Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Συζήτηση γιὰ τὸ πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος.

Συζητώντας μὲ τὸν Θεαίτητο γιὰ τὴν οὐσία τῆς γνώσης, ὁ Σωκράτης ἐπεσήμανε ὅτι, ἐὰν ἴσχυε ἡ θέση τοῦ Πρωταγόρα ὅτι «πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος», ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἦταν τὸ ἴδιο σοφοί. Ἐπίσης, γνώση καὶ αἴσθηση θὰ εἶχαν τὴν ἴδια διάρκεια. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ ἐπακόλουθα ἀπορρίφθηκαν ὡς ἄτοπα, ὡστόσο ἡ παράθεση τῶν ἀναμενόμενων ἐπιχειρημάτων τοῦ Πρωταγόρα κατέστησε ἀπαραίτητη τὴν περαιτέρω διερεύνηση τοῦ θέματος μὲ τὴ συνδρομὴ τοῦ Θεόδωρου τοῦ Κυρηναίου, δασκάλου τοῦ Θεαίτητου.



ΣΩ. Ἂς πάρωμε λοιπὸν πρῶτα τὸ ἴδιο σημεῖο ποὺ ἐξετάζαμε καὶ πρὶν καὶ ἂς δοῦμε, ἂν ὀρθὰ φέρνομε δυσκολίες. Κατηγορούσαμε τὴ βασική του ἀρχὴ ὅτι ἔκανε τὸν καθένα αὐτάρκη σὲ σοφία καὶ ὁ Πρωταγόρας δέχτηκε πὼς μερικοὶ ὑπερέχουν ὡς πρὸς τὸ ἀνώτερο καὶ χειρότερο, καὶ πὼς αὐτοὶ δὲν εἶναι σοφοί. Ὄχι;

ΘΕΟ. Ναί.

ΣΩ. Ἂν συμφωνοῦσε ὁ ἴδιος ὄντας ἐδῶ παρών, καὶ ὄχι ἐμεῖς οἱ ὑπερασπιστές του, δὲν θὰ ἦταν καθόλου ἀνάγκη νὰ τὸ ἐξετάσωμε πάλι γιὰ νὰ τὸ στερεώσωμε. Τώρα ὅμως ἴσως νὰ μᾶς ἀρνιόταν κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ συμφωνοῦμε γιὰ δικό του λογαριασμό. Γι' αὐτὸ καλύτερο εἶναι μὲ σαφέστερο τρόπο νὰ καταλήξωμε σὲ συμφωνία γιὰ τὸ πρᾶγμα τοῦτο· γιατί δὲν εἶναι μικρὴ ἡ διαφορά, ἂν τὸ πρᾶγμα εἶναι ἔτσι ἡ ἀλλιῶς.

ΘΕΟ. Λὲς ἀλήθεια.

ΣΩ. Ἂς φτάσωμε λοιπὸν σὲ τούτη τὴ συμφωνία ὄχι μέσον ἄλλων, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ θέση ἐκείνου, ὅσο μποροῦμε πιὸ σύντομα.

ΘΕΟ. Πῶς;

ΣΩ. Νὰ ἔτσι· ὅ,τι φαίνεται στὸν καθένα σωστὸ αὐτό, ἂν δὲν γελιέμαι, ἰσχυρίζεται ὅτι καὶ ὑπάρχει γι' αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο.

ΘΕΟ. Ναί, τὸ ἰσχυρίζεται.

ΣΩ. Ἔ λοιπόν, Πρωταγόρα, κι ἐμεῖς ἀνθρώπου γνῶμες ἐκφράζουμε, ἡ καλύτερα ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὅταν ὑποστηρίζωμε πὼς δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ νὰ μὴ νομίζῃ σὲ ἄλλα τὸν ἑαυτὸ του σοφώτερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ σὲ ἄλλα ἄλλους πιὸ σοφοὺς ἀπὸ κεῖνον. Καὶ στοὺς πιὸ μεγάλους κινδύνους, ὅταν δέρνῃ τοὺς ἀνθρώπους τρικυμία, σὲ πολέμους ἤ σὲ ἀρρώστιες, ἤ σὲ θάλασσα, ὅλοι κοιτάζουν σὰ θεοὺς τοὺς ἀρχηγοὺς στὴν κάθε περίσταση περιμένοντας ἀπ' αὐτοὺς τὴ σωτηρία τους, ἐνῷ δὲν ξεχωρίζουν σὲ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο σὲ γνώση. Καὶ σὲ ὅλες τὶς μορφὲς τῆς ζωῆς ὑπάρχει πλῆθος ἀνθρώπων ποὺ γυρεύουν καὶ δασκάλους καὶ ἄρχοντες γιὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ γιὰ ὅσα ἄλλα ἔχουν ζωὴ καὶ γιὰ τὶς ἐργασίες τους, καὶ ἄλλων πάλι ἀνθρώπων πού, ἀντίθετα, φαντάζονται ὅτι εἶναι ἱκανοὶ νὰ διδάσκουν, ἱκανοὶ καὶ νὰ ἄρχουν. Καὶ σὲ ὅλα τοῦτα τί ἄλλο θὰ ποῦμε παρὰ ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι ἔχουν μέσα τους καὶ σοφία καὶ ἀμάθεια;

ΘΕΟ. Τίποτε ἄλλο.

ΣΩ. Δὲ νομίζουν λοιπὸν πὼς ἡ σοφία εἶναι ἡ ἀληθινὴ σκέψη καὶ ἡ ἀμάθεια ἡ σφαλερὴ γνώμη;

ΘΕΟ. Γιατί ὄχι;

ΣΩ. Τί θὰ κάνωμε λοιπὸν τότε, Πρωταγόρα, στὴ συζήτησή μας; Νὰ δεχτοῦμε πὼς οἱ ἄνθρωποι ἔχουν πάντα σωστὲς γνῶμες, ἤ ἄλλοτε σωστὲς καὶ ἄλλοτε ἐσφαλμένες; Γιατί κι ἀπὸ τὶς δύο ἀπαντήσεις μας βγαίνει τὸ συμπέρασμα ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν πάντα ὀρθὲς γνῶμες, ἀλλὰ καὶ ὀρθὲς καὶ ἐσφαλμένες. Ἐξέτασε, ἀλήθεια, Θεόδωρε, ἂν θὰ ἤθελε κανεὶς ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Πρωταγόρα ἤ σὺ ὁ ἴδιος νὰ ὑποστηρίξης πέρα γιὰ πέρα πὼς κανεὶς δὲν νομίζει ἄλλον, ὅτι καὶ ἀμαθὴς εἶναι καὶ ἐσφαλμένες γνῶμες ἔχει.

ΘΕΟ. Δὲ θὰ 'ταν πιστευτό, Σωκράτη.

ΣΩ. Καὶ ὅμως σ' αὐτὸ τὸ ἀναπόφευκτο συμπέρασμα φέρνει ἡ ἀρχή, ποὺ λέγει τὸν ἄνθρωπο μέτρο ὅλων τῶν πραγμάτων.

ΘΕΟ. Μὰ πῶς;

ΣΩ. Ὅταν σὺ κρίνῃς μέσα σου κάτι καὶ διατυπώσης γνώμη γι' αὐτό, ἤ εἶναι γιὰ σένα ἀληθινὴ αὐτή σου ἡ γνώμη, σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχὴ τοῦ Πρωταγόρα, ἐμεῖς ὅμως οἱ ἄλλοι δὲν ἔχομε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμε τὴν κρίση σου, ἤ, ἂν ἔχωμε, κρίνομε ὅτι πάντα ὀρθὴ εἶναι ἡ γνώμη ποὺ ἔχεις; Δὲν ἀγωνίζονται, ἀντίθετα, μυριάδες κάθε φορὰ ἐναντίον σου μὲ ἀντίθετη γνώμη, νομίζοντας ὅτι καὶ ἡ κρίση σου καὶ οἱ πεποιθήσεις σου εἶναι ἐσφαλμένες;

ΘΕΟ. Ναὶ, μὰ τὸν Δία, Σωκράτη, πολλὲς μάλιστα μυριάδες, λέγει ὁ Ὅμηρος, ποὺ ὅσες δυσκολίες μποροῦν, οἱ ἄνθρωποι, μοῦ τὶς προξενοῦν.

ΣΩ. Τί λοιπόν; θέλεις νὰ ποῦμε πὼς ἐσὺ τότε γιὰ τὸν ἑαυτό σου ἔχεις σωστὴ γνώμη, γιὰ τὶς μυριάδες ὅμως τοὺς ἄλλους ἐσφαλμένη;

ΘΕΟ. Κατὰ τὴν ἀρχὴ τοῦ Πρωταγόρα φαίνεται νὰ εἶναι ἀναγκαῖο.

ΣΩ. Γιὰ τὸν ἴδιο ὅμως τὸν Πρωταγόρα; Δὲν εἶναι ἄραγε ἀναπόφευκτο, ἂν οὔτε ὁ ἴδιος πίστευε πὼς ὁ ἄνθρωπος εἶναι μέτρο, οὔτε οἱ πολλοὶ ―ὅπως δὰ καὶ δὲν τὸ πιστεύουν― νὰ μὴν ὑπάρχῃ γιὰ κανέναν αὐτὴ ἡ ἀλήθεια ποὺ ἔγραψε στὸ βιβλίο του; Ἂν πάλι αὐτὸς τὸ πίστευε, τὸ πλῆθος ὅμως τῶν ἀνθρώπων δὲν τὸν ἀκολουθοῦσε σ' αὐτὴ του τὴν πίστη, ξέρεις ὅτι ὅσο περισσότεροι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν αὐτὴ τὴ γνώμη ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὴν ἔχουν, τόσο περισσότερο δὲν ὑπάρχει παρὰ ὑπάρχει;

ΘΕΟ. Ἀναγκαῖο, ἂν βέβαια ἡ ὕπαρξη ἤ ἡ ἀνυπαρξία της ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ γνώμη τοῦ καθενός.

ΣΩ. Εἶναι ἀκόμη καὶ τοῦτο δὰ τὸ πολὺ κομψό. Ἡ ἀντίθεση πρὸς τὴ δική του πεποίθηση ἐκείνων ποὺ νομίζουν ὅτι ἐκεῖνος πλανιέται, παραδέχεται ὁ Πρωταγόρας ἀσφαλῶς ὅτι εἶναι ἀληθινή, ἀφοῦ ὁμολογεῖ ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐκφράζουν μὲ τὶς γνῶμες τους τὰ ὄντα.

ΘΕΟ. Βεβαιότατα.

ΣΩ. Δὲν παραδέχεται τότε ὅτι ἡ δική του εἶναι ἐσφαλμένη, μιὰ ποὺ δέχεται σωστὴ τὴ γνώμη ἐκείνων ποὺ λέγουν ὅτι αὐτὸς πλανιέται;

ΘΕΟ. Ἀναγκαῖο.

ΣΩ. Οἱ ἄλλοι ὅμως δὲν δέχονται ὅτι ἔχουν ἐσφαλμένες γνῶμες.

ΘΕΟ. Δὲν δέχονται, ὄχι.

ΣΩ. Ἐκεῖνος πάλι, σύμφωνα μὲ ὅσα ἔγραψε, ὁμολογεῖ πὼς καὶ αὐτή τους ἡ γνώμη εἶναι σωστή.

ΘΕΟ. Εἶναι φανερό.

ΣΩ. Ὅλοι λοιπὸν ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν Πρωταγόρα θὰ ἀμφισβητήσουν, ἐκεῖνος μάλιστα καὶ θὰ ὁμολογήση, τὴ στιγμὴ ποὺ δέχεται ὅτι ὅποιος ὑποστηρίζει τὰ ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνον ἔχει ὀρθὴ γνώμη καὶ θὰ παραδεχτῆ τότε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Πρωταγόρας, ὅτι οὔτε ὁ σκύλος οὔτε ὁ πρῶτος τυχὼν ἄνθρωπος εἶναι μέτρο γιὰ κανένα πρᾶγμα πρὶν τὸ μάθη. Δὲν εἶναι ἔτσι;

ΘΕΟ. Ἔτσι.

ΣΩ. Μιὰ λοιπὸν ποὺ ὅλοι τὴν ἀμφισβητοῦν, ἡ Ἀλήθεια τοῦ Πρωταγόρα δὲ θὰ ἦταν ἀληθινὴ γιὰ κανέναν, οὔτε γιὰ ἄλλον οὔτε γιὰ κεῖνον τὸν ἴδιο.

ΘΕΟ. Πολὺ κατατρέχομε, Σωκράτη, τὸ φίλο μου.

ΣΩ. Μά, φίλε μου, δὲν εἶναι δὰ φανερὸ ἂν δὲν παρατρέχωμε καὶ τὸ σωστό. Εἶναι καὶ φυσικὸ ἐκεῖνος, ὄντας πρεσβύτερος, νὰ εἶναι καὶ σοφώτερός μας. Καὶ ἂν τούτη τὴ στιγμὴ ἀναπηδοῦσεν ἐδῶ ἀπὸ τὴ γῆ ὥς τὸ λαιμό, θὰ ἔλεγχε ἐμένα γιὰ πολλές μου ἀνοησίες πιθανόν, καὶ σένα γιατί τὶς δέχεσαι καὶ θὰ χωνόταν πίσω στὴ γῆ γρήγορα γρήγορα. Εἶναι ὅμως σὲ μᾶς ἀναγκαῖο, φαντάζομαι, νὰ χρησιμοποιοῦμε τὸν ἑαυτὸ μας τέτοιον ποὺ εἶναι, καὶ ὅσα μᾶς φαίνονται σωστά, αὐτὰ πάντα νὰ λέμε. Νὰ καὶ τώρα δὲ θὰ ποῦμε ὅτι ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος δέχεται ὅτι καὶ σοφώτερος εἶναι ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον καὶ ἀμαθέστερος;

ΘΕΟ. Ἐγὼ ναὶ τὸ νομίζω.

ΣΩ. Δὲ θὰ δεχτοῦμε ἀκόμη ὅτι ἡ θέση τοῦ Πρωταγόρα στέκεται πολὺ καλὰ ὅπως τὴν παρουσιάσαμε, ὅταν τὸν βοηθούσαμε, ὅτι τὶς περισσότερες φορὲς ὅπως φαίνονται ἔτσι καὶ εἶναι γιὰ τὸν καθένα θερμά, ξερά, γλυκά, ὅλα ὅσα ἀνήκουν σ' αὐτὴ τὴν κατηγορία; Ἂν ὅμως σὲ μερικὲς περιπτώσεις θὰ γινόταν δεκτὸ ὅτι ἕνας ξεχωρίζει ἀπὸ τὸν ἄλλο, δὲ θὰ δεχόταν πρόθυμα κανεὶς ὅτι στὰ ζητήματα τῆς ὑγείας καὶ τῆς ἀρρώστιας κάθε γυναικούλα καὶ παιδὶ καὶ ζῷο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γιατρευτῆ μόνο του ξέροντας ποιὸ τοῦ φέρνει ὑγεία, ἀλλά, ἂν κάπου, σὲ τοῦτο τουλάχιστο τὸ ζήτημα ξεχωρίζει ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον;

ΘΕΟ. Ἐγὼ ἔτσι νομίζω.




Πρωτότυπο Κείμενο:

ΣΩ. Τοῦδε τοίνυν πρῶτον πάλιν ἀντιλαβώμεθα οὗπερ τὸ πρότερον, καὶ ἴδωμεν ὀρθῶς ἢ οὐκ ὀρθῶς ἐδυσχεραίνομεν ἐπιτιμῶντες τῷ λόγῳ ὅτι αὐτάρκη ἕκαστον εἰς φρόνησιν ἐποίει, καὶ ἡμῖν συνεχώρησεν ὁ Πρωταγόρας περί τε τοῦ ἀμείνονος καὶ χείρονος διαφέρειν τινάς, οὓς δὴ καὶ εἶναι σοφούς. οὐχί;

ΘΕΟ. Ναί.

ΣΩ. Εἰ μὲν τοίνυν αὐτὸς παρὼν ὡμολόγει ἀλλὰ μὴ ἡμεῖς [169e] βοηθοῦντες ὑπὲρ αὐτοῦ συνεχωρήσαμεν, οὐδὲν ἂν πάλιν ἔδει ἐπαναλαβόντας βεβαιοῦσθαι• νῦν δὲ τάχ’ ἄν τις ἡμᾶς ἀκύρους τιθείη τῆς ὑπὲρ ἐκείνου ὁμολογίας. διὸ καλλιόνως ἔχει σαφέστερον περὶ τούτου αὐτοῦ διομολογήσασθαι• οὐ γάρ τι σμικρὸν παραλλάττει οὕτως ἔχον ἢ ἄλλως.

ΘΕΟ. Λέγεις ἀληθῆ.

ΣΩ. Μὴ τοίνυν δι’ ἄλλων ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐκείνου λόγου ὡς [170a] διὰ βραχυτάτων λάβωμεν τὴν ὁμολογίαν.

ΘΕΟ. Πῶς;

ΣΩ. Οὑτωσί• τὸ δοκοῦν ἑκάστῳ τοῦτο καὶ εἶναί φησί που ᾧ δοκεῖ;

ΘΕΟ. Φησὶ γὰρ οὖν.

ΣΩ. Οὐκοῦν, ὦ Πρωταγόρα, καὶ ἡμεῖς ἀνθρώπου, μᾶλλον δὲ πάντων ἀνθρώπων δόξας λέγομεν, καὶ φαμὲν οὐδένα ὅντινα οὐ τὰ μὲν αὑτὸν ἡγεῖσθαι τῶν ἄλλων σοφώτερον, τὰ δὲ ἄλλους ἑαυτοῦ, καὶ ἔν γε τοῖς μεγίστοις κινδύνοις, ὅταν ἐν στρατείαις ἢ νόσοις ἢ ἐν θαλάττῃ χειμάζωνται, ὥσπερ πρὸς θεοὺς ἔχειν τοὺς ἐν ἑκάστοις ἄρχοντας, σωτῆρας σφῶν [170b] προσδοκῶντας, οὐκ ἄλλῳ τῳ διαφέροντας ἢ τῷ εἰδέναι• καὶ πάντα που μεστὰ τἀνθρώπινα ζητούντων διδασκάλους τε καὶ ἄρχοντας ἑαυτῶν τε καὶ τῶν ἄλλων ζῴων τῶν τε ἐργασιῶν, οἰομένων τε αὖ ἱκανῶν μὲν διδάσκειν, ἱκανῶν δὲ ἄρχειν εἶναι. καὶ ἐν τούτοις ἅπασι τί ἄλλο φήσομεν ἢ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἡγεῖσθαι σοφίαν καὶ ἀμαθίαν εἶναι παρὰ σφίσιν;

ΘΕΟ. Οὐδὲν ἄλλο.

ΣΩ. Οὐκοῦν τὴν μὲν σοφίαν ἀληθῆ διάνοιαν ἡγοῦνται, τὴν δὲ ἀμαθίαν ψευδῆ δόξαν;

[170c] ΘΕΟ. Τί μήν;

ΣΩ. Τί οὖν, ὦ Πρωταγόρα, χρησόμεθα τῷ λόγῳ; πότε ρον ἀληθῆ φῶμεν ἀεὶ τοὺς ἀνθρώπους δοξάζειν, ἢ τοτὲ μὲν ἀληθῆ, τοτὲ δὲ ψευδῆ; ἐξ ἀμφοτέρων γάρ που συμβαίνει μὴ ἀεὶ ἀληθῆ ἀλλ’ ἀμφότερα αὐτοὺς δοξάζειν. σκόπει γάρ, ὦ Θεόδωρε, εἰ ἐθέλοι ἄν τις τῶν ἀμφὶ Πρωταγόραν ἢ σὺ αὐτὸς διαμάχεσθαι ὡς οὐδεὶς ἡγεῖται ἕτερος ἕτερον ἀμαθῆ τε εἶναι καὶ ψευδῆ δοξάζειν.

ΘΕΟ. Ἀλλ’ ἄπιστον, ὦ Σώκρατες.

[170d] ΣΩ. Καὶ μὴν εἰς τοῦτό γε ἀνάγκης ὁ λόγος ἥκει ὁ πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπον λέγων.

ΘΕΟ. Πῶς δή;

ΣΩ. Ὅταν σὺ κρίνας τι παρὰ σαυτῷ πρός με ἀποφαίνῃ περί τινος δόξαν, σοὶ μὲν δὴ τοῦτο κατὰ τὸν ἐκείνου λόγον ἀληθὲς ἔστω, ἡμῖν δὲ δὴ τοῖς ἄλλοις περὶ τῆς σῆς κρίσεως πότερον οὐκ ἔστιν κριταῖς γενέσθαι, ἢ ἀεὶ σὲ κρίνομεν ἀληθῆ δοξάζειν; ἢ μυρίοι ἑκάστοτέ σοι μάχονται ἀντιδοξάζοντες, ἡγούμενοι ψευδῆ κρίνειν τε καὶ οἴεσθαι;

[170e] ΘΕΟ. Νὴ τὸν Δία, ὦ Σώκρατες, μάλα μυρίοι δῆτα, φησὶν Ὅμηρος, οἵ γέ μοι τὰ ἐξ ἀνθρώπων πράγματα παρέχουσιν.

ΣΩ. Τί οὖν; βούλει λέγωμεν ὡς σὺ τότε σαυτῷ μὲν ἀληθῆ δοξάζεις, τοῖς δὲ μυρίοις ψευδῆ;

ΘΕΟ. Ἔοικεν ἔκ γε τοῦ λόγου ἀνάγκη εἶναι.

ΣΩ. Τί δὲ αὐτῷ Πρωταγόρᾳ; ἆρ’ οὐχὶ ἀνάγκη, εἰ μὲν μηδὲ αὐτὸς ᾤετο μέτρον εἶναι ἄνθρωπον μηδὲ οἱ πολλοί, ὥσπερ οὐδὲ οἴονται, μηδενὶ δὴ εἶναι ταύτην τὴν ἀλήθειαν [171a] ἣν ἐκεῖνος ἔγραψεν; εἰ δὲ αὐτὸς μὲν ᾤετο, τὸ δὲ πλῆθος μὴ συνοίεται, οἶσθ’ ὅτι πρῶτον μὲν ὅσῳ πλείους οἷς μὴ δοκεῖ ἢ οἷς δοκεῖ, τοσούτῳ μᾶλλον οὐκ ἔστιν ἢ ἔστιν.

ΘΕΟ. Ἀνάγκη, εἴπερ γε καθ’ ἑκάστην δόξαν ἔσται καὶ οὐκ ἔσται.

ΣΩ. Ἔπειτά γε τοῦτ’ ἔχει κομψότατον• ἐκεῖνος μὲν περὶ τῆς αὑτοῦ οἰήσεως τὴν τῶν ἀντιδοξαζόντων οἴησιν, ᾗ ἐκεῖνον ἡγοῦνται ψεύδεσθαι, συγχωρεῖ που ἀληθῆ εἶναι ὁμολογῶν τὰ ὄντα δοξάζειν ἅπαντας.

ΘΕΟ. Πάνυ μὲν οὖν.

[171b] ΣΩ. Οὐκοῦν τὴν αὑτοῦ ἂν ψευδῆ συγχωροῖ, εἰ τὴν τῶν ἡγουμένων αὐτὸν ψεύδεσθαι ὁμολογεῖ ἀληθῆ εἶναι;

ΘΕΟ. Ἀνάγκη.

ΣΩ. Οἱ δέ γ’ ἄλλοι οὐ συγχωροῦσιν ἑαυτοῖς ψεύδεσθαι;

ΘΕΟ. Οὐ γὰρ οὖν.

ΣΩ. Ὁ δέ γ’ αὖ ὁμολογεῖ καὶ ταύτην ἀληθῆ τὴν δόξαν ἐξ ὧν γέγραφεν.

ΘΕΟ. Φαίνεται.

ΣΩ. Ἐξ ἁπάντων ἄρα ἀπὸ Πρωταγόρου ἀρξαμένων ἀμφισβητήσεται, μᾶλλον δὲ ὑπό γε ἐκείνου ὁμολογήσεται, ὅταν τῷ τἀναντία λέγοντι συγχωρῇ ἀληθῆ αὐτὸν δοξάζειν, [171c] τότε καὶ ὁ Πρωταγόρας αὐτὸς συγχωρήσεται μήτε κύνα μήτε τὸν ἐπιτυχόντα ἄνθρωπον μέτρον εἶναι μηδὲ περὶ ἑνὸς οὗ ἂν μὴ μάθῃ. οὐχ οὕτως;

ΘΕΟ. Οὕτως.

ΣΩ. Οὐκοῦν ἐπειδὴ ἀμφισβητεῖται ὑπὸ πάντων, οὐδενὶ ἂν εἴη ἡ Πρωταγόρου Ἀλήθεια ἀληθής, οὔτε τινὶ ἄλλῳ οὔτ’ αὐτῷ ἐκείνῳ.

ΘΕΟ. Ἄγαν, ὦ Σώκρατες, τὸν ἑταῖρόν μου καταθέομεν.

ΣΩ. Ἀλλά τοι, ὦ φίλε, ἄδηλον εἰ καὶ παραθέομεν τὸ ὀρθόν. εἰκός γε ἄρα ἐκεῖνον πρεσβύτερον ὄντα σοφώτερον [171d] ἡμῶν εἶναι• καὶ εἰ αὐτίκα ἐντεῦθεν ἀνακύψειε μέχρι τοῦ αὐχένος, πολλὰ ἂν ἐμέ τε ἐλέγξας ληροῦντα, ὡς τὸ εἰκός, καὶ σὲ ὁμολογοῦντα, καταδὺς ἂν οἴχοιτο ἀποτρέχων. ἀλλ’ ἡμῖν ἀνάγκη οἶμαι χρῆσθαι ἡμῖν αὐτοῖς ὁποῖοί τινές ἐσμεν, καὶ τὰ δοκοῦντα ἀεὶ ταῦτα λέγειν. καὶ δῆτα καὶ νῦν ἄλλο τι φῶμεν ὁμολογεῖν ἂν τοῦτό γε ὁντινοῦν, τὸ εἶναι σοφώτερον ἕτερον ἑτέρου, εἶναι δὲ καὶ ἀμαθέστερον;

ΘΕΟ. Ἐμοὶ γοῦν δοκεῖ.

ΣΩ. Ἦ καὶ ταύτῃ ἂν μάλιστα ἵστασθαι τὸν λόγον, ᾗ [171e] ἡμεῖς ὑπεγράψαμεν βοηθοῦντες Πρωταγόρᾳ, ὡς τὰ μὲν πολλὰ ᾗ δοκεῖ, ταύτῃ καὶ ἔστιν ἑκάστῳ, θερμά, ξηρά, γλυκέα, πάντα ὅσα τοῦ τύπου τούτου• εἰ δέ που ἔν τισι συγχωρήσεται διαφέρειν ἄλλον ἄλλου, περὶ τὰ ὑγιεινὰ καὶ νοσώδη ἐθελῆσαι ἂν φάναι μὴ πᾶν γύναιον καὶ παιδίον, καὶ θηρίον δέ, ἱκανὸν εἶναι ἰᾶσθαι αὑτὸ γιγνῶσκον ἑαυτῷ τὸ
ὑγιεινόν, ἀλλὰ ἐνταῦθα δὴ ἄλλον ἄλλου διαφέρειν, εἴπερ που;

ΘΕΟ. Ἔμοιγε δοκεῖ οὕτως.





Θεαίτητος,
ἐκδ. Ζαχαρόπουλος, 
Μτφρ. Β.Ν. Τατάκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου