Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

Ἡ πνευματικὴ κατάσταση τοῦ Γιόγκι: Ἡ ὑπέρτατη ταύτιση.

τοῦ René Guénon



Γιὰ νὰ δώσουμε μιὰ ὅσο τὸ δυνατὸν ἀκριβέστερη ἰδέα τῆς καταστάσεως τοῦ Γιόγκι ὁ ὁποῖος, χάρη στὴ Γνώση, ἔχει «ἀπελευθερωθεῖ ἐν ζωὴ» (τζιβάν-μούκτα) καὶ ἔχει πραγματώσει τὴν «Ὑπέρτατη Ταύτιση», θὰ ἀνατρέξουμε γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ στὸν Σανκαρατσάρυα(1). Οἱ παρατηρήσεις του πάνω σ' αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι περιγράφουν μὲ ἐνάργεια τὶς ὕψιστες δυνατότητες ποὺ μπορεῖ νὰ κατακτήσει τὸ ὄν, θὰ χρησιμεύσουν συγχρόνως ὡς συμπέρασμα τῆς μελέτης μας.

«Ὁ Γιόγκι, τοῦ ὁποίου ἡ διάνοια εἶναι τέλεια, ἐποπτεύει τὰ πάντα σὰν νὰ βρίσκονται μέσα του (στὸν Ἐαυτό του, χωρὶς καμιὰ διάκριση ἐξωτερικοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ) καὶ ἔτσι, μὲ τὸν ὀφθαλμὸ τῆς Γνώσεως (Γνάνα-τσάξους, ἕνας ὅρος ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ μὲ μεγάλη ἀκρίβεια ὡς «διανοητικὴ ἐνόραση»), ἀντιλαμβάνειται (ἢ μάλλον συλλαμβάνει, ὄχι ὀρθολογιστικὰ καὶ συγκριτικά, ἀλλὰ μὲ μιὰ ἄμεση ἐπίγνωση καὶ «εὐαισθησία») ὅτι τὸ κάθε τὶ εἶναι Ἄτμα.

Γνωρίζει ὅτι ὅλα τὰ ἐκδηλωμένα πράγματα δὲν εἶναι διαφορετικὰ ἀπὸ τὸ Ἄτμα (κατ' ἀρχήν), καὶ ὅτι ἔξω ἀπὸ τὸ Ἄτμα δὲν ὑπάρχει τίποτα, ὅτι «τὰ πράγματα διαφέρουν ἀπλῶς (σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τῆς Βέδα) κατὰ ἀπόδοση, σύμπτωση καὶ ὄνομα, ἀκριβῶς ὅπως στὰ πήλινα σκεύη δίνονται διαφορετικὰ ὄνόματα ἂν καὶ δὲν εἶναι παρὰ διαφορετικὰ σχήματα τοῦ ἰδίου πηλοῦ(2). Κι ἔτσι ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ὅλα τὰ πράγματα (ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει πιὰ τίποτα ποὺ νὰ εἶναι διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸν ἢ ἀπὸ τὸν «Ἐαυτό» του)(3).

Ὅταν τὰ συμβεβηκότα (μορφικὰ καὶ ἄλλα, συμπεριλαμβάνοντας τόσο τὶς χονδροειδεῖς ὅσο καὶ τὶς ἀδιόρατες ἐκδηλώσεις) ἐξαφανιστοῦν (ἄλλωστε εἶναι ἀπατηλὰ καὶ συνεπῶς μηδενικὰ σὲ σχέση μὲ τὴν Ἀρχή), ὁ Μούνι (λαμβάνοντας ἐδῶ τὴ λέξη ὡς συνώνυμη τοῦ Γιόγκι) εἰσέρχεται, μαζὶ μὲ ὅλα τὰ ὄντα (ἐφόσον αὐτὰ δὲν διαφέρουν πιὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο) μέσα στὴν Οὐσία ποὺ διαπερνὰ τὰ πάντα καὶ περιέχει τὰ πάντα (ἡ ὁποία εἶναι τὸ Ἄτμα)(4).

Εἶναι ἀχαρακτήριστος (χωρὶς «συγκεκριμένες» ἰδιότητες) καὶ ἀδρανής, (5) ἄφθορος, (ἀξάρα, δὲν ὑπόκειται στὴ διάλυση ποὺ ἐπικρατεὶ στὴν πολλαπλότητα), χωρὶς ἴδιον θέλημα (ποὺ νὰ φανερώνεται κατὰ προτίμηση σὲ κάποιες πράξεις ἢ περιστάσεις), πλήρης Μακαριότητας, ἀναλλοίωτος, ἄμορφος αἰωνίως ἐλεύθερος καὶ ἀγαθός (γιατὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐξαναγκασθεῖ, νὰ προσβληθεῖ ἢ νὰ ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἐαυτό του, ἐφόσον αὐτὸ τὸ ἄλλο εἶναι ἀνύπαρκτο ἢ τουλάχιστον ὑπάρχει μόνο ὡς αὐταπάτη, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἐνοικεῖ στὴν ἀπόλυτη πραγματικότητα).

Εἶναι σὰν τὸν Αἰθέρα (Ἀκάσα), ποὺ διαχέεται παντοῦ (χωρὶς διάκριση) καὶ διαπερνᾶ ταυτόχρονα τὸ ἐξωτερικὸ καὶ τὸ ἐσωτερικὸ τῶν πραγμάτων(6). Εἶναι ἀδιάφθορος, ἄφθαρτος, ἄτρεπτος, ἀγνός, ἀπαθής, ἀμετάβλητος (κάτ' οὐσίαν).

Εἶναι (μὲ τὰ ἴδια τὰ λόγια τῆς Βέδα) «κοινωνὸς τοῦ Ὑπέρτατου Βράχμα, ἀίδιος, ἀγαθός, ἐλεύθερος, ἀπλός (στὴν ἀπόλυτη τελειότητά Του), ἀπολαμβάνοντας ἐσαεὶ τὴ Μακαριότητα, χωρὶς διττότητα, Ἀρχὴ καὶ ἐξουσιαστὴς κάθε ὑπάρξεως, παντογνώστης (χωρὶς αὐτὴ ἡ Γνώση νὰ συνεπάγεται καμιὰ διάκριση μεταξὺ ὑποκειμένου καὶ ἀντικειμένου, κάτι ποὺ θὰ ἦταν ἀσυμβίβαστο μὲ τὴ μὴ-διττότητά Του) καὶ ἀτελεύτητος».

Εἶναι Βράχμα, μετὰ τὴ μέθεξη τοῦ ὁποίου δὲν ἀπομένει τίποτε ἄλλο πρὸς μέθεξη, μετὰ τὴν ἀπόλαυση τῆς Μακαριότητας τοῦ ὁποίου δὲν ἀπομένει καμιὰ ἄλλη ἐπιθυμητὴ εὐτυχία, καὶ μετὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς Γνώσεως τοῦ ὁποίου δὲν ἀπομένει καμιὰ γνώση πρὸς ἀπόκτηση.

Εἶναι Βράχμα, καὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἀντικρύσει τὸν Κύριο (μὲ τὸν ὀφθαλμὸ τῆς Γνώσεως ἢ τῆς καρδίας), κανένα ἀντικείμενο δὲν τοῦ εἶναι ἀθέατο. Ὅταν ταυτιστεῖ μὲ Αὐτόν, δὲν ὑποβάλλεται σὲ καμία τροπή (ὅπως εἶναι ἡ γέννηση καὶ ὁ θάνατος). Ὅταν τὸν συλλάβει (ὄχι ὅμως ὡς ἕνα ἀντικείμενο ποὺ γίνεται καταληπτὸ μὲ τὴ βοήθεια κάποιας ἰκανότητας), δὲν ἀπομένει τίποτε ἄλλο πρὸς σύλληψη (γιατὶ κάθε σχετικὴ γνώση ἔχει γίνει στὸ ἑξῆς ἀχρείαστη καὶ κατὰ κάποιον τρόπο ἔχει ἐξαφανιστεῖ).

Εἶναι Βράχμα, τὸ ὁποῖο εἶναι πανταχοῦ παρὸν καὶ τὰ πάντα πληρόν (γιατὶ δὲν ὑπάρχει τίποτα ἔξω ἀπὸ Αὐτὸ καὶ τὰ πάντα ἐμπεριέχονται στὴν Ἀπειροσύνη του)(7), στὸν ἐνδιάμεσο χῶρο, σὲ αὐτὸ ποὺ εἶναι πάνω καὶ σ' αὐτὸ ποὺ εἶναι κάτω (δηλαδὴ μέσα στὸ σύνολο τῶν τριῶν κόσμων), ἡ Ἀλήθεια, πλήρες Μακαριότητας, χωρὶς διττότητα, ἀδιαίρετο καὶ αἴωνιο.
Εἶναι Βράχμα, γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ Βεδάντα βεβαιώνει πὼς διακρίνεται ἀπολύτως ἀπὸ ὅ,τι διαποτίζει (ἐνῶ, ἀντιθέτως, ὅ,τι διαποτίζει δὲν διακρίνεται καθόλου ἀπὸ Αὐτὸ ἢ τουλάχιστον διακρίνεται μόνο λόγω πλάνης)(8), ἀδιαλείπτως μακάριο καὶ χωρὶς διττότητα.

Εἶναι Βράχμα, «διὰ τοῦ ὁποίου (σύμφωνα μὲ τὴ Βέδα) ἐγένετο ἡ ζωή (τζίβα), ἡ ἐσωτερική αἴσθηση (μάνας), οἱ ἰκανότητες τῆς αἴσθησης καὶ τῆς πράξης (γνανεντρίγιας καὶ καρμεντρίγιας), καὶ τὰ στοιχεία (τανμάτρας καὶ μπούτας) ποὺ συνθέτουν τὸν ἐκδηλωμένο κόσμο (τόσο στὴν ἀδιόρατη ὅσο καὶ στὴν χονδροειδὴ τάξη)».

Εἶναι Βράχμα, μέσα στὸ ὁποῖο ὅλα εἶναι ἐνωμένα (ἀδιαιρέτως καὶ ἀσυγχύτως, πέρα ἀπὸ κάθε διάκριση, ἔστω καὶ πρωταρχική), ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐξαρτάται κάθε πράξη καὶ κίνηση (παρ' ὅλο ποὺ τὸ Βράχμα καθαυτὸ εἶναι ἀδρανές καὶ ἀκίνητο), καὶ γι' αὐτὸν τὸ λόγο πληροῖ τὰ πάντα (χωρὶς νὰ διαιρείται, νὰ μερίζεται ἢ νὰ διαφοροποιείται μὲ κανέναν τρόπο).

Εἶναι Βράχμα, τὸ ὁποῖο εἶναι χωρὶς πλευρὲς ἢ διαστάσεις (χωρὶς συνθῆκες), χωρὶς ἔκταση (ὄντας ἀδιαίρετο καὶ χωρὶς μέρη), ἄναρχο (ὄντας αἰώνιο), ἄφθορο, ἀσχημάτιστο, χωρὶς (καθορισμενες καὶ ἄρα περιορισμένες) ἰδιότητες, χωρὶς κατηγορήματα κανενὸς εἴδους.

Εἶναι Βράχμα, διὰ τοῦ ὁποίου φωτίσθηκαν ὅλα τὰ πράγματα (συμμετέχοντας στὴν οὔσία Του κατὰ τὸν βαθμὸ τῆς πραγματικότητάς τους), τὸ Φῶς τοῦ ὁποίου κάνει τὸν ἥλιο καὶ ὅλα τὰ φωτεινά σώματα νὰ λάμπουν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖο δὲν γίνεται καθαυτὸ ἔκδηλο ἀπὸ τὸ φῶς τους.

Αὐτὸς ὁ ἴδιος διαπερνᾶ τὴ δική Του αἰώνια οὐσία (ποὺ δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸ Ὑπέρτατο Βράχμα), καὶ (ταυτοχρόνως) θεωρεῖ ὁλόκληρο τὸν Κόσμο (ἐκδηλωμένο καὶ ἀνεκδήλωτο) σὰν νὰ εἶναι (ἐπίσης) Βράχμα, ἀκριβῶς ὅπως τὸ πῦρ διαπερνᾶ ἐσωτερικὰ μιὰ διάπυρη σιδερένια σφαίρα καὶ (συγχρόνως) ἀποκαλύπτεται ἐπίσης ἐξωτερικά (φανερώνεται στὶς αἰσθήσεις διὰ τῆς θερμότητας καὶ τῆς λάμψης του).

Τὸ Βράχμα δὲν μοιάζει καθόλου μὲ τὸν Κόσμο(9), καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ Βράχμα δὲν ὑπάρχει τίποτα (γιατὶ ἂν ὑπῆρχε κάτι ἔξω ἀπὸ Αὐτό, δὲν θὰ ἦταν Ἄπειρο). Κάθε τὶ ποὺ φαίνεται νὰ ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει (κάτ' αὐτὸν τὸν τρόπο) παρὰ μόνο ὡς αὐταπάτη, ὅπως τὸ εἴδωλο τοῦ νεροῦ (ὀφθαλμαπάτη) στὴν ἔρημο (μαρού)(10).

Ἀπό ὅλα ὅσα βλέπονται, ἀπ' ὅλα ὅσα ἀκούγονται (καὶ ἀπ' ὅλα ὅσα γίνονται ἀντιληπτὰ συλληπτὰ ἀπ' ὁποιαδήποτε ἰκανότητα) τίποτα δὲν ὑπάρχει (πραγματικὰ) ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Βράχμα. Καὶ διὰ τῆς Γνώσεως (τῆς ὕψιστης, τῆς γνώσης τῶν ἀρχῶν), τὸ Βράχμα θεάται ὡς μόνη ἀλήθεια, πλῆρες Μακαριότητας, χωρὶς διττότητα.

Ὁ ὀφθαλμὸς τῆς Γνώσεως θεάται τὸ Βράχμα ὅπως πραγματικὰ εἶναι, πλῆρες Μακαριότητας, διαπερνῶντας τὰ πάντα. Ὅμως ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ἄγνοιας δὲν Τὸ ἀνακαλύπτει, δὲν Τὸ διακρίνει, ὅπως ἕνας τυφλὸς δὲν βλέπει τὸ αἰσθητὸ φῶς.

Ὁ «Ἐαυτός», ἀφοῦ φωτισθεῖ διὰ τῆς θεωρίας (ὅταν μιὰ θεωρητικὴ καὶ συνεπῶς ἀκόμα ἔμμεση γνώση τὸν παρουσιάζει σὰν νὰ ἀντλεῖ κατὰ κάποιον τρόπο τὸ Φῶς ἀπὸ μιὰ ἄλλη πηγὴ ἔξω ἀπὸ τὸν ἐαυτό του, πράγμα ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι μιὰ φανταστικὴ διάκριση), καὶ κατόπιν παραδοθεῖ ὁλόκληρος στὴ φωτιὰ τῆς Γνώσης (πραγματοποιῶντας ἔτσι τὴν οὐσιαστική ταύτισή του μὲ τὸ Ἀνέσπερο Φῶς), εἶναι ἀπελευθερωμένος ἀπὸ ὅλα τὰ συμβεβηκότα (ἢ τὶς συμπτωματικὲς τροποποιήσεις) καὶ λάμπει μὲ τὴ δική του λάμψη, ὅπως ὁ χρυςὸς ποὺ καθάρθηκε μέσα στὴ φωτιά(11).

Ὅταν ὁ Ἥλιος τῆς πνευματικῆς Γνώσεως ἀνατέλλει στὸν οὐρανὸ τῆς καρδίας (δηλαδὴ στὸ κέντρο τοῦ ὄντος, τὸ λεγόμενο Βράχμα-πούρα), διώχνει τὰ σκοτάδια (τῆς ἄγνοιας, ποὺ καλύπτει τὴ μόνη ἀπόλυτη πραγματικότητα) διαπερνᾶ τὰ πάντα, περιβάλλει τὰ πάντα καὶ φωτίζει τὰ πάντα.

Αὐτὸς ποὺ ἔκανε τὸ προσκύνημα τοῦ δικοῦ του «Ἐαυτοῦ», ἕνα προσκύνημα ποὺ δὲν ἀναφέρεται σὲ τόπο, χῶρο ἢ χρόνο (ἢ ὁποιαδήποτε εἰδικὴ περίσταση ἢ συνθήκη)(12), ποὺ εἶναι πανταχοῦ παρόν(13) (καὶ παντοτινὰ παρὸν μέσα στὸ ἄτρεπτο τοῦ «αἰωνίου παρόντος»), ποὺ δὲ νιώθει οὔτε τὴ ζέστη οὔτε τὸ κρύο (δὲν τοῦ προξενοῦν καμιὰ ἐντύπωση τὰ αἰσθητὰ ἢ καὶ τὰ νοητά), ποὺ κατέκτησε τὴ διαρκὴ εὐδαιμονία καὶ τὴν τελικὴ ἀπελευθέρωση ἀπ' ὅλες τὶς διαταραχές (ὴ ὅλες τὶς τροποποιήσεις), αὐτὸς εἶναι ἀδρανής, γνωρίζει ὅλα τὰ πράγματα (ἐν Βράχμα, ἐν Θεῷ) καὶ ἀπολαμβάνει τὴν Αἰώνια Μακαριότητα».



_________________
1.  Ἄτμα-Βόδα. Κάνοντας ἐδῶ μιὰ ἐπιλογὴ χωρίων ἀπὸ τούτη τὴν πραγματεία δὲν εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθήσουμε αὐστηρὰ τὴ σειρά τοῦ κειμένου. Ἄλλωστε, γενικά, ἡ λογικὴ σειρὰ τῶν ἰδεῶν δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια σ' ἕνα Σανσκριτικὸ κείμενο καὶ σὲ μιὰ μετάφρασή του στὶς Δυτικὲς γλώσσες, ἐξαιτίας τῶν διαφορῶν ποὺ ὑπάρχουν μεταξὺ ὁρισμένων «τρόπων σκέπτεσθαι» γιὰ τὶς ὁποῖες ἔχουμε μιλήσει ἀλλοῦ.

2.      Βλ. Τσαντόγυα Ουπανισάδ, Πραπαθάκα VI, Κάντα 1, σούρτις 4-6.

3.   Ὁ Ἀριστοτέλης, στὸ Περὶ Ψυχῆς, διακηρύττει ὅτι «ἡ ψυχὴ εἶναι ὅλα ὅσα γνωρίζει». Αὐτὴ ἡ πρόταση δείχνει ὅτι ὑπάρχει μιὰ συμφωνία μεταξὺ τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ τῶν Ἀνατολικῶν διδασκαλιῶν, παρὰ τὸ ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνονται πάντοτε ὑπ' ὄψιν οἱ διαφορὲς μεταξὺ τῶν ἀντιστοίχων ἀπόψεων. Ὅμως τούτη ἡ διαβεβαίωση, στὴν περίπτωση τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ τῶν συνεχιστῶν του, φαίνεται ὅτι παρέμεινε καθαρὰ θεωρητική, καί, ὰν ἐξαιρέσουμε κυρίως ὁρισμένες καθαρὰ μυητικὲς σχολὲς ποὺ δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ ὅ,τι ονομάζεται συνήθως «φιλοσοφία», τὰ ἐπακόλουθα, ὅσον ἀφορᾶ τὴ μεταφυσικὴ πραγμάτωση, αὐτῆς τῆς ταύτισης μέσω τῆς Γνώσης, παραμένουν ἄγνωστα στὴ Δύση.

4.    «Πάνω ἀπ' ὅλα εἶναι ἡ Ἀρχή, κοινὴ σὲ ὅλα, περιέχοντας καὶ διαπερνῶντας τὰ πάντα, τὸ κύριο κατηγόρημα τῆς ὁποίας εἶναι ἡ Ἀπειρωσύνη, τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ τὴν χαρακτηρίσει, γιατὶ δὲν ἔχει κανένα δικό Της ὄνομα» (Τσουάνγκ Τσού, κεφ. XXV, σελ. 437 τῆς μεταφράσεως τοῦ πατρὸς Wieger). Βλ. ἐπίσης τὸ χωρίο τῆς Γραφῆς, «Οὐχὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἐγὼ πληρῶ, λέγει Κύριος» (Ἰερεμίας, ΚΓ' 24).

5.      Βλ. τὴ «μὴ-δρώσα δραστηριότητα» τῆς παραδόσεως τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς.

6.  Ἡ πανταχοῦ παρουσία στὸν χῶρο λαμβάνεται ἐδῶ ὡς τὸ σύμβολο τῆς ἀληθινῆς πανταχοῦ παρουσίας μὲ τὴν ἔννοια ποὺ χρησιμοποιήσαμε αὐτὴ τὴ λέξη παραπάνω.

7.    Ὑπενθυμίζουμε ἐδῶ τὸ Ταοϊστικὸ κείμενο ποὺ παραθέσαμε προηγουμένως: «Μὴ ῥωτάτε ἂν ἡ Ἀρχὴ βρίσκεται μέσα σ' αὐτὸ ἢ σ' ἐκεῖνο. Βρίσκεται μέσα σ' ὅλα τὰ ὄντα...» (Τσουάνγκ Τσου, κεφ. ΧΧΙΙ, σελ. 395).

8.     Τονίζουμε ξανὰ ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπόλυτη ἀνισοτιμία μεταξὺ τοῦ Βράχμα καὶ τοῦ Κόσμου συνεπάγεται τὴν αὐστηρὴ ἀπόρριψη τοῦ «πανθεϊσμοῦ».

9.     Γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ ἀποκλείεται ἐδῶ ῥητὰ κάθε εἴδους πανθεϊστικῆς συλλήψεως.

10. Ἡ λέξη μαρού, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ ῥίζα μρι, «πεθαίνω» (ὅπως καὶ ἡ Λατινικὴ mors, «θάνατος»), δηλώνει κάθε ἄγονη καὶ ἄνυδρη περιοχή, καὶ πιὸ εἰδικὰ μιὰ ἀμμώδη ἔρημο, ἡ ὁμοιόμορφη ὄψη τῆς ὁποίας μπορεῖ νὰ ἐκληφθεῖ ὡς ὑπόβαθρο τοῦ διαλογισμοῦ, καθῶς δίνει μιὰ ἰδέα τῆς πρωταρχικῆς ἀδιαφοροποίησης.

11.  Εἴδαμε προηγουμένως πὼς ὁ χρυςὸς θεωρείται ὅτι εἶναι καθαυτὸς φωτεινῆς φύσεως.

12. «Κάθε διάκριση χρόνου καὶ τόπου εἶναι μιὰ αὐταπάτη. Ἡ σύλληψη ὅλων τῶν δυνατῶν πραγμάτων (ποὺ περιλαμβάνονται συνθετικὰ μέσα στὴν ἀπόλυτη Καθολικὴ Δυνατότητα) ἐνεργείται χωρὶς κίνηση καὶ ἐκτὸς χρόνου» (Λίε Τσοῦ, κεφ. ΙΙΙ, σελ. 107 τῆς μεταφράσεως τοῦ πατρὸς Wieger).

13. Παρομοίως, στὶς Δυτικὲς ἐσωτερικές παραδόσεις, λέγεται πὼς οἱ ἀληθινοὶ Ῥοδόσταυροι συναντιούνται «μέσα στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ βρίσκεται παντοῦ». Εἶναι εὐνόητο ὅτι οἱ ὑπὸ συζήτηση Ῥοδόσταυροι δὲν ἔχουν τίποτα τὸ κοινὸ μὲ τὶς πολυάριθμες σύγχρονες ὀργανώσεις ποὺ ἔχουν οἰκειοποιηθεῖ τὴν ὀνομασία. Λέγεται, συμβολικὰ περισσότερο, ὅτι λίγο μετὰ τὸν Τριακονταετὴ πόλεμο οὁ τελευταίοι Ῥοδόσταυροι ἐγκατέλειψαν τὴν Εὐρώπη καὶ ἀποσύρθηκαν στὴν Ἀσία.



René Guénon
«Ὁ ἄνθρωπος καὶ τὰ πεπρωμένα του κατὰ τὴν Βεδάντα»
Μετάφραση: Γιάννης Τρίγκας
Ἐκδόσεις «Πεμπτουσία», 1996

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου