Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

Οἱ πόνοι τοῦ Κόσμου.

τοῦ Arthur Schopenhauer



Ὅταν συλλογιστεῖ κανεῖς, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγιση, τὸ σύνολο τῶν κακῶν, τῶν βασάνων καὶ τῶν ταλαιπωριῶν κάθε εἴδους ποὺ ὅ ἥλιος φωτίζει στὴν καθημερινή του διαδρομή, εἶναι ἀναγκασμένος νὰ παραδεχτεῖ τὴν εὐχὴ νὰ μὴν εἶχε τὸ ἄστρο αὐτὸ γιὰ τὴ γῆ μεγαλύτερη δύναμη νὰ δίνει ζωές, ἀπὸ κείνη που ἔχει γιὰ τὸ φεγγάρι. Καλύτερα θὰ ἤτανε πράγματι, ὅπως σ' ἐκεῖνον τὸν πλανήτη, ἡ ἐπιφάνεια τῆς γῆς νὰ βρισκόταν ἀκόμα σκεπασμένη μὲ πάγους.

Μπορεῖ ἐπίσης νὰ θεωρηθεῖ ἡ ζωὴ ἕνα ἐπεισόδιο ποὺ διακόπτει χωρὶς σκοπὸ τὴ μακάρια γαλήνη τοῦ μηδενός. Ὁπωσδήποτε, ἀκόμα κι ὁ εὐτυχισμένος, ποὺ ἡ ὕπαρξή του εἶναι σχεδὸν ὑποφερτή, μὲ τὸ πέρασμα τῶν χρόνων σχηματίζει πάντα ξαστερότερη τὴν πεποίθηση πὼς ἡ ζωὴ εἶναι στὸ κάτω κάτω a disappointment, may, a cheat (μιὰ διάψευση ἐλπίδας, κάτι περισσότερο, μιὰ πλάνη), μ' ἄλλα λόγια, ὅτι παρουσιάζεται σὰν κολοσσιαία ἀπάτη, ἂν ὄχι χειρότερα σὰν ἀγυρτεία.

Ὅποιος ἔζησε νὰ δεῖ δυὸ τρεῖς γενιές, βρίσκεται στὴν ἴδια πνευματικὴ διάθεση μὲ ἐκεῖνο τὸ θεατὴ ποὺ ἀγόρασε εἰσιτήριο σὲ παράσταση σαλτιμπάγκων σὲ κάποια ἐμποροπανήγυρη καὶ κάθεται νὰ δεῖ δυὸ τρεῖς φορὲς συνέχεια τὴν ἴδια παντομίμα. Τὸ ἀποτέλεσμα, ὄντας ὑπολογισμένο γιὰ μιὰ μοναδικὴ παράσταση, δὲν κάνει πιὰ καμιὰ ἐντύπωση τώρα ποὺ κάθε ψευδαίσθηση διαλύθηκε μαζὶ μὲ τὴν περιέργεια ποὺ προκαλεῖ τὸ καινούργιο στὸ θέαμα.

Εἶναι πραγματικὰ νὰ χάνει κανεῖς τὸ νοῦ του, ὅταν συλλογίζεται τὴ σπατάλη ἐνέργειας ποὺ γίνεται στὸ σύμπαν. Οἱ ἀναρίθμητοι ἀπλανεῖς ἀστέρες, παραδείγματος χάρη, λαμποκοποῦν στὸ ἄπειρο τῶν οὐρανῶν μὲ μόνο τους σκοπὸ νὰ φωτίζουν κόσμους, ὅπου, ἂν δὲν ὑπάρχει τίποτα χειρότερο, ἀπ' ὅ,τι ξέρουμε ἀπὸ τὸ ὡραῖο δείγμα ὅπου ζοῦμε, διαιωνίζεται ἡ ἀνία.

Δὲν ὑπάρχει γέννημα γυναίκας ποὺ ν' ἀξίζει νὰ τὸ ζηλεύουμε. Ἀπεναντίας πόσοι καὶ πόσοι δὲν εἶναι ἀξιολύπητοι!

Ἡ ζωὴ εἶναι ἕνας προορισμὸς ποὺ πρέπει μὲ κόπο νὰ ἐκπληρωθεὶ. Ἀπ' αὐτὴ τὴν ἄποψη, ἡ λέξη «defunctus» (δηλαδὴ ἔχοντας ξοφλήσει μὲ τὴν ἀγγαρεία τῆς ζωῆς) εἶναι μιὰ ὡραία λέξη.

Σκεφτεῖτε γιὰ μιὰ στιγμὴ ἂν ἡ λειτουργία τῆς τεκνοποιίας δὲν ἀνταποκρινόταν σὲ μιὰ ἀνάγκη, οὔτε ἔδινε κάποια ἠδονή, ἀλλ' ὅτι δὲν ἦταν τίποτ' ἄλλο παρὰ μιὰ πράξη σκέψεως καὶ συλλογισμοῦ. Θά ἐξακολουθοῦσε τάχα ἡ ανθρωπότητα νά ζεῖ πάνω στή γῆ; Ἤ μάλλον κάθε ζωντανός δέν θά καταλαμβανόταν ἀπό τόση συμπόνια γιά τή μέλλουσα γενιά, ὥστε νά τήν ἀπαλλάξει ἀπ' τό βάρος τῆς ὑπάρξεως ἤ τουλάχιστον δέν θά δίσταζε πολύ πρίν τῆς τό ἐπιβάλει μέ ψύχραιμη σκέψη;

Αὐτὸς ὁ κόσμος εἶναι μιὰ κόλαση καὶ σ' αὐτὴν οἱ ἄνθρωποι χωρίζονται σὲ ψυχὲς ποὺ βασανίζονται καὶ σὲ δαίμονες ποὺ βασανίζουν.

Θὰ μοῦ πεῖτε πὼς ἡ δική μου εἶναι μιὰ φιλοσοφία θλιβερὴ – κι αὐτὸ ὄχι γι' ἄλλο λόγο παρὰ μόνο γιατὶ λέω τὴν ἀλήθεια, ἐνῶ στὶς φοβισμένες ψυχὲς ἀρέσει ν' ἀκοῦν νὰ ἐπαναλαμβάνεται: «Ὅ,τι ἔκαμε ὁ καλὸς Θεὸς εἶναι καλὰ καμωμένο». Τί νά σᾶς πῶ; Μαζευτεῖτε στὴν ἐκκλησία κι ἀφῆστε ἤσυχους τοὺς φιλοσόφους. Ἤ, ἂν μὴ τὶ ἄλλο, μὴν ἔχετε τὴν ἀπαίτηση νὰ τακτοποιήσουν τὶς διδασκαλίες τους σύμφωνα μὲ τὸν κατηχισμὸ τῶν καρδιῶν σας, ὅπως συνηθίζουν μερικοὶ μισθωτοὶ ψευτοφιλόσοφοι, ποὺ μπορεῖτε, ἂν σᾶς ἀρέσει, νὰ τοὺς δώσετε παραγγελίες γιὰ συστήματα σύμφωνα μὲ τὰ γούστα σας. Ἀπεναντίας, γιὰ μένα τίποτα δὲν εἶναι εὐκολότερο καὶ διασκεδαστικότερο παρὰ νὰ κάνω ἄνω κάτω τὴ φουσκωμένη αἰσιοδοξία τῶν προφεσόρων τῆς φιλοσοφίας.

Κατὰ τὸν Βράχμα, ὁ κόσμος προέρχεται ἀπὸ ἕνα εἶδος ἀμαρτίας ἢ παρεκτροπῆς, καὶ ἦρθε αὐτὸς στὸν κόσμο γιὰ νὰ ἐξαγνίσει τὴν ἀμαρτία του ὡς τὴ σωτηρία. Πολὺ ὠραία! Κατὰ τὴ βουδιστικὴ παράδοση, τὸ σύμπαν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀνεξήγητης ἀναστάτωσης, ποὺ ἔγινε ἔπειτα ἀπὸ μιὰ μακρόχρονη περίοδο γαλήνης σ' ἐκείνη τὴν ξαστεριὰ τοῦ οὐρανοῦ, σ' ἐκείνη τὴ μακάρια εὐτυχία ποὺ λέγεται Νιρβάνα καὶ ποὺ ἡ μετάνοια μόνο θὰ τὴν κάνει νὰ ξαναπαρουσιαστεῖ. Εἶναι λοιπὸν ἕνα εἶδος μοιραίου, ποὺ ἑρμηνεύεται μὲ ἠθικὴ σημασία, γιατὶ αὐτὸς ὁ τρόπος ἀντιλήψεως τῆς γενέσεως τοῦ πρωτόγονου κόσμου ἀνταποκρίνεται ἀκριβῶς στὶς ἐπιστημονικές μας θεωρίες γιὰ τὸ σχηματισμό του, ὅπου γίνεται λόγος γιὰ ἕνα ἀπέραντο νεφέλωμα προορισμένο νὰ μεταβληθεῖ σὲ ἥλιο.

Ἀλλὰ οἱ ἠθικὲς διαστροφὲς ἐπηρέασαν ἀκόμα καὶ τὸ φυσικὸ κόσμο, κάνοντάς τον σιγὰ σιγὰ πιὸ κακὸ καὶ χειροτερεύοντάς τον πάντα, ὥσπου νὰ καταντήσει στὴ σημερινή του ἀθλιότητα. Ἀκριβῶς! Οἱ Ἕλληνες ἀντιλαμβάνονται τὸν κόσμο καὶ τοὺς θεοὺς σὰν προϊὸν μιᾶς ἀνεξιχνίαστης ἀνάγκης. Μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε κι αὐτὴν ἀκόμα τὴν ἐξήγηση πού, τουλάχιστον προσωρινὰ μᾶς ἰκανοποιεῖ.

Ὁ Ὡρομάσδης πολεμᾶ μὲ τὸν Ἀριμὰν – μποροῦμε νὰ φτάσουμε νὰ παραδεχτοῦμε κι αὐτὸ ἀκόμα. Ἀλλὰ ἕνας θεὸς σὰν αὐτὸν τὸν Ἰεχωβὰ πού, ἔτσι θέλοντας, γιατὶ ἔτσι τοῦ ἄρεσε, καὶ μ' ἀλαφρὴ συνείδηση, μᾶς φτιάχνει αὐτὴ τὴν κοιλάδα τῶν δακρύων καὶ τῆς δυστυχίας κι ἔχει ἐπιπλέον τὸ κουράγιο νὰ χαίρεται γι' αὐτὸ καὶ νὰ φωνάζει στὸν ἐαυτό του: «Μπράβο!», μ' ἐκεῖνο τὸ «Πάντα καλὰ λίαν» τοῦ «α! αὐτὸ δὰ εἶναι πάρα πολύ!». Ἀπ' τὴν ἄποψη αὐτὴ πρέπει νὰ θεωροῦμε τὴν ἑβραϊκὴ θρησκεία τὴν κατώτερη ἀπ' τις θρησκευτικὲς παραδόσεις τῶν πολιτισμένων λαῶν, κι αὐτὸ συμφωνεῖ καὶ μὲ τὸ γεγονὸς πὼς εἶναι ἀκόμα ἡ μόνη ποὺ στερείται ἀπολύτως κάθε χαρακτήρα ἀθανασίας.

Κι ἂν ἀκόμα θελαμε νὰ δεχτοῦμε γι' ἀληθινὴ τὴν ἀπόδειξη τοῦ Λάιμπνιτς, κι ἂν ἀκόμα παραδεχόμαστε πὼς αὐτὸς εἶναι ὁ καλύτερος κόσμος ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει, καὶ πάλι δὲν θὰ βρίσκαμε καμιὰ βάση γιὰ τὴν ὕπαρξη Θείας Δίκης.

Ἐπειδὴ ὁ δημιουργὸς δὲν ἔχει φτιάξει μόνο τὸν κόσμο, ἀλλὰ κι αὐτὴ τὴν ἴδια τὴ δυνατότητα τῆς ὑπάρξεῶς του – προκύπτει ἀπ' αὐτὸ πὼς ὄφειλε νὰ κάνει δυνατὴ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς κόσμου καλύτερου.

Ἡ δυστυχία ποὺ καταπιέζει τὴ γῆ εἶναι μιὰ πολὺ δυνατὴ διαμαρτυρία ἐνάντια στὴν ὑπόθεση πὼς ὁ κόσμος εἶναι ἕνα ἔργο τέλειο, ποὺ ὀφείλεται σ' ἕνα ὄν μὲ ὑπέρτατη σοφία, μὲ ὑπέρτατη ἀγάπη καί, ἐκτὸς ἀπ' αὐτό, παντοδύναμο. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, εἶναι ὁλοφάνερη ἡ ἀπόλυτη ἀτέλεια κι ἀκόμα ἡ γελοία καρικατούρα τοῦ ἀνθρώπινου πλάσματος, ποὺ ὡστόσο θὰ 'πρεπε νὰ βγεῖ το πιὸ καλοφτιασμένο ἀπ' τὰ ἔργα τῆς δημιουργίας. Κι αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀντίφαση ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συνταιριαστεῖ.

Πόνοι καὶ δυστυχίες, ἀπεναντίας, εἶναι ἄλλα τόσα ἐπιχειρήματα γιὰ τὴν ὑποστήριξη τῆς θεωρίας, ποὺ σύμφωνα μ' αὐτὴν ἐμεῖς θεωροῦμε τὸν κόσμο προϊὸν τῶν δικῶν μας σφαλμάτων, ἐπομένως ἕνα πράμα ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ 'ναι καλύτερο.

Ἐνῶ, κατὰ τὴν θεϊστικὴ ἀντίληψη, ἡ γήινη θλίψη εἶναι μιὰ τρομακτικὴ κατηγορία κατὰ τοῦ δημιουργοῦ καὶ μπορεῖ νὰ προκαλέσει πικρὲς εἰρωνείες, σύμφωνα μὲ μιὰ ἄλλη ὑπόθεση μᾶς παρουσιάζεται ὡς μιὰ πολὺ ἐξευτελιστικὴ κατηγορία ἐναντίον τοῦ ἐαυτοῦ μας καὶ τῆς θελήσεῶς μας. Ἀπ' τὴν ὑπόθεση αὐτὴ προέρχεται ἡ βαθιὰ σκέψη ὅτι ἤρθαμε σ' αὐτὸν τὸν κόσμο φθαρμένοι κιόλας, σὰν παιδιὰ γονέων ἐξαντλημένων ἀπὸ κραιπάλη, καὶ πὼς, ἂν ἡ ὕπαρξή μας εἶναι τόσο ἄθλια καὶ βρίσκει τὸν ἐπίλογό της στὸ θάνατο, αὐτὸ συμβαίνει γιατὶ πάνω μας βαραίνει στὴν αἰωνιότητα ἡ ἀμαρτία αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἐξιλεωθοῦμε.

Ἀντιμετωπίζοντας τὸ θέμα μὲ τὴν πλατιά του σημασία, αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητη ἀλήθεια – εἶναι τὸ βαρὺ φορτίο τῶν ἀνθρώπινων ἀμαρτιῶν ποὺ φορτώνει στὴν ἀνθρωπότητα τόσες καὶ τόσες φρικτὲς δυστυχίες. Καὶ στὴ σχέση αὐτὴ ἐμεῖς ἀποδίδουμε μιὰ σημασία ὄχι φυσικὴ ἢ ἐμπειρική, ἀλλὰ μεταφυσική. Ἔτσι, ἡ παράδοση τοῦ προπατορικοῦ ἀμαρτήματος μὲ κάνει νὰ συμβιβάζομαι μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, γιατὶ κείνη, μολονότι παρουσιασμένη κάτω ἀπ' τὸ πέπλο τῆς ἀλληγορίας, μοῦ φαίνεται ἡ μόνη μεταφυσικὴ ἀλήθεια μέσα στὰ ἱερὰ βιβλία. Καὶ πράγματι, ἡ ζωή μας φαίνεται τὸ ἄμεσο ἀποτέλεσμα ἑνὸς μεγάλου ἀμαρτήματος καὶ τῆς αἰσχρῆς ἰκανοποίησης μιᾶς ἀμαρτωλῆς ἐπιθυμίας.

Θά σᾶς ἄρεσε νά 'χετε πάντα γιά ὁδηγό σας μιά πυξίδα τέλεια γιά νά μπορεῖτε νά προσανατολίζεστε στή ζωή χωρίς φόβο γι' ἀπατηλές χίμαιρες; Συνηθίστε νὰ θεωρεῖτε τὴ γῆ ἕναν τόπο μετάνοιας, μιὰ ἀποικία καταδίκων, ἕνα «ἐργαστήριον» ὅπως τὴν εἶχαν κιόλας ὀνομάσει οἱ ἀρχαιότεροι φιλόσοφοι (Κλήμης Ἀλεξανδρινός, Στρώματα, βιβλίο Γ', κεφ. 3, σελ. 399) καὶ μερικοὶ ἀπ' τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (Ἅγιος Αὐγουστίνος, De Civitate Dei, βιβλίο 11, κεφ. 23).

Σὲ κάθε ἐποχή, ἡ φιλοσοφία, ὁ βραχμανισμὸς ὅπως καὶ ὁ βουδισμός, ὁ Ἐμπεδοκλὴς ὅπως καὶ ὁ Πυθαγόρας, συναντήθηκαν στὴν ἴδια σκέψη. Ὁ Κικέρων (Fragmenta de Philosophia, τόμος 1, σελ. 316) ἀναφέρει πὼς οἱ ἀρχαίοι σοφοὶ στὴ μύηση τῶν μυστηρίων ἐδίδασκαν: «Nos ob aliqua scelera suscepta in vita superiore, poenarum luendarum causa natos esse». (Γεννιόμαστε γιὰ νὰ ξεπληρώσουμε μιὰ ποινὴ ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ γιὰ σφάλματα ποὺ κάναμε σὲ κάποιαν ἄλλη προηγούμενη ζωή μας). Ὁ Βανίνι – ἐκεῖνος ὁ Βανίνι ποὺ βρήκανε πιὸ εὔκολο νὰ τὸν καταδικάσουν στὴν πυρὰ παρὰ νὰ ἐλέγξουν τὶς διδασκαλίες του – ἐκφράζει τὴν ἴδια ἰδέα μὲ πιὸ κατηγορηματικὸ τρόπο λέγοντας: «Tot, tantisque homo repletur miseriis ut, si Christianae religioni non repugnaret, dicere auderem: si daemones dantur, ipsi in hominum corpora transmigrantes, sceleris poenaw luunt». (Τόσο γεμάτοι εἶναι ἀπὸ ἀθλιότητα οἱ ἄνθρωποι πού, ἂν δὲν ἦταν ἀντίθετο μὲ τὴ χριστιανική θρησκεία, θὰ τολμοῦσε κανεῖς νὰ πεῖ ὅτι οἱ δαίμονες ἐνσαρκωμένοι ὡς ἀνθρώπινα κορμιά πληρώνουνε τὰ κρίματά τους). (De Admirandis Naturae Arcanis. Διάλογος L, σελ. 353).

Τί περισσότερο; Ἀκόμα καὶ στὸν καθαυτὸ χριστιανισμό, γιὰ κεῖνον ποὺ θέλει νὰ τὸν καταλάβει καλά, ἡ ζωὴ θεωρείται συνέπεια ἑνὸς παραπτώματος, μιᾶς πτώσεως. Ὅταν ἐξοικειωθοῦμε μ' αὐτὴ τὴ βεβαιότητα, δὲν θὰ περιμένουμε ἀπ' τὴ ζωὴ παρὰ ὅ,τι αὐτὴ μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει. Κι ἀντὶ νὰ θεωροῦμε ἀπρόοπτες κι ἐξαιρετικὲς συμπτώσεις τὶς ἀτυχίες της, τὰ βάσανά της, τοὺς πόνους της καὶ τὰ μεγάλα ἢ μικρὰ κακά της, θὰ σκεφτοῦμε πὼς ἔτσι πρέπει νὰ 'ναι, ξέροντας πολὺ καλὰ πὼς ἐδῶ κάτω καθένας ἔχει τὸ σταυρό του, ποὺ τὸν μεταφέρει στὸν ὧμο του μὲ τὸ δικό του τρόπο.

Ἀνάμεσα στὰ βασανιστήρια τῆς φυλακῆς, ἕνα ἀπ' τὰ σκληρότερα εἶναι ἀξάπαντος ἐκεῖνο ποὺ προκαλείται ἀπ' τὸ περιβάλλον ποὺ συναντάει κανεῖς ἐκεῖ μέσα. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων, κι ἂς τὸ πεῖ μόνος του κεῖνος ποὺ θ' ἄξιζε νὰ ζεῖ σὲ μιὰ καλύτερη.

Μιὰ ἀνώτερη ψυχὴ ἢ μιὰ διανοητικὴ μεγαλοφυΐα πολὺ συχνὰ συγκλονίζονται ἀπ' τὸ ἴδιο συναίσθημα ποὺ δοκιμάζει ἕνας εὐγενικὸς πολιτικὸς κατάδικος κλεισμένος στὴ φυλακὴ μὲ κοινοὺς ἐγκληματίες γύρω του. Σὰν κι αὐτὸν γυρεύουν κι ἐκεῖνες ν' ἀπομονωθοῦν. Ἀλλὰ γενικὰ ἡ τέτοια ἀντίληψη τοῦ κόσμου ὅπως εἶναι μᾶς προκαλεῖ τὴ συνήθεια νὰ θεωροῦμε φυσικές, ἐπομένως χωρὶς νὰ νιώσουμε καμιὰ στενοχώρια, ἐκεῖνες ποὺ λέμε ἀνθρωπιστικὲς ἀτέλειες, δηλαδὴ τὴν ἄθλια διάπλαση τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ψυχῆς στὸ σύνολο τῶν ἀνθρώπων. Κι αὐτὸ σχεδὸν πάντα παρουσιάζεται ὁλοφάνερο στὰ χαρακτηριστικὰ τῆς φυσιογνωμίας τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων.

Ἡ πεποίθηση πὼς ὁ κόσμος, κι ὁ ἄνθρωπος κάτ' ἀνάγκη, εἶναι τέτοιοι ὥστε νὰ μὴν ἀξίζουν νὰ ὑπάρχουν μᾶς κάνει ὅλους μας ἐπιεικεῖς. Τί καλύτερο θά μπορούσατε νά περιμένετε ἀπό μιά τέτοια ῥάτσα; Κατὰ τὴ γνώμη μου, στὶς ἀμοιβαῖες σχέσεις μας δὲν θὰ 'πρεπε νὰ ὀνομαζόμαστε «Κύριε», «Ἐξοχότατε» ἢ τὰ παρόμοια, ἀλλὰ μάλλον «σύντροφε στὴ δυστυχία, συνέταιρε στὰ κακά, ἀδελφὲ στὸν πόνο, fellow sufferer».

Μπορεῖ νὰ φαίνεται αὐτὴ μιὰ παράξενη ἔκφραση, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα θὰ ἦταν ἡ καταλληλότερη, γιατὶ θὰ παρουσίαζε ποιὸς εἶναι πραγματικὰ ὁ πλησίον μας, θυμίζοντάς μας τὴν ἀνάγκη τῆς ἀνοχῆς, τῆς ὑπομονῆς, τῆς συγχώρεσης, τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ὁμοίους, ποὺ ὁ καθένας μας τὴ χρειάζεται καὶ γι' αὐτὸ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἀρνηθεῖ σὲ κανένα.




ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ 2002

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου