Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Τὰ ἀγαθά πού προκαλοῦν δυστυχία.

τοῦ Πλάτωνος



(Ὁ Σωκράτης συζητᾶ μέ τόν Ἀλκιβιάδη γιά τή σημασία πού ἔχει νά προσέχει κανείς τί ζητᾶ μέ τίς προσευχές του ἀπό τούς θεούς, καθώς πολύ συχνά πρόκειται γιά πράγματα πού τελικά τοῦ προξενοῦν συμφορές. Ὁ Ἀλκιβιάδης παραδέχτηκε, μάλιστα, ὅτι δέν θά ἤθελε νά τοῦ προσφερθεῖ τό ἀξίωμα τοῦ τυράννου ὅλης τῆς Εὐρώπης, σέ περίπτωση πού γνώριζε ἐκ τῶν προτέρων ὅτι τό τίμημα θά ἦταν ἡ ψυχή του ἤ ἡ κακή καί ἐπιβλαβής χρήση τοῦ ἀξιώματος. Τότε ὁ Σωκράτης παρατηρεῖ:)


ΠΛΑΤΩΝ, ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ Β΄ (ΠΛ Ἀλκ. 2 141c–143a)

ΣΩ. Βλέπεις λοιπόν ὅτι δέν εἶναι ἀκίνδυνο οὔτε νά δέχεται κανείς ὅ,τι τοῦ δίνεται στήν τύχη, οὔτε ὁ ἴδιος νά εὔχεται νά γίνουν ἔτσι αὐτά, ἐάν βέβαια πρόκειται νά τόν βλάψουν ἤ νά χάσει κι ἐντελῶς τή ζωή του. Καί θά μπορούσαμε ν' ἀναφέρουμε πολλούς ἤδη πού θέλησαν τήν τυραννίδα καί πάσχισαν νά τήν ἀποκτήσουν σάν νά ἔκαναν κάτι καλό, κι ἀφοῦ ἐξαιτίας της ξεσήκωσαν ἐναντίον τους τό κακό, ἔχασαν τή ζωή τους.

Δέ θά 'ναι, νομίζω, ἀνάκουστα οὔτε ἀπό ἐσένα μερικά, χτεσινά μόλις καί σημερινά γεγονότα, ὅταν ὁ ἀγαπημένος τοῦ Ἀρχέλαου, τοῦ τυράννου τῶν Μακεδόνων, ἀφοῦ «ἠράσθη» τήν τυραννίδα πιό πολύ ἀπ' ὅ,τι ἐκεῖνος τόν ἀγαπημένο του, σκότωσε τόν ἐραστή του γιά ν' ἀποβεῖ αὐτός τύραννος κι εὐτυχισμένος ἄνθρωπος. Κι ἀφοῦ κράτησε τήν τυραννίδα τρεῖς ἤ τέσσερις μέρες, ξεσήκωσε αὐτός τό κακό ἐναντίον του κι ἄλλοι πάλι τόν σκότωσαν.

Βλέπεις ἄλλωστε καί τούς δικούς μας συμπολίτες –αὐτά μάλιστα δέν τ' ἀκούσαμε ἀπό ἄλλους, ἀλλά τά βλέπουμε μέ τά μάτια μας– ὅσοι θέλησαν τή στρατηγία καί τήν πέτυχαν, ἄλλοι εἶναι ἀκόμα ἐξόριστοι κι ἄλλοι ἔχασαν τή ζωή τους. Κι ὅσοι ἀπ' αὐτούς φάνηκε ὅτι εὐτύχησαν, ἀφοῦ πέρασαν ἀπό πλῆθος κινδύνους καί φόβους, ὄχι μόνο κατά τή διάρκεια τῆς στρατηγίας τους, ἀλλά κι ὅταν γύρισαν στήν πατρίδα τους, πολιορκημένοι ἀπό τούς συκοφάντες βρῆκαν πολιορκία καθόλου μικρότερη ἀπό ἐκείνη τῶν ἐχθρῶν ὥστε κάμποσοι ἀπό αὐτούς εὐχήθηκαν νά τούς ἔλειπε μᾶλλον ἡ στρατηγία παρά πού ἐστρατήγεψαν. Κι ἐάν τέλος πάντων οἱ κίνδυνοι καί οἱ κόποι ἦταν νά ὁδηγήσουν σέ ὠφέλεια, θά εἶχε κάποια δικαιολογία τό πράγμα• τώρα ὅμως συμβαίνει τό ἐντελῶς ἀντίθετο.

Θά ἔβρεις ἐξάλλου τήν ἴδια κατάσταση σχετικά μέ τά παιδιά, πού προσευχήθηκαν κάποιοι ν' ἀποχτήσουν, κι ἀφοῦ τ' ἀπόχτησαν, ἔπεσαν στίς μεγαλύτερες λύπες καί συμφορές. Ἄλλοι γιατί καθώς τά παιδιά τους ἀποδείχτηκαν μοχθηρά πλάσματα, πέρασαν τή ζωή τους ὅλη σέ στενοχώρια• κι ὅσοι πάλι ἀπόχτησαν καλά παιδιά, ἔπεσαν ὅμως στή συμφορά νά τά χάσουν, κι αὐτοί δέ βρέθηκαν καθόλου πιό λίγο δυστυχεῖς ἀπό τούς ἄλλους καί θά ἤθελαν νά μήν τούς εἶχαν μᾶλλον γεννηθεῖ παρά πού γεννήθηκαν. Μολονότι ὅμως αὐτά κι ἄλλα πολλά προσόμοιά τους εἶναι τόσο φανερά, σπάνια νά βρεῖς κανέναν πού θ' ἀπεῖχε ἀπό τά προσφερόμενα, ἤ πού θά ἔπαυε νά τά εὔχεται, ἄν ἔμελλε νά τά κερδίσει μέ τίς εὐχές.

Κι ὅσο γιά τούς πολλούς, δέ θά τραβοῦσαν χέρι οὔτε ἀπό τυραννίδα ἐάν τούς δινόταν, οὔτε ἀπό στρατηγία, οὔτε ἀπό ἄλλα πολλά, πού βλάπτουν μᾶλλον παρά ὠφελοῦν ὅταν πραγματοποιοῦνται, θά εὔχονταν μάλιστα νά τούς δοθοῦν ἄν τύχαινε νά τούς λείπουν. Ἄλλες πάλι φορές, ἀφοῦ περάσει λίγος καιρός, παλινωδοῦν, κι ἀπεύχονται ὅσα εὐχήθηκαν τήν πρώτη φορά.

Ἐγώ λοιπόν ἀμφιβάλλω ἄν δίκαια οἱ ἄνθρωποι κατηγοροῦν τούς θεούς, λέγοντας ὅτι ἀπό ἐκείνους τούς ἔρχονται οἱ συμφορές. «Οἱ δέ καί αὐτοί σφῆσιν εἴτε ἀτασθαλίαισιν», εἴτε μέ τήν ἀφροσύνη τους νά τήν ποῦμε, «ὑπέρ μόρον ἄλγε' ἔχουσιν». Φαίνεται συνεπῶς, Ἀλκιβιάδη, πώς ἦταν πολύ φρόνιμος ἐκεῖνος ὁ ποιητής πού χρησμοδοτώντας σέ ἀνόητους μᾶλλον φίλους, πού ἔβλεπε νά πράττουν καί νά εὔχονται ὅσα δέν ἦσαν καθόλου καλά, ἐνῶ ἔτσι φαίνονταν σ' αὐτούς, ἔφκιασε γιά ὅλους αὐτούς μαζί μία εὐχή• λέει κάπως ἔτσι:

«Δία βασιλιά, τά καλά, λέει, εἴτε τά εὐχόμαστε εἴτε ὄχι τέλεσέ τα, γλύτωνέ μας ὅμως ἀπό τά δεινά, κι ὅταν τά εὐχόμαστε», ἔτσι λέει. Ἐγώ νομίζω πώς ὁ ποιητής μιλᾶ ὡραῖα καί χωρίς νά ριψοκινδυνεύει• κι ἐσύ ὅμως, ἄν σκέφτεσαι κάτι γιά ὅλα αὐτά, μή σωπαίνεις.



Μτφρ. Λ. Κούσουλας. 
Πλάτων. Ἀλκιβιάδης καί Ἀλκιβιάδης Δεύτερος. 
Ἀθήνα: Πόλις


Πρωτότυπο κείμενο

ΣΩ. Ὁρᾷς οὖν ὡς οὐκ ἀσφαλὲς οὔτε τὰ διδόμενα εἰκῇ δέχεσθαί τε οὔτε αὐτὸν εὔχεσθαι γενέσθαι, εἴ γέ τις [141d] βλάπτεσθαι μέλλοι διὰ ταῦτα ἢ τὸ παράπαν τοῦ βίου ἀπαλλαγῆναι. πολλοὺς δ’ ἂν ἔχοιμεν εἰπεῖν, ὅσοι τυραννίδος ἐπιθυμήσαντες ἤδη καὶ σπουδάσαντες τοῦτ’ αὐτοῖς παραγενέσθαι, ὡς ἀγαθόν τι πράξαντες, διὰ τὴν τυραννίδα ἐπιβουλευθέντες τὸν βίον ἀφῃρέθησαν. οἶμαι δέ σε οὐκ ἀνήκοον εἶναι ἔνιά γε χθιζά τε καὶ πρωϊζὰ γεγενημένα, ὅτε Ἀρχέλαον τὸν Μακεδόνων τύραννον τὰ παιδικά, ἐρασθέντα τῆς τυραννίδος οὐθὲν ἧττον ἤπερ ἐκεῖνος τῶν παιδικῶν, ἀπέκτεινε τὸν ἐραστὴν ὡς τύραννός τε καὶ εὐδαίμων [141e] ἀνὴρ ἐσόμενος• κατασχὼν δὲ τρεῖς ἢ τέτταρας ἡμέρας τὴν τυραννίδα πάλιν αὐτὸς ἐπιβουλευθεὶς ὑφ’ ἑτέρων τινῶν ἐτελεύτησεν. ὁρᾷς δὴ καὶ τῶν ἡμετέρων πολιτῶν ―ταῦτα γὰρ οὐκ ἄλλων ἀκηκόαμεν, ἀλλ’ αὐτοὶ παρόντες οἴδαμεν―[142a] ὅσοι στρατηγίας ἐπιθυμήσαντες ἤδη καὶ τυχόντες αὐτῆς οἱ μὲν ἔτι καὶ νῦν φυγάδες τῆσδε τῆς πόλεώς εἰσιν, οἱ δὲ τὸν βίον ἐτελεύτησαν• οἱ δὲ ἄριστα δοκοῦντες αὐτῶν πράττειν διὰ πολλῶν κινδύνων ἐλθόντες καὶ φόβων οὐ μόνον ἐν ταύτῃ τῇ στρατηγίᾳ, ἀλλ’ ἐπεὶ εἰς τὴν ἑαυτῶν κατῆλθον, ὑπὸ τῶν συκοφαντῶν πολιορκούμενοι πολιορκίαν οὐδὲν ἐλάττω τῆς ὑπὸ τῶν πολεμίων διετέλεσαν, ὥστε ἐνίους αὐτῶν εὔχεσθαι ἀστρατηγήτους εἶναι μᾶλλον ἢ ἐστρατηγη [142b] κέναι. εἰ μὲν οὖν ἦσαν οἱ κίνδυνοί τε καὶ πόνοι φέροντες εἰς ὠφέλειαν, εἶχεν ἄν τινα λόγον• νῦν δὲ καὶ πολὺ τοὐναντίον. εὑρήσεις δὲ καὶ περὶ τέκνων τὸν αὐτὸν τρόπον, εὐξαμένους τινὰς ἤδη γενέσθαι καὶ γενομένων εἰς συμφοράς τε καὶ λύπας τὰς μεγίστας καταστάντας. οἱ μὲν γὰρ μοχθηρῶν διὰ τέλους ὄντων τῶν τέκνων ὅλον τὸν βίον λυπούμενοι διήγαγον• τοὺς δὲ χρηστῶν μὲν γενομένων, [142c] συμφοραῖς δὲ χρησαμένων ὥστε στερηθῆναι, καὶ τούτους οὐδὲν εἰς ἐλάττονας δυστυχίας καθεστηκότας ἤπερ ἐκείνους καὶ βουλομένους ἂν ἀγένητα μᾶλλον εἶναι ἢ γενέσθαι. ἀλλ’ ὅμως τούτων τε καὶ ἑτέρων πολλῶν ὁμοιοτρόπων τούτοις οὕτω σφόδρα καταδήλων ὄντων, σπάνιον εὑρεῖν ὅστις ἂν ἢ διδομένων ἀπόσχοιτο ἢ μέλλων δι’ εὐχῆς τεύξεσθαι παύσαιτο ἂν εὐχόμενος• οἱ δὲ πολλοὶ οὔτε ἂν τυραννίδος διδομένης ἀπόσχοιντο ἂν οὔτε στρατηγίας οὐδ’ ἑτέρων [142d] πολλῶν, ἃ παρόντα βλάπτει μᾶλλον ἢ ὠφελεῖ, ἀλλὰ κἂν εὔξαιντο ἂν γενέσθαι, εἴ τῳ μὴ παρόντα τυγχάνει• ὀλίγον δὲ ἐπισχόντες ἐνίοτε παλινῳδοῦσιν, ἀνευχόμενοι ἅττ’ ἂν τὸ πρῶτον εὔξωνται. ἐγὼ μὲν οὖν ἀπορῶ μὴ ὡς ἀληθῶς μάτην θεοὺς ἄνθρωποι αἰτιῶνται, ἐξ ἐκείνων φάμενοι κακά σφισιν εἶναι• οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ σφῇσιν εἴτε ἀτασθαλίαισιν εἴτε ἀφροσύναις χρὴ εἰπεῖν, ὑπὲρ μόρον [142e] ἄλγε’ ἔχουσι. κινδυνεύει γοῦν, ὦ Ἀλκιβιάδη, φρόνιμός τις εἶναι ἐκεῖνος ὁ ποιητής, ὃς δοκεῖ μοι φίλοις ἀνοήτοις τισὶ χρησάμενος, ὁρῶν αὐτοὺς καὶ πράττοντας καὶ εὐχομένους ἅπερ οὐ βέλτιον ἦν, ἐκείνοις δὲ ἐδόκει, κοινῇ ὑπὲρ ἁπάντων αὐτῶν εὐχὴν ποιήσασθαι• λέγει δέ πως ὡδί-

-[143a] Ζεῦ βασιλεῦ, τὰ μὲν ἐσθλά, φησί, καὶ εὐχομένοις καὶ ἀνεύκτοις ἄμμι δίδου, τὰ δὲ δειλὰ καὶ εὐχομένοις ἀπαλέξειν κελεύει. ἐμοὶ μὲν οὖν καλῶς δοκεῖ καὶ ἀσφαλῶς λέγειν ὁ ποιητής• σὺ δ’ εἴ τι ἐν νῷ ἔχεις πρὸς ταῦτα, μὴ σιώπα.

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Τὸ δόγμα τῶν «Γιούγκα».

τοῦ Mircea Eliade    



Ἡ Ἰνδία ἐπεξεργάστηκε ἕνα δόγμα γιὰ τοὺς κοσμικοὺς κύκλους αὐξάνοντας σὲ μεγέθη ἀκόμη πιὸ τρομακτικὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν περιοδικῶν δημιουργιῶν καὶ καταστροφῶν τοῦ Σύμπαντος. Ἡ μονάδα μέτρησης, ὁ πιὸ μικρὸς κύκλος εἶναι ὁ γιούγκα, ἡ «ἐποχή». Ἀπὸ κάθε γιούγκα προηγείται καὶ ἔπεται μιὰ «αὐγὴ» καὶ ἕνα «δειλινό», ποὺ ἐνώνουν τὶς «ἐποχὲς» μεταξύ τους. Ὁ πλήρης κύκλος, ὁ μαχαγιούγκα, ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσερις ἄνισες ἐποχές, ἀπ' τὶς ὁποῖες ἡ μεγαλύτερη ἐμφανίζεται στὴν ἀρχὴ τοῦ κύκλου καὶ ἡ συντομότερη στὸ τέρμα του. Τὰ ὀνόματα αὐτῶν τῶν «ἐποχῶν», τῶν γιούγκα, εἶναι παρμένα ἀπὸ τὶς «ζαριές», ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς ποὺ δείχνουν τὰ ζάρια, ὅταν τὰ ῥίχνουν οἱ παίκτες. Κρτὰ γιούγκα (ἀπὸ τὸ ῥήμα κρ, «κάνω, ἐπιτελῶ») σημαίνει «πληρης ἐποχή», δηλαδὴ ἡ ζαριὰ ποὺ κερδίζει, ἡ «τεσσάρα», γιατὶ στὴν ἰνδικὴ παράδοση ὁ ἀριθμὸς τέσσερα συμβολίζει τὴν ὁλότητα, τὴν πληρότητα καὶ τὴν τελειότητα. Ὁ κρτὰ γιούγκα εἶναι ἡ τέλεια ἐποχή. Γι' αὐτὸ λέγεται καὶ σάτυα γιούγκα, δηλαδὴ ἡ «πραγματικὴ ἐποχή», ἡ ἀληθινή, ἡ αὐθεντική, ἡ τέλεια. Εἶναι ἀπὸ κάθε ἄποψη ἡ χρυσὴ ἐποχή, ἡ μακάρια, ὅπου βασιλεύουν ἡ δικαιοσύνη, ἡ εὐτυχία, ἡ εὐμάρεια. Κατὰ τὸν κρτὰ γιούγκα, ἡ ἠθικὴ τάξη τοῦ Κόσμου, τὸ ντάρμα, εἶναι ὁλόκληρο σεβαστό. Καὶ μάλιστα τὸ σέβονται ὅλα τὰ πλάσματα αὐθόρμητα, χωρὶς καταναγκασμό, γιατὶ τὸ ντάρμα τότε ταυτίζεται ὡς ἕνα σημεῖο μὲ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Ὁ τέλειος ἄνθρωπος τοῦ κρτὰ γιούγκα ἐνσαρκώνει τὸν κοσμικὸ κανόνα καὶ συνεπῶς τὸν ἠθικὸ νόμο. Ἡ ζωή του εἶναι ὑποδειγματική, ἀρχετυπική. Σὲ ἄλλες ἐξω-ἰνδικὲς παραδόσεις, αὐτὴ ἡ χρυσὴ ἐποχὴ ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴν περίοδο τοῦ ἀρχέγονου παραδείσου.

Στὴν ἐπόμενη ἐποχή, τὴν τρετὰ γιούγκα, τὴν «τριάρα» - ἀπὸ τὴν «τριάρα» τῶν ζαριῶν – σημειώνεται κιόλας κάποια συρρίκνωση. Οἱ ἄνθρωποι ἀκολουθοῦν τώρα μόνο τὰ τρία τέταρτα τοῦ ντάρμα. Κλῆρος τους εἶναι ἡ δουλειά, ὁ πόνος καὶ ὁ θάνατος. Δὲν αἰσθάνονται πιὰ αὐθόρμητα τὸ καθήκον τους, πρέπει νὰ τὸ μάθουν. Τἄ ἤθη, ποὺ ταιριάζουν στὶς τέσσερις κάστες ἀρχίζουν νὰ ἀλλοιώνονται.

Κατὰ τὸν ντβάπαρα γιούγκα (ἐποχὴ ποὺ σημειώνεται μὲ τὸ δύο, τὴν «δυάρα») δὲν ἀπομένει στὴ γῆ παρὰ τὸ μιςὸ ντάρμα. Αὐξάνουν τὰ ἀμαρτωλὰ πάθη καὶ τὰ βάσανα, μειώνεται ἡ διάρκεια τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Κατὰ τον κάλι γιούγκα, τὴν «κακὴ ἐποχή», δὲ μένει πιὰ παρὰ τὸ ἕνα τέταρτο τοῦ ντάρμα. Ἡ λέξη κάλι σημαίνει τὸν «ἄσο», τὸ ζάρι μὲ τὴ μιὰ κουκίδα, δηλαδὴ τὴ ζαριὰ ποὺ χάνει καὶ ποὺ προσωποποιείται μάλιστα μ' ἕνα κακὸ πνεύμα. Κάλι σημαίνει ἀκόμη «ἔριδα», «διχόνοια» καὶ γενικὰ ὅ,τι πιὸ κακὸ ἀπὸ μιὰ ὁμάδα ὄντων καὶ πραγμάτων. Κατὰ τὸν κάλι γιούγκα, ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ κοινωνία φτάνουν στὸ ἀκρότατο σημεῖο ἀποσύνθεσης. Σύμφωνα μὲ τὴ Βισνού Πουράνα (IV, 24) τὸ σύνδρομο τοῦ κάλι γιούγκα ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὰ ἐξῆς: ἡ κοινωνικὴ τάξη προσδιορίζεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησία, οἱ ἀρετὲς πηγάζουν ὅλες ἀπ' τὸ χρήμα, τὸ πάθος καὶ ἡ πολυτέλεια εἶναι ὁ μόνος δεσμὸς ἀνάμεσα στοὺς συζύγους, ἡ ἀπάτη καὶ τὸ ψέμα ἀπαραίτητος ὄρος γιὰ τὴν ἐπιτυχία στὴ ζωή, ὁ ἐρωτισμὸς ἡ μόνη ἀπόλαυση καὶ ἡ θρησκεία μερικὲς ἐξωτερικές διατυπώσεις, καθαρὰ τυπικές, ποὺ συγχέονται μὲ τὴν πνευματικότητα. Ἐμεῖς, ἐδῶ καὶ πολλὲς χιλιετίες, ζοῦμε βέβαια στὸν κάλι γιούγκα.

Οἱ ἀριθμοὶ 4, 3, 2 καὶ 1 δείχνουν καὶ τὴ μικρότερη διάρκεια τοῦ κάθε γιούγκα, καθὼς καὶ τὴ βαθμιαία ἐλάττωση τοῦ ντάρμα, ποὺ ἔχει ἀπομείνει, στὴν ὁποία ἄλλωστε ἀντιστοιχεῖ καὶ ἡ μείωση τῆς διάρκειας τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς πού, ὅπως εἴδαμε, συνοδεύεται κι ἀπὸ προϊούσα χαλάρωση τῶν ἠθῶν καὶ συνεχὴ διανοητικὴ κατάπτωση. Κάποια ἰνδικὴ σχολὴ μάλιστα, ἡ Πανκαράτρα, συνδέει μὲ τὴ θεωρία τῶν κύκλων μιὰ διδασκαλία γιὰ τὴν «πτώση τῆς γνώσεως» (ζνιάνα μπράμσα). Μὲ διάφορους τρόπους μποροῦμε νὰ λογαριάσουμε τὴ διάρκεια τῶν τεσσάρων γιούγκα: ἐξαρτάται ἀπὸ τὴν ἀξία ποὺ δεχόμαστε γιὰ τὰ χρόνια, ἂν δηλαδὴ τὰ θεωροῦμε χρόνια ἀνθρώπινα ἢ «θεϊκὰ» ἔτη, ποὺ τὸ καθένα τους ἀποτελείται ἀπὸ 300 χρόνια.

Περιοριζόμαστε σὲ μερικὰ παραδείγματα. Σύμφωνα μὲ ὁρισμένες πηγὲς (Μανού, Ι, 69 κ.ε., Μαχαμπαράτα (1), ΙΙΙ, 12, 826) ὁ κρτὰ γιούγκα διαρκεῖ 4.000 χρόνια, ὅπου πρέπει νὰ προστεθοῦν καὶ 400 ἀκόμη χρόνια «αὐγῆς» καὶ ἄλλα τόσα «δειλινοῦ». Ἔρχονται μετὰ ὁ τρετὰ γιούγκα μὲ 3.000 χρόνια, ὁ ντβάπαρα γιούγκα μὲ 2.000 καὶ ὁ κάλι γιούγκα μὲ 1.000 χρόνια (σὺν τὶς ἀντίστοιχες «αὐγὲς» καὶ «δειλινά», βέβαια). Ὥστε ὁ πλήρης κύκλος, ὁ μαχαγιούγκα, ἀποτελείται ἀπὸ 12.000 χρόνια. Τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν ἕνα γιούγκα στὸν ἄλλον γίνεται κατὰ τὴ διάρκεια ἑνὸς «δειλινοῦ» ποὺ σημειώνεται μὲ βαθμιαία πτώση ἀκόμη καὶ μέσα σὲ κάθε γιούγκα, ἀφοῦ καθένας τους τελειώνει μὲ μιὰ φάση σκότους. Ὅσο πλησιάζει τὸ τέλος τοῦ κύκλου, δηλαδὴ στὸν τέταρτο καὶ τελευταῖο γιούγκα, τὰ «σκότη» πυκνώνουν. Ἄλλωστε ὁ τελευταῖος γιούγκα, ὅπου βρισκόμαστε σήμερα, θεωρείται κατεξοχὴν «ἐποχὴ τοῦ σκότους», γιατὶ τὸν ἔχουν συσχετίσει μὲ τὴ θεὰ Κάλι, δηλαδὴ τὴ «μαύρη». Κάλι εἶναι ἕνα ἀπ' τὰ ὀνόματα τῆς Μεγάλης Θεᾶς, τῆς Σακτί, συζύγου τοῦ θεοῦ Σίβα. Δὲν ἄργησαν νὰ προσεγγίσουν αὐτὸ τ' ὄνομα τῆς Μεγάλης Θεᾶς μὲ τὴ σανσκριτικὴ λέξη κάλα, «χρόνος». Ὥστε ἡ Κάλι νὰ θεωρηθεῖ ὄχι μόνο ἡ «Μαύρη», ἀλλὰ καὶ ἡ προσωποποίηση τοῦ Χρόνου(2). Μιὰ φορά, ὅπως κι ἂν πάρει κανεῖς αὐτὴ τὴν ἐτυμολογία, ἡ συσχέτιση τοῦ κάλα, τοῦ «Χρόνου» τῆς θεᾶς Κάλι καὶ τοῦ κάλι γιούγκα, δικαιώνεται ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς δομῆς: ὁ Χρόνος εἶναι «μαῦρος», ἀφοῦ εἶναι ἄλογος, σκληρός, ἀδυσώπητος καὶ ἡ Κάλι, ὅπως κι ὅλες οἱ ἄλλες Μεγάλες Θεές, εἶναι ἀφέντρα τοῦ Χρόνου, τῶν πεπρωμένων, ποὺ ἐκείνη παρασκευάζει καὶ περατώνει.

Ὁ πλήρης κύκλος, ὁ μαχαγιούγκα τελειώνει μὲ μιὰ «διάλυση», ἕνα πραλάγια, ποὺ ἐπαναλαμβάνεται μὲ τρόπο πιὸ ῥιζικὸ (μαχαπραλάγια, «μεγάλη διάλυση») στὸ τέλος τοῦ χιλιοστοῦ κύκλου. Γιατὶ ὁ μεταγενέστερος διαλογισμὸς ἄπλωσε καὶ ἀναπαρήγαγε στὸ ἄπειρο τὸν πρωτογενὴ ῥυθμό, «δημιουργία – καταστροφὴ – δημιουργία», προβάλλοντας τὴ μονάδα μέτρησης, τὸ γιούγκα, σὲ ὁλοένα μεγαλύτερους κύκλους ἀπεραντοσύνης. Τὰ 12.000 χρόνια κάθε μαχαγιούγκα θεωρήθηκαν «ἔτη θεϊκά», μὲ διάρκεια 360 χρόνων τὸ καθένα, ὥστε ἕνας κοσμικὸς κύκλος ν' ἀποτελείται ἀπὸ 4.320.000 χρόνια. Χίλιοι τέτοιοι μαχαγιούγκα σχηματίζουν ἕνα κάλπα («σχήμα») καὶ 14 κάλπα κάνουν ἕνα μανβαντάρα (ὀνομάστηκε ἔτσι, γιατὶ πιστεύεται πὼς κάθε μανβαντάρα διαφεντεύεται ἀπὸ ἕναν Μανού, ἕναν μυθικὸ Πρόγονο – Βασιλιά). Ἕνα κάλπα ἰσοδυναμεῖ μὲ μιὰ μέρα ἀπ' τὴ ζωὴ ἑνὸς Βράχμα κι ἕνα ἀκόμη κάλπα μὲ μιὰ νύχτα. Ἐκατὸ τέτοια «ἔτη» Βράχμα, δηλαδὴ 311.000 δισεκατομμύρια ἀνθρώπινα χρόνια ἀποτελοῦν τὴ ζωὴ τοῦ θεοῦ. Ὅμως οὔτε αὐτὴ ἡ μεγάλη διάρκεια τῆς ζωῆς τοῦ Βράχμα δὲν ἐξαντλεῖ τὸν Χρόνο, γιατὶ οἱ θεοὶ δὲν εἶναι αἰώνιοι καὶ οἱ κοσμικὲς δημιουργίες καὶ καταστροφὲς συνεχίζονται στὸ ἄπειρο.

Ἀπ' ὅλη αὐτὴ τὴ χιονοστιβάδα τῶν ἀριθμῶν, χρήσιμο θὰ εἶναι νὰ κρατήσουμε τὴν ἰδέα γιὰ τὸν κυκλικὸ χαρακτήρα τοῦ κοσμικοῦ χρόνου. Ἔχουμε ἐδῶ τὴν ἀτέλειωτη ἐπανάληψη τοῦ ἴδιου φαινομένου (δημιουργία – καταστροφὴ – νέα δημιουργία) ποὺ προϋπάρχει κιόλας σὲ κάθε γιούγκα («αὐγὴ» καὶ «δειλινὸ») ἀλλὰ πραγματοποιείται πλήρως μὲ κάθε μαχαγιούγκα. Ἔτσι ἡ ζωὴ τοῦ Βράχμα περιέχει 2.650.000 ἀπ' αὐτοὺς τοὺς μαχαγιούγκα, ποὺ καθένας τους ἀκολουθεῖ τὶς ἴδιες φάσεις (κρτά, τρετά, ντβάπαρα, κάλι) καὶ τελειώνει μὲ ἕνα πραλάγια, μὲ ἕνα ῥαγκναρέκ (καταστροφή «ὁριστική», μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὁλικῆς διαλύσεως τοῦ κοσμικοῦ Αὐγοῦ, ἡ ὁποία γίνεται στὸ τέλος κάθε κάλπα μὲ τὸ μαχαπραλάγια. Διευκρινίζουμε πὼς τὸ μαχαπραλάγια συνεπάγεται παλινδρόμηση ὅλων τῶν «μορφῶν» καὶ ὅλων τῶν τρόπων ὑπάρξεως μὲς στὴν πρωταρχική, ἀδιαφοροποίητη πράκρτι. Στὸ μυθικὸ πεδίο, τίποτα δὲν ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ τὸν πρωτογενὴ Ὠκεανό, ποὺ στὴν ἐπιφάνειά του κοιμάται ὁ Μεγάλος Θεός, ὁ Βισνού).

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μεταφυσικὴ ὑποτίμηση τῆς ἀνθρώπινης ἱστορικῆς ζωῆς(3) – ποὺ ἀνάλογα μὲ τὴ διάρκειά της καὶ ἀπὸ μόνο τὸ γεγονὸς τῆς διάρκειᾶς της προκαλεῖ διάβρωση ὅλων τῶν μορφῶν ἐξαντλώντας τὴν ὀντολογική τους οὐσία – καὶ ἐκτὸς ἀπ' τὸ μῦθο τῆς ἀρχικῆς τελειότητας, σύμφωνα μὲ μιὰ παγκόσμια παράδοση ποὺ τὴ βρίσκουμε κι ἐδῶ (μῦθος τοῦ παραδείσου, ποὺ βαθμιαία χάνεται, ἀπλῶς καὶ μόνο ἐπειδὴ πραγματώνεται, ἐπειδὴ ἀποκτὰ μορφὴ καὶ διάρκεια), ἀξίζει ἀκόμη νὰ προσέξουμε σὲ τοῦτο τὸ ὄργιο τῶν ἀριθμῶν τὴν αἰώνια ἐπανάληψη τοῦ θεμελιακοῦ ῥυθμοῦ τοῦ Κόσμου, τὴν περιοδικὴ καταστροφὴ καὶ ἐπαναδημιουργία του. Ἀπ' αὐτὸν τὸν δίχως ἀρχὴ καὶ τέλος κύκλο, κοσμικὴ ἐκδήλωση τῆς μάγια, ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἀποσπασθεῖ μόνο μὲ μιὰ πράξη πνευματικῆς ἐλευθερίας (γιατὶ ὅλες οἱ ἰνδικὲς σωτηριολογικὲς λύσεις συνοψίζονται τελικὰ στὴν προκαταρτικὴ λύτρωση ἀπὸ τὴν κοσμικὴ αὐταπάτη καὶ στὴν πνευματικὴ ἐλευθερία).

Οἱ δύο μεγάλες ἑτεροδοξίες, ὁ βουδισμὸς καὶ ὁ ζαϊνισμός, δέχονται στὶς κύριες γραμμές τους τὸ ἴδιο, πανινδικὸ δόγμα γιὰ τὸν κυκλικὸ χρόνο, ποὺ τὸν παρομοιάζουν μὲ ῥόδα μὲ δώδεκα ἀκτίνες (εἰκόνα χρησιμοποιημένη κιόλας ἀπ' τὰ βεδικὰ κείμενα: πρβλ. Ἀθάρβα Βέδα, Χ, 8, 4, Ρίγκ βέδα, Ι, 164, 115 κ.α.). Ὁ βουδισμὸς δέχεται γιὰ μετρικὴ μονάδα τῶν κοσμικῶν κύκλων τὸ κάλπα (κάπαστην πάλυ[4]) ποὺ μοιράζεται σὲ περισσότερα ἢ λιγότερα «ἀπροσμέτρητα», ὅπως τὰ ὀνομάζουν τὰ κείμενα (ἀσαμχιέγια – καὶ στὴν πάλυ ἀσαγχέιγια). Οἱ παλυκὲς πηγὲς μιλᾶνε γενικὰ γιὰ τέσσερα ἀσαγχειγια καὶ γιὰ ἐκατὸ χιλιάδες κάππα (γιὰ παράδειγμα, πρβλ. Ζάτακα, Ι, σ.2). Στὴ μαχαγιανικὴ φιλολογία, τὰ «ἀπροσμέτρητα» κυμαίνονται ἀπὸ 3, 7 ὡς 33 καὶ συσχετίζονται μὲ τὴ δράση τοῦ Βοδισάτβα στοὺς διάφορους Κόσμους. Ἡ προϊούσα παρακμὴ τοῦ ἀνθρώπου σημειώνεται στὴ βουδικὴ παράδοση μὲ τὴ συνεχὴ ἐλάττωση τῆς ζωῆς του. Ἔτσι, σύμφωνα μὲ τὴ Ντιγκανικάγια, ΙΙ, 2-7, τὴν ἐποχὴ τοῦ πρώτου Βούδα, τοῦ Βιπάσι, ποὺ ἐμφανίστηκε πρὶν ἀπὸ 91 κάππα, ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου διαρκοῦσε 80.000 χρόνια. Τὴν ἐποχὴ τοῦ δεύτερου Βούδα, τοῦ Σίχι (πρὶν ἀπὸ 31 κάππα) ἡ διάρκεια τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ἦταν 70.000 χρόνια κ.ο.κ. Ὁ ἕβδομος Βούδας, ὁ Γκαουτάμα ἐμφανίζεται ὅταν ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου κρατάει μόνο 100 χρόνια, ἔχει δηλαδὴ μειωθεῖ στὸ ἔσχατο ὅριο (τὸ ἴδιο θέμα βρίσκουμε στὶς ἰρανικὲς ἀποκαλύψεις). Μολαταύτα γιὰ τὸ βουδισμό, καθῶς καὶ γιὰ ὁλόκληρο τὸ ἰνδικὸ φιλοσοφικὸ διαλογισμό, ὁ χρόνος δὲν ἔχει ὅρια. Καὶ ὁ Βοδισάτβα θὰ ἐνσαρκωθεῖ, γιὰ νὰ κηρύξει τὸ εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας ὅλων τῶν ὄντων εἰς τὴν αἰωνιότητα. Μ' ἕνα μόνο τρόπο εἶναι δυνατὸ νὰ βγεῖ κανεῖς ἀπ' τὸ χρόνο, νὰ σπάσει τὸ σιδερένιο κύκλο τῶν μετεμψυχώσεων: μὲ τὴν κατάλυση τῆς ἀνθρώπινης καταστάσεως, μὲ τὴν ἐπίτευξη τῆς Νιρβάνας. Ἄλλωστε, ὅλα αὐτὰ τὰ «ἀπροσμέτρητα» κι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀμέτρητοι αἰῶνες ἔχουν καὶ σωτηριολογικὴ λειτουργία: φτάνει μόνο ἡ πανοραματική τους θέα, γιὰ νὰ τρομοκρατηθεῖ ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ ἀναγκαστεῖ νὰ «ἀναλογιστεῖ» ὅτι πρέπει νὰ ξαναρχίσει ἐκατομμύρια φορὲς αὐτὴ τὴν ἐφήμερη ζωὴ καὶ νὰ τραβήξει πάλι ἀτέλειωτα βάσανα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φτάσει σὲ ἀληθινὸ παροξυσμὸ ἡ θέλησή του νὰ ξεφύγει, νὰ τὸν σπρώξει, δηλαδή, νὰ ὑπερβεῖ ὀριστικὰ τὴν κατάσταση τοῦ «ὑπαρκτοῦ».



________________

1. Μαχαμπαράτα («ἡ μεγάλη ἱστορία τῶν ἀπογόνων τοῦ ἄρχοντα Μπαράτα»). Τεράστιο ἰνδικὸ ἔπος (ὀκτὼ φορὲς μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν Ἰλιάδα καὶ τὴν Ὀδύσσεια μαζὶ) μὲ κεντρικὸ θέμα τὴ διαμάχη ἀνάμεσα σὲ δύο ἀριστοκρατικὲς οἰκογένειες. Βασίζεται σὲ ἱστορικὰ γεγονότα τοῦ 10ου αἰ. π.Χ. Πῆρε τὴν ὁριστική του μορφὴ κατὰ τὸ 400 μ.Χ. (σ.τ.μ.).

2. Πρβλ. J. Prjyluski, “From the Great Godes to Kala” (Indian Historikal Quarterly, σ.267 κ.ε., 1938).

3. Γιὰ ὅλα αὐτά, βλ. Le Mythe de l' Eternel Retour, σ. 170.

4. Πάλυ: ἀρχαία θρησκευτικὴ γλώσσα τῆς νότιας Ἰνδίας καὶ τῆς Κεϋλάνης (σ.τ.μ.)




ΜΙΡΣΕΑ ΕΛΙΑΝΤ
ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΑ
ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΥΠΟΣΥΝΕΙΔΗΤΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΓΓΕΛΟΣ ΝΙΚΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΣΕΝΙΔΗ