Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Τί εἶναι χρόνος;

τοῦ Peter Ouspensky



Ὁ χρόνος εἶναι τὸ πιὸ φοβερὸ καὶ δύσκολο πρόβλημα ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ ἀνθρωπότητα.

Ὁ Κὰντ θεωρεῖ τὸν χρόνο ὅπως καὶ τὸν χῶρο: σὰν μιὰ ὑποκειμενικὴ μορφὴ τῆς ἀντιληπτικότητᾶς μας. Δηλαδὴ λέει ὅτι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δημιουργοῦμε χρόνο σὰν μιὰ λειτουργία τοῦ ἀντιληπτικοῦ μας ὀργάνου, χάριν εὐκολίας γιὰ τὴν ἀντίληψη τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου. Ἡ πραγματικότητα εἶναι συνεχῆς καὶ σταθερή, ἀλλὰ προκειμένου νὰ μπορέσουμε νὰ τὴν ἀντιληφθοῦμε, πρέπει νὰ τὴν χωρίσουμε σὲ ξεχωριστὲς στιγμές, νὰ τὴν φανταστοῦμε σὰν μιὰ ἄπειρη σειρὰ ξεχωριστῶν στιγμῶν ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὑπάρχει γιὰ μᾶς μόνο μία. Μὲ ἄλλα λόγια, ἀντιλαμβανόμαστε τὴν πραγματικότητα σὰν μέσα ἀπὸ μιὰ στενὴ σχισμὴ κι αὐτὸ ποὺ βλέπουμε μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴ σχισμὴ τὸ ἀποκαλοῦμε παρόν. Ἐκεῖνο ποὺ εἴδαμε καιὶ τώρα δὲν βλέπουμε, τὸ ἀποκαλοῦμε παρελθόν. Καὶ ἐκεῖνο ποὺ δὲν βλέπουμε ἀλλὰ περιμένουμε, τὸ ἀποκαλοῦμε μέλλον.

Θεωρώντας κάθε φαινόμενο σὰν ἀποτέλεσμα ἑνὸς ἄλλου, ἢ ἄλλων, κι αὐτὸ μὲ τὴ σειρά του σὰν αἰτία ἑνὸς τρίτου, δηλαδὴ θεωρώντας ὅλα τὰ φαινόμενα σὲ λειτουργικὴ ἀλληλεξάρτηση μεταξύ τους, μὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πράξη τὰ σκεφτόμαστε στὸν χρόνο. Ἐπειδὴ ἀπεικονίζουμε ἀπόλυτα καθαρὰ καὶ μὲ ἀκρίβεια στὸν ἐαυτό μας πρώτα μιὰ αἰτία, ὕστερα ἕνα ἀποτέλεσμα. Πρώτα μιὰ δράση, ὕστερα τὴ λειτουργία της. Καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὰ σκεφτοῦμε διαφορετικά. Ἔτσι μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ χρόνου εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὴν ἰδέα τῆς αἰτιότητας καὶ τῆς λειτουργικῆς ἀλληλεξαρτήσεως. Χωρὶς τὸν χρόνο ἡ αἰτιότητα δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει, ἀκριβῶς ὅπως χωρὶς τὸν χρόνο δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἡ κίνηση ἢ ἡ ἀπουσία κινήσεως.

Ἀλλὰ ἡ ἀντίληψή μας σχετικὰ μὲ τὴν «ὕπαρξή μας στὸν χρόνο» εἶναι μπερδεμένη καὶ προσεγγίζει τὸ ἀδύνατον.

Πρώτα ἀπ' ὅλα ἂς ἀναλύσουμε τὴ σχέση μας μὲ τὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Συνήθως θεωροῦμε ὅτι τὸ παρελθὸν ἤδη δὲν ὑπάρχει. Ἔχει περάσει, ἔχει ἐξαφανιστεῖ, ἔχει ἀλλάξει, ἔχει μεταμορφωθεῖ σὲ κάτι ἄλλο. Τὸ μέλλον ἐπίσης δὲν ὑπάρχει – δὲν ὑπάρχει ἀκόμη. Δὲν ἔχει φθάσει, δὲν ἔχει σχηματιστεῖ. Μὲ τὸ παρελθὸν ἔννοοῦμε τὴ στιγμή τῆς μετάβασης  ἑνὸς φαινομένου ἀπὸ μιὰ μη-ὕπαρξη σὲ μιὰ ἄλλη μη-ὕπαρξη. Γιατὶ μόνο γιὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ φαινόμενο ὑπάρχει γιὰ μᾶς πραγματικά. Πρίν, ὑπῆρχε ἐν δυνάμει, ὕστερα θὰ ὑπάρχει σὰν ἀνάμνηση. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ σύντομη στιγμὴ εἶναι σὲ τελικὴ ἀνάλυση μόνο μιὰ φαντασία: δὲν ἔχει μέγεθος. Ἔχουμε κάθε δικαίωμα νὰ ποῦμε ὅτι τὸ παρὸν δὲν ὑπάρχει. Δὲν μποροῦμε ποτὲ νὰ τὸ συλλάβουμε. Ἐκεῖνο ποὺ ὅντως συλλαμβάνουμε εἶναι πάντα τὸ παρελθόν!

Ἂν σταματήσουμε ἐδῶ, θὰ πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι ὁ κόσμος δὲν ὑπάρχει, ὴ ὑπάρχει μόνο σὲ κάποια φαντασμαγορία πλανῶν, ποὺ ἀστράφτουν καὶ ἐξαφανίζονται.

Συνήθως δὲν τὸ λαμβάνουμε ὑπόψη μας αὐτὸ καὶ δὲν σκεφτόμαστε ὅτι ἡ συνηθισμένη μας θεώρηση τοῦ χρόνου ὁδηγεῖ στὸν ἔσχατο παραλογισμό.
Ἂς φανταστοῦμε ἕναν ἀνόητο ταξιδιώτη ποὺ πηγαίνοντας ἀπὸ τὴ μία πόλη στὴν ἄλλη εἶναι στὸ ἐνδιάμεσο σημεῖο ἀνάμεσα στὶς δυὸ πόλεις. Ἕνας ἀνόητος ταξιδιώτης νομίζει ὅτι ἡ πόλη ἀπὸ τὴν ὁποία ἔφυγε τὴν περασμένη ἐβδομάδα δὲν ὑπάρχει τώρα: μόνο ἡ ἀνάμνησή της ἔχει μείνει. Τὰ τείχη ἔχουν καταστραφεῖ, οἱ πύργοι ἔχουν πέσει, οἱ κάτοικοι εἴτε πέθαναν εἴτε ἔφυγαν. Ἐπίσης ἡ πόλη στὴν ὁποία κατευθύνεται καὶ ὅπου θὰ φθάσει σὲ μερικὲς ἠμέρες δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ χτίζεται βιαστικὰ γιὰ τὴν ἄφιξή του. Τὴν ἠμέρα τῆς ἀφίξεῶς του θὰ εἶναι ἔτοιμη, κατοικημένη καὶ τακτοποιημένη καὶ τὴν ἠμέρα τῆς ἀναχωρήσεῶς του θὰ καταστραφεῖ ὅπως καὶ ἡ πρώτη.

Σκεφτόμαστε τὰ πράγματα στὸν χρόνο ἀκριβῶς μὲ αὐτόν τὸν τρόπο – τὸ καθετὶ περνάει, τίποτε δὲν ἐπιστρέφει! Ἡ ἄνοιξη πέρασε, δὲν ὑπάρχει πλέον. Τὸ φθινόπωρο δὲν ἦλθε, δὲν ὑπάρχει ἀκόμη.

Ἀλλά τί ὑπάρχει;

Τὸ παρόν.

Τὸ παρόν, ὅμως, δὲν εἶναι μιὰ στάσιμη στιγμή, μεταβαίνει συνεχῶς στὸ παρελθόν.

Ἔτσι, αὐστηρὰ μιλώντας, οὔτε τὸ παρελθὸν οὔτε τὸ παρὸν οὔτε τὸ μέλλον ὑπάρχει γιὰ μᾶς. Τίποτε δὲν ὑπάρχει! Καὶ ὅμως ζοῦμε, νιώθουμε, σκεφτόμαστε – καὶ κάτι μᾶς περιβάλλει. Ἐπομένως στὴ συνηθισμένη μας στάση ἀπέναντι στὸν χρόνο ὑπάρχει κάποιο λάθος. Αὐτὸ τὸ λάθος θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀνακαλύψουμε.

Ἐξ' ἀρχῆς ἀποδεχθήκαμε ὅτι κάτι ὑπάρχει. Ἀποκαλοῦμε αὐτὸ τὸ κάτι «κόσμο». Πῶς λοιπόν μπορεῖ νά ὑπάρχει ὁ κόσμος, ἄν δέν ὑπάρχει στό παρελθόν, στό παρόν καί στό μέλλον;

Αὐτὴ ἡ ἰδέα τοῦ κόσμου τὴν ὁποία συνάγουμε ἀπὴ τὴ συνηθισμένη μας θεώρηση τοῦ χρόνου κάνει τὸν κόσμο νὰ ἐμφανίζεται σὰν μιὰ συνεχῶς ἐκτιναζόμενη πύρινη ῥοὴ πυροτεχνημάτων, ποὺ κάθε σπίθα τους λάμπει γιὰ μιὰ στιγμὴ καὶ ἐξαφανίζεται γιὰ νὰ μὴν ἐμφανιστεῖ ποτὲ ξανά. Οἱ σπίθες συνεχίζονται ἀκολουθώντας ἡ μία τὴν ἄλλη, ὑπάρχει ἄπειρος ἀριθμὸς σπιθῶν καὶ ὅλες μαζὶ δημιουργοῦν τὴν ἐντύπωση μιᾶς φλόγας, ἡ ὁποία στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχει.

Τὸ φθινόπωρο δὲν ἦλθε ἀκόμη. Θὰ ὑπάρξει ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τώρα. Καὶ δὲν κάνουμε οὔτε μιὰ σκέψη γιὰ τὸ πῶς μπορεῖ νὰ ἐμφανιστεῖ ἐκεῖνο ποὺ δὲν ὑπάρχει.

Κινούμαστε πάνω σὲ ἕνα πεδίο καὶ ἀναγνωρίζουμε ὡς ἀληθινὰ ὑπαρκτὸ μόνο τὸν μικρὸ κύκλο ποὺ φωτίζεται ἀπὸ τὴ συνειδησή μας. Καθετὶ ἔξω ἀπὸ αὐτὸν τὸν κύκλο, τὸ ὁποῖο δὲν βλέπουμε, τὸ ἀρνούμαστε. Δὲν θέλουμε νὰ δεχθοῦμε ὅτι ὑπάρχει. Κινούμαστε πάνω στὸ πεδίο πρὸς μιὰ κατεύθυνση. Αὐτὴν τὴν κατεύθυνση τὴν θεωροῦμε ὡς αἰώνια καὶ ἄπειρη. Ἀλλὰ τὴν κατεύθυνση σὲ ὀρθὴ γωνία πρὸς αὐτήν, ἐκεῖνες τὶς γραμμὲς τὶς ὁποῖες τέμνουμε, δὲν θέλουμε νὰ τὶς ἀναγνωρίσουμε ὡς αἰώνιες καὶ ἄπειρες. Τὶς φανταζόμαστε ὅτι πηγαίνουν στὴ μὴ-ὕπαρξη ἀμέσως μόλις τὶς περάσουμε καὶ ὅτι οἱ γραμμὲς μπροστά μας δὲν ἔχουν ἀκόμη προβάλλει ἀπὸ τὴ μὴ-ὕπαρξη. Ἂν ὑποθεσουμε ὅτι κινούμαστε πάνω σὲ μιὰ σφαίρα, στὸν ἰσημερινό της ἢ σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς παράλληλές του, τότε θὰ φαινόταν ὅτι ἀναγνωρίζουμε σὰν πραγματικότητα μόνο ἕναν μεσημβρινό: ἐκείνοι ποὺ βρίσκονται πίσω μας ἔχουν ἐξαφανιστεῖ καὶ ἐκείνοι μπροστά μας δὲν ἔχουν ἐμφανιστεῖ ἀκόμη.

Προχωρᾶμε σὰν ἕνας τυφλός, ὁ ὁποῖος νιώθει τὶς πλάκες, τὰ φανάρια καὶ τοὺς τοίχους τῶν σπιτιῶν μὲ τὸ ῥαβδί του καὶ πιστεύει στὴν ἀληθινὴ ὕπαρξη μόνο ἐκείνων τὰ ὁποία ἀγγίζει τώρα, τὰ ὁποία νιώθει τώρα. Ἐκείνα ποὺ πέρασε ἐξαφανίστηκαν καὶ δὲν θὰ ἐπιστρέψουν ποτέ! Ἐκεῖνο ποὺ δὲν συνάντησε ἀκόμη, δὲν ὑπάρχει. Ὁ τυφλὸς θυμάται τὴ διαδρομὴ τὴν ὁποία διέσχισε. Περιμένει ὅτι ὁ δρόμος μπροστὰ θὰ συνεχίζεται, ἀλλὰ δὲν βλέπει οὔτε μπροστὰ οὔτε πίσω, ἐπειδὴ δὲν βλέπει τίποτε. Ἐπειδὴ τὸ ὄργανο τῆς γνώσης του – τὸ ῥαβδὶ – ἔχει ἕνα συγκεκριμένο καὶ ὄχι πολὺ μεγάλο μῆκος καὶ πέρα ἀπὸ τὴν ἄκρη τοῦ ῥαβδιοῦ του ἀρχίζει ἡ μὴ-ὕπαρξη.

Ὁ Βοῦντ, σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ βιβλία του, στρέφει τὴν προσοχὴ στὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ἐξυμνούμενα πέντε ὄργανα αἴσθησης εἶναι στὴν πραγματικότητα ἀπλῶς ψηλαφητὲς μὲ τοὺς ὁποίους αἰσθανόμαστε τὸν κόσμο γύρω μας. Ζοῦμε ψηλαφώντας τριγύρω. Ποτὲ δὲν βλέπουμε τίποτε. Πάντα ἀπλῶς νιώθουμε τὸ καθετί. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ μικροσκοπίου καὶ τοῦ τηλεσκοπίου, τοῦ τηλέγραφου καὶ τοῦ τηλεφώνου, ἐπεκτείνουμε λίγο τοὺς ψηλαφητές μας, κατὰ κάποιον τρόπο, ἀλλὰ δὲν ἀρχίζουμε νὰ βλέπουμε. Τὸ νὰ ποῦμε ὅτι βλέπουμε εἶναι δυνατὸν μόνο στὴν περίπτωση ποὺ γνωρίζουμε τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν βλέπουμε καὶ ἐξαιτίας αὐτοῦ δὲν μποροῦμε ποτὲ νὰ βεβαιώσουμε τὸν ἐαυτό μας γιὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο δὲν μποροῦμε νὰ νιώσουμε.

Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ θεωροῦμε ὡς ἀληθινὰ ὑπαρκτὸ μόνο ἐκεῖνο τὸν κύκλο τὸν ὁποῖον συλλαμβάνουν οἱ ψηλαφητὲς σὲ μιὰ δοσμένη στιγμή. Πέρα ἀπὸ αὐτὸν – σκοτάδι καὶ μὴ-ὕπαρξη.

Ἀλλά ἔχουμε κανένα δικαίωμα νά σκεφτόμαστε μέ αὐτόν τόν τρόπο;

Ἂς φανταστοῦμε μιὰ συνείδηση ἡ ὁποία δὲν δεσμεύεται ἀπὸ τὶς συνθήκες τῆς αἰσθητηριακῆς ἀντιλήψεως. Μιὰ τέτοια συνείδηση μπορεῖ νὰ ἀνέλθει πάνω ἀπὸ τὸ πεδίο στὸ ὁποῖο κινούμαστε. Μπορεῖ νὰ δεῖ πολὺ πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ κύκλου ποὺ φωτίζεται ἀπὸ τὴ συνηθισμένη μας συνείδηση. Μπορεῖ νὰ δεῖ ὅ,τι ὑπάρχει ὄχι μόνο ἡ γραμμὴ πάνω στὴν ὁποία κινούμαστε, ἀλλά ἐπίσης καὶ ὅλες οἱ γραμμὲς ποὺ εἶναι κάθετες σ' αὐτὴν καὶ τὶς ὁποῖες τέμνουμε τώρα, τὶς ὁποῖες συναντήσαμε κάποτε καὶ τὶς ὁποῖες θὰ συναντήσουμε. Ἀφοῦ ἀνέλθει πάνω ἀπὸ τὸ πεδίο αὐτὴ ἡ συνείδηση μπορεῖ νὰ δεῖ τὸ πεδίο, μπορεῖ νὰ πείσει τὸν ἀαυτό της ὅτι εἶναι πράγματι ἕνα πεδίο καὶ ὄχι μιὰ ἀπλὴ γραμμή. Τότε μπορεῖ νὰ δεῖ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον νὰ βρίσκονται μαζὶ καὶ νὰ ὑπάρχουν ταυτόχρονα.

Ἐκείνη ἡ συνείδηση ἡ ὁποία δὲν δεσμεύεται ἀπὸ τὶς συνθήκες τῆς αἰσθητηριακῆς μας ἀντιλήψεως μπορεῖ νὰ ξεπεράσει τὸν ἀνόητο ταξιδιώτη, νὰ ἀνέβει σὲ ἕνα βουνὸ γιὰ νὰ δεῖ πέρα μακριὰ τὴν πόλη πρὸς τὴν ὁποία κατευθύνεται καὶ νὰ πειστεῖ ὅτι αὐτὴ ἡ πόλη δὲν χτίζεται ξανὰ γιὰ τὴν ἄφιξή του, ἀλλὰ ὑπάρχει ἐντελῶς ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὸν ἀνόητο ταξιδιώτη. Ἡ συνείδηση αὐτὴ μπορεῖ νὰ κοιτάξει μακριὰ στὸν ὁρίζοντα καὶ νὰ διακρίνει τοὺς πύργους ἐκείνης τῆς πόλεως ὅπου ἦταν ὁ ταξιδιώτης καὶ νὰ πειστεῖ ὅτι οἱ πύργοι της δὲν ἔπεσαν, ἐκείνη ἡ πόλη συνεχίζει νὰ στέκει καὶ νὰ ζεῖ ὅπως στεκόταν καὶ ζοῦσε πρὶν ἀπὸ τὴν ἄφιξη τοῦ ταξιδιώτη.

Μπορεῖ νὰ ἀνέλθει πάνω ἀπὸ τὸ πεδίο τοῦ χρόνου καὶ νὰ δεῖ τὴν ἄνοιξη πίσω καὶ τὸ φθινόπωρο μπροστά, νὰ δεῖ ταυτόχρονα τὰ μπουμπουκιασμένα ἄνθη καὶ τοὺς ὥριμους καρπούς. Μπορεῖ νὰ κάνει τὸν τυφλὸ ἄνδρα νὰ ξαναβρεῖ τὴν ὄρασή του καὶ νὰ δεῖ τὸν δρόμο πάνω στὸν ὁποῖον βαδίζει καὶ ἐκεῖνον ποὺ βρίσκεται ἀκόμη μπροστά του.

Τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχουν, ἐπειδὴ ἂν δὲν ὑπάρχουν αὐτά, τότε οὔτε καὶ τὸ παρὸν ὑπάρχει. Ἀναμφίβολα αὐτὰ ὑπάρχουν κάπου μαζί, ἀλλὰ δὲν τὰ βλέπουμε.

Τὸ παρόν, συγκρινόμενο μὲ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον, εἶναι τὸ πιὸ ἀπατηλὸ ἀπὸ ὅλες τὶς ἀπατηλότητες.

Εἴμαστε ἀναγκασμένοι νὰ δεχθοῦμε ὅτι τὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον δὲν διαφέρουν σὲ τίποτε μεταξύ τους. Ὑπάρχει μόνο ἕνα παρὸν – τὸ «Αἰώνιο Τώρα» τῆς ἱνδουιστικῆς φιλοσοφίας. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἀντιλαμβανόμαστε, ἐπειδὴ σὲ κάθε δοσμένη στιγμὴ βιώνουμε μόνο ἐλάχιστο μέρος αὐτοῦ τοῦ παρόντος καὶ μόνο αὐτὸ θεωροῦμε ὡς ὑπαρκτό, ἀρνούμενοι τὴν ἀληθινὴ ὕπαρξη ὁτιδήποτε ἄλλου.

Ἂν τὸ ἀποδεχτοῦμε αὐτό, τότε ἡ θεώρησή μας γιὰ καθετὶ ποὺ μᾶς περιβάλλει θὰ ἀλλάξει σημαντικά.




PETER USPENSKY
TERTIUM ORGANUM
Ο ΤΡΙΤΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΝΑΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου