶς φουσκόν' ἡ λίμνη·
νὰ τιμονεύσω δὲν μπορῶ μὲ τὸν ἀγέρα
ἐνάντιο καὶ μὲ τέτοια κύματα.

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Ἔτσι ἐσένα
νὰ σὲ βοηθήσῃ ὁ Θεὸς καθὼς θὰ μ' ἐλεήσῃς.

ΒΕΡΝΗΣ
Μιὰ ζωὴ κιντυνεύει· ἐλεήσου τον, βαρκάρη.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Ἔχει γυναῖκα αὐτός, ἔχει παιδιὰ στὸ σπίτι.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Πῶς; μὴ δὲν ἔχω μιὰ ζωὴ καὶ γὼ νὰ χάσω;
Ἔχω καὶ 'γὼ γυναῖκα καὶ παιδιά. Κυττᾶχτε
πῶς ἀγριεύει καὶ πῶς στρίφεται τὸ κῦμα
κι' ὅλην τὴν λίμνη ὣς τὸ βάθος ἀναδεύει.
Τὸν τίμιον ἄνθρωπο θὰ ἐγλύτονα εὐχαρίστως,
βλέπετε ὅμως καὶ σεῖς ποῦ βολετὸ δὲν εἶναι.

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Πρέπει λοιπὸν στοῦ ἐχθροῦ τὸ χέρι ἐγὼ νὰ πέσω,
ἐνῷ βλέπω ἀπ' ἐδῶ τὴ γῆ τῆς σωτηρίας;
Νά την! τὸ βλέμμα μου τὴν φθάνει κ' ἐκεῖ πέρα
ὁ ἦχος τῆς φωνῆς μου θἄφθανε. Νὰ ἡ βάρκα
ποῦ ἐκεῖ θὰ μ' ἔφερνε· καὶ ὅμως ἐδῶ πρέπει
νὰ κείτομ' ἔρμος κι' ἀπ' τὸ φόβο μου νὰ λυόνω.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Ποιὸς ἔρχεται γιὰ ἰδές.

ΒΕΡΝΗΣ
Ὁ Τέλλος ἀπ' τὸ Βύργκλεν.


(Ἔρχεται ὁ Τέλλος ἀρματωμένος.)

ΤΕΛΛΟΣ
Ποιὸς βοήθεια ζητῶντας μύρεται ἐδῶ πέρα;

ΚΟΥΟΝΗΣ
Εἶν' ἀπ' τ' Ἀλτσέλλεν, τὴν τιμή του ὑπερασπίσθη
αὐτὸς τὸ Βολφενσχὶς φονεύοντας, ποῦ εἶναι
τοῦ βασιλέως καστελλάνος εἰς τὸ Ρόσβεργ.
Δέεται τοῦ βαρκάρη ἐκεῖ νὰ τὸν περάσῃ.
Τοῦτον τρομάζ' ἡ χειμωνιὰ καὶ δὲν πηγαίνει.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Ὁ Τέλλος εἶν' ἐδῶ, κι' αὐτὸς ξέρει νὰ λάμνῃ·
ἂς γίνῃ μάρτυράς μου ἂν πρέπει νὰ τὸ κάμω.

ΤΕΛΛΟΣ
Ὅταν ἡ ἀνάγκη τὸ καλεῖ, καραβοκύρη,
νὰ τολμήσῃ μπορεῖ καθεῖς ὅ,τι κι' ἂν εἶναι.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Ἐγὼ νὰ βυθισθῶ στῆς κόλασης τὸ στόμα;
Κανεὶς δὲ θὰ τὸ κάμῃ ἂν εἶναι στὰ σωστά του.

ΤΕΛΛΟΣ
Ὕστερο τὸν ἑαυτό του σκέφτεται ὁ γενναῖος.
Στὸν Θεὸν ἔχε πίστιν, σῶσε τὸν καϋμένον.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Εὔκολ' ἀπ' τὴ στεριὰ καθένας ὁρμηνεύει.
Ἐδῶ εἶν' ἡ βάρκα, ἐδῶ κ' ἡ λίμνη. Δοκιμᾶστε.

ΤΕΛΛΟΣ
Ἴσως ἡ λίμνη θὰ τὸν ἐλεήσῃ, ἀλλ' ὄχι
ὁ τοπάρχης ποτέ. Δοκίμασε, βαρκάρη.

ΒΟΣΚΟΙ ΚΑΙ ΚΥΝΗΓΟΙ
Σῶσε τον, γλύτωσέ τον, σῶσε τον!

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Κι' ἂν ἦταν
ἀδερφός μου, παιδί μου, δὲν θὲ νὰ μποροῦσα.
Σήμερις εἶν' ἑορτὴ τοῦ Σίμωνος τοῦ Ἰούδα,
φυσομανᾷ ζητῶντας ἕνα θῦμα ἡ λίμνη.

ΤΕΛΛΟΣ
Μὲ λόγια στὸν ἀγέρα τίποτε δὲν γένεται.
Φεύγει ὁ καιρὸς κι' ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ ἔχει χρεία
νὰ τὸν βοηθήσουμε. Λοιπὸν θὰ τὸν περάσῃς;

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Ὄχι. Ἐγὼ ὄχι.

ΤΕΛΛΟΣ
Δός μου ἐδὼ τότε τὴ βάρκα.

Μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ ταῖς λίγαις δύναμαίς μου...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου