Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

Οἱ πόνοι τοῦ Κόσμου.

τοῦ Arthur Schopenhauer



Ὅταν συλλογιστεῖ κανεῖς, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγιση, τὸ σύνολο τῶν κακῶν, τῶν βασάνων καὶ τῶν ταλαιπωριῶν κάθε εἴδους ποὺ ὅ ἥλιος φωτίζει στὴν καθημερινή του διαδρομή, εἶναι ἀναγκασμένος νὰ παραδεχτεῖ τὴν εὐχὴ νὰ μὴν εἶχε τὸ ἄστρο αὐτὸ γιὰ τὴ γῆ μεγαλύτερη δύναμη νὰ δίνει ζωές, ἀπὸ κείνη που ἔχει γιὰ τὸ φεγγάρι. Καλύτερα θὰ ἤτανε πράγματι, ὅπως σ' ἐκεῖνον τὸν πλανήτη, ἡ ἐπιφάνεια τῆς γῆς νὰ βρισκόταν ἀκόμα σκεπασμένη μὲ πάγους.

Μπορεῖ ἐπίσης νὰ θεωρηθεῖ ἡ ζωὴ ἕνα ἐπεισόδιο ποὺ διακόπτει χωρὶς σκοπὸ τὴ μακάρια γαλήνη τοῦ μηδενός. Ὁπωσδήποτε, ἀκόμα κι ὁ εὐτυχισμένος, ποὺ ἡ ὕπαρξή του εἶναι σχεδὸν ὑποφερτή, μὲ τὸ πέρασμα τῶν χρόνων σχηματίζει πάντα ξαστερότερη τὴν πεποίθηση πὼς ἡ ζωὴ εἶναι στὸ κάτω κάτω a disappointment, may, a cheat (μιὰ διάψευση ἐλπίδας, κάτι περισσότερο, μιὰ πλάνη), μ' ἄλλα λόγια, ὅτι παρουσιάζεται σὰν κολοσσιαία ἀπάτη, ἂν ὄχι χειρότερα σὰν ἀγυρτεία.

Ὅποιος ἔζησε νὰ δεῖ δυὸ τρεῖς γενιές, βρίσκεται στὴν ἴδια πνευματικὴ διάθεση μὲ ἐκεῖνο τὸ θεατὴ ποὺ ἀγόρασε εἰσιτήριο σὲ παράσταση σαλτιμπάγκων σὲ κάποια ἐμποροπανήγυρη καὶ κάθεται νὰ δεῖ δυὸ τρεῖς φορὲς συνέχεια τὴν ἴδια παντομίμα. Τὸ ἀποτέλεσμα, ὄντας ὑπολογισμένο γιὰ μιὰ μοναδικὴ παράσταση, δὲν κάνει πιὰ καμιὰ ἐντύπωση τώρα ποὺ κάθε ψευδαίσθηση διαλύθηκε μαζὶ μὲ τὴν περιέργεια ποὺ προκαλεῖ τὸ καινούργιο στὸ θέαμα.

Εἶναι πραγματικὰ νὰ χάνει κανεῖς τὸ νοῦ του, ὅταν συλλογίζεται τὴ σπατάλη ἐνέργειας ποὺ γίνεται στὸ σύμπαν. Οἱ ἀναρίθμητοι ἀπλανεῖς ἀστέρες, παραδείγματος χάρη, λαμποκοποῦν στὸ ἄπειρο τῶν οὐρανῶν μὲ μόνο τους σκοπὸ νὰ φωτίζουν κόσμους, ὅπου, ἂν δὲν ὑπάρχει τίποτα χειρότερο, ἀπ' ὅ,τι ξέρουμε ἀπὸ τὸ ὡραῖο δείγμα ὅπου ζοῦμε, διαιωνίζεται ἡ ἀνία.

Δὲν ὑπάρχει γέννημα γυναίκας ποὺ ν' ἀξίζει νὰ τὸ ζηλεύουμε. Ἀπεναντίας πόσοι καὶ πόσοι δὲν εἶναι ἀξιολύπητοι!

Ἡ ζωὴ εἶναι ἕνας προορισμὸς ποὺ πρέπει μὲ κόπο νὰ ἐκπληρωθεὶ. Ἀπ' αὐτὴ τὴν ἄποψη, ἡ λέξη «defunctus» (δηλαδὴ ἔχοντας ξοφλήσει μὲ τὴν ἀγγαρεία τῆς ζωῆς) εἶναι μιὰ ὡραία λέξη.

Σκεφτεῖτε γιὰ μιὰ στιγμὴ ἂν ἡ λειτουργία τῆς τεκνοποιίας δὲν ἀνταποκρινόταν σὲ μιὰ ἀνάγκη, οὔτε ἔδινε κάποια ἠδονή, ἀλλ' ὅτι δὲν ἦταν τίποτ' ἄλλο παρὰ μιὰ πράξη σκέψεως καὶ συλλογισμοῦ. Θά ἐξακολουθοῦσε τάχα ἡ ανθρωπότητα νά ζεῖ πάνω στή γῆ; Ἤ μάλλον κάθε ζωντανός δέν θά καταλαμβανόταν ἀπό τόση συμπόνια γιά τή μέλλουσα γενιά, ὥστε νά τήν ἀπαλλάξει ἀπ' τό βάρος τῆς ὑπάρξεως ἤ τουλάχιστον δέν θά δίσταζε πολύ πρίν τῆς τό ἐπιβάλει μέ ψύχραιμη σκέψη;

Αὐτὸς ὁ κόσμος εἶναι μιὰ κόλαση καὶ σ' αὐτὴν οἱ ἄνθρωποι χωρίζονται σὲ ψυχὲς ποὺ βασανίζονται καὶ σὲ δαίμονες ποὺ βασανίζουν.

Θὰ μοῦ πεῖτε πὼς ἡ δική μου εἶναι μιὰ φιλοσοφία θλιβερὴ – κι αὐτὸ ὄχι γι' ἄλλο λόγο παρὰ μόνο γιατὶ λέω τὴν ἀλήθεια, ἐνῶ στὶς φοβισμένες ψυχὲς ἀρέσει ν' ἀκοῦν νὰ ἐπαναλαμβάνεται: «Ὅ,τι ἔκαμε ὁ καλὸς Θεὸς εἶναι καλὰ καμωμένο». Τί νά σᾶς πῶ; Μαζευτεῖτε στὴν ἐκκλησία κι ἀφῆστε ἤσυχους τοὺς φιλοσόφους. Ἤ, ἂν μὴ τὶ ἄλλο, μὴν ἔχετε τὴν ἀπαίτηση νὰ τακτοποιήσουν τὶς διδασκαλίες τους σύμφωνα μὲ τὸν κατηχισμὸ τῶν καρδιῶν σας, ὅπως συνηθίζουν μερικοὶ μισθωτοὶ ψευτοφιλόσοφοι, ποὺ μπορεῖτε, ἂν σᾶς ἀρέσει, νὰ τοὺς δώσετε παραγγελίες γιὰ συστήματα σύμφωνα μὲ τὰ γούστα σας. Ἀπεναντίας, γιὰ μένα τίποτα δὲν εἶναι εὐκολότερο καὶ διασκεδαστικότερο παρὰ νὰ κάνω ἄνω κάτω τὴ φουσκωμένη αἰσιοδοξία τῶν προφεσόρων τῆς φιλοσοφίας.

Κατὰ τὸν Βράχμα, ὁ κόσμος προέρχεται ἀπὸ ἕνα εἶδος ἀμαρτίας ἢ παρεκτροπῆς, καὶ ἦρθε αὐτὸς στὸν κόσμο γιὰ νὰ ἐξαγνίσει τὴν ἀμαρτία του ὡς τὴ σωτηρία. Πολὺ ὠραία! Κατὰ τὴ βουδιστικὴ παράδοση, τὸ σύμπαν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀνεξήγητης ἀναστάτωσης, ποὺ ἔγινε ἔπειτα ἀπὸ μιὰ μακρόχρονη περίοδο γαλήνης σ' ἐκείνη τὴν ξαστεριὰ τοῦ οὐρανοῦ, σ' ἐκείνη τὴ μακάρια εὐτυχία ποὺ λέγεται Νιρβάνα καὶ ποὺ ἡ μετάνοια μόνο θὰ τὴν κάνει νὰ ξαναπαρουσιαστεῖ. Εἶναι λοιπὸν ἕνα εἶδος μοιραίου, ποὺ ἑρμηνεύεται μὲ ἠθικὴ σημασία, γιατὶ αὐτὸς ὁ τρόπος ἀντιλήψεως τῆς γενέσεως τοῦ πρωτόγονου κόσμου ἀνταποκρίνεται ἀκριβῶς στὶς ἐπιστημονικές μας θεωρίες γιὰ τὸ σχηματισμό του, ὅπου γίνεται λόγος γιὰ ἕνα ἀπέραντο νεφέλωμα προορισμένο νὰ μεταβληθεῖ σὲ ἥλιο.

Ἀλλὰ οἱ ἠθικὲς διαστροφὲς ἐπηρέασαν ἀκόμα καὶ τὸ φυσικὸ κόσμο, κάνοντάς τον σιγὰ σιγὰ πιὸ κακὸ καὶ χειροτερεύοντάς τον πάντα, ὥσπου νὰ καταντήσει στὴ σημερινή του ἀθλιότητα. Ἀκριβῶς! Οἱ Ἕλληνες ἀντιλαμβάνονται τὸν κόσμο καὶ τοὺς θεοὺς σὰν προϊὸν μιᾶς ἀνεξιχνίαστης ἀνάγκης. Μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε κι αὐτὴν ἀκόμα τὴν ἐξήγηση πού, τουλάχιστον προσωρινὰ μᾶς ἰκανοποιεῖ.

Ὁ Ὡρομάσδης πολεμᾶ μὲ τὸν Ἀριμὰν – μποροῦμε νὰ φτάσουμε νὰ παραδεχτοῦμε κι αὐτὸ ἀκόμα. Ἀλλὰ ἕνας θεὸς σὰν αὐτὸν τὸν Ἰεχωβὰ πού, ἔτσι θέλοντας, γιατὶ ἔτσι τοῦ ἄρεσε, καὶ μ' ἀλαφρὴ συνείδηση, μᾶς φτιάχνει αὐτὴ τὴν κοιλάδα τῶν δακρύων καὶ τῆς δυστυχίας κι ἔχει ἐπιπλέον τὸ κουράγιο νὰ χαίρεται γι' αὐτὸ καὶ νὰ φωνάζει στὸν ἐαυτό του: «Μπράβο!», μ' ἐκεῖνο τὸ «Πάντα καλὰ λίαν» τοῦ «α! αὐτὸ δὰ εἶναι πάρα πολύ!». Ἀπ' τὴν ἄποψη αὐτὴ πρέπει νὰ θεωροῦμε τὴν ἑβραϊκὴ θρησκεία τὴν κατώτερη ἀπ' τις θρησκευτικὲς παραδόσεις τῶν πολιτισμένων λαῶν, κι αὐτὸ συμφωνεῖ καὶ μὲ τὸ γεγονὸς πὼς εἶναι ἀκόμα ἡ μόνη ποὺ στερείται ἀπολύτως κάθε χαρακτήρα ἀθανασίας.

Κι ἂν ἀκόμα θελαμε νὰ δεχτοῦμε γι' ἀληθινὴ τὴν ἀπόδειξη τοῦ Λάιμπνιτς, κι ἂν ἀκόμα παραδεχόμαστε πὼς αὐτὸς εἶναι ὁ καλύτερος κόσμος ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει, καὶ πάλι δὲν θὰ βρίσκαμε καμιὰ βάση γιὰ τὴν ὕπαρξη Θείας Δίκης.

Ἐπειδὴ ὁ δημιουργὸς δὲν ἔχει φτιάξει μόνο τὸν κόσμο, ἀλλὰ κι αὐτὴ τὴν ἴδια τὴ δυνατότητα τῆς ὑπάρξεῶς του – προκύπτει ἀπ' αὐτὸ πὼς ὄφειλε νὰ κάνει δυνατὴ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς κόσμου καλύτερου.

Ἡ δυστυχία ποὺ καταπιέζει τὴ γῆ εἶναι μιὰ πολὺ δυνατὴ διαμαρτυρία ἐνάντια στὴν ὑπόθεση πὼς ὁ κόσμος εἶναι ἕνα ἔργο τέλειο, ποὺ ὀφείλεται σ' ἕνα ὄν μὲ ὑπέρτατη σοφία, μὲ ὑπέρτατη ἀγάπη καί, ἐκτὸς ἀπ' αὐτό, παντοδύναμο. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, εἶναι ὁλοφάνερη ἡ ἀπόλυτη ἀτέλεια κι ἀκόμα ἡ γελοία καρικατούρα τοῦ ἀνθρώπινου πλάσματος, ποὺ ὡστόσο θὰ 'πρεπε νὰ βγεῖ το πιὸ καλοφτιασμένο ἀπ' τὰ ἔργα τῆς δημιουργίας. Κι αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀντίφαση ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συνταιριαστεῖ.

Πόνοι καὶ δυστυχίες, ἀπεναντίας, εἶναι ἄλλα τόσα ἐπιχειρήματα γιὰ τὴν ὑποστήριξη τῆς θεωρίας, ποὺ σύμφωνα μ' αὐτὴν ἐμεῖς θεωροῦμε τὸν κόσμο προϊὸν τῶν δικῶν μας σφαλμάτων, ἐπομένως ἕνα πράμα ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ 'ναι καλύτερο.

Ἐνῶ, κατὰ τὴν θεϊστικὴ ἀντίληψη, ἡ γήινη θλίψη εἶναι μιὰ τρομακτικὴ κατηγορία κατὰ τοῦ δημιουργοῦ καὶ μπορεῖ νὰ προκαλέσει πικρὲς εἰρωνείες, σύμφωνα μὲ μιὰ ἄλλη ὑπόθεση μᾶς παρουσιάζεται ὡς μιὰ πολὺ ἐξευτελιστικὴ κατηγορία ἐναντίον τοῦ ἐαυτοῦ μας καὶ τῆς θελήσεῶς μας. Ἀπ' τὴν ὑπόθεση αὐτὴ προέρχεται ἡ βαθιὰ σκέψη ὅτι ἤρθαμε σ' αὐτὸν τὸν κόσμο φθαρμένοι κιόλας, σὰν παιδιὰ γονέων ἐξαντλημένων ἀπὸ κραιπάλη, καὶ πὼς, ἂν ἡ ὕπαρξή μας εἶναι τόσο ἄθλια καὶ βρίσκει τὸν ἐπίλογό της στὸ θάνατο, αὐτὸ συμβαίνει γιατὶ πάνω μας βαραίνει στὴν αἰωνιότητα ἡ ἀμαρτία αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἐξιλεωθοῦμε.

Ἀντιμετωπίζοντας τὸ θέμα μὲ τὴν πλατιά του σημασία, αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητη ἀλήθεια – εἶναι τὸ βαρὺ φορτίο τῶν ἀνθρώπινων ἀμαρτιῶν ποὺ φορτώνει στὴν ἀνθρωπότητα τόσες καὶ τόσες φρικτὲς δυστυχίες. Καὶ στὴ σχέση αὐτὴ ἐμεῖς ἀποδίδουμε μιὰ σημασία ὄχι φυσικὴ ἢ ἐμπειρική, ἀλλὰ μεταφυσική. Ἔτσι, ἡ παράδοση τοῦ προπατορικοῦ ἀμαρτήματος μὲ κάνει νὰ συμβιβάζομαι μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, γιατὶ κείνη, μολονότι παρουσιασμένη κάτω ἀπ' τὸ πέπλο τῆς ἀλληγορίας, μοῦ φαίνεται ἡ μόνη μεταφυσικὴ ἀλήθεια μέσα στὰ ἱερὰ βιβλία. Καὶ πράγματι, ἡ ζωή μας φαίνεται τὸ ἄμεσο ἀποτέλεσμα ἑνὸς μεγάλου ἀμαρτήματος καὶ τῆς αἰσχρῆς ἰκανοποίησης μιᾶς ἀμαρτωλῆς ἐπιθυμίας.

Θά σᾶς ἄρεσε νά 'χετε πάντα γιά ὁδηγό σας μιά πυξίδα τέλεια γιά νά μπορεῖτε νά προσανατολίζεστε στή ζωή χωρίς φόβο γι' ἀπατηλές χίμαιρες; Συνηθίστε νὰ θεωρεῖτε τὴ γῆ ἕναν τόπο μετάνοιας, μιὰ ἀποικία καταδίκων, ἕνα «ἐργαστήριον» ὅπως τὴν εἶχαν κιόλας ὀνομάσει οἱ ἀρχαιότεροι φιλόσοφοι (Κλήμης Ἀλεξανδρινός, Στρώματα, βιβλίο Γ', κεφ. 3, σελ. 399) καὶ μερικοὶ ἀπ' τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (Ἅγιος Αὐγουστίνος, De Civitate Dei, βιβλίο 11, κεφ. 23).

Σὲ κάθε ἐποχή, ἡ φιλοσοφία, ὁ βραχμανισμὸς ὅπως καὶ ὁ βουδισμός, ὁ Ἐμπεδοκλὴς ὅπως καὶ ὁ Πυθαγόρας, συναντήθηκαν στὴν ἴδια σκέψη. Ὁ Κικέρων (Fragmenta de Philosophia, τόμος 1, σελ. 316) ἀναφέρει πὼς οἱ ἀρχαίοι σοφοὶ στὴ μύηση τῶν μυστηρίων ἐδίδασκαν: «Nos ob aliqua scelera suscepta in vita superiore, poenarum luendarum causa natos esse». (Γεννιόμαστε γιὰ νὰ ξεπληρώσουμε μιὰ ποινὴ ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ γιὰ σφάλματα ποὺ κάναμε σὲ κάποιαν ἄλλη προηγούμενη ζωή μας). Ὁ Βανίνι – ἐκεῖνος ὁ Βανίνι ποὺ βρήκανε πιὸ εὔκολο νὰ τὸν καταδικάσουν στὴν πυρὰ παρὰ νὰ ἐλέγξουν τὶς διδασκαλίες του – ἐκφράζει τὴν ἴδια ἰδέα μὲ πιὸ κατηγορηματικὸ τρόπο λέγοντας: «Tot, tantisque homo repletur miseriis ut, si Christianae religioni non repugnaret, dicere auderem: si daemones dantur, ipsi in hominum corpora transmigrantes, sceleris poenaw luunt». (Τόσο γεμάτοι εἶναι ἀπὸ ἀθλιότητα οἱ ἄνθρωποι πού, ἂν δὲν ἦταν ἀντίθετο μὲ τὴ χριστιανική θρησκεία, θὰ τολμοῦσε κανεῖς νὰ πεῖ ὅτι οἱ δαίμονες ἐνσαρκωμένοι ὡς ἀνθρώπινα κορμιά πληρώνουνε τὰ κρίματά τους). (De Admirandis Naturae Arcanis. Διάλογος L, σελ. 353).

Τί περισσότερο; Ἀκόμα καὶ στὸν καθαυτὸ χριστιανισμό, γιὰ κεῖνον ποὺ θέλει νὰ τὸν καταλάβει καλά, ἡ ζωὴ θεωρείται συνέπεια ἑνὸς παραπτώματος, μιᾶς πτώσεως. Ὅταν ἐξοικειωθοῦμε μ' αὐτὴ τὴ βεβαιότητα, δὲν θὰ περιμένουμε ἀπ' τὴ ζωὴ παρὰ ὅ,τι αὐτὴ μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει. Κι ἀντὶ νὰ θεωροῦμε ἀπρόοπτες κι ἐξαιρετικὲς συμπτώσεις τὶς ἀτυχίες της, τὰ βάσανά της, τοὺς πόνους της καὶ τὰ μεγάλα ἢ μικρὰ κακά της, θὰ σκεφτοῦμε πὼς ἔτσι πρέπει νὰ 'ναι, ξέροντας πολὺ καλὰ πὼς ἐδῶ κάτω καθένας ἔχει τὸ σταυρό του, ποὺ τὸν μεταφέρει στὸν ὧμο του μὲ τὸ δικό του τρόπο.

Ἀνάμεσα στὰ βασανιστήρια τῆς φυλακῆς, ἕνα ἀπ' τὰ σκληρότερα εἶναι ἀξάπαντος ἐκεῖνο ποὺ προκαλείται ἀπ' τὸ περιβάλλον ποὺ συναντάει κανεῖς ἐκεῖ μέσα. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων, κι ἂς τὸ πεῖ μόνος του κεῖνος ποὺ θ' ἄξιζε νὰ ζεῖ σὲ μιὰ καλύτερη.

Μιὰ ἀνώτερη ψυχὴ ἢ μιὰ διανοητικὴ μεγαλοφυΐα πολὺ συχνὰ συγκλονίζονται ἀπ' τὸ ἴδιο συναίσθημα ποὺ δοκιμάζει ἕνας εὐγενικὸς πολιτικὸς κατάδικος κλεισμένος στὴ φυλακὴ μὲ κοινοὺς ἐγκληματίες γύρω του. Σὰν κι αὐτὸν γυρεύουν κι ἐκεῖνες ν' ἀπομονωθοῦν. Ἀλλὰ γενικὰ ἡ τέτοια ἀντίληψη τοῦ κόσμου ὅπως εἶναι μᾶς προκαλεῖ τὴ συνήθεια νὰ θεωροῦμε φυσικές, ἐπομένως χωρὶς νὰ νιώσουμε καμιὰ στενοχώρια, ἐκεῖνες ποὺ λέμε ἀνθρωπιστικὲς ἀτέλειες, δηλαδὴ τὴν ἄθλια διάπλαση τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ψυχῆς στὸ σύνολο τῶν ἀνθρώπων. Κι αὐτὸ σχεδὸν πάντα παρουσιάζεται ὁλοφάνερο στὰ χαρακτηριστικὰ τῆς φυσιογνωμίας τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων.

Ἡ πεποίθηση πὼς ὁ κόσμος, κι ὁ ἄνθρωπος κάτ' ἀνάγκη, εἶναι τέτοιοι ὥστε νὰ μὴν ἀξίζουν νὰ ὑπάρχουν μᾶς κάνει ὅλους μας ἐπιεικεῖς. Τί καλύτερο θά μπορούσατε νά περιμένετε ἀπό μιά τέτοια ῥάτσα; Κατὰ τὴ γνώμη μου, στὶς ἀμοιβαῖες σχέσεις μας δὲν θὰ 'πρεπε νὰ ὀνομαζόμαστε «Κύριε», «Ἐξοχότατε» ἢ τὰ παρόμοια, ἀλλὰ μάλλον «σύντροφε στὴ δυστυχία, συνέταιρε στὰ κακά, ἀδελφὲ στὸν πόνο, fellow sufferer».

Μπορεῖ νὰ φαίνεται αὐτὴ μιὰ παράξενη ἔκφραση, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα θὰ ἦταν ἡ καταλληλότερη, γιατὶ θὰ παρουσίαζε ποιὸς εἶναι πραγματικὰ ὁ πλησίον μας, θυμίζοντάς μας τὴν ἀνάγκη τῆς ἀνοχῆς, τῆς ὑπομονῆς, τῆς συγχώρεσης, τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ὁμοίους, ποὺ ὁ καθένας μας τὴ χρειάζεται καὶ γι' αὐτὸ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἀρνηθεῖ σὲ κανένα.




ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ
ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ 2002

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

Die Wacht am Rhein.

text by: Max Schneckenburger, 1840
music by: Karl Wilhelm, 1854


Thematisch richtet sich das Lied gegen Expansionsbestrebungen des Nachbarlandes Frankreich und ruft die Deutschen dazu auf, die Grenze zu sichern. Es entstand als Reaktion auf die Aggression der französischen Regierung unter Adolphe Thiers im Jahr 1840, der den Rhein als Frankreichs Ostgrenze gefordert hatte.





1. Es braust ein Ruf wie Donnerhall,
Wie Schwertgeklirr und Wogenprall:
Zum Rhein, zum Rhein, zum deutschen Rhein,
Wer will des Stromes Hüter sein?

|: Lieb' Vaterland, magst ruhig sein, :|
|: Fest steht und treu die Wacht am Rhein! :|

2. Durch hunderttausend zuckt es schnell,
Und aller Augen blitzen hell;
Der deutsche Jüngling, fromm und stark,
Beschirmt die heil'ge Landesmark.

|: Lieb' Vaterland, magst ruhig sein, :|
|: Fest steht und treu die Wacht am Rhein! :|

3. Er blickt hinauf in Himmels Au'n,
Wo Heldengeister niederschau'n,
Und schwört mit stolzer Kampfeslust:
Du Rhein bleibst deutsch, wie meine Brust!

|: Lieb' Vaterland, magst ruhig sein, :|
|: Fest steht und treu die Wacht am Rhein! :|

4. So lang ein Tropfen Blut noch glüht,
Noch eine Faust den Degen zieht,
Und noch ein Arm die Büchse spannt,
Betritt kein Feind hier deinen Strand!

|: Lieb' Vaterland, magst ruhig sein, :|
|: Fest steht und treu die Wacht am Rhein! :|

5. Und ob mein Herz im Tode bricht,
Wirst du doch drum ein Welscher nicht,
Reich, wie an Wasser deine Flut,
Ist Deutschland ja an Heldenblut!

|: Lieb' Vaterland, magst ruhig sein, :|
|: Fest steht und treu die Wacht am Rhein! :|

6. Der Schwur erschallt, die Woge rinnt,
Die Fahnen flattern hoch im Wind:
Zum Rhein, zum Rhein, zum deutschen Rhein,
Wir alle wollen Hüter sein!

|: Lieb' Vaterland, magst ruhig sein, :|
|: Fest steht und treu die Wacht am Rhein! :|

7. So führe uns, du bist bewährt;
In Gottvertrau'n greif' zu dem Schwert,
Hoch Wilhelm! Nieder mit der Brut!
Und tilg' die Schmach mit Feindesblut!

|: Lieb' Vaterland, magst ruhig sein, :|
|: Fest steht und treu die Wacht am Rhein! :|

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Ἡ Θρησκεία τῆς Εὐρώπης.

τοῦ Alain de Benoist



«Ἡ ἰδέα τῆς δημιουργίας εἶναι τὸ βασικὸ ἀπόλυτο λάθος κάθε λανθασμένης μεταφυσικής», λέει ο Fichte.  Ἀπὸ τότε, ὁ Heidegger ἀπέδειξε κι αὐτὸς ὅτι ἡ Ἰδέα τῆς δημιουργίας δὲν ἀνήκει στὴν φιλοσοφία.  Ἡ διακήρυξη τῆς ἐνότητας τοῦ  «Ὄντος» καὶ τοῦ Κόσμου περιέχει τὸ ἀξίωμα τῆς αἰωνιότητας τους: τὸ «Ὄν» δὲν μπορεῖ νὰ ἐμφανίσθηκε ἀπὸ τὸ ἀπόλυτo μηδέν. Συνεπῶς ὁ Κόσμος δὲν «ἄρχισε» καὶ δὲν θὰ «τελειώσει». Τὸ ἀπόλυτο «Ὄν» ποὺ εἶναι ὁ Κόσμος, εἶναι τὸ «ῥιζικὰ ἀδημιούργητο», εἶναι ἡ αἰτία τοῦ ἐαυτοῦ του.

Σύμφωνα μὲ τὸν Χριστιανισμό, κατὰ τὴν ἀντίληψή του, ὁ κόσμος εἶναι ἕνας θόλος ἢ μία σπηλιά, ἕνα θέατρο ὅπου γίνονται γεγονότα, τῶν ὁποίων ἡ ἔννοια καὶ τὸ ἔπαθλο βρίσκονται «ἀλλοῦ», δηλαδὴ στὸν «ἄλλο κόσμο». Ἡ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀντίληψη αὐτὴ δὲν εἶναι συνείδηση μὲ αὐτόνομη δράση. Εἶναι ἀπλῶς μία σκηνή, ὅπου ἀντιμάχονται οἱ σκοτειvὲς δυνάμεις τοῦ Κακοῦ καὶ οἱ φωτεινὲς δυνάμεις τοῦ Καλοῦ. Καί, ἀναγκαστικά, εἶναι ἀλληλένδετη μὲ μία γραμμικὴ ἀντίληψη τῆς Ἱστορίας (ὅ,τι πέρασε δὲν ξαναγυρίζει ποτὲ καὶ ὅλα ὁδηγoῦv πρὸς τὸ τέλος τῆς Ἱστορίας καὶ τὸν «Xαμένo παράδεισο»), τῆς ὁποίας τὸ σημεῖο ἐκκινήσεως εἶναι ἡ δημιουργία καὶ τὸ σημεῖο ἀφίξεως τὸ «τέλος τῶν καιρῶν» τοῦ μεσσιανισμοῦ. Ὁλόκληρη ἡ ἰουδαιοχριστιανικὴ θεολογία στηρίζεται στὴν διάκριση μεταξὺ τοῦ «δημιουργημένου ὄντος» (τοῦ κόσμου) καὶ τοῦ «ἀδημιούργητου ὄντος» (τοῦ θεοῦ).

Δηλαδή, ὁ Κόσμος δὲν εἶναι τὸ Ἀπόλυτο. Ἡ πηγὴ τῆς Γνώσεως διακρίνεται ῥιζικὰ ἀπὸ τὴν Φύση. Δὲν βρίσκεται σ’ αὐτήν.  Ὁ Κόσμος δὲν εἶναι τὸ «σώμα» τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι αἰώνιος, οὔτε ἀδημιούργητος, οὔτε ὀντολογικὰ αὐτάρκης. Δὲν ἀπορρέει ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν θεϊκὴ οὐσία, οὔτε εἶναι τρόπος ἐκφράσεῶς της. Εἶναι ῥιζικὰ «Ἄλλος» ἀπὸ τὸ Ἀπόλυτο. Μόνον ἕνα Ἀπόλυτο ὑπάρχει, σύμφωνα μὲ τὴν ἰoυδαιoχριστιανική θεολογία: εἶναι ὁ Θεὸς καὶ αὐτὸς εἶναι ἀδημιούργητος, χωρίς γέννηση, xωρὶς ἐξέλιξη καὶ ὀντολογικά αὐτάρκης.

Ἀντίθετα, στὶς πηγὲς τῆς παγανιστικῆς σκέψεως βρίσκει κανεῖς τὴν ἰδέα ὅτι τὸ σύμπαν εἶναι ἔμψυχο καὶ ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ κόσμου εἶναι θεϊκή. Ἡ πηγὴ τῆς Γνώσεως προέρχεται ἀπὸ τὴν Φύση καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κόσμο.  Ἂν ὑπῆρξε «δημιουργία» δὲν ἦταν παρὰ ἡ ἀρχὴ ἑνὸς κύκλου. Τὸ σύμπαν εἶναι τὸ μόνο καὶ δὲν ὑπάρχει κανένα ἄλλο.

Ὁ Κόσμος δὲν δημιουργήθηκε καὶ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἀρχή του. Εἶναι αἰώνιος καὶ ἄφθαρτος. Ὁ θεὸς δὲν ὁλοκληρώνεται, δὲν πραγματώνεται, παρὰ «διὰ» τοῦ Κόσμου καὶ «ἐντὸς» τοῦ Κόσμου. Δηλαδή, ἡ Θεογονία εἶναι καὶ ἡ Κοσμογονία.  Ὁ Κόσμος ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐξάπλωση τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν χῶρο καὶ στὸν χρόνο. Τὸ «δημιούργημα» εἶναι ὁμοιούσιον τοῦ «δημιουργοῦ». Ἡ ψυχὴ εἶναι μέρος τῆς θεϊκῆς oὐσiας. Ἡ οὐσία τοῦ θεοῦ εἶναι ἴδια μὲ τὴν οὐσία τοῦ Κόσμου.

Οἱ Ἰδέες αὐτὲς ἀναπτύσσονται συνεχῶς στὴν πρώτη ἑλληνικὴ φιλοσοφία. Τὶς βρίσκει κανεῖς ἀκόμα, σὰν ἀπόηχο, στὸν Ἀριστοτέλη, στὸν Πλάτωνα καὶ ὕστερα στοὺς στωικούς. Ὁ Ξενοφάνης ὁ Κολοφώνιος (6ος π.Χ. αἰώνας) καθορίζει τὸν Θεὸ σὰν τὴν ψυχὴ τοῦ Κόσμου.  Ὁ Ἡράκλειτος γράφει: «Ὁ κόσμος αὐτὸς δὲν δημιουργήθηκε ἀπὸ κανένα θεὸ καὶ ἀπὸ κανέναν ἄνθρωπο. Ὑπῆρξε πάντα, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει πάντα, φωτιὰ αἰώνια ζωντανή, ἀνάβοντας καὶ σβήνοντας μὲ μέτρο…». Γιὰ τὸν Παρμενίδη, ποὺ βλέπει τὸν Κόσμο σὰν ἕνα ὄν ἀκίνητο καὶ τέλειο, τὸ σύμπαν εἶναι ἀσύλληπτο, ἄφθαρτο καὶ ἀδημιούργητο. Τὴν ἴδια γνώμη βρίσκουμε καὶ στὸν Ἐμπεδοκλή, τὸν ἀναξαγόρα, τὸν Ἀναξίμανδρο, τὸν Μέλισσο κ.ο.κ..

Ἄπ’ ὅλα αὐτά, μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε ὅτι αὐτὸ ποὺ χαρακτηρίζει περισσότερο τὸν ἰoυδαιοχριστιανικὸ μovoθεισμὸ δὲν εἶναι μόνον ἡ πίστις σ’ ἕναν μοναδικὸ θεό, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἰδίως ἡ προσχώρηση σὲ μιὰ δυαδικὴ ἀντίληψη τοῦ κόσμου. Πράγματι, τὸ παράδειγμα τῆς ἑλληνικῆς φιλoσοφίας ἀποδεικνύει ὅτι μπορεῖ νὰ ὑπάρξη ἕνας μὴ δυαδικὸς «μονοθεϊσμός», ποὺ ταυτίζει τὸ Ἀπόλυτο Ὄν καὶ τὸ Σύμπαν καὶ ὁ ὁποῖος, ὅπως θὰ δοῦμε, δὲν εἶναι θεμελιωδῶς ἀνταγωνιστικὸς τοῦ πολυθεϊσμοῦ, γιατὶ οἱ διάφοροι θεοὶ μποροῦν ν’ ἀντιστοιχοῦν μὲ τὶς διάφορες μορφὲς μὲ τὶς ὁποῖες ἐκδηλώνεται τὸ Θεῖον. Λέμε ἀκόμη, κατὰ συνέπεια, ὅτι αὐτὸ ποὺ συνδέει ἀδιαίρετα τὸν ἰoυδαιοχριστιανικὸ μονοθεϊσμὸ μὲ τὴν ἀνεπιείκεια καὶ τὴν μισαλλοδοξία, δὲν εἶναι τὸ ὅτι ὁ Γιαχβὲ εἶναι μοναδικὸς θεός, ἀλλὰ ὅτι ὁ μοναδικὸς αὐτὸς θεὸς θεωρείται διάφορος τοῦ κόσμου, ἀνώτερός του καὶ ἐξ αὐτοῦ, εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι, ἀντίθετος μ’ αὐτόν.

Ἀντίθετα, στὴν περίπτωση ἑνὸς μὴ δυαδικοῦ μονοθεϊσμοῦ, ἡ διακήρυξη τῆς μοναδικότητας τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι παρὰ ἕνας τρόπος διακηρύξεως καὶ ἱεροποιήσεως τῆς μοναδικότητας τοῦ Κόσμου. Ἕνας τέτοιος Θεός, ὅπως καὶ ἡ Θεϊκότητα ποὺ ἐνσαρκώνουν μὲ διαφόρους τρόπους οἱ θεοὶ τοῦ παγανισμοῦ, εἶναι ἀνεκτικός, γιατὶ ἀποτελείται ἀπὸ ὅλες τὶς διαφοροποιήσεις τοῦ Κόσμου. Θὰ μποροῦσε κανεῖς νὰ πεῖ ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὴν μοναδικὴ διαφοροποίηση ἑνὸς ὄντος ποὺ δὲν ἐξαιρεῖ καμία «ἄλλη μoρφή», καμία διαφορά, γιατὶ τὶς περιλαμβάνει καὶ τὶς συνδιαλλάσσει ὅλες. Βασικό, ὁ Θεὸς τοῦ παγανισμοῦ εἶναι ἕνας «ὄχι ἄλλος», ἕνας ὀμοούσιος, ἴδιος μὲ τὸν Κόσμο. Ἀντίθετα, ὁ Θεὸς τοῦ ἰουδαιοχριστιανικοῦ μονοθεϊσμοῦ εἶναι ἡ κὰτ’ ἐξοχὴν «Ἄλλη Μορφή», εἶναι ὁ «Ὅλότελα Ἄλλος». Καὶ τὸ ἐπικίνδυνό του βρίσκεται ἀκριβῶς σ’ αὐτὴν τὴν ῥιζικὴ διαφορὰ τὴν ὁποία ἰσχυρίζεται ὅτι ἔχει. Ἐφ’ ὅσον εἶναι «ἕνας», ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «μοναχικοῦ», ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «μοναδικοὺ στὸ εἶδος του», ὁ Γιαχβὲ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ μειώνει τὶς διαφορές, νὰ ἀποκλείει κάθε ἄλλο θεὸ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ἐπισκιάσει, νὰ διακηρύσσει τὸ κίβδηλο ὅλων ὅσων ἄλλοι λατρεύουν.

Στὸ ἔργο του «Τὸ στάδιο τῆς ἀναπvoῆς», (ἐκδ. Μινουί, 1979), ὁ Ζάν-Λουὶ Τριστανὶ ἀπέδειξε, μετὰ ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους ἄλλωστε, τὴν ἐπιρροὴ τοῦ ἰoυδαιοχριστιανικοῦ μονοθεϊσμοῦ στὸν δεσποτισμό. Ἀντίθετα, ὁ παγανισμὸς εἶναι ἀνεκτικός, ὄχι μόνο γιατὶ εἶναι (κατὰ περίπτωση) πολυθεϊστικός, ἀλλὰ καὶ γιατὶ δὲν εἶναι δυαδικός, γιατὶ στὴν «ἔλλειψη συνεχείας» τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Κόσμου, ἀντιπαραθέτει τὴν «συνέχεια» ὅλων ὅσων ἀποτελοῦν καὶ ἐνσαρκώνουν τὸ μόνο ἀπόλυτο ὄν, δηλαδὴ τὸν Κόσμο (ἀνθρώπων-θεῶν-φύσεως). Τέλος, γιατὶ θέτει τὸ ἀξίωμα ὅτι ἕνας θεὸς ποὺ δὲν θὰ ἦταν ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ Κόσμου αὐτοῦ, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι Θεός. Γιατὶ ἢ τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο: ἢ ὁ θεὸς εἶναι Μοναδικός, ἢ ὁ Κόσμος εἶναι Μοναδικός. Καὶ στὴν κατ’ ἐξοχὴν μὴ-θεϊκὴ διακήρυξη «τὸ Βασίλειόν μου οὐκ ἔστιν τοῦ κόσμου τούτου» (Ίωαν. 18, 3), ἀντιτίθεται ἡ κατ’ ἐξοχὴν θεϊκὴ διακήρυξη: «Ἡ διαμονὴ τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ διαμονὴ τῶν θεῶν» (Ἡράκλειτος).

Στὴν προοπτικὴ τοῦ δυαδικοῦ μονοθεϊσμοῦ (τοῦ Ἰουδαιοχριστιανισμοῦ), ἡ σχέσις μεταξὺ τοῦ Κόσμου καὶ τοῦ  Ἀπολύτου δὲν εἶναι λοιπὸν σχέσις «ταυτίσεως», οὔτε σχέσις ἀπ’ «εὐθείας ἀπόρροιας», ἀλλὰ μιὰ σχέσις «ψευδο- ἐλευθερίας», ἀναφερόμενης ἀπὸ τὴν θεολογία τῆς Δημιουργίας. Ἡ Δημιουργία αὐτὴ ἔγινε ἀπὸ τὸ «Μηδέν». Δηλαδὴ ὁ θεὸς δὲν δημιούργησε τὸν Κόσμο ἀπὸ μία ἄμορφη μάζα-ὕλη, ἀπὸ ἕνα προϋπάρχον χάος τὸ ὁποῖο κατεργάσθηκε, γιατὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ θὰ ὑπῆρχαν δύο «ἀδημιούργητα ἀπόλυτα»: ὁ Θεὸς καὶ ἡ «Ὕλη». Οὔτε καὶ «συνέλαβε» (μὲ τὴν ἔννοια τῆς γεννήσεως) τὸν Κόσμο, γιατὶ τότε θὰ ἦταν ὀμοούσιος μ’ αὐτὸν καὶ (σύμφωνα μὲ τὸν Ἰουδαιοχριστιανισμό) μόνον ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, συλληφθεῖς καὶ ὄχι δημιουργηθεῖς, εἶναι ὀμοούσιος μ’ αὐτόν. Ἀπλῶς τὸν «δημιούργησε»… Ἔτσι, ἡ σχέση ποὺ τὸν συνδέει μὲ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι συνάμα αἰτιατὴ (ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀρχικὴ αἰτία ὅλων τῶν ὄντων – δημιουργημάτων) καὶ ἠθική (ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ὑπακούει στὸν Θεό).

Ἀντίθετα, γιὰ τὸν παγανισμό, ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀποσυνδεθεῖ ἀπὸ τὸν Κόσμο. Ἡ σχέση του λοιπὸν μὲ τὸν Κόσμο δὲν συνδέεται μὲ τὸ ὅτι «εἶναι» ἡ αἰτία τοῦ Κόσμου καὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι «ἐνδεχόμενα» ὄντα (δηλαδὴ «τυχαία» δημιουργήματα) τὰ ὁποία δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸ «μηδέν». Ὁ παγανισμὸς ἀρνείται τὴν ἰδέα τῆς «Δημιουργίας», ἡ ὁποία εἶναι κεντρικὴ Ἰδέα τοῦ ἰουδαιοχριστιανικοῦ μονοθεϊσμοῦ. Ἄλλωστε, τὸ ἀπὸ τὸν Μεσαίωνα χρησιμοποιούμενο ἠμερολόγιο τοῦ ἐβραϊσμοῦ θεωρείται ὅτι κάνει νὰ συμπίπτουν ὁ «πρῶτος χρόνος» μὲ τὴν «δημιουργία». Ὁ ἀριθμὸς στὸν ὁποῖον ἔφθασε ἔτσι σήμερα, εἶναι 5740 καὶ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ χριστιανικὸ 1980 καὶ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μελέτης τῆς βιβλικῆς χρονολογίας. Ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ὅμως, θεωρείται πιὰ σήμερα καὶ κατὰ γενικὸ κανόνα σὰν συμβατικὸς καὶ ἐκδηλώνει καθαρὰ μιὰ προσπάθεια νὰ μὴ συμπίπτει μὲ κανένα ἀνθρώπινο γεγονός. (Σ.Μ.: Οἱ γεωλογικὲς όμως μελέτες τῆς γῆς, ἀπόλυτα ἐπιστημονικὲς καὶ βεβαιωμένες πλέον, ἀνεβάζουν ἤδη τὴν ἠλικία της σὲ 10 δισ. χρόνια!)

Ἐπίσης, ὁ παγανισμὸς ἀρνείται κάθε μηχανικὴ ἐπιστημολογία καί, ἰδίως, ἀρνείται κάθε γενικὴ ῥοπὴ τῆς ἰστορίας πρὸς μία προκαθορισμένη κατεύθυνση (Σ.Μ.: κλασσικὴ ἰουδαιοχριστιανική ἀρχή), ποὺ κατέληξε σὲ πολιτικοποίησή της ἀπὸ τὸν Μαρξισμὸ ἰδίως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν λεγόμενη Δημοκρατοφιλελευθερία.

Ὁ παγανισμός, ὅπως λέει ὁ Σπένγκλερ, τείνει πρὸς τὴν ἀντικατάσταση τῆς αἰτιοκρατικῆς ἀρχῆς (τῆς θεϊκῆς δημιουργίας ὡς αἰτίας τῶν πάντων) μὲ τὴν «Ἰδέα τοῦ πεπρωμένου». «Ἡ ἰδέα τῆς δημιουργίας εἶναι τὸ βασικὸ ἀπόλυτο λάθος κάθε λανθασμένης μεταφυσικῆς», λέει ὁ Φίχτε.  Ἀπὸ τότε, ὁ Χάιντεγκερ ἀπέδειξε κι αὐτὸς ὅτι ἡ ἰδέα τῆς δημιουργίας δὲν ἀνήκει στὴν φιλοσοφία. Ἡ διακήρυξη τῆς ἐνότητας τοῦ  «Ὄντος» καὶ τοῦ Κόσμου περιέχει τὸ ἀξίωμα τῆς αἰωνιότητᾶς τους: τὸ «Ὄν» δὲν μπορεῖ νὰ ἐμφανίσθηκε ἀπὸ τὸ ἀπόλυτo μηδέν. Συνεπῶς ὁ Κόσμος δὲν «ἄρχισε» καὶ δὲν θὰ «τελειώσει». Τὸ ἀπόλυτο «Ὄν» ποὺ εἶναι ὁ Κόσμος, εἶναι τὸ «ῥιζικὰ ἀδημιούργητο», εἶναι ἡ αἰτία τοῦ ἐαυτοῦ του.

Συνεπῶς, ὁ παγανισμὸς προϋποθέτει τὴν ἀπόρριψη αὐτῆς τῆς «ἐλλείψεως συνεχείας», αὐτῆς τῆς Βασικῆς ἀποκοπῆς (τομῆς) ποὺ ἀποτελοῦν τὴν «δυαδικὴ φαντασιοπληξία», γιὰ τὴν ὁποίαν ὁ Νίτσε γράφει ὅτι «ἀλλοίωσε τὸν θεὸ σὲ ἐχθρὸ τῆς ζωῆς, ἐνῶ εἶναι ἔξαρση καὶ ἐπιδοκιμασία τῆς ζωῆς» («Ὁ ἀvτίxριστoς»). Τὸ νὰ γιατρέψει κανεῖς τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν μονοθεϊστικὴ τομή, σημαίνει νὰ παλινορθώσει τὴν ἐνότητα τοῦ ὄντος καὶ νὰ ἐξαφανίσει τὴν ἄβυσσο ποὺ διαχωρίζει τὸν θεὸ ἀπὸ τὰ «δημιουργήματά» του, νὰ δώσει, τέλος, στὴν ζωὴ τὴν σημασία τῶν ἀντιθετικῶν διαφοροποιήσεῶν της. Ὁ θεὸς δὲν δημιούργησε τὸν Κόσμο, ἀλλὰ ἐξαπλώνεται μέσα του καὶ διὰ μέσου του. Δὲν εἶναι «πανταχοῦ  παρὼν» στὸν κόσμο, ὅπως ὑποστηρίζεται. Εἶναι ἡ ἴδια ἡ διάσταση τοῦ Κόσμου, πού, τόσο γενικὰ ὅσο καὶ εἰδικά, τοῦ δίνει τὴν ἔννοια, ἀνάλογα μὲ ὅ,τι τὸν κάνουμε ἐμεῖς,

Ἡ θέση τῆς ἑρμηνείας τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀναπτύχθηκε ἀπὸ τὸν Τρεμοντόν (βλ. «Προβλήματα τοῦ χριστιανισμοῦ» σελ. 47-73), εἶναι νὰ θεωρεῖ σὰν ἀποδεδειγμένο τὸ ὅτι ὁ κόσμος ἄρχισε κάποτε καὶ σὰν λογικὸ ὅτι δημιουργήθηκε.  Ἡ πρώτη ἀρχή (τὸ ὅτι «ἄρχισε»), ποὺ ἀνήκει στὴν σφαίρα τῆς πειραματικῆς ἐπιστήμης, τροφοδοτείται ἀπὸ ὑπoθέσεις γιὰ τὴν «μεγάλη ἔκρηξη» ποὺ ὑποτίθεται ὅτι γέννησε τὸ Σύμπαν πρὶν ἀπὸ 15 δισεκ. χρόνια τουλάχιστον. Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι πολὺ συζητήσιμη, ὅπως καὶ κάθε θεωρία ποὺ ἐξαρτᾶ τὴν πίστη ἀπὸ τὴν λογικὴ καὶ προσπαθεῖ νὰ «ἀποδείξει» αἰώνιες δοξασίες μὲ ἐπιστημονικὰ γεγονότα, κάτ’ ἀρχὴν συμπτωματικὰ καὶ ὑποκείμενα πάντα σὲ ἀναθεώρηση. Εἶναι πιθανό, ὅτι ἡ θεωρία τῆς «μεγάλης ἐκρήξεως» θὰ ἀκολουθήσει τὴν τύχη πολλῶν ἄλλων καὶ θὰ ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ ἄλλη, πράγμα ποὺ τὴν καθιστᾶ ἀκριβῶς ἐπιστημονική. Ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι μιὰ τέτοια «ἀρχὴ τοῦ κόσμου» ἔγινε κάποτε, τίποτα δὲν ἐπιτρέπει τὸν ἰσχυρισμὸ καὶ τὴν βεβαιότητα ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ ἀρχὴ ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ ὄχι γιὰ μία ἀρχὴ ἑνὸς «νέου κύκλου». Γιὰ μᾶς ἡ ἐπιστήμη θὰ μείνει πάντα βουβὴ ὡς πρὸς τὸ μεγάλο θέμα τῶν «ἀπωτάτων αἰτιῶν».

Ἡ διακήρυξη τοῦ παγανισμοῦ ὡς πρὸς τὸ «ὁμοούσιο τοῦ θεοῦ μὲ τὸ ἀνθρώπινο ὄν» δὲν ἀφήνει χῶρο γιὰ μιὰ «θεολογία ἐξoρiας» τοῦ ἀνθρώπου, θεμελιωμένης στὴν ἐκρίζωσή του (Σύμφωνα μὲ τὴν Ἰουδαιο­χριστιανική θεολογία, ὁ ἄνθρωπος «ἐξορίστηκε» ἀπὸ τὸν παράδεισο μετὰ τὸ προπατορικὸ ἀμάρτημα», δηλαδὴ τὴν δοκιμὴ τοῦ «δένδρου τῆς γνώσεως»). Ὁ παγανισμὸς ἀντιπαραθέτει τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ Κόσμου – θεοῦ, στὸ «σύνορο» ποὺ ἀποτελεῖ ἡ τομὴ μεταξὺ «αὐτοῦ» καὶ τοῦ «ἄλλου» κόσμου (ποὺ εἶναι «ἀπέραντος»). Ἀντιπαραθέτει στὴν ψυχὴ ποὺ «ὑπερβαίνεται ἀπὸ μιὰ ἄλλη (θεϊκὴ) ψυχὴ» – ὅπως λέει ὁ Λεβινὸς - «μία ψυχὴ ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὴ καθαυτὴ ἀπέραντη».


Ἀντιπαραθέτει μία αὐτoνoμiα, μιὰ αὐτάρκεια, μιὰ «ῥίζωση» σ’ ἕνα χῶρο, ἀντὶ γιὰ μιὰ ἀφηρημένη ἐξάρτιση (ἀπὸ τὸν «ἄλλο κόσμο») και μία ἐκρίζωση (ἀπὸ τὸν «παράδεισο» στὴν «γῆ τῶν δακρύων»). Ὁ παγανιστὴς νοιώθει τὸν χῶρο ὅπου γεννήθηκε σὰν μιὰ σχέση γιοῦ πρὸς πατέρα. Ἔχει τὴν «μητέρα – πατρίδα» του, ἐνῶ στὸν βιβλικὸ μονοθεϊσμὸ ἢ «γῆ» δὲν εἶναι ὁ «χῶρος καταγωγῆς», δὲν εἶναι ἡ «γῆ τῆς γεννήσεως», ἀλλὰ μιὰ «γῆ προορισμοῦ» ποὺ ἀποβλέπει σὲ κάποιο σκοπό. Ἡ γῆ αὐτὴ εἶναι ἀντικείμενο ὑποσχέσεως («Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας»), μὲ τὶς δύο ἔννοιες τοῦ ὄρου: Δηλαδὴ δὲν εἶναι μιὰ μητέρα, ἀλλὰ μιὰ μνηστὴ ἢ μία σύζυγος (ἀπὸ ἐκεῖ πηγάζει ἡ θεολογία τῆς «ἐξορίας» καὶ τοῦ «γυρισμοῦ»), μιὰ γῆ ποὺ δὲν γίνεται «γῆ γεννήσεως» παρὰ μὲ τὴν πραγματοποίηση μιᾶς «ὑποσχέσεως τοῦ θεοῦ».




ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Ἡ Θρησκεία τῆς Εὐρώπης»

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Ὁ Πρίαμος συναντᾶ τὸν Ἀχιλλέα (Ιλ. Ω 440-674).

τοῦ μήρου



Kείμενο σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση:


440 Εἶπε, κι' ἀπάνου ἐφτύς πηδάει στ' ἀλογωμένο ἁμάξι
κι' ἁρπᾶ ὁ καλόθελος θεός τό καμοτσί στά χέρια,
ἁρπάει τά γκέμια, καί φυσάει γερή καρτεροσύνη
μές στά μουλάρια κι' ἄλογα. Μά τέλος πιά στούς πύργους
σάν ἔφτασαν τῶν καραβιῶν καί στό βαθύ χαντάκι,
ἐκεῖ οἱ φρουροί τότ' ἄρχιζαν τό δεῖπνο νά τοιμάζουν•

445 ὕπνο ὅμως ὁ θνηταγωγός Ἑρμῆς τούς περεχύνει
ὅλους, καί τό πορτί μεμιᾶς ἀνοίγει, καί τούς σύρτες
τούς σπρώχνει πέρα, κι' ἔπειτα μπάζει τό γέρο μέσα
καί μπάζει τά καμαρωτά κανίσκια μέ τό κάρο.
Μά στ' Ἀχιλέα ὡς πέρα πιά σάν ἦρθαν τήν καλύβα
ὁλόρθια, πούχαν τ' ἀρχηγοῦ φτιασμένα οἱ Μυρμιδόνες

450 μ' ἐλάτου ξύλα πούσκισαν, κι' ὄχ τά λιβάδια χόρτο
κόβοντας σκέπασαν σκεπή πυκνόφυλλη ἀπό πάνου,
καί τούφτιασαν μεγάλη ἀβλή τριγύρω μέ παλούκια
πυκνά, καί κλιοῦσε μάνταλος τήν πόρτα του ἐλατένιος
ἕνας καί μοναχός, πού τρεῖς νομάτοι τόν σφαλνοῦσαν —
455 καί τρεῖς τό κλεῖστρο τό τρανό ξανάνοιγαν τῆς πόρτας —
οἱ ἄλλοι, μά κι' ἀβοήθητος τόν σφάλναε ὁ Ἀχιλέας•
τότε ὁ καλοθελος θεός τόν ἄνοιξε τοῦ γέρου,
κι' ἔμπασε μέσα τ' ἀρχηγοῦ τά ζηλεμένα δῶρα.
Χάμου ἔπειτα ὄχ τήν ἅμαξα κατέβηκε καί τοῦπε

460 « Γέρο, μαζί σου ἐγώ ὡς ἐδῶ θεός αἰώνιος ἦρθα,
» ἐγώ ὁ Ἑρμῆς, τί μ' ἔστειλε κάτου ὁδηγό σου ὁ Δίας.
» Μά τώρα θά σ' ἀφίσω πιά• δέ θέλω νά προβάλω
» στά μάτια τ' Ἀχιλέα ὀμπρός, τί δά 'ναι κατηγόρια
» θεός νά δείχνει ὀρθάνοιχτα σ' ἀθρώπους ἔτσι ἀγάπη.
465 » Μόν ἔμπα ἐσύ τά γόνατα καί πιάσε τ' Ἀχιλέα,
» καί στόν πατέρα ξόρκιστ' τον στή λυγερή του μάννα
» καί στό παιδί του, καί θαρρῶ τά σπλάχνα θὰν τ' ἀγγίξεις.»
Εἶπε, καί στοῦ Ἐλύμπου ἀφτός τά μακροβούνια φέβγει.
Τότες πηδώντας κατά γῆς ὁ γέρος ὄχ τ' ἁμάξι,

470 ἄφισε τό Νιδιό ὄξω κεῖ, πού πρόσμενε βαστώντας
τά ζά —μουλάρια κι' ἀλόγα— κι' ὁλόϊσα ἀτός του κάνει
γιά τήν καλύβα ὅπου ὁ γοργός καθότανε Ἀχιλέας.
Ἀφτόν τόν βρῆκε μέσα ἐκεῖ, μά λείπανε οἱ συντρόφοι,
καί μόνοι ἀφτοί εἴχανε δουλιά κοντά του, ὁ Ἀφτομέδος
475 κι' ὁ κλῶνος τ' Ἄρη ὁ Ἄλκιμος• τί εἶχε τελιώσει μόλις
τό δεῖπνο, μάλιστα ἔστεκε καί τό τραπέζι ἀκόμα.
Καί μπαίνει πρίν ἀφτοί τόν δοῦν... ζυγώνει... τ' ἀγκαλιάζει
τά δυό του ὁ γέρος γόνατα καί τοῦ φιλάει τά χέρια,

479 φριχτά ἀντροφάγα, πού πολλούς τούχανε γιούς σπαράξει,
485 κι' ἐκεῖ γονατιστός τοῦ λέει μέ περικάλια, μ' ὅρκους
« Γέρο ὅπως εἶμαι ἐγώ γονιό, θεόμορφε Ἀχιλέα,
» ἔχεις —θυμήσου— στή μπαστιά τῶν ἔρμων γερατιῶνε.
» Ἴσως κι' ἐκεῖνον γύρω του πέρα στή Φτιά οἱ γειτόνοι
» τόν τυραγνοῦν, δίχως βοηθό κοντά του νὰν τόν σώσει
490 » ὄχ τά δεινά καί βάσανα. Μά ἀφτός πώς ζεῖς μαθαίνει,
» κι' ὅλο ἡ ψυχή του χαίρεται καί κρυφολπίζει πάντα
» νά δεῖ τό λατρεφτό του γιό ὅταν γυρνᾶ ἀπ' τήν Τροία•
» ὅμως ἐγώ ὁ βαριόμοιρος πού γιούς τούς πιό λεβέντες
» σ' ὅλη τήν Τροία ἐγώ 'κανα, κανείς πιά δέ μοῦ μένει.
495 » Εἶχα πενήντα γιούς ἐγώ σά φτάσανε οἱ Ἀργίτες,
» ποὺ δεκαννιά τους ἀπό μιά γεννήθηκαν μητέρα,
» καί τούς λοιπούς μοῦ γέννησαν μέσα στόν πύργο οἱ σκλάβες.
» Μά ὁ ἄγριος Ἄρης θέρισε τούς πιό πολλούς• κι' ἀπ' ὅλους
» τόν πιό καλό μου, πού λαό διαφέντεβε καί κάστρο,
500 » τόν Ἔχτορα, στερνά κι' ἀφτόν, ἐνῶ γιά τήν πατρίδα
» πολέμαε, ἐσύ τόν σκότωσες. Τώρα γιά ἀφτόν στά πλοῖα
» ἦρθα ὡς ἐδῶ, καί ξαγορά πολύτιμη σοῦ φέρνω
» νά ξαγοράσω τό νεκρό. Μά τούς θεούς σεβάσου ...
» πόνα κι' ἐμένα... ὅπως πονᾶς τό γέρο σου πατέρα.
505 » Ἐγώ 'μαι πιό τοῦ λυπημοῦ... ὅσα κανείς δέν εἶδε
» πάθια τραβῶ π' ἀπ' τό φονιά ζητάω τοῦ γιοῦ μας χάρες.»
Εἶπε, καί πόθο τ' ἄναψε τό γέρο του νά κλάψει,
κι' ἔσπρωξε ἀγάλια πιάνοντας τόν Πρίαμο ἀπ' τό χέρι.
Καί σά θυμήθηκαν κι' οἱ διο, ὁ ἕνας τους τό γιό του

510 θρηνοῦσε, στ' Ἀχιλέα ὀμπρός τά πόδια 'να κουβάρι,
πικρά κι' ὁ ἄλλος ἔκλαιγε τό γέρο του, ἤ καί πάλι
τό βλάμη του, κι' οἱ στεναγμοί παντοῦ τριγύρω ἀχοῦσαν.
513 Μά πιά τό κλάμα ὁ θεϊκός σά χόρτασε Ἀχιλέας,

515 τότες σηκώθη ὄχ τό θρονί, καί σήκωσε ἀπ' τό χέρι
τό γέρο —τ' ἄσπρα του μαλλιά πονώντας, τ' ἄσπρα γένια—
καί μέ φωνή ἥμερη τοῦυ λέει διο φτερωμένα λόγια
« Ἄ δόλιε, ναί πολλά ἡ ψυχή σούπιε πικρά φαρμάκια !
» Πῶς, πές μου, βάσταξες ἐδῶ ναρθεῖς στά πλοῖα μόνος
520 » μπροστά σ' ἐκεῖνον πού σωρό πολύτιμα παιδιά σου
» σούχει σφαγμένα ; Σίδερο πρέπει ἡ καρδιά σου νἄναι.
» Τώρα ἔλα κάτσε στό θρονί. Καί πικραμένοι ἤ ὄχι,
» ἄσ' τες τίς πίκρες τώρα ἐκεῖ κι' ἄς καῖν μές στήν καρδιά μας,
» γιατί ὄφελος μήν καρτερᾶς ἀπό παγώστρα κλάψα.
525 » Τί ἔχουν τῶν δύστυχων θνητῶν ἀφτὰ οἱ θεοί κλωσμένα,
» νά ζοῦν μέ λύπες... μά καημός τό τί εἶναι, ἀφτοί δέν ξέρουν.
» Τί στέκουν χάμου στοῦ Διός τόν πύργο διὸ πιθάρια,
» μέ δῶρα τέτια πού σκορπάει, κακά —ἤ καλά μές στ' ἄλλο—
» κι' ὁ Δίας σ' ὅπιους κι' ἄπ' τά διὸ ἀνάκατα χαρίσει.
530 » πότες θά σμίξουν μέ χαρές καί πότες μέ λαχτάρες•
» μά ἄσκημα ἄν δώκει, πρόσωπο θεοῦ ποτές δέ βλέπεις,
» καί μυίγα σέ κεντάει κακή ἀπ' ἄκρες γῆς ὡς ἄκρες
» κι' ἀτίμητος ἀπό θεούς λυσσογυρνᾶς κι' ἀθρώπους.
» Ἔτσι καί τοῦ Πηλιᾶ οἱ θεοί καμαρωμένα δῶρα
535 » ἀπό μικρό τοῦ χάρισαν, καί τούς θνητούς νικοῦσε
» ὅλους σέ πλοῦτος κι' ἀγαθά, τῶν Μυρμιδόνων ἄρχος,
» καί τέρι τοὔδωκαν θεά, θνητός κιὰς εἶταν ἔτσι.
» Μά τούβαλαν καί συφορές μέ τ' ἀγαθά, γιατί ἄλλα
» στόν πύργο βασιλόπουλα δέν τούστρεξαν νά κάνει,
540 » μόν ἔκανε ἕνα μονογιό πανώριο• πού, τό βλέπεις,
» δέν τόν γεροκομάει, τί νά στήν ἄκρη ἐγώ τοῦ κόσμου
» σέρνουμαι τά παιδιά σου ἐδῶ νά τυραγνάω κι' ἐσένα.
» Κι' ἐσένα, γέρο, ἀκούγαμε πώς μιά φορά ἐφτυχοῦσες•
» τί ὅσους τῆς Λέσβος τό νησί ἐντός του θρέφει ἀθρώπους,
545 » κι' ὁ ἄπειρος Ἑλλήσποντος ἤ κι' ἡ Φρυγιά ἀπό πάνου,
» ὅλους σέ πλοῦτος καί σέ γιούς λέν, γέρο, τούς νικοῦσες.
» Μά μιά οἱ θεοί καί σούστειλαν τέτια βαριά φουρτούνα,
» δέν πάβουν γύρω οἱ σκοτωμοί στό κάστρο σου, δέν πάβουν.
» Μά θάρρος, ἔλα πιά μήν κλαῖς —τί βγάζεις π' ἄχ ὁ θρῆνος
550 » πίσω δέ φέρνει— εἶναι γραφτό νά μή στερέβει ἡ πίκρα.»
Τότε ἀπαντᾶ ὁ θεόμορφος γιός τοῦ Δαρδάνου κι' εἶπε
« Ὄχι, ἀρχηγέ μου, μή μοῦ λές νά κάτσω ἐγώ, ὅσο ὁ γιός μου
» χάμου ρηγμένος κοίτεται. Μόν δῶσ' μου τόν... τά μάτια

555 » μου λαχταροῦνε νά τόν δοῦν. Καί πάρε —μέ χαρά σου—
» τά πλούσια δῶρα πούφερα. Κι' ἔτσι ἡ ἐφκή τοῦ Δία
557 » πίσω ἄς σέ πάει στόν τόπο σου γιά τό καλό πού κάνεις !»
559 Τότες λοξά τόν κοίταξε καί τοῦπε ὁ Ἀχιλέας

560 « Μή, γέρο, μ' ἐρεθίζεις πιά. Τόχω κι' ἐγώ στό νοῦ μου,
» καί θά σ' τόν δώσω. Μοῦρθε ἐδῶ ἀπ' τούς θεούς μηνήτρα
» ἡ μάννα πού μέ γέννησε, θαλάσσιου γέρου ἡ κόρη.
» Κι' ἐσένα δέ μοῦ ξέφυγε —τό νοιώθει, γέρο, ὁ νοῦς μου—
» θεός πώς σ' ἔφερε ὡς ἐδῶ στ' Ἀργίτικα καράβια.
565 » Τί νάρθει ὡς τό στρατό θνητός, καί νιός ἄν πεῖς λεβέντης,
» δέ θά κοτοῦσε• τούς φρουρούς δέ διάβαινε κρυφά τους,
» μήτε καί σάλεβε ἔφκολα τῆς πόρτας μου τό σύρτη•
» Ἔτσι ἄσε, γέρο μήν κεντᾶς τή θλιβερή καρδιά μου,
» μήπως —καί προσπέφτω ἔτσι ἐδῶ— κι' ἐσένα δέ σ' ἀφήκω
570 » γερό, καί τότες στοῦ Διός τό λόγο θ' ἁμαρτήσω.»
Εἶπε, κι' ὁ γέρος σκιάχτηκε καί τ' ἀγρικάει τό λόγο.
Κι' ἐκεῖνος σά λιοντάρι λές βγαίνει ὄξω ἀπ' τήν καλύβα,
ὄχι μονάχος, πάγαιναν διο παραγιοί μαζί του,
ὁ Ἀφτομέδος κι' Ἄλκιμος, οἱ διο τους π' ἀγαποῦσε

575 πιό ἀπ' ὅλους, τώρα ὁ Πάτροκλος πού τοῦχε πιά πεθάνει.
Ἀφτοί ξεζέβουν τ' ἄλογα κι' ἀκούραστα μουλάρια
καί μπάζουν τόν τρανόφωνο κράχτη τοῦ γέρου μέσα,
τοῦ λέν νά κάτσει, κι' ἔπειτα ἀπ' τό πανώριο κάρο
παίρνουν τήν πλούσια ξαγορά τοῦ φημισμένου Ἐχτόρου.
580 Μά ἀφῆκαν πανωφόρια διο κι' ἕνα σκουτί στό κάρο,
γιά νά τυλίξει τό νεκρό καί πίσω νὰν τόν δώκει
νὰν τόνε πᾶν στόν τόπο του. Καί κράζει σκλάβες ὄξω,
τούς λέει νά πλύνουν τό νεκρό, νὰν τόν ἀλείψουν λάδι,
583 παρέκει κάπου, μήν τυχόν καί δεῖ τό γιό του ὁ γέρος.
587 Κι' οἱ σκλάβες σάν τόν ἔπλυναν κι' ἀλείψανε μέ λάδι,
τόν τύλιξαν μές στό σκουτί καί στ' ὤριο πανωφόρι•
καί τότε ἀφτός τόν σήκωσε κι' ἀπίθωσε στό στρῶμα,

590 κι' οἱ παραγιοί τόν ἔβαλαν κι' οἱ διὸ μαζί στό κάρο.
Τότε ἔσπασε στά κλάματα καί τοῦ Πατρόκλου κράζει.
« Μή μοῦ χολιάσεις, Πάτροκλε, σά μάθεις μές στόν Ἅδη
» πὼς τώρα στόν πατέρα του πάει ὁ φονιάς σου πίσω,
» τί ἔλαβα δίκια ξαγορά. Μά πάλι ἐγώ κι' ἐσένα
595 » καλό, ὅπως πρέπει, μερτικό ἀπ' ὅλα θά σοῦ δώσω.»
Εἶπε, καί πίσω γύρισε μές στ' ἀψηλό καλύβι,
καί κάθησε στό σκαλιστό θρονί του ποῦχε ἀφίσει,
ἔτσι ἀπ' τόν ἄλλο τοῖχο ἐκεῖ, καί τοῦ Πριάμου τοῦπε
« Λέφτερο τώρα, γέρο μου, τό λείψανο, ὅπως εἶπες,

600 » ἥσυχο ἐκεῖ στό στρῶμα του. Κι' ἅμα χαράξει ἡ μέρα,
» παρ' το καί σύρε στήν ἐφκή. Μόν ἔλα τώρα ἄς φᾶμε.
» Τί νά γεφτεῖ θυμήθηκε κι' ἡ χρυσομάλλω ἡ Νιόβη,
» ποὺ δώδεκα ἔχασε παιδιά —κι' ὄχι ἔνα— στό πυργί της,
» νιούς ἕξη μές στή νιότη τους καί θυγατέρες ἕξη.
605 » Μά ὁ Φοῖβος σκότωσε τούς γιούς μέ τ' ἀργυρό δοξάρι,
» τί θύμωσε τῆς μάννας τους —κι' ἡ Ἄρτεμη τίς κόρες —
» τί ἤθελε δά μέ τή Λητό νά γίνεται ἴσα κι' ἴσα.
» Δώδεκα ἐγώ, εἶπε, γέννησα, μά διὸ ἡ Λητό μονάχα•
» μά ἀφτοί, καί διὸ ὄντας, σκότωσαν τά δώδεκά της ὅλα.
610 » Μέρες στό αἷμα κοίτουνταν ἐννιά, καί νὰν τούς θάψει
» δέν εἶχε μείνει πιά κανείς, γιατί ὁ μεγάλος Δίας
» ἔκανε πέτρες τό λαό• μά ἐκεῖ στίς δέκα μέρες
» τούς θάβουν τ' οὐρανοῦ οἱ θεοί. Κι' ἡ Νιόβη τότες πῆρε
613 » νά φάει πιά, σάν κουράστηκε χύνε ὅλο χύνε δάκρια.
618 » Ἔτσι ἔλα τώρα, γέρο μου, καιρός κι' ἐμεῖς νά φᾶμε
» μιὰ στάλα• κι' ἔπειτα τόν κλαῖς τό γιό σου, σά γυρίσεις
620 » στό κάστρο μέσα, καί πολλοί μαζί σου θὰν τόν κλάψουν.»
Εἶπε, κι' ἀπάνου ὁ γλήγορος σηκώνεται Ἀχιλέας
καί σφάζει ἀρνί λεφκόμαλλο. Κι' οἱ μπιστικοί συντρόφοι
τό γδέρνουν καί τό συγυρνοῦν καλά μέ κάθε τέχνη,
καί λιανισμένο ταχτικά στίς σοῦγλες τό περνοῦνε,
τό ψαίνουν ὄμορφα ὄμορφα κι' ἄπ' τή φωτιά τό βγάζουν.

625 Κατόπι παίρνει τό ψωμί νά δώσει ὁ Ἀφτομέδος
μές σέ πανώρια κάνιστρα, καί πάει καί στό τραπέζι
τά βάζει ἀπάνου• καί τό κριᾶς μοιράζει ὁ Ἀχιλέας.
Καί τότες σ' ἕτοιμα ἅπλωσαν καλούδια, ὀμπρός στρωμένα.
Κι' ὅταν πιά τέλος χόρτασαν καλά μέ φαγοπότι,
ὁ γέρος τοῦ Πηλιᾶ τό γιό καμάρωνε, πὼς εἶταν

630 λαμπρός μεγάλος ! λές θεό πώς ἔμιαζε ἴσα πέρα.
Καί πάλε ἀφτός τόν Πρίαμο καμάρωνε, θωρώντας
τήν ὄψη τήν ἀρχοντικιά, τά λόγια του ἀγρικώντας.
Μά τέλος πιά σά χόρτασαν μέ τό νά βλέπουνται ἔτσι,
πρῶτος τότε ὁ θεόμορφος γιός εἶπε τοῦ Δαρδάνου

635 « Μή, θεοπαίδι, τώρα ἀργεῖς, μόν πές τους νά μοῦ στρώσουν,
» γιά νά χαροῦμε μιά σταλιά καί τό γλυκό τόν ὕπνο.
» Τί ἀπ' ὄντας βρῆκε θάνατο μέ τό σπαθί σου ὁ γιός μου,
» στιγμή κάτου ἀπ' τά βλέφαρα δέ μούκλεισαν τά μάτια,
» μόν κλαίω στενάζω, τίς πολλές τίς πίκρες μου ἀναδέβω,
640 » κι' ὄξω κυλιοῦμαι στά σβουνιά μές στῆς ἀβλῆς τό γύρο.
» Τώρα νά κι' ἔφαγα ψωμί καί μούβρεξε τά χείλια
» λίγο κρασάκι• μά ὅμως πρίν δέν εἶχα ἀγγίξει στάλα.»
Εἶπε, κι' ἀφτός τούς παραγιούς προστάζει καί τίς σκλάβες
στό λιακωτό νά βάλουνε κλινάρι, καί νά στρώσουν

645 ὄμορφα κόκκινα χαλιά, ν' ἁπλώσουν ἀντρομίδες,
κι' ἀπάνου σκέπασμα σγουρές νά βάλουνε φλοκάτες.
Κι' ἔβγαιναν ἀπ' τή σάλα ἀφτές στά χέρια φῶς κρατώντας,
κι' ἀμέσως — κάνοντας γοργά — τοὺς στρώνουν διὸ κλινάρια.
Τότες τοῦ λέει ὁ Ἀχιλιᾶς γλυκόλαλα τοῦ γέρου

650 « Νά, γέρο μου, ὄξω πλάγιασε, μήν τύχει καί προβάλει
» κανείς ἐδῶ ἄξαφνα ἀρχηγός, γιατί ἔρχουνται πολλοί τους
» κι' ἀντάμα ἐδῶ σάν ἀδερφοί κάθε δουλιά μιλᾶμε.
» Ὅπιος τους μές στή φτερωτή μελανοφόρα νύχτα
» σέ δεῖ, θὰν τό προφτάσει ἐφτύς τοῦ βασιλιᾶ Ἀγαμέμνου,
655 » καί πιά τό νά δοθεῖ ὁ νεκρός ἀναβολές θ' ἀρχίσουν.
» Μόν ἔλα πές μου τώρα ἀφτό καί μίλα τήν ἀλήθια•
» πόσον καιρό τόν Ἔχτορα σκοπό 'χεις νά θρηνήσεις,
» ποὺ ὡς τότε ἐγώ μέ τό στρατό νά μήν ἀνοίξω μάχη.»
Τότε ἀπαντᾶ ὁ θεόμορφος γιός τοῦ Δαρδάνου κι' εἶπε

660 « Ἄ θές τό ξόδι του, ὅπως λές, τοῦ γιοῦ μου ν' ἀποσώσω,
» γιέ τοῦ Πηλιᾶ, ἔτσι κᾶνε μου καί θά σχωρνῶ σε πάντα.
» Τί ξέρεις, μές στό κάστρο ἐμεῖς κλεισμένοι, καί τά ξύλα
» στό λόγγο ἀλάργα κι' ὁ λαός βαριά 'ναι φοβισμένος.
» Μέρες ἐννιά τό λείψανο θά κλαῖμε μές στόν πύργο,
665 » στίς δέκα θὰν τό θάψουμε καί θά δειπνήσει ὁ κόσμος,
» τή μέρα τήν ἐντέκατη θά στήσουμε τό μνῆμα•
» κατόπι πολεμοῦμε πιά ἀφοῦ τό θέλει ἡ τύχη.»
Τότε ὁ γοργός τοῦ μίλησε γιός τοῦ Πηλιᾶ καί τοῦπε
« Ναί, γέρο μου, ἄς γενεῖ κι' ἀφτό καθώς ὁρίζεις, ἔτσι•

670 » τί μέρες δώδεκα, ὅπως λές, κοντάρι δέν ἀγγίζω.»
Εἶπε καί τότες τοὔπιασε τό χέρι τό δεξύ του
ἐκεῖ στό χτένι, μήν τυχόν καί βάλει ὁ νοῦς τους φόβους.

Κι' ἐκεῖνοι οἱ διὸ στό πρόσπιτο, ὁ βασιλιάς κι' ὁ κράχτης,
πλαγιάζουν, κι' εἶχε συλλογές ὁ νοῦς τους καί φροντίδες.


_________________________________


Πρωτότυπο κείμενο:


440 καὶ ἀναΐξας ἐριούνιος ἅρμα καὶ ἵππους
καρπαλίμως μάστιγα καὶ ἡνία λάζετο χερσίν,
ἐν δ᾽ ἔπνευσ᾽ ἵπποισι καὶ ἡμιόνοις μένος ἠΰ.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ πύργους τε νεῶν καὶ τάφρον ἵκοντο,
οἳ δὲ νέον περὶ δόρπα φυλακτῆρες πονέοντο,

445 τοῖσι δ᾽ ἐφ᾽ ὕπνον ἔχευε διάκτορος ἀργεϊφόντης
πᾶσιν, ἄφαρ δ᾽ ὤϊξε πύλας καὶ ἀπῶσεν ὀχῆας,
ἐς δ᾽ ἄγαγε Πρίαμόν τε καὶ ἀγλαὰ δῶρ᾽ ἐπ᾽ ἀπήνης.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ κλισίην Πηληϊάδεω ἀφίκοντο
ὑψηλήν, τὴν Μυρμιδόνες ποίησαν ἄνακτι

450 δοῦρ᾽ ἐλάτης κέρσαντες· ἀτὰρ καθύπερθεν ἔρεψαν
λαχνήεντ᾽ ὄροφον λειμωνόθεν ἀμήσαντες·
ἀμφὶ δέ οἱ μεγάλην αὐλὴν ποίησαν ἄνακτι
σταυροῖσιν πυκινοῖσι· θύρην δ᾽ ἔχε μοῦνος ἐπιβλὴς
εἰλάτινος, τὸν τρεῖς μὲν ἐπιρρήσσεσκον Ἀχαιοί,
455 τρεῖς δ᾽ ἀναοίγεσκον μεγάλην κληῖδα θυράων
τῶν ἄλλων· Ἀχιλεὺς δ᾽ ἄρ᾽ ἐπιρρήσσεσκε καὶ οἶος·
δή ῥα τόθ᾽ Ἑρμείας ἐριούνιος ᾦξε γέροντι,
ἐς δ᾽ ἄγαγε κλυτὰ δῶρα ποδώκεϊ Πηλεΐωνι,
ἐξ ἵππων δ᾽ ἀπέβαινεν ἐπὶ χθόνα φώνησέν τε·

460 ὦ γέρον ἤτοι ἐγὼ θεὸς ἄμβροτος εἰλήλουθα
Ἑρμείας· σοὶ γάρ με πατὴρ ἅμα πομπὸν ὄπασσεν.
ἀλλ᾽ ἤτοι μὲν ἐγὼ πάλιν εἴσομαι, οὐδ᾽ Ἀχιλῆος
ὀφθαλμοὺς εἴσειμι· νεμεσσητὸν δέ κεν εἴη
ἀθάνατον θεὸν ὧδε βροτοὺς ἀγαπαζέμεν ἄντην·
465 τύνη δ᾽ εἰσελθὼν λαβὲ γούνατα Πηλεΐωνος,
καί μιν ὑπὲρ πατρὸς καὶ μητέρος ἠϋκόμοιο
λίσσεο καὶ τέκεος, ἵνα οἱ σὺν θυμὸν ὀρίνῃς.
ὣς ἄρα φωνήσας ἀπέβη πρὸς μακρὸν Ὄλυμπον
Ἑρμείας· Πρίαμος δ᾽ ἐξ ἵππων ἆλτο χαμᾶζε,

470 Ἰδαῖον δὲ κατ᾽ αὖθι λίπεν· ὃ δὲ μίμνεν ἐρύκων
ἵππους ἡμιόνους τε· γέρων δ᾽ ἰθὺς κίεν οἴκου,
τῇ ῥ᾽ Ἀχιλεὺς ἵζεσκε Διῒ φίλος· ἐν δέ μιν αὐτὸν
εὗρ᾽, ἕταροι δ᾽ ἀπάνευθε καθήατο· τὼ δὲ δύ᾽ οἴω
ἥρως Αὐτομέδων τε καὶ Ἄλκιμος ὄζος Ἄρηος
475 ποίπνυον παρεόντε· νέον δ᾽ ἀπέληγεν ἐδωδῆς
ἔσθων καὶ πίνων· ἔτι καὶ παρέκειτο τράπεζα.
τοὺς δ᾽ ἔλαθ᾽ εἰσελθὼν Πρίαμος μέγας, ἄγχι δ᾽ ἄρα στὰς
χερσὶν Ἀχιλλῆος λάβε γούνατα καὶ κύσε χεῖρας
δεινὰς ἀνδροφόνους, αἵ οἱ πολέας κτάνον υἷας.

480 ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἂν ἄνδρ᾽ ἄτη πυκινὴ λάβῃ, ὅς τ᾽ ἐνὶ πάτρῃ
φῶτα κατακτείνας ἄλλων ἐξίκετο δῆμον
ἀνδρὸς ἐς ἀφνειοῦ, θάμβος δ᾽ ἔχει εἰσορόωντας,
ὣς Ἀχιλεὺς θάμβησεν ἰδὼν Πρίαμον θεοειδέα·
θάμβησαν δὲ καὶ ἄλλοι, ἐς ἀλλήλους δὲ ἴδοντο.
485 τὸν καὶ λισσόμενος Πρίαμος πρὸς μῦθον ἔειπε·
μνῆσαι πατρὸς σοῖο θεοῖς ἐπιείκελ᾽ Ἀχιλλεῦ,
τηλίκου ὥς περ ἐγών, ὀλοῷ ἐπὶ γήραος οὐδῷ·
καὶ μέν που κεῖνον περιναιέται ἀμφὶς ἐόντες
τείρουσ᾽, οὐδέ τίς ἐστιν ἀρὴν καὶ λοιγὸν ἀμῦναι.
490 ἀλλ᾽ ἤτοι κεῖνός γε σέθεν ζώοντος ἀκούων
χαίρει τ᾽ ἐν θυμῷ, ἐπί τ᾽ ἔλπεται ἤματα πάντα
ὄψεσθαι φίλον υἱὸν ἀπὸ Τροίηθεν ἰόντα·
αὐτὰρ ἐγὼ πανάποτμος, ἐπεὶ τέκον υἷας ἀρίστους
Τροίῃ ἐν εὐρείῃ, τῶν δ᾽ οὔ τινά φημι λελεῖφθαι.
495 πεντήκοντά μοι ἦσαν ὅτ᾽ ἤλυθον υἷες Ἀχαιῶν·
ἐννεακαίδεκα μέν μοι ἰῆς ἐκ νηδύος ἦσαν,
τοὺς δ᾽ ἄλλους μοι ἔτικτον ἐνὶ μεγάροισι γυναῖκες.
τῶν μὲν πολλῶν θοῦρος Ἄρης ὑπὸ γούνατ᾽ ἔλυσεν·
ὃς δέ μοι οἶος ἔην, εἴρυτο δὲ ἄστυ καὶ αὐτούς,
500 τὸν σὺ πρῴην κτεῖνας ἀμυνόμενον περὶ πάτρης
Ἕκτορα· τοῦ νῦν εἵνεχ᾽ ἱκάνω νῆας Ἀχαιῶν
λυσόμενος παρὰ σεῖο, φέρω δ᾽ ἀπερείσι᾽ ἄποινα.
ἀλλ᾽ αἰδεῖο θεοὺς Ἀχιλεῦ, αὐτόν τ᾽ ἐλέησον
μνησάμενος σοῦ πατρός· ἐγὼ δ᾽ ἐλεεινότερός περ,
505 ἔτλην δ᾽ οἷ᾽ οὔ πώ τις ἐπιχθόνιος βροτὸς ἄλλος,
ἀνδρὸς παιδοφόνοιο ποτὶ στόμα χεῖρ᾽ ὀρέγεσθαι.
ὣς φάτο, τῷ δ᾽ ἄρα πατρὸς ὑφ᾽ ἵμερον ὦρσε γόοιο·
ἁψάμενος δ᾽ ἄρα χειρὸς ἀπώσατο ἦκα γέροντα.
τὼ δὲ μνησαμένω ὃ μὲν Ἕκτορος ἀνδροφόνοιο

510 κλαῖ᾽ ἁδινὰ προπάροιθε ποδῶν Ἀχιλῆος ἐλυσθείς,
αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς κλαῖεν ἑὸν πατέρ᾽, ἄλλοτε δ᾽ αὖτε
Πάτροκλον· τῶν δὲ στοναχὴ κατὰ δώματ᾽ ὀρώρει.
αὐτὰρ ἐπεί ῥα γόοιο τετάρπετο δῖος Ἀχιλλεύς,
καί οἱ ἀπὸ πραπίδων ἦλθ᾽ ἵμερος ἠδ᾽ ἀπὸ γυίων,

515 αὐτίκ᾽ ἀπὸ θρόνου ὦρτο, γέροντα δὲ χειρὸς ἀνίστη
οἰκτίρων πολιόν τε κάρη πολιόν τε γένειον,
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
ἆ δείλ᾽, ἦ δὴ πολλὰ κάκ᾽ ἄνσχεο σὸν κατὰ θυμόν.
πῶς ἔτλης ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν ἐλθέμεν οἶος
520 ἀνδρὸς ἐς ὀφθαλμοὺς ὅς τοι πολέας τε καὶ ἐσθλοὺς
υἱέας ἐξενάριξα; σιδήρειόν νύ τοι ἦτορ.
ἀλλ᾽ ἄγε δὴ κατ᾽ ἄρ᾽ ἕζευ ἐπὶ θρόνου, ἄλγεα δ᾽ ἔμπης
ἐν θυμῷ κατακεῖσθαι ἐάσομεν ἀχνύμενοί περ·
οὐ γάρ τις πρῆξις πέλεται κρυεροῖο γόοιο·
525 ὡς γὰρ ἐπεκλώσαντο θεοὶ δειλοῖσι βροτοῖσι
ζώειν ἀχνυμένοις· αὐτοὶ δέ τ᾽ ἀκηδέες εἰσί.
δοιοὶ γάρ τε πίθοι κατακείαται ἐν Διὸς οὔδει
δώρων οἷα δίδωσι κακῶν, ἕτερος δὲ ἑάων·
ᾧ μέν κ᾽ ἀμμίξας δώῃ Ζεὺς τερπικέραυνος,
530 ἄλλοτε μέν τε κακῷ ὅ γε κύρεται, ἄλλοτε δ᾽ ἐσθλῷ·
ᾧ δέ κε τῶν λυγρῶν δώῃ, λωβητὸν ἔθηκε,
καί ἑ κακὴ βούβρωστις ἐπὶ χθόνα δῖαν ἐλαύνει,
φοιτᾷ δ᾽ οὔτε θεοῖσι τετιμένος οὔτε βροτοῖσιν.
ὣς μὲν καὶ Πηλῆϊ θεοὶ δόσαν ἀγλαὰ δῶρα
535 ἐκ γενετῆς· πάντας γὰρ ἐπ᾽ ἀνθρώπους ἐκέκαστο
ὄλβῳ τε πλούτῳ τε, ἄνασσε δὲ Μυρμιδόνεσσι,
καί οἱ θνητῷ ἐόντι θεὰν ποίησαν ἄκοιτιν.
ἀλλ᾽ ἐπὶ καὶ τῷ θῆκε θεὸς κακόν, ὅττί οἱ οὔ τι
παίδων ἐν μεγάροισι γονὴ γένετο κρειόντων,
540 ἀλλ᾽ ἕνα παῖδα τέκεν παναώριον· οὐδέ νυ τόν γε
γηράσκοντα κομίζω, ἐπεὶ μάλα τηλόθι πάτρης
ἧμαι ἐνὶ Τροίῃ, σέ τε κήδων ἠδὲ σὰ τέκνα.
καὶ σὲ γέρον τὸ πρὶν μὲν ἀκούομεν ὄλβιον εἶναι·
ὅσσον Λέσβος ἄνω Μάκαρος ἕδος ἐντὸς ἐέργει
545 καὶ Φρυγίη καθύπερθε καὶ Ἑλλήσποντος ἀπείρων,
τῶν σε γέρον πλούτῳ τε καὶ υἱάσι φασὶ κεκάσθαι.
αὐτὰρ ἐπεί τοι πῆμα τόδ᾽ ἤγαγον Οὐρανίωνες
αἰεί τοι περὶ ἄστυ μάχαι τ᾽ ἀνδροκτασίαι τε.
ἄνσχεο, μὴ δ᾽ ἀλίαστον ὀδύρεο σὸν κατὰ θυμόν·
550 οὐ γάρ τι πρήξεις ἀκαχήμενος υἷος ἑῆος,
οὐδέ μιν ἀνστήσεις, πρὶν καὶ κακὸν ἄλλο πάθῃσθα.
τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα γέρων Πρίαμος θεοειδής·
μή πω μ᾽ ἐς θρόνον ἵζε διοτρεφὲς ὄφρά κεν Ἕκτωρ
κεῖται ἐνὶ κλισίῃσιν ἀκηδής, ἀλλὰ τάχιστα

555 λῦσον ἵν᾽ ὀφθαλμοῖσιν ἴδω· σὺ δὲ δέξαι ἄποινα
πολλά, τά τοι φέρομεν· σὺ δὲ τῶνδ᾽ ἀπόναιο, καὶ ἔλθοις
σὴν ἐς πατρίδα γαῖαν, ἐπεί με πρῶτον ἔασας
αὐτόν τε ζώειν καὶ ὁρᾶν φάος ἠελίοιο.
τὸν δ᾽ ἄρ᾽ ὑπόδρα ἰδὼν προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·

560 μηκέτι νῦν μ᾽ ἐρέθιζε γέρον· νοέω δὲ καὶ αὐτὸς
Ἕκτορά τοι λῦσαι, Διόθεν δέ μοι ἄγγελος ἦλθε
μήτηρ, ἥ μ᾽ ἔτεκεν, θυγάτηρ ἁλίοιο γέροντος.
καὶ δέ σε γιγνώσκω Πρίαμε φρεσίν, οὐδέ με λήθεις,
ὅττι θεῶν τίς σ᾽ ἦγε θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν.
565 οὐ γάρ κε τλαίη βροτὸς ἐλθέμεν, οὐδὲ μάλ᾽ ἡβῶν,
ἐς στρατόν· οὐδὲ γὰρ ἂν φυλάκους λάθοι, οὐδέ κ᾽ ὀχῆα
ῥεῖα μετοχλίσσειε θυράων ἡμετεράων.
τὼ νῦν μή μοι μᾶλλον ἐν ἄλγεσι θυμὸν ὀρίνῃς,
μή σε γέρον οὐδ᾽ αὐτὸν ἐνὶ κλισίῃσιν ἐάσω
570 καὶ ἱκέτην περ ἐόντα, Διὸς δ᾽ ἀλίτωμαι ἐφετμάς.
ὣς ἔφατ᾽, ἔδεισεν δ᾽ ὃ γέρων καὶ ἐπείθετο μύθῳ.
Πηλεΐδης δ᾽ οἴκοιο λέων ὣς ἆλτο θύραζε
οὐκ οἶος, ἅμα τῷ γε δύω θεράποντες ἕποντο
ἥρως Αὐτομέδων ἠδ᾽ Ἄλκιμος, οὕς ῥα μάλιστα

575 τῖ᾽ Ἀχιλεὺς ἑτάρων μετὰ Πάτροκλόν γε θανόντα,
οἳ τόθ᾽ ὑπὸ ζυγόφιν λύον ἵππους ἡμιόνους τε,
ἐς δ᾽ ἄγαγον κήρυκα καλήτορα τοῖο γέροντος,
κὰδ δ᾽ ἐπὶ δίφρου εἷσαν· ἐϋξέστου δ᾽ ἀπ᾽ ἀπήνης
ᾕρεον Ἑκτορέης κεφαλῆς ἀπερείσι᾽ ἄποινα.
580 κὰδ δ᾽ ἔλιπον δύο φάρε᾽ ἐΰννητόν τε χιτῶνα,
ὄφρα νέκυν πυκάσας δοίη οἶκον δὲ φέρεσθαι.
δμῳὰς δ᾽ ἐκκαλέσας λοῦσαι κέλετ᾽ ἀμφί τ᾽ ἀλεῖψαι
νόσφιν ἀειράσας, ὡς μὴ Πρίαμος ἴδοι υἱόν,
μὴ ὃ μὲν ἀχνυμένῃ κραδίῃ χόλον οὐκ ἐρύσαιτο
585 παῖδα ἰδών, Ἀχιλῆϊ δ᾽ ὀρινθείη φίλον ἦτορ,
καί ἑ κατακτείνειε, Διὸς δ᾽ ἀλίτηται ἐφετμάς.
τὸν δ᾽ ἐπεὶ οὖν δμῳαὶ λοῦσαν καὶ χρῖσαν ἐλαίῳ,
ἀμφὶ δέ μιν φᾶρος καλὸν βάλον ἠδὲ χιτῶνα,
αὐτὸς τόν γ᾽ Ἀχιλεὺς λεχέων ἐπέθηκεν ἀείρας,

590 σὺν δ᾽ ἕταροι ἤειραν ἐϋξέστην ἐπ᾽ ἀπήνην.
ᾤμωξέν τ᾽ ἄρ᾽ ἔπειτα, φίλον δ᾽ ὀνόμηνεν ἑταῖρον·
μή μοι Πάτροκλε σκυδμαινέμεν, αἴ κε πύθηαι
εἰν Ἄϊδός περ ἐὼν ὅτι Ἕκτορα δῖον ἔλυσα
πατρὶ φίλῳ, ἐπεὶ οὔ μοι ἀεικέα δῶκεν ἄποινα.
595 σοὶ δ᾽ αὖ ἐγὼ καὶ τῶνδ᾽ ἀποδάσσομαι ὅσσ᾽ ἐπέοικεν.
ἦ ῥα, καὶ ἐς κλισίην πάλιν ἤϊε δῖος Ἀχιλλεύς,
ἕζετο δ᾽ ἐν κλισμῷ πολυδαιδάλῳ ἔνθεν ἀνέστη
τοίχου τοῦ ἑτέρου, ποτὶ δὲ Πρίαμον φάτο μῦθον·
υἱὸς μὲν δή τοι λέλυται γέρον ὡς ἐκέλευες,

600 κεῖται δ᾽ ἐν λεχέεσσ᾽· ἅμα δ᾽ ἠοῖ φαινομένηφιν
ὄψεαι αὐτὸς ἄγων· νῦν δὲ μνησώμεθα δόρπου.
καὶ γάρ τ᾽ ἠΰκομος Νιόβη ἐμνήσατο σίτου,
τῇ περ δώδεκα παῖδες ἐνὶ μεγάροισιν ὄλοντο
ἓξ μὲν θυγατέρες, ἓξ δ᾽ υἱέες ἡβώοντες.
605 τοὺς μὲν Ἀπόλλων πέφνεν ἀπ᾽ ἀργυρέοιο βιοῖο
χωόμενος Νιόβῃ, τὰς δ᾽ Ἄρτεμις ἰοχέαιρα,
οὕνεκ᾽ ἄρα Λητοῖ ἰσάσκετο καλλιπαρῄῳ·
φῆ δοιὼ τεκέειν, ἣ δ᾽ αὐτὴ γείνατο πολλούς·
τὼ δ᾽ ἄρα καὶ δοιώ περ ἐόντ᾽ ἀπὸ πάντας ὄλεσσαν.
610 οἳ μὲν ἄρ᾽ ἐννῆμαρ κέατ᾽ ἐν φόνῳ, οὐδέ τις ἦεν
κατθάψαι, λαοὺς δὲ λίθους ποίησε Κρονίων·
τοὺς δ᾽ ἄρα τῇ δεκάτῃ θάψαν θεοὶ Οὐρανίωνες.
ἣ δ᾽ ἄρα σίτου μνήσατ᾽, ἐπεὶ κάμε δάκρυ χέουσα.
νῦν δέ που ἐν πέτρῃσιν ἐν οὔρεσιν οἰοπόλοισιν
615 ἐν Σιπύλῳ, ὅθι φασὶ θεάων ἔμμεναι εὐνὰς
νυμφάων, αἵ τ᾽ ἀμφ᾽ Ἀχελώϊον ἐρρώσαντο,
ἔνθα λίθος περ ἐοῦσα θεῶν ἐκ κήδεα πέσσει.
ἀλλ᾽ ἄγε δὴ καὶ νῶϊ μεδώμεθα δῖε γεραιὲ
σίτου· ἔπειτά κεν αὖτε φίλον παῖδα κλαίοισθα
620 Ἴλιον εἰσαγαγών· πολυδάκρυτος δέ τοι ἔσται.
ἦ καὶ ἀναΐξας ὄϊν ἄργυφον ὠκὺς Ἀχιλλεὺς
σφάξ᾽· ἕταροι δ᾽ ἔδερόν τε καὶ ἄμφεπον εὖ κατὰ κόσμον,
μίστυλλόν τ᾽ ἄρ᾽ ἐπισταμένως πεῖράν τ᾽ ὀβελοῖσιν,
ὄπτησάν τε περιφραδέως, ἐρύσαντό τε πάντα.

625 Αὐτομέδων δ᾽ ἄρα σῖτον ἑλὼν ἐπένειμε τραπέζῃ
καλοῖς ἐν κανέοισιν· ἀτὰρ κρέα νεῖμεν Ἀχιλλεύς.
οἳ δ᾽ ἐπ᾽ ὀνείαθ᾽ ἑτοῖμα προκείμενα χεῖρας ἴαλλον.
αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο,
ἤτοι Δαρδανίδης Πρίαμος θαύμαζ᾽ Ἀχιλῆα

630 ὅσσος ἔην οἷός τε· θεοῖσι γὰρ ἄντα ἐῴκει·
αὐτὰρ ὃ Δαρδανίδην Πρίαμον θαύμαζεν Ἀχιλλεὺς
εἰσορόων ὄψίν τ᾽ ἀγαθὴν καὶ μῦθον ἀκούων.
αὐτὰρ ἐπεὶ τάρπησαν ἐς ἀλλήλους ὁρόωντες,
τὸν πρότερος προσέειπε γέρων Πρίαμος θεοειδής·

635 λέξον νῦν με τάχιστα διοτρεφές, ὄφρα καὶ ἤδη
ὕπνῳ ὕπο γλυκερῷ ταρπώμεθα κοιμηθέντες·
οὐ γάρ πω μύσαν ὄσσε ὑπὸ βλεφάροισιν ἐμοῖσιν
ἐξ οὗ σῇς ὑπὸ χερσὶν ἐμὸς πάϊς ὤλεσε θυμόν,
ἀλλ᾽ αἰεὶ στενάχω καὶ κήδεα μυρία πέσσω
640 αὐλῆς ἐν χόρτοισι κυλινδόμενος κατὰ κόπρον.
νῦν δὴ καὶ σίτου πασάμην καὶ αἴθοπα οἶνον
λαυκανίης καθέηκα· πάρος γε μὲν οὔ τι πεπάσμην.
ἦ ῥ᾽, Ἀχιλεὺς δ᾽ ἑτάροισιν ἰδὲ δμῳῇσι κέλευσε
δέμνι᾽ ὑπ᾽ αἰθούσῃ θέμεναι καὶ ῥήγεα καλὰ

645 πορφύρε᾽ ἐμβαλέειν, στορέσαι τ᾽ ἐφύπερθε τάπητας,
χλαίνας τ᾽ ἐνθέμεναι οὔλας καθύπερθεν ἕσασθαι.
αἳ δ᾽ ἴσαν ἐκ μεγάροιο δάος μετὰ χερσὶν ἔχουσαι,
αἶψα δ᾽ ἄρα στόρεσαν δοιὼ λέχε᾽ ἐγκονέουσαι.
τὸν δ᾽ ἐπικερτομέων προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·

650 ἐκτὸς μὲν δὴ λέξο γέρον φίλε, μή τις Ἀχαιῶν
ἐνθάδ᾽ ἐπέλθῃσιν βουληφόρος, οἵ τέ μοι αἰεὶ
βουλὰς βουλεύουσι παρήμενοι, ἣ θέμις ἐστί·
τῶν εἴ τίς σε ἴδοιτο θοὴν διὰ νύκτα μέλαιναν,
αὐτίκ᾽ ἂν ἐξείποι Ἀγαμέμνονι ποιμένι λαῶν,
655 καί κεν ἀνάβλησις λύσιος νεκροῖο γένηται.
ἀλλ᾽ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον,
ποσσῆμαρ μέμονας κτερεϊζέμεν Ἕκτορα δῖον,
ὄφρα τέως αὐτός τε μένω καὶ λαὸν ἐρύκω.
τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα γέρων Πρίαμος θεοειδής·

660 εἰ μὲν δή μ᾽ ἐθέλεις τελέσαι τάφον Ἕκτορι δίῳ,
ὧδέ κέ μοι ῥέζων Ἀχιλεῦ κεχαρισμένα θείης.
οἶσθα γὰρ ὡς κατὰ ἄστυ ἐέλμεθα, τηλόθι δ᾽ ὕλη
ἀξέμεν ἐξ ὄρεος, μάλα δὲ Τρῶες δεδίασιν.
ἐννῆμαρ μέν κ᾽ αὐτὸν ἐνὶ μεγάροις γοάοιμεν,

665 τῇ δεκάτῃ δέ κε θάπτοιμεν δαινῦτό τε λαός,
ἑνδεκάτῃ δέ κε τύμβον ἐπ᾽ αὐτῷ ποιήσαιμεν,
τῇ δὲ δυωδεκάτῃ πολεμίξομεν εἴ περ ἀνάγκη.
τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεύς·
ἔσται τοι καὶ ταῦτα γέρον Πρίαμ᾽ ὡς σὺ κελεύεις·

670 σχήσω γὰρ πόλεμον τόσσον χρόνον ὅσσον ἄνωγας.
ὣς ἄρα φωνήσας ἐπὶ καρπῷ χεῖρα γέροντος
ἔλλαβε δεξιτερήν, μή πως δείσει᾽ ἐνὶ θυμῷ.
οἳ μὲν ἄρ᾽ ἐν προδόμῳ δόμου αὐτόθι κοιμήσαντο
κῆρυξ καὶ Πρίαμος πυκινὰ φρεσὶ μήδε᾽ ἔχοντες.