Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Ὑποδείξεις σχετικὰ μὲ τὴ μελέτη τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς.

τοῦ Peter D. Ouspensky



Μοῦ ἔχουν κάνει πολλὲς ἐρωτήσεις, μερικὲς ἀπ' αὐτὲς πολὺ ἀφελεῖς, διάφοροι ἄνθρωποι ποὺ προσπάθησαν νὰ καταλάβουν τὴν Κυριακὴ Προσευχὴ καὶ ποὺ ἦρθαν σὲ μένα νὰ τοὺς ἐξηγήσω τὶ σημαίνει ἡ μία φράση ἢ ἡ ἄλλη. Γιὰ παράδειγμα, μὲ ῥώτησαν τὶ σημαίνει «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς», ποιοὶ εἶναι οἱ «ὀφειλέται ἡμῶν», τὶ εἶναι «τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν» κ.ο.κ. – σὰν νὰ μποροῦσε νὰ ἑρμηνευτεῆ ἡ Κυριακὴ Προσευχὴ μὲ «σκέτα λόγια». Πρέπει νὰ καταλάβετε πρώτα ἀπ' ὅλα, ὅτι οἱ συνηθισμένες, σκέτες λέξεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγήσουν τίποτε σὲ σχέση μὲ τὴν Κυριακὴ Προσευχή. Εἶναι ἀπαραίτητη κάποια προπαρασκευαστικὴ κατανόηση. Τότε μπορεῖ νὰ ἐπέλθει παραπέρα κατανόηση, ἀλλὰ μόνο σὰν ἀποτέλεσμα προσπάθειας καὶ σωστῆς στάσης.

Ἡ Κυριακὴ Προσευχὴ μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ σὰν παράδειγμα ἄλυτου προβλήματος. Ἔχει μεταφραστεῖ σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες, μαθαίνεται ἀπ' ἔξω, ἐπαναλαμβάνεται κάθε μέρα, καὶ ὅμως οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν τὴν παραμικρὴ ἰδέα τοῦ τὶ σημαίνει στὴν πραγματικότητα. Τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν καταλαβαίνουμε τὸ νόημά της συνδέεται μὲ τὴ γενική μας ἀδυναμία νὰ καταλάβουμε τὴν Καινὴ Διαθήκη. Ἂν θυμάστε, σὲ μιὰ ἄλλη συζήτηση, ὁλόκληρη ἡ Καινὴ Διαθήκη δόθηκε σὰν ἕνα παράδειγμα ἀντικειμενικῆς τέχνης, δηλαδὴ ἔργο ἀνώτερου νοῦ. Πῶς μποροῦμε λοιπόν νά περιμένουμε νά καταλάβουμε μέ τό συνηθισμένο μας νοῦ αὐτό πού διατυπώθηκε καί δόθηκε ἀπό ἀνώτερο νοῦ;

Αὐτὸ ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀνυψώσουμε τὸ νοῦ μας στὸ ἐπίπεδο σκέψης ἀνώτερου νοῦ. Καὶ μολονότι δὲν τὸ ἀντιλαμβανόμαστε, αὐτὸ εἶναι δυνατὸν μὲ πολλοὺς καὶ διάφορους τρόπους. Στὰ μαθηματικά, γιὰ παράδειγμα, μποροῦμε νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀπείρου – μὲ ἀπείρως μικρὰ καὶ ἀπείρως μεγάλα μεγέθη, ποὺ δὲν σημαίνουν τίποτε γιὰ τὸ συνηθισμένο μας νοῦ. Καὶ αὐτὸ ποὺ εἶναι δυνατὸν στὰ μαθηματικά, εἶναι δυνατὸν καὶ γιὰ μᾶς, ἂν ξεκινήσουμε μὲ τὸ σωστὸ τρόπο καὶ συνεχίσουμε ἐπίσης μὲ τὸ σωστὸ τρόπο.

Ἕνα ἀπὸ τὰ πρώτα πράγματα ποὺ πρέπει νὰ καταλάβουμε καὶ νὰ θυμόμαστε, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ μελετήσουμε τὴν Κυριακὴ Προσευχή, εἶναι ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ θρησκευτικὴ γλώσσα καὶ στὴ γλώσσα τοῦ συστήματος.

Τί εἶναι θρησκεία; Ἡ λέξη αὐτὴ χρησιμοποιείται πολὺ συχνά. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ τὴν χρησιμοποιοῦν κάθε μέρα, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ὁρίσουν τὸ νόημά της.

Στὸ σύστημα αὐτὸ ἀκούσαμε ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι διαφορετικὴ γιὰ διαφορετικοὺς ἀνθρώπους, ὅτι ὑπάρχει θρησκεία τοῦ ἀνθρώπου Νο 1, θρησκεία τοῦ ἀνθρώπου Νο 2, θρησκεία τοῦ ἀνθρώπου Νο 3 κ.ο.κ. Πῶς ὅμως μποροῦμε νά ὁρίσουμε τή διαφορά ἀνάμεσά τους; Πρὶν φτάσουμε σὲ ὁρισμούς, πρέπει νὰ καταλάβουμε πρώτα ἀπ' ὅλα, ὅτι τὸ πιὸ ἀπαραίτητο στοιχεῖο σὲ ὅλες τὶς γνωστές μας θρησκείες εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ Θεοῦ – ἑνὸς Θεοῦ μὲ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ βρισκόμαστε σὲ προσωπικὴ σχέση, στὸν ὁποῖο μποροῦμε, κατὰ κάποιο τρόπο, νὰ μιλάμε, ποὺ μποροῦμε νὰ τὸν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς βοηθήσει, καὶ ποὺ μποροῦμε νὰ πιστεύουμε στὴ δυνατότητα ὅτι θὰ μᾶς βοηθήσει. Ἕνα ἀναπόσπαστο μέρος τῆς θρησκείας εἶναι ἡ πίστη στὸ Θεό, δηλαδὴ σὲ ἕνα Ἀνώτερο Ὄν, παντοδύναμο καὶ πανταχοῦ παρόν, ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει σὲ ὅ,τι ἐπιθυμοῦμε ἢ θέλουμε νὰ κάνουμε.

Δὲν μιλάω ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ ἂν αὐτὸ εἶναι σωστὸ ἢ λάθος, δυνατὸν ἢ ἀδύνατον. Λέω ἀπλῶς ὅτι ἡ πίστη, δηλαδὴ ἡ πίστη στὸ Θεὸ καὶ στὴ δύναμή Του νὰ μᾶς βοηθήσει, εἶναι οὐσιαστικὸ μέρος τῆς θρησκείας.

Ἡ προσευχὴ ἀποτελεῖ ἐπίσης ἀναπόσπαστο μέρος κάθε θρησκείας. Ἀλλὰ ἡ προσευχὴ μπορεῖ νὰ διαφέρει πολύ. Ἡ προσευχὴ μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ αἴτηση βοήθειας σὲ ὁτιδήποτε μπορεῖ νὰ ἐπιχειρήσουμε, καὶ ἐπίσης, μέσω τῆς ἐργασίας σὲ σχολή, ἡ προσευχὴ νὰ ἀποτελέσει βοήθεια καθαυτή. Μπορεῖ νὰ γίνει ὄργανο ἐργασίας καὶ νὰ χρησιμοποιηθεῖ γιὰ τὸ ξαναζωντάνεμα τῶν ἰδεῶν τοῦ συστήματος. Μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ γιὰ τὴν ἀνάμνηση τοῦ ἐαυτοῦ καὶ γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει τὸν ὗπνο μας καὶ τὴν ἀνάγκη νὰ ξυπνήσουμε.

Ταυτόχρονα, οἱ ἐκφράσεις τῆς θρησκευτικῆς γλώσσας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφραστοῦν ἀκριβῶς στὴ γλώσσα τοῦ συστήματος. Πρῶτον, ἐπειδὴ στὴ θρησκεία ὑπάρχει τὸ στοιχεῖο τῆς πίστεως καί, δεύτερον, ἐπειδὴ στὴ θρησκεία καὶ στὴ θρησκευτικὴ γλώσσα γίνονται δεκτὰ καὶ ὑπολογίζονται ὁρισμένα γεγονότα ποὺ στὸ σύστημα θεωρούνται λογικῶς ἀπαράδεκτα ἢ ἀσυμβίβαστα. Παρόλα αὐτά, θὰ ἦταν λάθος νὰ ποῦμε ὅτι ἡ θρησκεία καὶ τὸ σύστημα εἶναι ἀσυμβίβαστα ἢ ἀντιφατικά. Μόνο ποὺ πρέπει νὰ μάθουμε νὰ μὴν μπερδεύουμε τὶς δύο γλῶσσες. Ἂν ἀρχίσουμε νὰ τὶς μπερδεύουμε, θὰ καταστρέψουμε κάθε χρήσιμο συμπέρασμα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ μιὰ ἢ τὴν ἄλλη πλευρά.

Ξαναγυρίζοντας στὴν ἰδέα τοῦ Θεοῦ, μιὰ ἰδέα ποὺ εἶναι ἀδιαχώριστη ἀπὸ τὴ θρησκεία καὶ τὴ θρησκευτικὴ γλώσσα, πρέπει πρώτα νὰ ῥωτήσουμε τὸν ἐαυτό μας πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διαιρεθοῦν οἱ θρησκείες μὲ γενικὸ ἢ ἱστορικό τρόπο. Μπορεῖ νὰ διαιρεθοῦν σὲ θρησκεῖες μὲ ἕνα Θεὸ καὶ σὲ θρησκεῖες μὲ πολλοὺς θεούς. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ στὴ διαίρεση αὐτή, πρέπει νὰ θυμόμαστε ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ συνηθισμένη κατανόηση τοῦ συστήματος γιὰ τὶς ἴδιες ἰδέες. Ἂν καὶ ὑπάρχουν ὁρισμένες διαφορὲς μεταξὺ θεῶν – ὅπως, γιὰ παράδειγμα στὴν ἑλληνικὴ μυθολογία – στὴ συνηθισμένη κατανόηση τοῦ πολυθεϊσμοῦ, ὅλοι οἱ θεοὶ βρίσκονται λίγο-πολὺ στὸ ἴδιο ἐπίπεδο. Ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ συστήματος ποὺ περιλαμβάνει τὴν ἰδέα τῶν διαφορετικῶν κλιμάκων καὶ τῶν διαφορετικῶν νόμων στὰ διάφορα ἐπίπεδα, ἔχουμε τελείως διαφορετικὴ κατανόηση τῆς ἀλληλεξάρτησης τῶν θεῶν.

Ἂν πάρουμε τὸ Ἀπόλυτο σὰν Θεό, μποροῦμε νὰ δοῦμε ὅτι δὲν ἔχει σχέση μὲ μᾶς. Τὸ Ἀπόλυτο εἶναι Θεὸς τῶν Θεῶν. Σχετίζεται μόνο μὲ τὸν ἐπόμενο κόσμο, δηλαδὴ μὲ τὸν Κόσμο 3. Ὁ Κόσμος 3 εἶναι Θεὸς τοῦ ἐπόμενου κόσμου, τοῦ Κόσμου 6, καθῶς καὶ ὅλων τῶν ἄλλων Κόσμων ποὺ ἀκολουθοῦν, ἀλλὰ σὲ ὅλο καὶ πιὸ μικρὸ βαθμό. Μετά, ὁ Γαλαξίας, ὁ Ἥλιος, οἱ Πλανήτες, ἡ Γῆ καὶ ἡ Σελήνη εἶναι ὅλα θεοί, ποὺ τὸ καθένα περιλαμβάνει μέσα του μικρότερους θεούς. Ἡ Ἀκτίνα τῆς Δημιουργίας σὰν σύνολο, ἂν τὴν πάρουμε σὰν μιὰ τριάδα, εἶναι ἐπίσης Θεὸς: Θεός ὁ Ἄγιος, Θεὸς ὁ Ἰσχυρός, Θεὸς ὁ Ἀθάνατος.

Μποροῦμε λοιπὸν νὰ διαλέξουμε σὲ ποιὸ ἐπίπεδο ἐπιθυμοῦμε νὰ πάρουμε τὸ Θεό, ἂν θέλουμε νὰ χρησιμοποιοῦμε τὴ λέξη «Θεὸς» μὲ τὴ θρησκευτική του ἔννοια, δηλαδή, μὲ τὴν ἔννοια ἑνὸς Θεοῦ ποὺ ἔχει ἄμεση πρόσβαση στὴ ζωή μας. Ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ συστήματος, δὲν ἔχουμε τίποτε γιὰ νὰ ἀποδείξουμε Ὅτι ὁποιοσδήποτε ἀπ' αὐτοὺς τοὺς κόσμους εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχει προσωπικὴ σχέση μὲ μᾶς. Ἀλλὰ ὑπάρχει θέση γιὰ τὸ Θεὸ στὸ σύστημα.

Στὴν πλάγια ὀκτάβα ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τὸν Ἥλιο σὰν «ντό», ὑπάρχουν δύο τελείως ἄγνωστα σημεία, σχετικὰ μὲ τὰ ὁποία δὲν ἔχουμε ὑλικὸ γιὰ νὰ σκεφτοῦμε. Ἡ ὀκτάβα ἀρχίζει σὰν ντὸ στὸν Ἥλιο, μετά, γίνεται σὶ στὸ ἐπίπεδο τῶν Πλανητῶν. Στὴ Γῆ γίνεται λὰ – σὸλ – φά, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ὀργανικὴ ζωή, ἡ ὁποία περιλαμβάνει καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ὅταν τὸ κάθε μεμονωμένο ὄν στὸ ἀνθρώπινο, στὸ ζωικὸ καὶ στὸ φυτικὸ βασίλειο πεθαίνει, τὸ σώμα – ἢ αὐτὸ ποὺ ἀπομένει ἀπὸ τὸ σώμα – πηγαίνει στὴ Γῆ καὶ γίνεται μέρος τῆς Γῆς, καὶ ἡ ψυχὴ πηγαίνει στὴ Σελήνη καὶ γίνεται μέρος τῆς Σελήνης. Ἀπὸ αὐτὸ μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὸ μὶ καὶ τὸ ῥέ. Ἀλλὰ γιὰ τὸ σὶ καὶ τὸ ντὸ δὲν ξέρουμε τίποτε ἀπολύτως. Οἱ δύο αὐτὲς νότες μπορεῖ νὰ γίνουν ἡ αἰτία πολλῶν ὑποθέσεων γιὰ τὴν πιθανὴ θέση ἑνὸς θεοῦ ἢ θεῶν ποὺ ἔχουν κάποια σχέση μὲ μᾶς μέσα στὴν Ἀκτίνα τῆς Δημιουργίας.

Καὶ τώρα, ἔχοντας ὑπόψη μας ὅλα αὐτά, μποροῦμε νὰ ἔρθουμε στὴ μελέτη τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς.

Τὸ πρῶτο ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ἐξακριβώσουμε γιατὶ καὶ πότε δόθηκε. Ξέρουμε ὅτι δόθηκε γιὰ νὰ ἀντικαταστήσει πολλὲς ἄσκοπες προσευχές.

Μετὰ θὰ πρέπει νὰ προσέξουμε πολλὰ ἐνδιαφέροντα στοιχεία μέσα στὴν ἴδια τὴν Κυριακὴ Προσευχὴ καὶ στὴν πολὺ εἰδικὴ διάρθρωση ποὺ ἔχει. Καὶ ἀπὸ τὴν κατανόησή μας αὐτῆς τῆς διάρθρωσης, καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴ γνώση μας τοῦ Νόμου τοῦ Τρία, ἴσως μπορέσουμε νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι, ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ συστήματος, ὑπάρχει δυνατότητα ἀνάπτυξης τῆς κατανοήσεῶς μας μὲ τὴν κατανόηση τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς.

Ὅπως πολλὰ μαθηματικὰ προβλήματα, ἡ μελέτη τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς πρέπει νὰ ἀρχίσει μὲ μιὰ σωστὴ διάταξη τῶν μερῶν τοῦ προβλήματος. Προσέχουμε ἀμέσως δύο ἐνδιαφέροντα πράγματα: Πρῶτον, ὅτι ἡ Κυριακὴ Προσευχὴ διαιρείται σὲ τρία μέρη ποὺ ἀποτελούνται ἀπὸ τρία μέρη τὸ καθένα, καὶ δεύτερον, ὅτι στὴν Κυριακὴ Προσευχὴ ὑπάρχουν ὁρισμένες λέξεις – κλειδιά, δηλαδή, λέξεις ποὺ ἐξηγοῦν ἄλλες λέξεις στὶς ὁποῖες ἀναφέρονται. Δὲν μποροῦμε νὰ ὀνομάσουμε τὴ διαίρεση διὰ τοῦ τρία τρεῖς τριᾶδες, διότι δὲν ξέρουμε τὴ μεταξύ τους σχέση καὶ δὲν μποροῦμε νὰ δοῦμε τὶς δυνάμεις. Μποροῦμε μόνο νὰ δοῦμε ὅτι ὑπάρχουν τρία μέρη.

Ἂν διαβάσετε τὰ τρία πρώτα αἰτήματα μαζί, σὰν ἕνα μέρος, θὰ δεῖτε πολλά, ποὺ δὲν μπορεῖτε νὰ δεῖτε ἂν τὰ διαβάζετε μὲ τὸ συνηθισμένο τρόπο.

1. Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου
2. ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου
3. γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς

Στὸ πρῶτο αἴτημα, «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου», τὸ ἄμεσο ἐρώτημα εἶναι, ποιός εἶναι ὁ «Πατήρ ἡμῶν»; Ἡ λέξη-κλειδί εἶναι «οὐρανοί». Τί σημαίνει «ἐν τοῖς οὐρανοῖς»; Ἂν προσπαθήσουμε νὰ ἀπαντήσουμε σ' αὐτὴ τὴν ἐρώτηση ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς Ἀκτίνας τῆς Δημιουργίας, ἴσως μπορέσουμε νὰ καταλάβουμε κάτι. Ζοῦμε στὴ Γῆ, καὶ «οὐρανοὶ» πρέπει νὰ σημαίνει ἀνώτερα ἐπίπεδα, δηλαδή, τοὺς Πλανήτες, τὸν Ἥλιο ἢ τὸ Γαλαξία. Ἡ ἰδέα τῶν «οὐρανῶν» προϋποθέτει ὁρισμένες δυνάμεις, ἢ κάποιο νοῦ ἢ πνεύματα σ' αὐτὰ τὰ ἀνώτερα ἐπίπεδα, στὰ ὁποία, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ Κυριακὴ Προσευχὴ μᾶς συμβουλεύει νὰ κάνουμε ἔκκληση. Ἡ λέξη «οὐρανοὶ» δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφέρεται σὲ ὁτιδήποτε στὸ ἐπίπεδο τῆς Γῆς. Ἀλλὰ ἂν ἀντιληφθοῦμε ὅτι οἱ κοσμικὲς δυνάμεις ποὺ συνδέονται μὲ τὸ Γαλαξία, τὸν Ἥλιο ἢ τοὺς Πλανήτες εἶναι πολὺ μεγάλες γιὰ νὰ ἔχουν ὁποιαδήποτε σχέση μὲ μᾶς, τότε μποροῦμε νὰ ἀναζητήσουμε τὴ θέση τοῦ «Πατρὸς ἡμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» στὸ ντὸ ἢ στὸ σὶ τῆς πλάγιας ὀκτάβας – ἢ μποροῦμε πάλι νὰ τὴν ἀφήσουμε στὶς ἀνώτερες περιοχές.

Στὶς λέξεις ποὺ ἀκολουθοῦν δὲν ὑπάρχει τίποτε προσωπικό. «Ἀγιασθήτω τὸ ὄνομά σου», εἶναι ἡ ἔκφραση μιᾶς ἐπιθυμίας γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς σωστῆς στάσεως πρὸς τὸ Θεό, καὶ γιὰ μιὰ καλύτερη κατανόηση τῆς ἰδέας τοῦ Θεοῦ ἢ Ἀνώτερου Νοῦ, καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ γιὰ ἀνάπτυξη προφανῶς ἀναφέρεται σὲ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα.

Τὸ δεύτερο αἴτημα, «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», εἶναι ἡ ἔκφραση μιᾶς ἐπιθυμίας γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ ἐσωτερισμοῦ. Στὸ βιβλίο μου «Ἕνα νέο πρότυπο τοῦ σύμπαντος», προσπάθησα νὰ ἐξηγήσω ὅτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν θὰ μποροῦσε νὰ σημαίνει τὸν ἐσωτερισμό, δηλαδή, ἕνα ὁρισμένο μέρος τῆς ἀνθρωπότητας ποὺ διέπεται ἀπὸ ἰδιαίτερους νόμους.

Τὸ τρίτο αἴτημα, «γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς», εἶναι ἡ ἔκφραση μιᾶς ἐπιθυμίας γιὰ τὴ μετάβαση τῆς Γῆς σὲ ἀνώτερο ἐπίπεδο, κάτω ἀπὸ τὴν ἄμεση βούληση τοῦ Ἀνώτερου Νοῦ. «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου» ἀναφέρεται σὲ κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ συμβεῖ ἀλλὰ δὲν ἔχει συμβεῖ ἀκόμη. Αὐτὰ τὰ τρία αἰτήματα ἀναφέρονται σὲ συνθήκες ποὺ μπορεῖ νὰ ἔρθουν ἀλλὰ ποὺ δὲν ἔχουν ἀκόμη ἐκπληρωθεῖ.

Τὸ πρῶτο αἴτημα τοῦ δεύτερου μέρους τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς εἶναι:
«Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον».

Ἡ λέξη «ἐπιούσιος» δὲν ὑπάρχει στὸ πιὸ παλιὸ ἑλληνικὸ καὶ λατινικὸ κείμενο. Ἡ σωστὴ λέξη, ποὺ ἀργότερα ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὸ «ἐπιούσιος», εἶναι «ὑπερούσιος». Τὸ σωστὸ κείμενο θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι: «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τῶν ὑπερούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον». «Ὑπερούσιος», ἢ «πνευματικὸς» ὅπως λένε μερικοί, μπορεῖ νὰ ἀναφέρεται σὲ ἀνώτερη τροφή, σὲ ἀνώτερα ὑδρογόνα, σὲ ἀνώτερες ἐπιδράσεις ἢ σὲ ἀνώτερη γνώση.

Τὰ δύο ἐπόμενα αἰτήματα σ' αὐτὸ τὸ δεύτερο μέρος, «καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν», καὶ «καὶ μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ», εἶναι τὰ πιὸ δυσκολονόητα ἢ τὰ πιὸ δυσεξήγητα. Εἶναι ἰδιαίτερα δύσκολα, διότι τὸ συνηθισμένο τους νόημα, ὅπως γενικὰ γίνεται δεκτό, δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸ πραγματικὸ νόημα. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι σκέφτονται τὶς λέξεις, «καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν» μὲ τὸ συνηθισμένο τρόπο, ἀρχίζουν ἀμέσως νὰ κάνουν λογικὰ καὶ ψυχολογικὰ λάθη. Πρώτα ἀπ' ὅλα, παίρνουν σὰν δεδομένο ὅτι μποροῦν νὰ συγχωροῦν «ὀφειλήματα» καὶ νὰ τοὺς συγχωροῦν δικά τους «ὀφειλήματα». Αὐτὸ ἀποτελεῖ πλάνη καὶ δὲν ἔχει ἀπολύτως καμία βάση. Ἂν σκεφτοῦν τὸν ἐαυτό τους, ἂν μελετήσουν τὸν ἐαυτό τους, ἂν παρατηρήσουν τὸν ἐαυτό τους, θὰ δοῦν πολὺ σύντομα ὅτι δὲν μποροῦν νὰ συγχωρήσουν ὁποιαδήποτε ὀφειλήματα, ἀκριβῶς ὅπως δὲν μποροῦν νὰ κάνουν τίποτε.

Γιὰ νὰ πράττει καὶ γιὰ νὰ συγχωρεῖ κανεῖς, πρέπει πρώτα ἀπ' ὅλα νὰ μπορεῖ νὰ θυμάται τὸν ἐαυτό του, πρέπει νὰ εἶναι σὲ ἐγρήγορση καὶ πρέπει νὰ ἔχει θέληση. Ὅπως εἴμαστε τώρα, ἔχουμε χιλιάδες διαφορετικὲς θελήσεις, καὶ ἀκόμη κι ἂν μιὰ ἀπ' αὐτὲς τὶς θελήσεις θέλει νὰ συγχωρήσει, ὑπάρχουν πάντοτε πολλὲς ἄλλες ποὺ δὲν θέλουν νὰ συγχωρήσουν καὶ ποὺ θὰ νομίζουν ὅτι ἡ συγχώρηση εἶναι ἀδυναμία, ἀσυνέπεια ἢ καὶ ἔγκλημα. Καὶ τὸ πιὸ παράξενο εἶναι ὅτι μερικὲς φορὲς εἶναι πραγματικὰ ἔγκλημα νὰ συγχωρεῖ κανεῖς. Ἐδῶ φτάνουμε σὲ ἕνα ἐνδιαφέρον σημεῖο. Δὲν ξέρουμε ἂν εἶναι καλὸ νὰ συγχωροῦμε ἢ ὅχι, ἂν εἶναι καλὸ νὰ συγχωροῦμε πάντοτε, ἢ ἂν σὲ μερικὲς περιπτώσεις εἶναι καλύτερα νὰ συγχωροῦμε καὶ σὲ ἄλλες νὰ μὴ συγχωροῦμε. Ἂν τὸ σκεφτοῦμε περισσότερο, ἴσως καταλήξουμε στὸ συμπέρασμα ὅτι ἀκόμη κι ἂν μπορούσαμε νὰ συγχωρήσουμε, πιθανὸν θὰ ἦταν καλύτερα νὰ περιμένουμε ὥσπου νὰ μάθουμε περισσότερα, δηλαδή, ὥσπου νὰ μάθουμε σὲ ποιὲς περιπτώσεις εἶναι καλύτερα νὰ συγχωροῦμε καὶ σὲ ποιὲς περιπτώσεις εἶναι καλύτερα νὰ μὴ συγχωροῦμε.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ θυμηθοῦμε τὰ ὅσα εἴπαμε σχετικὰ μὲ τὶς θετικὲς καὶ ἀρνητικὲς στάσεις καὶ θὰ πρέπει νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι οἱ θετικὲς στάσεις δὲν εἶναι πάντοτε σωστές. Οἱ ἀρνητικὲς στάσεις εἶναι μερικὲς φορὲς ἀπαραίτητες γιὰ μιὰ σωστὴ κατανόηση. Ἐπομένως, ἂν τὸ νὰ «συγχωροῦμε» σημαίνει πάντοτε νὰ ἔχουμε θετικὴ στάση, τότε, τὸ νὰ συγχωροῦμε, μπορεῖ μερικὲς φορὲς νὰ ἀποτελεῖ μεγάλο σφάλμα.

Πρέπει νὰ καταλάβουμε, ὅτι τὸ νὰ συγχωροῦμε ἀδιάκριτα, μπορεῖ νὰ εἶναι χειρότερο ἀπὸ τὸ νὰ μὴν συγχωροῦμε καθόλου. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀντίληψη μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ σωστὴ ἄποψη τῆς δικῆς μας θέσεως σὲ σχέση μὲ τὰ δικά μας «ὀφειλήματα». Ἂς ὑποθέσουμε γιὰ μιὰ στιγμή, ὅτι ὑπῆρχε στὴν πραγματικότητα κάποια καλοπροαίρετη καὶ μάλλον ἀνόητη θεότητα, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ συγχωρεῖ τὰ «ὀφειλήματά» μας, καὶ ποὺ πραγματικὰ θὰ τὰ συγχωροῦσε καὶ θὰ τὰ ἔσβηνε. Αὐτὸ θὰ ἦταν ἡ μεγαλύτερη συμφορὰ ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ πάθουμε. Δὲν θὰ εἴχαμε κίνητρο τότε, καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος γιὰ νὰ ἐργαστοῦμε. Θὰ μπορούσαμε νὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ κάνουμε τὰ ἴδια λάθη καί, στὸ τέλος, νὰ παίρνουμε συγχώρηση. Μιὰ τέτοια δυνατότητα εἶναι τελείως ἀντίθετη μὲ ὁποιαδήποτε ἰδέα τῆς ἐργασίας. Στὴν ἐργασία πρέπει νὰ ξέρουμε ὅτι τίποτε δὲν θὰ συγχωρηθεῖ. Μόνο αὐτὴ ἡ γνώση θὰ μᾶς δώσει πραγματικὸ κίνητρο γιὰ νὰ ἐργαστοῦμε, καὶ τουλάχιστον θὰ μᾶς ἐμποδίσει νὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὰ ἴδια πράγματα, ποὺ ξέρουμε ἤδη ὅτι εἶναι λάθος.

Εἶναι ἐνδιαφέρον νὰ ἐξετάσουμε τὶς σχολὲς ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ καὶ νὰ τὶς συγκρίνουμε μὲ τὴ συνηθισμένη ζωή. Στὴ ζωὴ οἱ ἄνθρωποι μπορεῖ νὰ περιμένουν συγχώρηση, ἢ νὰ ἐλπίζουν τουλάχιστον πὼς θὰ συγχωρηθοῦν. Στὴ σχολὴ δὲν συγχωρείται τίποτε. Αὐτὸ ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸ μέρος ἑνὸς συστήματος σχολῆς, μεθόδου σχολῆς καὶ ὀργάνωσης σχολῆς. Οἱ σχολὲς ὑπάρχουν ἀκριβῶς γιὰ νὰ μὴ συγχωροῦν, καὶ γι αὐτὸ τὸ λόγο μπορεῖ κανεῖς νὰ ἐλπίζει καὶ νὰ περιμένει ὅτι θὰ κερδίσει κάτι ἀπὸ μιὰ σχολή. Ἂν ὑπῆρχε συγχώρηση μέσα στὶς σχολές, δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος γιὰ νὰ ὑπάρχουν αὐτές.

Τὸ ἐσωτερικὸ νόημα τοῦ «καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν», ἀναφέρεται, στὴν πραγματικότητα, σὲ ἐπιδράσεις, δηλαδή, σὲ ἐπιδράσεις ἀπὸ ἀνώτερα ἐπίπεδα. Μποροῦμε νὰ ἔλκουμε πρὸς τὸν ἐαυτό μας ἀνώτερες ἐπιδράσεις, μόνο ἂν μεταβιβάζουμε σὲ ἄλλους ἀνθρώπους τὶς ἐπιδράσεις ποὺ δεχόμαστε ἢ ἔχουμε δεχτεῖ. Οἱ λέξεις αὐτὲς ἔχουν καὶ πολλὰ ἄλλα νοήματα, ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ πῶς νὰ τὶς καταλαβαίνουμε.

Τὸ τρίτο αἴτημα αὐτὸ τοῦ δεύτερου μέρους εἶναι:

«Καὶ μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ».

Ποιός εἶναι ὁ μεγαλύτερος πειρασμός μας; Πιθανότατα εἶναι ὁ ὗπνος. Οἱ πρῶτες λοιπὸν λέξεις εἶναι κατανοητὲς - « βοήθησέ μας νὰ κοιμόμαστε λιγότερο, ἢ βοήθησέ μας νὰ ξυπνάμε μερικὲς φορές». Τὸ ἐπόμενο μέρος εἶναι πιὸ δύσκολο. Λέει: «Ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Ἐνδεχομένως θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι: «καὶ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Ὑπάρχουν πολλὲς ἑρμηνείες αὐτοῦ τοῦ «ἀλλά», ἀλλὰ καμιὰ ἀπ' αὐτὲς δὲν εἶναι ἀρκετὰ ἰκανοποιητικὴ ὅπως μεταφράζεται στὴ συνηθισμένη γλώσσα, γι' αὐτὸ θὰ τὸ ἀφήσω πρὸς τὸ παρόν.

Τὸ κύριο ἐρώτημα εἶναι, τὶ σημαίνει «πονηρόν». Μιὰ πιθανὰ ἐρμηνεία εἶναι ὅτι σὲ σχέση μὲ τὸ συνηθισμένο πειρασμό, ποὺ δὲν εἶναι παρὰ ὁ ὗπνος, «πονηρὸν» σημαίνει νὰ ἀφήνει κανεῖς τὸν ἐαυτό του νὰ τὸν πάρει πάλι ὁ ὗπνος ὅταν ἔχει ἤδη ἀρχίσει νὰ ξυπνάει. Μπορεῖ νὰ σημαίνει τὸ νὰ ἐγκαταλείπει κανεῖς τὴν ἐργασία ὅταν ἔχει ἤδη καταλάβει τὴν ἀναγκαιότητα νὰ ἐργάζεται, τὸ νὰ ἐγκαταλείπει τὶς προσπάθειες ἀφοῦ εἶχε ἀρχίσει νὰ κάνει προσπάθειες καί, ὅπως ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει, τὸ νὰ ἀρχίσει νὰ κάνει ἀνόητα καὶ ἐπιβλαβὴ πράγματα, ὅπως τὸ νὰ πηγαίνει κόντρα στοὺς κανόνες τῆς σχολῆς καὶ νὰ δικαιολογεῖ τὸν ἐαυτό του ποὺ τὸ κάνει. Μπορεῖ κανεῖς νὰ βρεῖ πολλὰ παραδείγματα τοῦ εἴδους αὐτοῦ στὶς πράξεις ἀνθρώπων ποὺ ἐγκαταλείπουν τὴν ἐργασία καί, ἰδιαίτερα, στὶς διάφορες ἐρμηνείες ποὺ δίνουν γι' αὐτό.

Τέλος, τὸ τρίτο μέρος τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς, θὰ πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἀναφέρεται σὲ μιὰ μελλοντικὴ τάξη πραγμάτων καὶ ὄχι στὴν τωρινὴ τάξη.

1. Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία
2. καὶ ἡ δύναμις
3. καὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν,
προϋποθέτει ὅτι ἡ ἐπιθυμία ποὺ ἐκφράζεται στὸ πρῶτο μέρος τῆς Προσευχῆς ἔχει ἤδη πραγματοποιηθεῖ, ἔχει ἤδη ἐκπληρωθεῖ. Στὴν πραγματικότητα, οἱ λέξεις αὐτὲς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφέρονται μόνο στὸ μέλλον.

Τελικά, ὁλόκληρη ἡ Κυριακὴ Προσευχὴ μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ μιὰ τριάδα. Ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἕνα μέρος εἶναι ἐνεργητικὴ δύναμη, ἕνα ἄλλο μέρος παθητικὴ δύναμη καὶ ἕνα τρίτο μέρος ἐξουδετερωτικὴ δύναμη, διότι ὅλες οἱ σχέσεις πιθανὸν νὰ ἀλλάζουν μὲ τὴν ἀλλαγὴ στὸ κέντρο βάρους τῆς προσοχῆς. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ἀπὸ μόνη της, καθεμιὰ ἀπ' αὐτὲς τὶς τρεῖς διαιρέσεις ἢ μέρη, μπορεῖ νὰ ληφθεῖ σὰν μιὰ δύναμη καὶ ὅτι μαζὶ μπορεῖ νὰ ἀποτελοῦν τριάδα.

*

Αὐτὲς οἱ πολὺ μεγάλες ἰδέες ἐκφράζονται μὲ τὴ μορφὴ προσευχῆς. Ὅταν ἀποκρυπτογραφήσουμε αὐτὴ τὴν ἰδέα τῆς προσευχῆς, ἡ προσευχὴ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἰκεσίας, ἐξαφανίζονται.

Ἐρ.: Ποιά εἶναι ἡ διαφορά ἀνάμεσα στό νά συγχωροῦμε καί νά μᾶς συγχωροῦν;

Ἀπ.: Ὑποκείμενο καὶ ἀντικείμενο. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς συγχωροῦν. Κάναμε κάτι καί, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τῆς αἰτίας καὶ τοῦ ἀποτελέσματος, θὰ προκληθεῖ κάποιο ἀποτέλεσμα. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀλλάξουμε τὸ νόμο, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ γίνουμε ἐλεύθεροι – νὰ ξεφύγουμε ἀπ' αὐτόν. Μποροῦμε νὰ ἀλλάξουμε τὸ παρόν, μέσω τοῦ παρόντος τὸ μέλλον, καὶ μέσω τοῦ μέλλοντος τὸ παρελθόν. Πρέπει νὰ πληρώσουμε τὰ «ὀφειλήματά» μας. Πληρώνοντάς τα, ἀλλάζουμε τὸ παρελθόν, ἀλλὰ ὑπάρχουν διάφοροι τρόποι πληρωμῆς.

Ἐρ.: Ποιοί εἶναι οἱ διάφοροι τρόποι γιά νά πληρώνουμε τά χρέη μας;

Ἀπ.: Μηχανικὰ ἢ συνειδητά. Τὰ πληρώνουμε ὅπως καὶ νὰ ἔχει τὸ πράγμα. Ἢ περιμένοντας τὰ ἀποτελέσματα τῶν αἰτιῶν καὶ πληρώνοντας μὲ ἄλλο τρόπο. Τὸ σήμερα εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα κάποιου παρελθόντος. Ἂν ἀλλάξουμε τὸ σήμερα, ἀλλάζουμε τὸ παρελθόν.


Ἐρ.: Ἡ ἀλλαγή τοῦ παρελθόντος εἶναι ἡ πάλη ἐνάντια στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο πηγαίνουν τά πράγματα;

Ἀπ.: Αὐτὸ δὲν εἶναι παρὰ τὸ ξεκίνημα. Χρειάζονται ὁπωσδήποτε θετικὰ συναισθήματα καὶ ἀνώτερες ἐπιδράσεις. Χωρὶς αὐτά, δὲν μποροῦμε νὰ ἀλλάξουμε τίποτε. Ὑπάρχουν διάφορα στάδια. Αὐτὸ δὲν γίνεται ἀμέσως. Ἡ ἐργασία εἶναι ἀπαραίτητη. Ἔχω δώσει μερικὲς ἀρχές. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δοῦμε πῶς μποροῦμε νὰ τὸ ἐπιτύχουμε αὐτό.

Ὑπάρχουν πολλὰ ἐνδιαφέροντα πράγματα ἐδῶ. Γιὰ παράδειγμα δὲν ὑπάρχει ἡ λέξη «ἐγὼ» ἢ «ἐμένα» στὴν Κυριακὴ Προσευχή. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν προσωπικὰ χατήρια – ὅλοι οἱ ἄνθρωποι βρίσκονται στὴν ἴδια σχέση μὲ τὶς ἀνώτερες δυνάμεις, ὅλοι χρειάζονται τὰ ἴδια πράγματα.





ΠΗΤΕΡ ΟΥΣΠΕΝΣΚΥ
Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΔΡΟΜΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ 1988

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου