Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Τὸ δόγμα τῶν «Γιούγκα».

τοῦ Mircea Eliade    



Ἡ Ἰνδία ἐπεξεργάστηκε ἕνα δόγμα γιὰ τοὺς κοσμικοὺς κύκλους αὐξάνοντας σὲ μεγέθη ἀκόμη πιὸ τρομακτικὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν περιοδικῶν δημιουργιῶν καὶ καταστροφῶν τοῦ Σύμπαντος. Ἡ μονάδα μέτρησης, ὁ πιὸ μικρὸς κύκλος εἶναι ὁ γιούγκα, ἡ «ἐποχή». Ἀπὸ κάθε γιούγκα προηγείται καὶ ἔπεται μιὰ «αὐγὴ» καὶ ἕνα «δειλινό», ποὺ ἐνώνουν τὶς «ἐποχὲς» μεταξύ τους. Ὁ πλήρης κύκλος, ὁ μαχαγιούγκα, ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσερις ἄνισες ἐποχές, ἀπ' τὶς ὁποῖες ἡ μεγαλύτερη ἐμφανίζεται στὴν ἀρχὴ τοῦ κύκλου καὶ ἡ συντομότερη στὸ τέρμα του. Τὰ ὀνόματα αὐτῶν τῶν «ἐποχῶν», τῶν γιούγκα, εἶναι παρμένα ἀπὸ τὶς «ζαριές», ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς ποὺ δείχνουν τὰ ζάρια, ὅταν τὰ ῥίχνουν οἱ παίκτες. Κρτὰ γιούγκα (ἀπὸ τὸ ῥήμα κρ, «κάνω, ἐπιτελῶ») σημαίνει «πληρης ἐποχή», δηλαδὴ ἡ ζαριὰ ποὺ κερδίζει, ἡ «τεσσάρα», γιατὶ στὴν ἰνδικὴ παράδοση ὁ ἀριθμὸς τέσσερα συμβολίζει τὴν ὁλότητα, τὴν πληρότητα καὶ τὴν τελειότητα. Ὁ κρτὰ γιούγκα εἶναι ἡ τέλεια ἐποχή. Γι' αὐτὸ λέγεται καὶ σάτυα γιούγκα, δηλαδὴ ἡ «πραγματικὴ ἐποχή», ἡ ἀληθινή, ἡ αὐθεντική, ἡ τέλεια. Εἶναι ἀπὸ κάθε ἄποψη ἡ χρυσὴ ἐποχή, ἡ μακάρια, ὅπου βασιλεύουν ἡ δικαιοσύνη, ἡ εὐτυχία, ἡ εὐμάρεια. Κατὰ τὸν κρτὰ γιούγκα, ἡ ἠθικὴ τάξη τοῦ Κόσμου, τὸ ντάρμα, εἶναι ὁλόκληρο σεβαστό. Καὶ μάλιστα τὸ σέβονται ὅλα τὰ πλάσματα αὐθόρμητα, χωρὶς καταναγκασμό, γιατὶ τὸ ντάρμα τότε ταυτίζεται ὡς ἕνα σημεῖο μὲ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Ὁ τέλειος ἄνθρωπος τοῦ κρτὰ γιούγκα ἐνσαρκώνει τὸν κοσμικὸ κανόνα καὶ συνεπῶς τὸν ἠθικὸ νόμο. Ἡ ζωή του εἶναι ὑποδειγματική, ἀρχετυπική. Σὲ ἄλλες ἐξω-ἰνδικὲς παραδόσεις, αὐτὴ ἡ χρυσὴ ἐποχὴ ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴν περίοδο τοῦ ἀρχέγονου παραδείσου.

Στὴν ἐπόμενη ἐποχή, τὴν τρετὰ γιούγκα, τὴν «τριάρα» - ἀπὸ τὴν «τριάρα» τῶν ζαριῶν – σημειώνεται κιόλας κάποια συρρίκνωση. Οἱ ἄνθρωποι ἀκολουθοῦν τώρα μόνο τὰ τρία τέταρτα τοῦ ντάρμα. Κλῆρος τους εἶναι ἡ δουλειά, ὁ πόνος καὶ ὁ θάνατος. Δὲν αἰσθάνονται πιὰ αὐθόρμητα τὸ καθήκον τους, πρέπει νὰ τὸ μάθουν. Τἄ ἤθη, ποὺ ταιριάζουν στὶς τέσσερις κάστες ἀρχίζουν νὰ ἀλλοιώνονται.

Κατὰ τὸν ντβάπαρα γιούγκα (ἐποχὴ ποὺ σημειώνεται μὲ τὸ δύο, τὴν «δυάρα») δὲν ἀπομένει στὴ γῆ παρὰ τὸ μιςὸ ντάρμα. Αὐξάνουν τὰ ἀμαρτωλὰ πάθη καὶ τὰ βάσανα, μειώνεται ἡ διάρκεια τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Κατὰ τον κάλι γιούγκα, τὴν «κακὴ ἐποχή», δὲ μένει πιὰ παρὰ τὸ ἕνα τέταρτο τοῦ ντάρμα. Ἡ λέξη κάλι σημαίνει τὸν «ἄσο», τὸ ζάρι μὲ τὴ μιὰ κουκίδα, δηλαδὴ τὴ ζαριὰ ποὺ χάνει καὶ ποὺ προσωποποιείται μάλιστα μ' ἕνα κακὸ πνεύμα. Κάλι σημαίνει ἀκόμη «ἔριδα», «διχόνοια» καὶ γενικὰ ὅ,τι πιὸ κακὸ ἀπὸ μιὰ ὁμάδα ὄντων καὶ πραγμάτων. Κατὰ τὸν κάλι γιούγκα, ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ κοινωνία φτάνουν στὸ ἀκρότατο σημεῖο ἀποσύνθεσης. Σύμφωνα μὲ τὴ Βισνού Πουράνα (IV, 24) τὸ σύνδρομο τοῦ κάλι γιούγκα ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὰ ἐξῆς: ἡ κοινωνικὴ τάξη προσδιορίζεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησία, οἱ ἀρετὲς πηγάζουν ὅλες ἀπ' τὸ χρήμα, τὸ πάθος καὶ ἡ πολυτέλεια εἶναι ὁ μόνος δεσμὸς ἀνάμεσα στοὺς συζύγους, ἡ ἀπάτη καὶ τὸ ψέμα ἀπαραίτητος ὄρος γιὰ τὴν ἐπιτυχία στὴ ζωή, ὁ ἐρωτισμὸς ἡ μόνη ἀπόλαυση καὶ ἡ θρησκεία μερικὲς ἐξωτερικές διατυπώσεις, καθαρὰ τυπικές, ποὺ συγχέονται μὲ τὴν πνευματικότητα. Ἐμεῖς, ἐδῶ καὶ πολλὲς χιλιετίες, ζοῦμε βέβαια στὸν κάλι γιούγκα.

Οἱ ἀριθμοὶ 4, 3, 2 καὶ 1 δείχνουν καὶ τὴ μικρότερη διάρκεια τοῦ κάθε γιούγκα, καθὼς καὶ τὴ βαθμιαία ἐλάττωση τοῦ ντάρμα, ποὺ ἔχει ἀπομείνει, στὴν ὁποία ἄλλωστε ἀντιστοιχεῖ καὶ ἡ μείωση τῆς διάρκειας τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς πού, ὅπως εἴδαμε, συνοδεύεται κι ἀπὸ προϊούσα χαλάρωση τῶν ἠθῶν καὶ συνεχὴ διανοητικὴ κατάπτωση. Κάποια ἰνδικὴ σχολὴ μάλιστα, ἡ Πανκαράτρα, συνδέει μὲ τὴ θεωρία τῶν κύκλων μιὰ διδασκαλία γιὰ τὴν «πτώση τῆς γνώσεως» (ζνιάνα μπράμσα). Μὲ διάφορους τρόπους μποροῦμε νὰ λογαριάσουμε τὴ διάρκεια τῶν τεσσάρων γιούγκα: ἐξαρτάται ἀπὸ τὴν ἀξία ποὺ δεχόμαστε γιὰ τὰ χρόνια, ἂν δηλαδὴ τὰ θεωροῦμε χρόνια ἀνθρώπινα ἢ «θεϊκὰ» ἔτη, ποὺ τὸ καθένα τους ἀποτελείται ἀπὸ 300 χρόνια.

Περιοριζόμαστε σὲ μερικὰ παραδείγματα. Σύμφωνα μὲ ὁρισμένες πηγὲς (Μανού, Ι, 69 κ.ε., Μαχαμπαράτα (1), ΙΙΙ, 12, 826) ὁ κρτὰ γιούγκα διαρκεῖ 4.000 χρόνια, ὅπου πρέπει νὰ προστεθοῦν καὶ 400 ἀκόμη χρόνια «αὐγῆς» καὶ ἄλλα τόσα «δειλινοῦ». Ἔρχονται μετὰ ὁ τρετὰ γιούγκα μὲ 3.000 χρόνια, ὁ ντβάπαρα γιούγκα μὲ 2.000 καὶ ὁ κάλι γιούγκα μὲ 1.000 χρόνια (σὺν τὶς ἀντίστοιχες «αὐγὲς» καὶ «δειλινά», βέβαια). Ὥστε ὁ πλήρης κύκλος, ὁ μαχαγιούγκα, ἀποτελείται ἀπὸ 12.000 χρόνια. Τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν ἕνα γιούγκα στὸν ἄλλον γίνεται κατὰ τὴ διάρκεια ἑνὸς «δειλινοῦ» ποὺ σημειώνεται μὲ βαθμιαία πτώση ἀκόμη καὶ μέσα σὲ κάθε γιούγκα, ἀφοῦ καθένας τους τελειώνει μὲ μιὰ φάση σκότους. Ὅσο πλησιάζει τὸ τέλος τοῦ κύκλου, δηλαδὴ στὸν τέταρτο καὶ τελευταῖο γιούγκα, τὰ «σκότη» πυκνώνουν. Ἄλλωστε ὁ τελευταῖος γιούγκα, ὅπου βρισκόμαστε σήμερα, θεωρείται κατεξοχὴν «ἐποχὴ τοῦ σκότους», γιατὶ τὸν ἔχουν συσχετίσει μὲ τὴ θεὰ Κάλι, δηλαδὴ τὴ «μαύρη». Κάλι εἶναι ἕνα ἀπ' τὰ ὀνόματα τῆς Μεγάλης Θεᾶς, τῆς Σακτί, συζύγου τοῦ θεοῦ Σίβα. Δὲν ἄργησαν νὰ προσεγγίσουν αὐτὸ τ' ὄνομα τῆς Μεγάλης Θεᾶς μὲ τὴ σανσκριτικὴ λέξη κάλα, «χρόνος». Ὥστε ἡ Κάλι νὰ θεωρηθεῖ ὄχι μόνο ἡ «Μαύρη», ἀλλὰ καὶ ἡ προσωποποίηση τοῦ Χρόνου(2). Μιὰ φορά, ὅπως κι ἂν πάρει κανεῖς αὐτὴ τὴν ἐτυμολογία, ἡ συσχέτιση τοῦ κάλα, τοῦ «Χρόνου» τῆς θεᾶς Κάλι καὶ τοῦ κάλι γιούγκα, δικαιώνεται ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς δομῆς: ὁ Χρόνος εἶναι «μαῦρος», ἀφοῦ εἶναι ἄλογος, σκληρός, ἀδυσώπητος καὶ ἡ Κάλι, ὅπως κι ὅλες οἱ ἄλλες Μεγάλες Θεές, εἶναι ἀφέντρα τοῦ Χρόνου, τῶν πεπρωμένων, ποὺ ἐκείνη παρασκευάζει καὶ περατώνει.

Ὁ πλήρης κύκλος, ὁ μαχαγιούγκα τελειώνει μὲ μιὰ «διάλυση», ἕνα πραλάγια, ποὺ ἐπαναλαμβάνεται μὲ τρόπο πιὸ ῥιζικὸ (μαχαπραλάγια, «μεγάλη διάλυση») στὸ τέλος τοῦ χιλιοστοῦ κύκλου. Γιατὶ ὁ μεταγενέστερος διαλογισμὸς ἄπλωσε καὶ ἀναπαρήγαγε στὸ ἄπειρο τὸν πρωτογενὴ ῥυθμό, «δημιουργία – καταστροφὴ – δημιουργία», προβάλλοντας τὴ μονάδα μέτρησης, τὸ γιούγκα, σὲ ὁλοένα μεγαλύτερους κύκλους ἀπεραντοσύνης. Τὰ 12.000 χρόνια κάθε μαχαγιούγκα θεωρήθηκαν «ἔτη θεϊκά», μὲ διάρκεια 360 χρόνων τὸ καθένα, ὥστε ἕνας κοσμικὸς κύκλος ν' ἀποτελείται ἀπὸ 4.320.000 χρόνια. Χίλιοι τέτοιοι μαχαγιούγκα σχηματίζουν ἕνα κάλπα («σχήμα») καὶ 14 κάλπα κάνουν ἕνα μανβαντάρα (ὀνομάστηκε ἔτσι, γιατὶ πιστεύεται πὼς κάθε μανβαντάρα διαφεντεύεται ἀπὸ ἕναν Μανού, ἕναν μυθικὸ Πρόγονο – Βασιλιά). Ἕνα κάλπα ἰσοδυναμεῖ μὲ μιὰ μέρα ἀπ' τὴ ζωὴ ἑνὸς Βράχμα κι ἕνα ἀκόμη κάλπα μὲ μιὰ νύχτα. Ἐκατὸ τέτοια «ἔτη» Βράχμα, δηλαδὴ 311.000 δισεκατομμύρια ἀνθρώπινα χρόνια ἀποτελοῦν τὴ ζωὴ τοῦ θεοῦ. Ὅμως οὔτε αὐτὴ ἡ μεγάλη διάρκεια τῆς ζωῆς τοῦ Βράχμα δὲν ἐξαντλεῖ τὸν Χρόνο, γιατὶ οἱ θεοὶ δὲν εἶναι αἰώνιοι καὶ οἱ κοσμικὲς δημιουργίες καὶ καταστροφὲς συνεχίζονται στὸ ἄπειρο.

Ἀπ' ὅλη αὐτὴ τὴ χιονοστιβάδα τῶν ἀριθμῶν, χρήσιμο θὰ εἶναι νὰ κρατήσουμε τὴν ἰδέα γιὰ τὸν κυκλικὸ χαρακτήρα τοῦ κοσμικοῦ χρόνου. Ἔχουμε ἐδῶ τὴν ἀτέλειωτη ἐπανάληψη τοῦ ἴδιου φαινομένου (δημιουργία – καταστροφὴ – νέα δημιουργία) ποὺ προϋπάρχει κιόλας σὲ κάθε γιούγκα («αὐγὴ» καὶ «δειλινὸ») ἀλλὰ πραγματοποιείται πλήρως μὲ κάθε μαχαγιούγκα. Ἔτσι ἡ ζωὴ τοῦ Βράχμα περιέχει 2.650.000 ἀπ' αὐτοὺς τοὺς μαχαγιούγκα, ποὺ καθένας τους ἀκολουθεῖ τὶς ἴδιες φάσεις (κρτά, τρετά, ντβάπαρα, κάλι) καὶ τελειώνει μὲ ἕνα πραλάγια, μὲ ἕνα ῥαγκναρέκ (καταστροφή «ὁριστική», μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὁλικῆς διαλύσεως τοῦ κοσμικοῦ Αὐγοῦ, ἡ ὁποία γίνεται στὸ τέλος κάθε κάλπα μὲ τὸ μαχαπραλάγια. Διευκρινίζουμε πὼς τὸ μαχαπραλάγια συνεπάγεται παλινδρόμηση ὅλων τῶν «μορφῶν» καὶ ὅλων τῶν τρόπων ὑπάρξεως μὲς στὴν πρωταρχική, ἀδιαφοροποίητη πράκρτι. Στὸ μυθικὸ πεδίο, τίποτα δὲν ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ τὸν πρωτογενὴ Ὠκεανό, ποὺ στὴν ἐπιφάνειά του κοιμάται ὁ Μεγάλος Θεός, ὁ Βισνού).

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μεταφυσικὴ ὑποτίμηση τῆς ἀνθρώπινης ἱστορικῆς ζωῆς(3) – ποὺ ἀνάλογα μὲ τὴ διάρκειά της καὶ ἀπὸ μόνο τὸ γεγονὸς τῆς διάρκειᾶς της προκαλεῖ διάβρωση ὅλων τῶν μορφῶν ἐξαντλώντας τὴν ὀντολογική τους οὐσία – καὶ ἐκτὸς ἀπ' τὸ μῦθο τῆς ἀρχικῆς τελειότητας, σύμφωνα μὲ μιὰ παγκόσμια παράδοση ποὺ τὴ βρίσκουμε κι ἐδῶ (μῦθος τοῦ παραδείσου, ποὺ βαθμιαία χάνεται, ἀπλῶς καὶ μόνο ἐπειδὴ πραγματώνεται, ἐπειδὴ ἀποκτὰ μορφὴ καὶ διάρκεια), ἀξίζει ἀκόμη νὰ προσέξουμε σὲ τοῦτο τὸ ὄργιο τῶν ἀριθμῶν τὴν αἰώνια ἐπανάληψη τοῦ θεμελιακοῦ ῥυθμοῦ τοῦ Κόσμου, τὴν περιοδικὴ καταστροφὴ καὶ ἐπαναδημιουργία του. Ἀπ' αὐτὸν τὸν δίχως ἀρχὴ καὶ τέλος κύκλο, κοσμικὴ ἐκδήλωση τῆς μάγια, ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἀποσπασθεῖ μόνο μὲ μιὰ πράξη πνευματικῆς ἐλευθερίας (γιατὶ ὅλες οἱ ἰνδικὲς σωτηριολογικὲς λύσεις συνοψίζονται τελικὰ στὴν προκαταρτικὴ λύτρωση ἀπὸ τὴν κοσμικὴ αὐταπάτη καὶ στὴν πνευματικὴ ἐλευθερία).

Οἱ δύο μεγάλες ἑτεροδοξίες, ὁ βουδισμὸς καὶ ὁ ζαϊνισμός, δέχονται στὶς κύριες γραμμές τους τὸ ἴδιο, πανινδικὸ δόγμα γιὰ τὸν κυκλικὸ χρόνο, ποὺ τὸν παρομοιάζουν μὲ ῥόδα μὲ δώδεκα ἀκτίνες (εἰκόνα χρησιμοποιημένη κιόλας ἀπ' τὰ βεδικὰ κείμενα: πρβλ. Ἀθάρβα Βέδα, Χ, 8, 4, Ρίγκ βέδα, Ι, 164, 115 κ.α.). Ὁ βουδισμὸς δέχεται γιὰ μετρικὴ μονάδα τῶν κοσμικῶν κύκλων τὸ κάλπα (κάπαστην πάλυ[4]) ποὺ μοιράζεται σὲ περισσότερα ἢ λιγότερα «ἀπροσμέτρητα», ὅπως τὰ ὀνομάζουν τὰ κείμενα (ἀσαμχιέγια – καὶ στὴν πάλυ ἀσαγχέιγια). Οἱ παλυκὲς πηγὲς μιλᾶνε γενικὰ γιὰ τέσσερα ἀσαγχειγια καὶ γιὰ ἐκατὸ χιλιάδες κάππα (γιὰ παράδειγμα, πρβλ. Ζάτακα, Ι, σ.2). Στὴ μαχαγιανικὴ φιλολογία, τὰ «ἀπροσμέτρητα» κυμαίνονται ἀπὸ 3, 7 ὡς 33 καὶ συσχετίζονται μὲ τὴ δράση τοῦ Βοδισάτβα στοὺς διάφορους Κόσμους. Ἡ προϊούσα παρακμὴ τοῦ ἀνθρώπου σημειώνεται στὴ βουδικὴ παράδοση μὲ τὴ συνεχὴ ἐλάττωση τῆς ζωῆς του. Ἔτσι, σύμφωνα μὲ τὴ Ντιγκανικάγια, ΙΙ, 2-7, τὴν ἐποχὴ τοῦ πρώτου Βούδα, τοῦ Βιπάσι, ποὺ ἐμφανίστηκε πρὶν ἀπὸ 91 κάππα, ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου διαρκοῦσε 80.000 χρόνια. Τὴν ἐποχὴ τοῦ δεύτερου Βούδα, τοῦ Σίχι (πρὶν ἀπὸ 31 κάππα) ἡ διάρκεια τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ἦταν 70.000 χρόνια κ.ο.κ. Ὁ ἕβδομος Βούδας, ὁ Γκαουτάμα ἐμφανίζεται ὅταν ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου κρατάει μόνο 100 χρόνια, ἔχει δηλαδὴ μειωθεῖ στὸ ἔσχατο ὅριο (τὸ ἴδιο θέμα βρίσκουμε στὶς ἰρανικὲς ἀποκαλύψεις). Μολαταύτα γιὰ τὸ βουδισμό, καθῶς καὶ γιὰ ὁλόκληρο τὸ ἰνδικὸ φιλοσοφικὸ διαλογισμό, ὁ χρόνος δὲν ἔχει ὅρια. Καὶ ὁ Βοδισάτβα θὰ ἐνσαρκωθεῖ, γιὰ νὰ κηρύξει τὸ εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας ὅλων τῶν ὄντων εἰς τὴν αἰωνιότητα. Μ' ἕνα μόνο τρόπο εἶναι δυνατὸ νὰ βγεῖ κανεῖς ἀπ' τὸ χρόνο, νὰ σπάσει τὸ σιδερένιο κύκλο τῶν μετεμψυχώσεων: μὲ τὴν κατάλυση τῆς ἀνθρώπινης καταστάσεως, μὲ τὴν ἐπίτευξη τῆς Νιρβάνας. Ἄλλωστε, ὅλα αὐτὰ τὰ «ἀπροσμέτρητα» κι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀμέτρητοι αἰῶνες ἔχουν καὶ σωτηριολογικὴ λειτουργία: φτάνει μόνο ἡ πανοραματική τους θέα, γιὰ νὰ τρομοκρατηθεῖ ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ἀναγκαστεῖ νὰ «ἀναλογιστεῖ» ὅτι πρέπει νὰ ξαναρχίσει ἐκατομμύρια φορὲς αὐτὴ τὴν ἐφήμερη ζωὴ καὶ νὰ τραβήξει πάλι ἀτέλειωτα βάσανα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φτάσει σὲ ἀληθινὸ παροξυσμὸ ἡ θέλησή του νὰ ξεφύγει, νὰ τὸν σπρώξει, δηλαδή, νὰ ὑπερβεῖ ὀριστικὰ τὴν κατάσταση τοῦ «ὑπαρκτοῦ».



________________

1. Μαχαμπαράτα («ἡ μεγάλη ἱστορία τῶν ἀπογόνων τοῦ ἄρχοντα Μπαράτα»). Τεράστιο ἰνδικὸ ἔπος (ὀκτὼ φορὲς μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν Ἰλιάδα καὶ τὴν Ὀδύσσεια μαζὶ) μὲ κεντρικὸ θέμα τὴ διαμάχη ἀνάμεσα σὲ δύο ἀριστοκρατικὲς οἰκογένειες. Βασίζεται σὲ ἱστορικὰ γεγονότα τοῦ 10ου αἰ. π.Χ. Πῆρε τὴν ὁριστική του μορφὴ κατὰ τὸ 400 μ.Χ. (σ.τ.μ.).

2. Πρβλ. J. Prjyluski, “From the Great Godes to Kala” (Indian Historikal Quarterly, σ.267 κ.ε., 1938).

3. Γιὰ ὅλα αὐτά, βλ. Le Mythe de l' Eternel Retour, σ. 170.

4. Πάλυ: ἀρχαία θρησκευτικὴ γλώσσα τῆς νότιας Ἰνδίας καὶ τῆς Κεϋλάνης (σ.τ.μ.)




ΜΙΡΣΕΑ ΕΛΙΑΝΤ
ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΑ
ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΥΠΟΣΥΝΕΙΔΗΤΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΓΓΕΛΟΣ ΝΙΚΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΣΕΝΙΔΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου