Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Ἡ Θρησκεία τῆς Εὐρώπης.

τοῦ Alain de Benoist



«Ἡ ἰδέα τῆς δημιουργίας εἶναι τὸ βασικὸ ἀπόλυτο λάθος κάθε λανθασμένης μεταφυσικής», λέει ο Fichte.  Ἀπὸ τότε, ὁ Heidegger ἀπέδειξε κι αὐτὸς ὅτι ἡ Ἰδέα τῆς δημιουργίας δὲν ἀνήκει στὴν φιλοσοφία.  Ἡ διακήρυξη τῆς ἐνότητας τοῦ  «Ὄντος» καὶ τοῦ Κόσμου περιέχει τὸ ἀξίωμα τῆς αἰωνιότητας τους: τὸ «Ὄν» δὲν μπορεῖ νὰ ἐμφανίσθηκε ἀπὸ τὸ ἀπόλυτo μηδέν. Συνεπῶς ὁ Κόσμος δὲν «ἄρχισε» καὶ δὲν θὰ «τελειώσει». Τὸ ἀπόλυτο «Ὄν» ποὺ εἶναι ὁ Κόσμος, εἶναι τὸ «ῥιζικὰ ἀδημιούργητο», εἶναι ἡ αἰτία τοῦ ἐαυτοῦ του.

Σύμφωνα μὲ τὸν Χριστιανισμό, κατὰ τὴν ἀντίληψή του, ὁ κόσμος εἶναι ἕνας θόλος ἢ μία σπηλιά, ἕνα θέατρο ὅπου γίνονται γεγονότα, τῶν ὁποίων ἡ ἔννοια καὶ τὸ ἔπαθλο βρίσκονται «ἀλλοῦ», δηλαδὴ στὸν «ἄλλο κόσμο». Ἡ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀντίληψη αὐτὴ δὲν εἶναι συνείδηση μὲ αὐτόνομη δράση. Εἶναι ἀπλῶς μία σκηνή, ὅπου ἀντιμάχονται οἱ σκοτειvὲς δυνάμεις τοῦ Κακοῦ καὶ οἱ φωτεινὲς δυνάμεις τοῦ Καλοῦ. Καί, ἀναγκαστικά, εἶναι ἀλληλένδετη μὲ μία γραμμικὴ ἀντίληψη τῆς Ἱστορίας (ὅ,τι πέρασε δὲν ξαναγυρίζει ποτὲ καὶ ὅλα ὁδηγoῦv πρὸς τὸ τέλος τῆς Ἱστορίας καὶ τὸν «Xαμένo παράδεισο»), τῆς ὁποίας τὸ σημεῖο ἐκκινήσεως εἶναι ἡ δημιουργία καὶ τὸ σημεῖο ἀφίξεως τὸ «τέλος τῶν καιρῶν» τοῦ μεσσιανισμοῦ. Ὁλόκληρη ἡ ἰουδαιοχριστιανικὴ θεολογία στηρίζεται στὴν διάκριση μεταξὺ τοῦ «δημιουργημένου ὄντος» (τοῦ κόσμου) καὶ τοῦ «ἀδημιούργητου ὄντος» (τοῦ θεοῦ).

Δηλαδή, ὁ Κόσμος δὲν εἶναι τὸ Ἀπόλυτο. Ἡ πηγὴ τῆς Γνώσεως διακρίνεται ῥιζικὰ ἀπὸ τὴν Φύση. Δὲν βρίσκεται σ’ αὐτήν.  Ὁ Κόσμος δὲν εἶναι τὸ «σώμα» τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι αἰώνιος, οὔτε ἀδημιούργητος, οὔτε ὀντολογικὰ αὐτάρκης. Δὲν ἀπορρέει ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν θεϊκὴ οὐσία, οὔτε εἶναι τρόπος ἐκφράσεῶς της. Εἶναι ῥιζικὰ «Ἄλλος» ἀπὸ τὸ Ἀπόλυτο. Μόνον ἕνα Ἀπόλυτο ὑπάρχει, σύμφωνα μὲ τὴν ἰoυδαιoχριστιανική θεολογία: εἶναι ὁ Θεὸς καὶ αὐτὸς εἶναι ἀδημιούργητος, χωρίς γέννηση, xωρὶς ἐξέλιξη καὶ ὀντολογικά αὐτάρκης.

Ἀντίθετα, στὶς πηγὲς τῆς παγανιστικῆς σκέψεως βρίσκει κανεῖς τὴν ἰδέα ὅτι τὸ σύμπαν εἶναι ἔμψυχο καὶ ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ κόσμου εἶναι θεϊκή. Ἡ πηγὴ τῆς Γνώσεως προέρχεται ἀπὸ τὴν Φύση καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κόσμο.  Ἂν ὑπῆρξε «δημιουργία» δὲν ἦταν παρὰ ἡ ἀρχὴ ἑνὸς κύκλου. Τὸ σύμπαν εἶναι τὸ μόνο καὶ δὲν ὑπάρχει κανένα ἄλλο.

Ὁ Κόσμος δὲν δημιουργήθηκε καὶ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἀρχή του. Εἶναι αἰώνιος καὶ ἄφθαρτος. Ὁ θεὸς δὲν ὁλοκληρώνεται, δὲν πραγματώνεται, παρὰ «διὰ» τοῦ Κόσμου καὶ «ἐντὸς» τοῦ Κόσμου. Δηλαδή, ἡ Θεογονία εἶναι καὶ ἡ Κοσμογονία.  Ὁ Κόσμος ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐξάπλωση τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν χῶρο καὶ στὸν χρόνο. Τὸ «δημιούργημα» εἶναι ὁμοιούσιον τοῦ «δημιουργοῦ». Ἡ ψυχὴ εἶναι μέρος τῆς θεϊκῆς oὐσiας. Ἡ οὐσία τοῦ θεοῦ εἶναι ἴδια μὲ τὴν οὐσία τοῦ Κόσμου.

Οἱ Ἰδέες αὐτὲς ἀναπτύσσονται συνεχῶς στὴν πρώτη ἑλληνικὴ φιλοσοφία. Τὶς βρίσκει κανεῖς ἀκόμα, σὰν ἀπόηχο, στὸν Ἀριστοτέλη, στὸν Πλάτωνα καὶ ὕστερα στοὺς στωικούς. Ὁ Ξενοφάνης ὁ Κολοφώνιος (6ος π.Χ. αἰώνας) καθορίζει τὸν Θεὸ σὰν τὴν ψυχὴ τοῦ Κόσμου.  Ὁ Ἡράκλειτος γράφει: «Ὁ κόσμος αὐτὸς δὲν δημιουργήθηκε ἀπὸ κανένα θεὸ καὶ ἀπὸ κανέναν ἄνθρωπο. Ὑπῆρξε πάντα, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει πάντα, φωτιὰ αἰώνια ζωντανή, ἀνάβοντας καὶ σβήνοντας μὲ μέτρο…». Γιὰ τὸν Παρμενίδη, ποὺ βλέπει τὸν Κόσμο σὰν ἕνα ὄν ἀκίνητο καὶ τέλειο, τὸ σύμπαν εἶναι ἀσύλληπτο, ἄφθαρτο καὶ ἀδημιούργητο. Τὴν ἴδια γνώμη βρίσκουμε καὶ στὸν Ἐμπεδοκλή, τὸν ἀναξαγόρα, τὸν Ἀναξίμανδρο, τὸν Μέλισσο κ.ο.κ..

Ἄπ’ ὅλα αὐτά, μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε ὅτι αὐτὸ ποὺ χαρακτηρίζει περισσότερο τὸν ἰoυδαιοχριστιανικὸ μovoθεισμὸ δὲν εἶναι μόνον ἡ πίστις σ’ ἕναν μοναδικὸ θεό, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἰδίως ἡ προσχώρηση σὲ μιὰ δυαδικὴ ἀντίληψη τοῦ κόσμου. Πράγματι, τὸ παράδειγμα τῆς ἑλληνικῆς φιλoσοφίας ἀποδεικνύει ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπάρξη ἕνας μὴ δυαδικὸς «μονοθεϊσμός», ποὺ ταυτίζει τὸ Ἀπόλυτο Ὄν καὶ τὸ Σύμπαν καὶ ὁ ὁποῖος, ὅπως θὰ δοῦμε, δὲν εἶναι θεμελιωδῶς ἀνταγωνιστικὸς τοῦ πολυθεϊσμοῦ, γιατὶ οἱ διάφοροι θεοὶ μποροῦν ν’ ἀντιστοιχοῦν μὲ τὶς διάφορες μορφὲς μὲ τὶς ὁποῖες ἐκδηλώνεται τὸ Θεῖον. Λέμε ἀκόμη, κατὰ συνέπεια, ὅτι αὐτὸ ποὺ συνδέει ἀδιαίρετα τὸν ἰoυδαιοχριστιανικὸ μονοθεϊσμὸ μὲ τὴν ἀνεπιείκεια καὶ τὴν μισαλλοδοξία, δὲν εἶναι τὸ ὅτι ὁ Γιαχβὲ εἶναι μοναδικὸς θεός, ἀλλὰ ὅτι ὁ μοναδικὸς αὐτὸς θεὸς θεωρείται διάφορος τοῦ κόσμου, ἀνώτερός του καὶ ἐξ αὐτοῦ, εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι, ἀντίθετος μ’ αὐτόν.

Ἀντίθετα, στὴν περίπτωση ἑνὸς μὴ δυαδικοῦ μονοθεϊσμοῦ, ἡ διακήρυξη τῆς μοναδικότητας τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι παρὰ ἕνας τρόπος διακηρύξεως καὶ ἱεροποιήσεως τῆς μοναδικότητας τοῦ Κόσμου. Ἕνας τέτοιος Θεός, ὅπως καὶ ἡ Θεϊκότητα ποὺ ἐνσαρκώνουν μὲ διαφόρους τρόπους οἱ θεοὶ τοῦ παγανισμοῦ, εἶναι ἀνεκτικός, γιατὶ ἀποτελείται ἀπὸ ὅλες τὶς διαφοροποιήσεις τοῦ Κόσμου. Θὰ μποροῦσε κανεῖς νὰ πεῖ ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὴν μοναδικὴ διαφοροποίηση ἑνὸς ὄντος ποὺ δὲν ἐξαιρεῖ καμία «ἄλλη μoρφή», καμία διαφορά, γιατὶ τὶς περιλαμβάνει καὶ τὶς συνδιαλλάσσει ὅλες. Βασικό, ὁ Θεὸς τοῦ παγανισμοῦ εἶναι ἕνας «ὄχι ἄλλος», ἕνας ὀμοούσιος, ἴδιος μὲ τὸν Κόσμο. Ἀντίθετα, ὁ Θεὸς τοῦ ἰουδαιοχριστιανικοῦ μονοθεϊσμοῦ εἶναι ἡ κὰτ’ ἐξοχὴν «Ἄλλη Μορφή», εἶναι ὁ «Ὅλότελα Ἄλλος». Καὶ τὸ ἐπικίνδυνό του βρίσκεται ἀκριβῶς σ’ αὐτὴν τὴν ῥιζικὴ διαφορὰ τὴν ὁποία ἰσχυρίζεται ὅτι ἔχει. Ἐφ’ ὅσον εἶναι «ἕνας», ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «μοναχικοῦ», ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «μοναδικοὺ στὸ εἶδος του», ὁ Γιαχβὲ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ μειώνει τὶς διαφορές, νὰ ἀποκλείει κάθε ἄλλο θεὸ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ἐπισκιάσει, νὰ διακηρύσσει τὸ κίβδηλο ὅλων ὅσων ἄλλοι λατρεύουν.

Στὸ ἔργο του «Τὸ στάδιο τῆς ἀναπvoῆς», (ἐκδ. Μινουί, 1979), ὁ Ζάν-Λουὶ Τριστανὶ ἀπέδειξε, μετὰ ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους ἄλλωστε, τὴν ἐπιρροὴ τοῦ ἰoυδαιοχριστιανικοῦ μονοθεϊσμοῦ στὸν δεσποτισμό. Ἀντίθετα, ὁ παγανισμὸς εἶναι ἀνεκτικός, ὄχι μόνο γιατὶ εἶναι (κατὰ περίπτωση) πολυθεϊστικός, ἀλλὰ καὶ γιατὶ δὲν εἶναι δυαδικός, γιατὶ στὴν «ἔλλειψη συνεχείας» τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Κόσμου, ἀντιπαραθέτει τὴν «συνέχεια» ὅλων ὅσων ἀποτελοῦν καὶ ἐνσαρκώνουν τὸ μόνο ἀπόλυτο ὄν, δηλαδὴ τὸν Κόσμο (ἀνθρώπων-θεῶν-φύσεως). Τέλος, γιατὶ θέτει τὸ ἀξίωμα ὅτι ἕνας θεὸς ποὺ δὲν θὰ ἦταν ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ Κόσμου αὐτοῦ, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι Θεός. Γιατὶ ἢ τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο: ἢ ὁ θεὸς εἶναι Μοναδικός, ἢ ὁ Κόσμος εἶναι Μοναδικός. Καὶ στὴν κατ’ ἐξοχὴν μὴ-θεϊκὴ διακήρυξη «τὸ Βασίλειόν μου οὐκ ἔστιν τοῦ κόσμου τούτου» (Ίωαν. 18, 3), ἀντιτίθεται ἡ κατ’ ἐξοχὴν θεϊκὴ διακήρυξη: «Ἡ διαμονὴ τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ διαμονὴ τῶν θεῶν» (Ἡράκλειτος).

Στὴν προοπτικὴ τοῦ δυαδικοῦ μονοθεϊσμοῦ (τοῦ Ἰουδαιοχριστιανισμοῦ), ἡ σχέσις μεταξὺ τοῦ Κόσμου καὶ τοῦ  Ἀπολύτου δὲν εἶναι λοιπὸν σχέσις «ταυτίσεως», οὔτε σχέσις ἀπ’ «εὐθείας ἀπόρροιας», ἀλλὰ μιὰ σχέσις «ψευδο- ἐλευθερίας», ἀναφερόμενης ἀπὸ τὴν θεολογία τῆς Δημιουργίας. Ἡ Δημιουργία αὐτὴ ἔγινε ἀπὸ τὸ «Μηδέν». Δηλαδὴ ὁ θεὸς δὲν δημιούργησε τὸν Κόσμο ἀπὸ μία ἄμορφη μάζα-ὕλη, ἀπὸ ἕνα προϋπάρχον χάος τὸ ὁποῖο κατεργάσθηκε, γιατὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ θὰ ὑπῆρχαν δύο «ἀδημιούργητα ἀπόλυτα»: ὁ Θεὸς καὶ ἡ «Ὕλη». Οὔτε καὶ «συνέλαβε» (μὲ τὴν ἔννοια τῆς γεννήσεως) τὸν Κόσμο, γιατὶ τότε θὰ ἦταν ὀμοούσιος μ’ αὐτὸν καὶ (σύμφωνα μὲ τὸν Ἰουδαιοχριστιανισμό) μόνον ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, συλληφθεῖς καὶ ὄχι δημιουργηθεῖς, εἶναι ὀμοούσιος μ’ αὐτόν. Ἀπλῶς τὸν «δημιούργησε»… Ἔτσι, ἡ σχέση ποὺ τὸν συνδέει μὲ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι συνάμα αἰτιατὴ (ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀρχικὴ αἰτία ὅλων τῶν ὄντων – δημιουργημάτων) καὶ ἠθική (ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ὑπακούει στὸν Θεό).

Ἀντίθετα, γιὰ τὸν παγανισμό, ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀποσυνδεθεῖ ἀπὸ τὸν Κόσμο. Ἡ σχέση του λοιπὸν μὲ τὸν Κόσμο δὲν συνδέεται μὲ τὸ ὅτι «εἶναι» ἡ αἰτία τοῦ Κόσμου καὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι «ἐνδεχόμενα» ὄντα (δηλαδὴ «τυχαία» δημιουργήματα) τὰ ὁποία δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸ «μηδέν». Ὁ παγανισμὸς ἀρνείται τὴν ἰδέα τῆς «Δημιουργίας», ἡ ὁποία εἶναι κεντρικὴ Ἰδέα τοῦ ἰουδαιοχριστιανικοῦ μονοθεϊσμοῦ. Ἄλλωστε, τὸ ἀπὸ τὸν Μεσαίωνα χρησιμοποιούμενο ἠμερολόγιο τοῦ ἐβραϊσμοῦ θεωρείται ὅτι κάνει νὰ συμπίπτουν ὁ «πρῶτος χρόνος» μὲ τὴν «δημιουργία». Ὁ ἀριθμὸς στὸν ὁποῖον ἔφθασε ἔτσι σήμερα, εἶναι 5740 καὶ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ χριστιανικὸ 1980 καὶ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μελέτης τῆς βιβλικῆς χρονολογίας. Ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ὅμως, θεωρείται πιὰ σήμερα καὶ κατὰ γενικὸ κανόνα σὰν συμβατικὸς καὶ ἐκδηλώνει καθαρὰ μιὰ προσπάθεια νὰ μὴ συμπίπτει μὲ κανένα ἀνθρώπινο γεγονός. (Σ.Μ.: Οἱ γεωλογικὲς όμως μελέτες τῆς γῆς, ἀπόλυτα ἐπιστημονικὲς καὶ βεβαιωμένες πλέον, ἀνεβάζουν ἤδη τὴν ἠλικία της σὲ 10 δισ. χρόνια!)

Ἐπίσης, ὁ παγανισμὸς ἀρνείται κάθε μηχανικὴ ἐπιστημολογία καί, ἰδίως, ἀρνείται κάθε γενικὴ ῥοπὴ τῆς ἰστορίας πρὸς μία προκαθορισμένη κατεύθυνση (Σ.Μ.: κλασσικὴ ἰουδαιοχριστιανική ἀρχή), ποὺ κατέληξε σὲ πολιτικοποίησή της ἀπὸ τὸν Μαρξισμὸ ἰδίως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν λεγόμενη Δημοκρατοφιλελευθερία.

Ὁ παγανισμός, ὅπως λέει ὁ Σπένγκλερ, τείνει πρὸς τὴν ἀντικατάσταση τῆς αἰτιοκρατικῆς ἀρχῆς (τῆς θεϊκῆς δημιουργίας ὡς αἰτίας τῶν πάντων) μὲ τὴν «Ἰδέα τοῦ πεπρωμένου». «Ἡ ἰδέα τῆς δημιουργίας εἶναι τὸ βασικὸ ἀπόλυτο λάθος κάθε λανθασμένης μεταφυσικῆς», λέει ὁ Φίχτε.  Ἀπὸ τότε, ὁ Χάιντεγκερ ἀπέδειξε κι αὐτὸς ὅτι ἡ ἰδέα τῆς δημιουργίας δὲν ἀνήκει στὴν φιλοσοφία. Ἡ διακήρυξη τῆς ἐνότητας τοῦ  «Ὄντος» καὶ τοῦ Κόσμου περιέχει τὸ ἀξίωμα τῆς αἰωνιότητᾶς τους: τὸ «Ὄν» δὲν μπορεῖ νὰ ἐμφανίσθηκε ἀπὸ τὸ ἀπόλυτo μηδέν. Συνεπῶς ὁ Κόσμος δὲν «ἄρχισε» καὶ δὲν θὰ «τελειώσει». Τὸ ἀπόλυτο «Ὄν» ποὺ εἶναι ὁ Κόσμος, εἶναι τὸ «ῥιζικὰ ἀδημιούργητο», εἶναι ἡ αἰτία τοῦ ἐαυτοῦ του.

Συνεπῶς, ὁ παγανισμὸς προϋποθέτει τὴν ἀπόρριψη αὐτῆς τῆς «ἐλλείψεως συνεχείας», αὐτῆς τῆς Βασικῆς ἀποκοπῆς (τομῆς) ποὺ ἀποτελοῦν τὴν «δυαδικὴ φαντασιοπληξία», γιὰ τὴν ὁποίαν ὁ Νίτσε γράφει ὅτι «ἀλλοίωσε τὸν θεὸ σὲ ἐχθρὸ τῆς ζωῆς, ἐνῶ εἶναι ἔξαρση καὶ ἐπιδοκιμασία τῆς ζωῆς» («Ὁ ἀvτίxριστoς»). Τὸ νὰ γιατρέψει κανεῖς τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν μονοθεϊστικὴ τομή, σημαίνει νὰ παλινορθώσει τὴν ἐνότητα τοῦ ὄντος καὶ νὰ ἐξαφανίσει τὴν ἄβυσσο ποὺ διαχωρίζει τὸν θεὸ ἀπὸ τὰ «δημιουργήματά» του, νὰ δώσει, τέλος, στὴν ζωὴ τὴν σημασία τῶν ἀντιθετικῶν διαφοροποιήσεῶν της. Ὁ θεὸς δὲν δημιούργησε τὸν Κόσμο, ἀλλὰ ἐξαπλώνεται μέσα του καὶ διὰ μέσου του. Δὲν εἶναι «πανταχοῦ  παρὼν» στὸν κόσμο, ὅπως ὑποστηρίζεται. Εἶναι ἡ ἴδια ἡ διάσταση τοῦ Κόσμου, πού, τόσο γενικὰ ὅσο καὶ εἰδικά, τοῦ δίνει τὴν ἔννοια, ἀνάλογα μὲ ὅ,τι τὸν κάνουμε ἐμεῖς,

Ἡ θέση τῆς ἑρμηνείας τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀναπτύχθηκε ἀπὸ τὸν Τρεμοντόν (βλ. «Προβλήματα τοῦ χριστιανισμοῦ» σελ. 47-73), εἶναι νὰ θεωρεῖ σὰν ἀποδεδειγμένο τὸ ὅτι ὁ κόσμος ἄρχισε κάποτε καὶ σὰν λογικὸ ὅτι δημιουργήθηκε.  Ἡ πρώτη ἀρχή (τὸ ὅτι «ἄρχισε»), ποὺ ἀνήκει στὴν σφαίρα τῆς πειραματικῆς ἐπιστήμης, τροφοδοτείται ἀπὸ ὑπoθέσεις γιὰ τὴν «μεγάλη ἔκρηξη» ποὺ ὑποτίθεται ὅτι γέννησε τὸ Σύμπαν πρὶν ἀπὸ 15 δισεκ. χρόνια τουλάχιστον. Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι πολὺ συζητήσιμη, ὅπως καὶ κάθε θεωρία ποὺ ἐξαρτᾶ τὴν πίστη ἀπὸ τὴν λογικὴ καὶ προσπαθεῖ νὰ «ἀποδείξει» αἰώνιες δοξασίες μὲ ἐπιστημονικὰ γεγονότα, κάτ’ ἀρχὴν συμπτωματικὰ καὶ ὑποκείμενα πάντα σὲ ἀναθεώρηση. Εἶναι πιθανό, ὅτι ἡ θεωρία τῆς «μεγάλης ἐκρήξεως» θὰ ἀκολουθήσει τὴν τύχη πολλῶν ἄλλων καὶ θὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ ἄλλη, πράγμα ποὺ τὴν καθιστᾶ ἀκριβῶς ἐπιστημονική. Ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι μιὰ τέτοια «ἀρχὴ τοῦ κόσμου» ἔγινε κάποτε, τίποτα δὲν ἐπιτρέπει τὸν ἰσχυρισμὸ καὶ τὴν βεβαιότητα ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ ἀρχὴ ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ ὄχι γιὰ μία ἀρχὴ ἑνὸς «νέου κύκλου». Γιὰ μᾶς ἡ ἐπιστήμη θὰ μείνει πάντα βουβὴ ὡς πρὸς τὸ μεγάλο θέμα τῶν «ἀπωτάτων αἰτιῶν».

Ἡ διακήρυξη τοῦ παγανισμοῦ ὡς πρὸς τὸ «ὁμοούσιο τοῦ θεοῦ μὲ τὸ ἀνθρώπινο ὄν» δὲν ἀφήνει χῶρο γιὰ μιὰ «θεολογία ἐξoρiας» τοῦ ἀνθρώπου, θεμελιωμένης στὴν ἐκρίζωσή του (Σύμφωνα μὲ τὴν Ἰουδαιο­χριστιανική θεολογία, ὁ ἄνθρωπος «ἐξορίστηκε» ἀπὸ τὸν παράδεισο μετὰ τὸ προπατορικὸ ἀμάρτημα», δηλαδὴ τὴν δοκιμὴ τοῦ «δένδρου τῆς γνώσεως»). Ὁ παγανισμὸς ἀντιπαραθέτει τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ Κόσμου – θεοῦ, στὸ «σύνορο» ποὺ ἀποτελεῖ ἡ τομὴ μεταξὺ «αὐτοῦ» καὶ τοῦ «ἄλλου» κόσμου (ποὺ εἶναι «ἀπέραντος»). Ἀντιπαραθέτει στὴν ψυχὴ ποὺ «ὑπερβαίνεται ἀπὸ μιὰ ἄλλη (θεϊκὴ) ψυχὴ» – ὅπως λέει ὁ Λεβινὸς - «μία ψυχὴ ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὴ καθαυτὴ ἀπέραντη».


Ἀντιπαραθέτει μία αὐτoνoμiα, μιὰ αὐτάρκεια, μιὰ «ῥίζωση» σ’ ἕνα χῶρο, ἀντὶ γιὰ μιὰ ἀφηρημένη ἐξάρτιση (ἀπὸ τὸν «ἄλλο κόσμο») και μία ἐκρίζωση (ἀπὸ τὸν «παράδεισο» στὴν «γῆ τῶν δακρύων»). Ὁ παγανιστὴς νοιώθει τὸν χῶρο ὅπου γεννήθηκε σὰν μιὰ σχέση γιοῦ πρὸς πατέρα. Ἔχει τὴν «μητέρα – πατρίδα» του, ἐνῶ στὸν βιβλικὸ μονοθεϊσμὸ ἢ «γῆ» δὲν εἶναι ὁ «χῶρος καταγωγῆς», δὲν εἶναι ἡ «γῆ τῆς γεννήσεως», ἀλλὰ μιὰ «γῆ προορισμοῦ» ποὺ ἀποβλέπει σὲ κάποιο σκοπό. Ἡ γῆ αὐτὴ εἶναι ἀντικείμενο ὑποσχέσεως («Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας»), μὲ τὶς δύο ἔννοιες τοῦ ὄρου: Δηλαδὴ δὲν εἶναι μιὰ μητέρα, ἀλλὰ μιὰ μνηστὴ ἢ μία σύζυγος (ἀπὸ ἐκεῖ πηγάζει ἡ θεολογία τῆς «ἐξορίας» καὶ τοῦ «γυρισμοῦ»), μιὰ γῆ ποὺ δὲν γίνεται «γῆ γεννήσεως» παρὰ μὲ τὴν πραγματοποίηση μιᾶς «ὑποσχέσεως τοῦ θεοῦ».




ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Ἡ Θρησκεία τῆς Εὐρώπης»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου