Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Συζήτηση γιὰ τὸ πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος.

Συζητώντας μὲ τὸν Θεαίτητο γιὰ τὴν οὐσία τῆς γνώσης, ὁ Σωκράτης ἐπεσήμανε ὅτι, ἐὰν ἴσχυε ἡ θέση τοῦ Πρωταγόρα ὅτι «πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος», ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ ἦταν τὸ ἴδιο σοφοί. Ἐπίσης, γνώση καὶ αἴσθηση θὰ εἶχαν τὴν ἴδια διάρκεια. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ ἐπακόλουθα ἀπορρίφθηκαν ὡς ἄτοπα, ὡστόσο ἡ παράθεση τῶν ἀναμενόμενων ἐπιχειρημάτων τοῦ Πρωταγόρα κατέστησε ἀπαραίτητη τὴν περαιτέρω διερεύνηση τοῦ θέματος μὲ τὴ συνδρομὴ τοῦ Θεόδωρου τοῦ Κυρηναίου, δασκάλου τοῦ Θεαίτητου.



ΣΩ. Ἂς πάρωμε λοιπὸν πρῶτα τὸ ἴδιο σημεῖο ποὺ ἐξετάζαμε καὶ πρὶν καὶ ἂς δοῦμε, ἂν ὀρθὰ φέρνομε δυσκολίες. Κατηγορούσαμε τὴ βασική του ἀρχὴ ὅτι ἔκανε τὸν καθένα αὐτάρκη σὲ σοφία καὶ ὁ Πρωταγόρας δέχτηκε πὼς μερικοὶ ὑπερέχουν ὡς πρὸς τὸ ἀνώτερο καὶ χειρότερο, καὶ πὼς αὐτοὶ δὲν εἶναι σοφοί. Ὄχι;

ΘΕΟ. Ναί.

ΣΩ. Ἂν συμφωνοῦσε ὁ ἴδιος ὄντας ἐδῶ παρών, καὶ ὄχι ἐμεῖς οἱ ὑπερασπιστές του, δὲν θὰ ἦταν καθόλου ἀνάγκη νὰ τὸ ἐξετάσωμε πάλι γιὰ νὰ τὸ στερεώσωμε. Τώρα ὅμως ἴσως νὰ μᾶς ἀρνιόταν κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ συμφωνοῦμε γιὰ δικό του λογαριασμό. Γι' αὐτὸ καλύτερο εἶναι μὲ σαφέστερο τρόπο νὰ καταλήξωμε σὲ συμφωνία γιὰ τὸ πρᾶγμα τοῦτο· γιατί δὲν εἶναι μικρὴ ἡ διαφορά, ἂν τὸ πρᾶγμα εἶναι ἔτσι ἡ ἀλλιῶς.

ΘΕΟ. Λὲς ἀλήθεια.

ΣΩ. Ἂς φτάσωμε λοιπὸν σὲ τούτη τὴ συμφωνία ὄχι μέσον ἄλλων, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ θέση ἐκείνου, ὅσο μποροῦμε πιὸ σύντομα.

ΘΕΟ. Πῶς;

ΣΩ. Νὰ ἔτσι· ὅ,τι φαίνεται στὸν καθένα σωστὸ αὐτό, ἂν δὲν γελιέμαι, ἰσχυρίζεται ὅτι καὶ ὑπάρχει γι' αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο.

ΘΕΟ. Ναί, τὸ ἰσχυρίζεται.

ΣΩ. Ἔ λοιπόν, Πρωταγόρα, κι ἐμεῖς ἀνθρώπου γνῶμες ἐκφράζουμε, ἡ καλύτερα ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὅταν ὑποστηρίζωμε πὼς δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ νὰ μὴ νομίζῃ σὲ ἄλλα τὸν ἑαυτὸ του σοφώτερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ σὲ ἄλλα ἄλλους πιὸ σοφοὺς ἀπὸ κεῖνον. Καὶ στοὺς πιὸ μεγάλους κινδύνους, ὅταν δέρνῃ τοὺς ἀνθρώπους τρικυμία, σὲ πολέμους ἤ σὲ ἀρρώστιες, ἤ σὲ θάλασσα, ὅλοι κοιτάζουν σὰ θεοὺς τοὺς ἀρχηγοὺς στὴν κάθε περίσταση περιμένοντας ἀπ' αὐτοὺς τὴ σωτηρία τους, ἐνῷ δὲν ξεχωρίζουν σὲ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο σὲ γνώση. Καὶ σὲ ὅλες τὶς μορφὲς τῆς ζωῆς ὑπάρχει πλῆθος ἀνθρώπων ποὺ γυρεύουν καὶ δασκάλους καὶ ἄρχοντες γιὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ γιὰ ὅσα ἄλλα ἔχουν ζωὴ καὶ γιὰ τὶς ἐργασίες τους, καὶ ἄλλων πάλι ἀνθρώπων πού, ἀντίθετα, φαντάζονται ὅτι εἶναι ἱκανοὶ νὰ διδάσκουν, ἱκανοὶ καὶ νὰ ἄρχουν. Καὶ σὲ ὅλα τοῦτα τί ἄλλο θὰ ποῦμε παρὰ ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι ἔχουν μέσα τους καὶ σοφία καὶ ἀμάθεια;

ΘΕΟ. Τίποτε ἄλλο.

ΣΩ. Δὲ νομίζουν λοιπὸν πὼς ἡ σοφία εἶναι ἡ ἀληθινὴ σκέψη καὶ ἡ ἀμάθεια ἡ σφαλερὴ γνώμη;

ΘΕΟ. Γιατί ὄχι;

ΣΩ. Τί θὰ κάνωμε λοιπὸν τότε, Πρωταγόρα, στὴ συζήτησή μας; Νὰ δεχτοῦμε πὼς οἱ ἄνθρωποι ἔχουν πάντα σωστὲς γνῶμες, ἤ ἄλλοτε σωστὲς καὶ ἄλλοτε ἐσφαλμένες; Γιατί κι ἀπὸ τὶς δύο ἀπαντήσεις μας βγαίνει τὸ συμπέρασμα ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν πάντα ὀρθὲς γνῶμες, ἀλλὰ καὶ ὀρθὲς καὶ ἐσφαλμένες. Ἐξέτασε, ἀλήθεια, Θεόδωρε, ἂν θὰ ἤθελε κανεὶς ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Πρωταγόρα ἤ σὺ ὁ ἴδιος νὰ ὑποστηρίξης πέρα γιὰ πέρα πὼς κανεὶς δὲν νομίζει ἄλλον, ὅτι καὶ ἀμαθὴς εἶναι καὶ ἐσφαλμένες γνῶμες ἔχει.

ΘΕΟ. Δὲ θὰ 'ταν πιστευτό, Σωκράτη.

ΣΩ. Καὶ ὅμως σ' αὐτὸ τὸ ἀναπόφευκτο συμπέρασμα φέρνει ἡ ἀρχή, ποὺ λέγει τὸν ἄνθρωπο μέτρο ὅλων τῶν πραγμάτων.

ΘΕΟ. Μὰ πῶς;

ΣΩ. Ὅταν σὺ κρίνῃς μέσα σου κάτι καὶ διατυπώσης γνώμη γι' αὐτό, ἤ εἶναι γιὰ σένα ἀληθινὴ αὐτή σου ἡ γνώμη, σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχὴ τοῦ Πρωταγόρα, ἐμεῖς ὅμως οἱ ἄλλοι δὲν ἔχομε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμε τὴν κρίση σου, ἤ, ἂν ἔχωμε, κρίνομε ὅτι πάντα ὀρθὴ εἶναι ἡ γνώμη ποὺ ἔχεις; Δὲν ἀγωνίζονται, ἀντίθετα, μυριάδες κάθε φορὰ ἐναντίον σου μὲ ἀντίθετη γνώμη, νομίζοντας ὅτι καὶ ἡ κρίση σου καὶ οἱ πεποιθήσεις σου εἶναι ἐσφαλμένες;

ΘΕΟ. Ναὶ, μὰ τὸν Δία, Σωκράτη, πολλὲς μάλιστα μυριάδες, λέγει ὁ Ὅμηρος, ποὺ ὅσες δυσκολίες μποροῦν, οἱ ἄνθρωποι, μοῦ τὶς προξενοῦν.

ΣΩ. Τί λοιπόν; θέλεις νὰ ποῦμε πὼς ἐσὺ τότε γιὰ τὸν ἑαυτό σου ἔχεις σωστὴ γνώμη, γιὰ τὶς μυριάδες ὅμως τοὺς ἄλλους ἐσφαλμένη;

ΘΕΟ. Κατὰ τὴν ἀρχὴ τοῦ Πρωταγόρα φαίνεται νὰ εἶναι ἀναγκαῖο.

ΣΩ. Γιὰ τὸν ἴδιο ὅμως τὸν Πρωταγόρα; Δὲν εἶναι ἄραγε ἀναπόφευκτο, ἂν οὔτε ὁ ἴδιος πίστευε πὼς ὁ ἄνθρωπος εἶναι μέτρο, οὔτε οἱ πολλοὶ ―ὅπως δὰ καὶ δὲν τὸ πιστεύουν― νὰ μὴν ὑπάρχῃ γιὰ κανέναν αὐτὴ ἡ ἀλήθεια ποὺ ἔγραψε στὸ βιβλίο του; Ἂν πάλι αὐτὸς τὸ πίστευε, τὸ πλῆθος ὅμως τῶν ἀνθρώπων δὲν τὸν ἀκολουθοῦσε σ' αὐτὴ του τὴν πίστη, ξέρεις ὅτι ὅσο περισσότεροι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν αὐτὴ τὴ γνώμη ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὴν ἔχουν, τόσο περισσότερο δὲν ὑπάρχει παρὰ ὑπάρχει;

ΘΕΟ. Ἀναγκαῖο, ἂν βέβαια ἡ ὕπαρξη ἤ ἡ ἀνυπαρξία της ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ γνώμη τοῦ καθενός.

ΣΩ. Εἶναι ἀκόμη καὶ τοῦτο δὰ τὸ πολὺ κομψό. Ἡ ἀντίθεση πρὸς τὴ δική του πεποίθηση ἐκείνων ποὺ νομίζουν ὅτι ἐκεῖνος πλανιέται, παραδέχεται ὁ Πρωταγόρας ἀσφαλῶς ὅτι εἶναι ἀληθινή, ἀφοῦ ὁμολογεῖ ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐκφράζουν μὲ τὶς γνῶμες τους τὰ ὄντα.

ΘΕΟ. Βεβαιότατα.

ΣΩ. Δὲν παραδέχεται τότε ὅτι ἡ δική του εἶναι ἐσφαλμένη, μιὰ ποὺ δέχεται σωστὴ τὴ γνώμη ἐκείνων ποὺ λέγουν ὅτι αὐτὸς πλανιέται;

ΘΕΟ. Ἀναγκαῖο.

ΣΩ. Οἱ ἄλλοι ὅμως δὲν δέχονται ὅτι ἔχουν ἐσφαλμένες γνῶμες.

ΘΕΟ. Δὲν δέχονται, ὄχι.

ΣΩ. Ἐκεῖνος πάλι, σύμφωνα μὲ ὅσα ἔγραψε, ὁμολογεῖ πὼς καὶ αὐτή τους ἡ γνώμη εἶναι σωστή.

ΘΕΟ. Εἶναι φανερό.

ΣΩ. Ὅλοι λοιπὸν ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν Πρωταγόρα θὰ ἀμφισβητήσουν, ἐκεῖνος μάλιστα καὶ θὰ ὁμολογήση, τὴ στιγμὴ ποὺ δέχεται ὅτι ὅποιος ὑποστηρίζει τὰ ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνον ἔχει ὀρθὴ γνώμη καὶ θὰ παραδεχτῆ τότε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Πρωταγόρας, ὅτι οὔτε ὁ σκύλος οὔτε ὁ πρῶτος τυχὼν ἄνθρωπος εἶναι μέτρο γιὰ κανένα πρᾶγμα πρὶν τὸ μάθη. Δὲν εἶναι ἔτσι;

ΘΕΟ. Ἔτσι.

ΣΩ. Μιὰ λοιπὸν ποὺ ὅλοι τὴν ἀμφισβητοῦν, ἡ Ἀλήθεια τοῦ Πρωταγόρα δὲ θὰ ἦταν ἀληθινὴ γιὰ κανέναν, οὔτε γιὰ ἄλλον οὔτε γιὰ κεῖνον τὸν ἴδιο.

ΘΕΟ. Πολὺ κατατρέχομε, Σωκράτη, τὸ φίλο μου.

ΣΩ. Μά, φίλε μου, δὲν εἶναι δὰ φανερὸ ἂν δὲν παρατρέχωμε καὶ τὸ σωστό. Εἶναι καὶ φυσικὸ ἐκεῖνος, ὄντας πρεσβύτερος, νὰ εἶναι καὶ σοφώτερός μας. Καὶ ἂν τούτη τὴ στιγμὴ ἀναπηδοῦσεν ἐδῶ ἀπὸ τὴ γῆ ὥς τὸ λαιμό, θὰ ἔλεγχε ἐμένα γιὰ πολλές μου ἀνοησίες πιθανόν, καὶ σένα γιατί τὶς δέχεσαι καὶ θὰ χωνόταν πίσω στὴ γῆ γρήγορα γρήγορα. Εἶναι ὅμως σὲ μᾶς ἀναγκαῖο, φαντάζομαι, νὰ χρησιμοποιοῦμε τὸν ἑαυτὸ μας τέτοιον ποὺ εἶναι, καὶ ὅσα μᾶς φαίνονται σωστά, αὐτὰ πάντα νὰ λέμε. Νὰ καὶ τώρα δὲ θὰ ποῦμε ὅτι ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος δέχεται ὅτι καὶ σοφώτερος εἶναι ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον καὶ ἀμαθέστερος;

ΘΕΟ. Ἐγὼ ναὶ τὸ νομίζω.

ΣΩ. Δὲ θὰ δεχτοῦμε ἀκόμη ὅτι ἡ θέση τοῦ Πρωταγόρα στέκεται πολὺ καλὰ ὅπως τὴν παρουσιάσαμε, ὅταν τὸν βοηθούσαμε, ὅτι τὶς περισσότερες φορὲς ὅπως φαίνονται ἔτσι καὶ εἶναι γιὰ τὸν καθένα θερμά, ξερά, γλυκά, ὅλα ὅσα ἀνήκουν σ' αὐτὴ τὴν κατηγορία; Ἂν ὅμως σὲ μερικὲς περιπτώσεις θὰ γινόταν δεκτὸ ὅτι ἕνας ξεχωρίζει ἀπὸ τὸν ἄλλο, δὲ θὰ δεχόταν πρόθυμα κανεὶς ὅτι στὰ ζητήματα τῆς ὑγείας καὶ τῆς ἀρρώστιας κάθε γυναικούλα καὶ παιδὶ καὶ ζῷο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γιατρευτῆ μόνο του ξέροντας ποιὸ τοῦ φέρνει ὑγεία, ἀλλά, ἂν κάπου, σὲ τοῦτο τουλάχιστο τὸ ζήτημα ξεχωρίζει ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον;

ΘΕΟ. Ἐγὼ ἔτσι νομίζω.




Πρωτότυπο Κείμενο:

ΣΩ. Τοῦδε τοίνυν πρῶτον πάλιν ἀντιλαβώμεθα οὗπερ τὸ πρότερον, καὶ ἴδωμεν ὀρθῶς ἢ οὐκ ὀρθῶς ἐδυσχεραίνομεν ἐπιτιμῶντες τῷ λόγῳ ὅτι αὐτάρκη ἕκαστον εἰς φρόνησιν ἐποίει, καὶ ἡμῖν συνεχώρησεν ὁ Πρωταγόρας περί τε τοῦ ἀμείνονος καὶ χείρονος διαφέρειν τινάς, οὓς δὴ καὶ εἶναι σοφούς. οὐχί;

ΘΕΟ. Ναί.

ΣΩ. Εἰ μὲν τοίνυν αὐτὸς παρὼν ὡμολόγει ἀλλὰ μὴ ἡμεῖς [169e] βοηθοῦντες ὑπὲρ αὐτοῦ συνεχωρήσαμεν, οὐδὲν ἂν πάλιν ἔδει ἐπαναλαβόντας βεβαιοῦσθαι• νῦν δὲ τάχ’ ἄν τις ἡμᾶς ἀκύρους τιθείη τῆς ὑπὲρ ἐκείνου ὁμολογίας. διὸ καλλιόνως ἔχει σαφέστερον περὶ τούτου αὐτοῦ διομολογήσασθαι• οὐ γάρ τι σμικρὸν παραλλάττει οὕτως ἔχον ἢ ἄλλως.

ΘΕΟ. Λέγεις ἀληθῆ.

ΣΩ. Μὴ τοίνυν δι’ ἄλλων ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐκείνου λόγου ὡς [170a] διὰ βραχυτάτων λάβωμεν τὴν ὁμολογίαν.

ΘΕΟ. Πῶς;

ΣΩ. Οὑτωσί• τὸ δοκοῦν ἑκάστῳ τοῦτο καὶ εἶναί φησί που ᾧ δοκεῖ;

ΘΕΟ. Φησὶ γὰρ οὖν.

ΣΩ. Οὐκοῦν, ὦ Πρωταγόρα, καὶ ἡμεῖς ἀνθρώπου, μᾶλλον δὲ πάντων ἀνθρώπων δόξας λέγομεν, καὶ φαμὲν οὐδένα ὅντινα οὐ τὰ μὲν αὑτὸν ἡγεῖσθαι τῶν ἄλλων σοφώτερον, τὰ δὲ ἄλλους ἑαυτοῦ, καὶ ἔν γε τοῖς μεγίστοις κινδύνοις, ὅταν ἐν στρατείαις ἢ νόσοις ἢ ἐν θαλάττῃ χειμάζωνται, ὥσπερ πρὸς θεοὺς ἔχειν τοὺς ἐν ἑκάστοις ἄρχοντας, σωτῆρας σφῶν [170b] προσδοκῶντας, οὐκ ἄλλῳ τῳ διαφέροντας ἢ τῷ εἰδέναι• καὶ πάντα που μεστὰ τἀνθρώπινα ζητούντων διδασκάλους τε καὶ ἄρχοντας ἑαυτῶν τε καὶ τῶν ἄλλων ζῴων τῶν τε ἐργασιῶν, οἰομένων τε αὖ ἱκανῶν μὲν διδάσκειν, ἱκανῶν δὲ ἄρχειν εἶναι. καὶ ἐν τούτοις ἅπασι τί ἄλλο φήσομεν ἢ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἡγεῖσθαι σοφίαν καὶ ἀμαθίαν εἶναι παρὰ σφίσιν;

ΘΕΟ. Οὐδὲν ἄλλο.

ΣΩ. Οὐκοῦν τὴν μὲν σοφίαν ἀληθῆ διάνοιαν ἡγοῦνται, τὴν δὲ ἀμαθίαν ψευδῆ δόξαν;

[170c] ΘΕΟ. Τί μήν;

ΣΩ. Τί οὖν, ὦ Πρωταγόρα, χρησόμεθα τῷ λόγῳ; πότε ρον ἀληθῆ φῶμεν ἀεὶ τοὺς ἀνθρώπους δοξάζειν, ἢ τοτὲ μὲν ἀληθῆ, τοτὲ δὲ ψευδῆ; ἐξ ἀμφοτέρων γάρ που συμβαίνει μὴ ἀεὶ ἀληθῆ ἀλλ’ ἀμφότερα αὐτοὺς δοξάζειν. σκόπει γάρ, ὦ Θεόδωρε, εἰ ἐθέλοι ἄν τις τῶν ἀμφὶ Πρωταγόραν ἢ σὺ αὐτὸς διαμάχεσθαι ὡς οὐδεὶς ἡγεῖται ἕτερος ἕτερον ἀμαθῆ τε εἶναι καὶ ψευδῆ δοξάζειν.

ΘΕΟ. Ἀλλ’ ἄπιστον, ὦ Σώκρατες.

[170d] ΣΩ. Καὶ μὴν εἰς τοῦτό γε ἀνάγκης ὁ λόγος ἥκει ὁ πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπον λέγων.

ΘΕΟ. Πῶς δή;

ΣΩ. Ὅταν σὺ κρίνας τι παρὰ σαυτῷ πρός με ἀποφαίνῃ περί τινος δόξαν, σοὶ μὲν δὴ τοῦτο κατὰ τὸν ἐκείνου λόγον ἀληθὲς ἔστω, ἡμῖν δὲ δὴ τοῖς ἄλλοις περὶ τῆς σῆς κρίσεως πότερον οὐκ ἔστιν κριταῖς γενέσθαι, ἢ ἀεὶ σὲ κρίνομεν ἀληθῆ δοξάζειν; ἢ μυρίοι ἑκάστοτέ σοι μάχονται ἀντιδοξάζοντες, ἡγούμενοι ψευδῆ κρίνειν τε καὶ οἴεσθαι;

[170e] ΘΕΟ. Νὴ τὸν Δία, ὦ Σώκρατες, μάλα μυρίοι δῆτα, φησὶν Ὅμηρος, οἵ γέ μοι τὰ ἐξ ἀνθρώπων πράγματα παρέχουσιν.

ΣΩ. Τί οὖν; βούλει λέγωμεν ὡς σὺ τότε σαυτῷ μὲν ἀληθῆ δοξάζεις, τοῖς δὲ μυρίοις ψευδῆ;

ΘΕΟ. Ἔοικεν ἔκ γε τοῦ λόγου ἀνάγκη εἶναι.

ΣΩ. Τί δὲ αὐτῷ Πρωταγόρᾳ; ἆρ’ οὐχὶ ἀνάγκη, εἰ μὲν μηδὲ αὐτὸς ᾤετο μέτρον εἶναι ἄνθρωπον μηδὲ οἱ πολλοί, ὥσπερ οὐδὲ οἴονται, μηδενὶ δὴ εἶναι ταύτην τὴν ἀλήθειαν [171a] ἣν ἐκεῖνος ἔγραψεν; εἰ δὲ αὐτὸς μὲν ᾤετο, τὸ δὲ πλῆθος μὴ συνοίεται, οἶσθ’ ὅτι πρῶτον μὲν ὅσῳ πλείους οἷς μὴ δοκεῖ ἢ οἷς δοκεῖ, τοσούτῳ μᾶλλον οὐκ ἔστιν ἢ ἔστιν.

ΘΕΟ. Ἀνάγκη, εἴπερ γε καθ’ ἑκάστην δόξαν ἔσται καὶ οὐκ ἔσται.

ΣΩ. Ἔπειτά γε τοῦτ’ ἔχει κομψότατον• ἐκεῖνος μὲν περὶ τῆς αὑτοῦ οἰήσεως τὴν τῶν ἀντιδοξαζόντων οἴησιν, ᾗ ἐκεῖνον ἡγοῦνται ψεύδεσθαι, συγχωρεῖ που ἀληθῆ εἶναι ὁμολογῶν τὰ ὄντα δοξάζειν ἅπαντας.

ΘΕΟ. Πάνυ μὲν οὖν.

[171b] ΣΩ. Οὐκοῦν τὴν αὑτοῦ ἂν ψευδῆ συγχωροῖ, εἰ τὴν τῶν ἡγουμένων αὐτὸν ψεύδεσθαι ὁμολογεῖ ἀληθῆ εἶναι;

ΘΕΟ. Ἀνάγκη.

ΣΩ. Οἱ δέ γ’ ἄλλοι οὐ συγχωροῦσιν ἑαυτοῖς ψεύδεσθαι;

ΘΕΟ. Οὐ γὰρ οὖν.

ΣΩ. Ὁ δέ γ’ αὖ ὁμολογεῖ καὶ ταύτην ἀληθῆ τὴν δόξαν ἐξ ὧν γέγραφεν.

ΘΕΟ. Φαίνεται.

ΣΩ. Ἐξ ἁπάντων ἄρα ἀπὸ Πρωταγόρου ἀρξαμένων ἀμφισβητήσεται, μᾶλλον δὲ ὑπό γε ἐκείνου ὁμολογήσεται, ὅταν τῷ τἀναντία λέγοντι συγχωρῇ ἀληθῆ αὐτὸν δοξάζειν, [171c] τότε καὶ ὁ Πρωταγόρας αὐτὸς συγχωρήσεται μήτε κύνα μήτε τὸν ἐπιτυχόντα ἄνθρωπον μέτρον εἶναι μηδὲ περὶ ἑνὸς οὗ ἂν μὴ μάθῃ. οὐχ οὕτως;

ΘΕΟ. Οὕτως.

ΣΩ. Οὐκοῦν ἐπειδὴ ἀμφισβητεῖται ὑπὸ πάντων, οὐδενὶ ἂν εἴη ἡ Πρωταγόρου Ἀλήθεια ἀληθής, οὔτε τινὶ ἄλλῳ οὔτ’ αὐτῷ ἐκείνῳ.

ΘΕΟ. Ἄγαν, ὦ Σώκρατες, τὸν ἑταῖρόν μου καταθέομεν.

ΣΩ. Ἀλλά τοι, ὦ φίλε, ἄδηλον εἰ καὶ παραθέομεν τὸ ὀρθόν. εἰκός γε ἄρα ἐκεῖνον πρεσβύτερον ὄντα σοφώτερον [171d] ἡμῶν εἶναι• καὶ εἰ αὐτίκα ἐντεῦθεν ἀνακύψειε μέχρι τοῦ αὐχένος, πολλὰ ἂν ἐμέ τε ἐλέγξας ληροῦντα, ὡς τὸ εἰκός, καὶ σὲ ὁμολογοῦντα, καταδὺς ἂν οἴχοιτο ἀποτρέχων. ἀλλ’ ἡμῖν ἀνάγκη οἶμαι χρῆσθαι ἡμῖν αὐτοῖς ὁποῖοί τινές ἐσμεν, καὶ τὰ δοκοῦντα ἀεὶ ταῦτα λέγειν. καὶ δῆτα καὶ νῦν ἄλλο τι φῶμεν ὁμολογεῖν ἂν τοῦτό γε ὁντινοῦν, τὸ εἶναι σοφώτερον ἕτερον ἑτέρου, εἶναι δὲ καὶ ἀμαθέστερον;

ΘΕΟ. Ἐμοὶ γοῦν δοκεῖ.

ΣΩ. Ἦ καὶ ταύτῃ ἂν μάλιστα ἵστασθαι τὸν λόγον, ᾗ [171e] ἡμεῖς ὑπεγράψαμεν βοηθοῦντες Πρωταγόρᾳ, ὡς τὰ μὲν πολλὰ ᾗ δοκεῖ, ταύτῃ καὶ ἔστιν ἑκάστῳ, θερμά, ξηρά, γλυκέα, πάντα ὅσα τοῦ τύπου τούτου• εἰ δέ που ἔν τισι συγχωρήσεται διαφέρειν ἄλλον ἄλλου, περὶ τὰ ὑγιεινὰ καὶ νοσώδη ἐθελῆσαι ἂν φάναι μὴ πᾶν γύναιον καὶ παιδίον, καὶ θηρίον δέ, ἱκανὸν εἶναι ἰᾶσθαι αὑτὸ γιγνῶσκον ἑαυτῷ τὸ
ὑγιεινόν, ἀλλὰ ἐνταῦθα δὴ ἄλλον ἄλλου διαφέρειν, εἴπερ που;

ΘΕΟ. Ἔμοιγε δοκεῖ οὕτως.





Θεαίτητος,
ἐκδ. Ζαχαρόπουλος, 
Μτφρ. Β.Ν. Τατάκης.

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Διάλογος Ἕκτορα καὶ Ἀνδρομάχης (Ἱλ. Ζ 390-502).

τοῦ  Ὁμήρου




Κείμενο σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση:

390 Εἶπε, κι' ἐκεῖνος ἔφυγε ξανά τόν ἴδιο δρόμο
καί τά καλόφτιαστα στρατιά περνοῦσε πιλαλώντας.
Καί τή στιγμή σά διάβαινε τή χώρα καί θωροῦσε
τό Ζερβοπόρτι, ὅθε εἴτανε ὄξω νά βγεῖ στόν κάμπο,
νά τη ἀπ' ἀγνάντια πρόβαλε τρεχάτη ἡ Ἀντρομάχη,

395 τ' Ἀητιοῦ τοῦ λιονταρόκαρδου ἡ μυριοπλούσια κόρη,
τ' Ἀητιοῦ πού βασιλιά ἄλλοτες τόν εἶχαν οἱ Κιλῖκοι
πέρα στή Θήβα, στά ριζά τῆς δασωμένης Πλάκος•
νά τίνος ρήγα ὁ Ἔχτορας τήν κόρη εἶχε γυναίκα.
Ποὺ τότε ἐκεῖ τόν ἔσμιξε, κι' ἡ βάγια ἀπό κοντά της
400 περπάταε κι' εἶχε τό παιδί γυρμένο ἀπάς στόν κόρφο,
ἔτσι δά ἀθῶο καί μωρό, τό μοσκαναθρεμένο
Ἐχτορουδάκι πούλαμπε σάν τῆς ἀβγῆς τ' ἀστέρι.
Σκαμαντρινό ὁ πατέρας του τοῦχε ὄνομα βαλμένα,
μά Μοναφέντης κράζουνταν ἀπ' τούς λοιπούς τοὺς Τρῶες,
τί μόνος τους διαφέντεβε ὁ Ἔχτορας τό κάστρο.
Τότε ἔτσι ἐκεῖνος κοίταξε σωπώντας τό παιδί του
405 μέ θλιβερό χαμόγελο• κι' ἡ ὄμορφη Ἀντρομάχη
ἦρθε κλαμένη, τούπιασε σφιχτά τό χέρι κι' εἶπε
« Καημένε, ἄχ τό φιλότιμο θά σ' ἀφανίσει. Πές μου,
» τ' ἀθῶο ἀφτό δέν τό πονᾶς, δέ λυπᾶσαι ἐμένα
» ποὺ μάβρη χήρα κι' ἔρημη σέ λίγο θά μ' ἀφήκεις ;
410 » Τί γρήγορα ὅλοι οἱ Δαναοί θά τρέξουν νά σέ σφάξουν.
» Μά ἄν εἶναι νά σέ στερηθῶ, καλύτερα γιά μένα
» νά μέ σκεπάσει ἡ μάβρη Γῆς! Γιατί ἄλλο πιά ἀντιστύλι
» δέ θά μοῦ μείνει, μόν καημοί, τά μάτια σά σφαλίσεις.
» Μηγάρ πατέρα ἐγώ 'χω πιά ἤ τή γλυκιά μου μάννα ;
» Τί τόν πατέρα ὁ θεϊκός μου σκότωσε Ἀχιλέας,
415 » κι' ἔκαψε καί τῶν Κιλικῶν τή μυριοπλούσια χώρα,
» τή Θήβα τήν τρανόπορτη• καί σφάζοντάς τον ὅμως
» δέν τόν ξαρμάτωσε, ὡς ἀφτοῦ δέ βάσταξε ἡ καρδιά του,
» μόν σάν τόν ἔκαψε μαζί μέ τά χρυσά ἅρματά του,
» τούχτισε μνῆμα, καί φτελιές τοῦ φύτεψαν τριγύρω
420 » καλές νεράϊδες τοῦ βουνοῦ, τοῦ Δία οἱ θυγατέρες.
» Κι' ἑφτά μου ἀδέρφια π' ἄφισα στόν πατρικό μας πύργο,
» μές σέ μιά μέρα κι' οἱ ἑφτά κατέβηκαν στόν Ἅδη,
» τί ἐνῶ βοσκοῦσαν τ' ἄσπρα ἀρνιά καί τραχηλάτα βόδια
» ὄξω στό λόγγο, τοῦ Πηλιᾶ ὁ γιός τούς ἔσφαξε ὅλους.
425 » Ἡ μάνα μου πού στά ριζά βασίλεβε τῆς Πλάκος,
» ἀφτῆνε ἐδῶ τήν ἔφερε μέ τ' ἄλλο βιός ἀντάμα,
» μά τή λεφτέρωσε ἔπειτα γιά ξαγορά μεγάλη,
» κι' ἡ Ἄρτεμη τή θέρισε στόν πατρικό της πύργο.
» Ἔχτορα, τώρα ἐσύ γονιός κι' ἐσύ γλυκιά μου μάννα,
430 » ἐσύ εἶσαι ἐμένα κι' ἀδερφός καί τρυφερό μου τέρι,
» μόν πιά λυπήσου με κι' ἀφτοῦ στό κάστρο μεῖνε ἀπάνου,
» μήπως μέ ρήξεις σέ χηριά καί τό παιδί σ' ἀρφάνια.
» Καί στήσ' τους στόν ἀρνό κοντά τούς λόχους, πού πατιέται
» ἐκεῖ πιό ὁ τοῖχος ἔφκολα κι' ἀνεβατή εἶναι ἡ χώρα.
435 » Γιατί ἀπό κεῖ ἦρθαν τρεῖς φορές καί πάσκισαν νά μποῦνε
» τ' Ἀτρέα ὁ γιός κι' οἱ Αἴϊδες μέ διαλεχτούς νομάτους,
» κι' ὁ φημισμένος Δομενιᾶς κι' ὁ φοβερός Διομήδης.
» Κἄν κάπιος τούς ἁρμήνεψε καλός στίς προφητεῖες,
« κἄν τούς τό λέει κι' ἡ τόλμη τους καί τούς θαρρύνει ὁ νοῦς τους.»
440 Τότε ὁ μεγάλος Ἔχτορας τῆς ἀπαντάει διό λόγια
« Γυναίκα, ναί κι' ἐγώ ὅλα ἀφτά στό νοῦ μου τ' ἀναδέβω•
» ὅμως ντροπή ἀπ' τίς Τρώϊσσες, ντροπή 'ναι ὀμπρός στούς Τρῶες
» νά σέρνουμαι ἔτσι σάν κιοτής ἀλάργα ἀπ' τούς πολέμους...
» μήτε τό θέλει μου ἡ καρδιά! τί πάντα παλικάρι

445 » ἔμαθα νἄμαι καί μπροστά στίς κονταριές νά τρέχω,
» μ' ἀπόφαση τό γονικό νά διαφεντέψω θρόνο.
» Ναί ξέρω, μοῦ τό λέει ἀφτό ἀλάθεφτα ἡ ψυχή μου,
» θά φέξει ἡ μέρα —δέν ἀργεῖ— πού θά χαθεῖ ἡ πατρίδα,
» κι' ὁ βασιλιάς ὁ Πρίαμος, κι' ὁ ξακουστός λαός του•
450 » μά δέ μοῦ σφάζει τήν καρδιά, τῶν Τρώων σά λογιάζω
» τά πάθια, ἤ καί τῶν δύστυχων γονιῶνε μου, οὔτε τόσο
» τῶν ἀδερφῶν μου πού πολλοί μές στά χρυσά τους νιάτα
» θά κυλιστοῦν στό αἷμα τους σφαγμένοι ἀπό τούς Ἀργίτες,
» ὅσο γιά σένα, ὅταν κανείς ἀπ' τῶν ὀχτρῶν τό πλῆθος
455 » σέ σέρνει σέ πικρή σκλαβιά στά δάκρια βουτημένη.
» Κι' ἄλλη κυρά, στ' Ἄργος σάν πᾶς, νά φαίνεις θά σέ βάζει,
» καί μέ τή στάμνα ἀπ' τήν πηγή νερό θά πᾶς νά φέρνεις,
» ἄθελα, δόλια, μά σκληρή θά σέ στανέβει ἀνάγκη.
» Καί σά σέ βλέπουν πού περνᾶς ἀχνή καί δακρυσμένη,
460 » 'Νά τό' θά λέν 'τοῦ Ἔχτορα τό τέρι πού τῶν Τρώων
» εἶταν τό πρῶτο ἀφτός σπαθί στῆς Τροίας τούς πολέμους'.
» Ἔτσι ἴσως ποῦν• κι' ὁ πόνος σου θά ξανανοίγει πάντα
» σά βλέπεις πώς ἀπ' τή σκλαβιά νά βγεῖς δέν ἔχει ὀλπίδα.
» Μά θέλω νά μέ φάει ἡ γῆς, ἡ μάβρη πλάκα θέλω,
465 » πρίν νά βογγᾶς νά κλαῖς σέ δῶ, πρίν σκλάβα νά σέ σέρνουν !»
Ἔτσι τῆς εἶπε, κι' ἅπλωσε τά χέρια στό παιδί του,
μά πίσω γέρνει τό παιδί στόν κόρφο τῆς βυζάχτρας
μέ τίς φωνές, τί τόσκιαζε ἡ ὄψη τοῦ γονιοῦ του,
σάν εἶδε π' ἄστραφτε ὁ χαλκός σπιθόβολα ὄχ τό κράνος,

470 κι' ἀπάνου σάλεβε ἀγριωπή ἡ ἀλογήσα φούντα.
Γέλασε τότε ἡ μάννα του μιὰ στάλα κι' ὁ πατέρας.
Καί βγάζει ἀπ' τό κεφάλι ἐφτύς ὁ Ἔχτορας τό κράνος
καί τ' ἀπιθώνει χάμου ἐκεῖ καθώς λαμποκοποῦσε,
κι' ὅταν τό γιό του φίλησε καί χόρεψε στά χέρια,
475 στό Δία κι' ὅλους τοὺς θεούς δεήθηκε ἔτσι κι' εἶπε
« Περικαλῶ σε, Δία μου, θεοί, περικαλῶ σας,
» ἄς δώσει ἡ χάρη σας κι' ἀφτός —ὁ γιός μου— μές στούς Τρῶες
» ὅπως κι' ἐγώ νά ξακουστεῖ, ἔτσι ἀντριωμένος πάντα
» κι' ἄξιος τῆς Τροίας βασιλιάς. Κι ἄς ποῦν γιά ἀφτόν μία μέρα
» 'Ἀφτός ἀπ' τόν πατέρα του πολύ πιό παλικάρι'
480 » καθώς γυρνᾶ ἀπ' τόν πόλεμο• καί ματωμένα ἄς φέρνει
» μαζί του λάφυρα, ἀπ' ὀχτρό πού σκότωσε παρμένα,
» ποὺ νὰν τόν δεῖ ἡ μαννούλα του καί νά χαρεῖ ἡ καρδιά της.»
Εἶπε, καί βάζει τό παιδί στῆς γυναικός τά χέρια,
κι' ἐκείνη πίσω τόγυρε στό μυρισμένον κόρφο
καί πικροχαμογέλασε μέ μάτια δακρυσμένα.
Καί σάν τήν εἶδε κι' ἔκλαιγε, τήν πόνεσε ἡ ψυχή του,

485 καί τρυφερά τή χάιδεψε καί μέ καημό τῆς εἶπε
« Μή μοῦ βαριοπικραίνεσαι, γυναίκα, καί κανένας,
» ἄν δέν τό γράφει ἡ μοίρα μου, στόν Ἅδη δέ μέ στέλνει.
» Εἰδέ ἀπ' τό ριζικό κανείς δέ θά σωθεῖ ποτές του,
» θές ἀντριωμένος θές δειλός, μιᾶς πού βρεθεῖ στόν κόσμο.
490 » Μόν μέσα τώρα πήγαινε νά κάτσεις στίς δουλιές σου,
» στή ρόκα καί στόν ἀργαλιό, κι' ἄς κάτσουν πές κι' οἱ σκλάβες•
» ὅσο γιά πόλεμο πού λές, οἱ ἄντρες θά φροντίσουν,
» ὅλοι κι' ἀπ' ὅλους πρῶτα ἐγώ, ὅσοι κι' ἄν ζοῦν στήν Τροία !»
495 Εἶπε, καί τότες σήκωσε τό κράνος του ἀπό χάμου.
Κι' ἡ Ἀντρομάχη κίνησε στόν πύργο νά γυρίσει,
τηρώντας πίσω, κι' ἔχυνε πικρά καί μάβρα δάκρια.
Σέ λίγο σίμωσε ἔπειτα στ' ἀρχοντικό τ' ἀντρός της,
στοῦ Ἔχτορα τ' ἀντροφονιά, καί μέσα μαζωμένες
βρῆκε τίς σκλάβες, κι' ἔπιασαν ὅλες μαζί τό κλάμα.

500 Σπίτι του ἀκόμα ζωντανό ἔτσι ὅλες τόν θρηνοῦσαν•
καί λέγανε ἀπ' τόν πόλεμο ξανά δέ θά γυρίσει
κι' ἀπ' τῶν ὀχτρῶν δέ θά σωθεῖ τή λύσσα καί τά χέρια.




Πρωτότυπο Κείμενο:

390 ἦ ῥα γυνὴ ταμίη, ὃ δ᾽ ἀπέσσυτο δώματος Ἕκτωρ
τὴν αὐτὴν ὁδὸν αὖτις ἐϋκτιμένας κατ᾽ ἀγυιάς.
εὖτε πύλας ἵκανε διερχόμενος μέγα ἄστυ
Σκαιάς, τῇ ἄρ᾽ ἔμελλε διεξίμεναι πεδίον δέ,
ἔνθ᾽ ἄλοχος πολύδωρος ἐναντίη ἦλθε θέουσα
395Ἀνδρομάχη θυγάτηρ μεγαλήτορος Ἠετίωνος
Ἠετίων ὃς ἔναιεν ὑπὸ Πλάκῳ ὑληέσσῃ
Θήβῃ Ὑποπλακίῃ Κιλίκεσς᾽ ἄνδρεσσιν ἀνάσσων:
τοῦ περ δὴ θυγάτηρ ἔχεθ᾽ Ἕκτορι χαλκοκορυστῇ.
ἥ οἱ ἔπειτ᾽ ἤντης᾽, ἅμα δ᾽ ἀμφίπολος κίεν αὐτῇ
400παῖδ᾽ ἐπὶ κόλπῳ ἔχους᾽ ἀταλάφρονα νήπιον αὔτως
Ἑκτορίδην ἀγαπητὸν ἀλίγκιον ἀστέρι καλῷ,
τόν ῥ᾽ Ἕκτωρ καλέεσκε Σκαμάνδριον, αὐτὰρ οἱ ἄλλοι
Ἀστυάνακτ᾽: οἶος γὰρ ἐρύετο Ἴλιον Ἕκτωρ.
ἤτοι ὃ μὲν μείδησεν ἰδὼν ἐς παῖδα σιωπῇ:
405Ἀνδρομάχη δέ οἱ ἄγχι παρίστατο δάκρυ χέουσα,
ἔν τ᾽ ἄρα οἱ φῦ χειρὶ ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε:
δαιμόνιε φθίσει σε τὸ σὸν μένος, οὐδ᾽ ἐλεαίρεις
παῖδά τε νηπίαχον καὶ ἔμ᾽ ἄμμορον, ἣ τάχα χήρη
σεῦ ἔσομαι: τάχα γάρ σε κατακτανέουσιν Ἀχαιοὶ
410πάντες ἐφορμηθέντες: ἐμοὶ δέ κε κέρδιον εἴη
σεῦ ἀφαμαρτούσῃ χθόνα δύμεναι: οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἄλλη
ἔσται θαλπωρὴ ἐπεὶ ἂν σύ γε πότμον ἐπίσπῃς
ἀλλ᾽ ἄχε᾽: οὐδέ μοι ἔστι πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ.

ἤτοι γὰρ πατέρ᾽ ἁμὸν ἀπέκτανε δῖος Ἀχιλλεύς,
415ἐκ δὲ πόλιν πέρσεν Κιλίκων εὖ ναιετάουσαν
Θήβην ὑψίπυλον: κατὰ δ᾽ ἔκτανεν Ἠετίωνα,
οὐδέ μιν ἐξενάριξε, σεβάσσατο γὰρ τό γε θυμῷ,
ἀλλ᾽ ἄρα μιν κατέκηε σὺν ἔντεσι δαιδαλέοισιν
ἠδ᾽ ἐπὶ σῆμ᾽ ἔχεεν: περὶ δὲ πτελέας ἐφύτευσαν
420νύμφαι ὀρεστιάδες κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο.
οἳ δέ μοι ἑπτὰ κασίγνητοι ἔσαν ἐν μεγάροισιν
οἳ μὲν πάντες ἰῷ κίον ἤματι Ἄϊδος εἴσω:
πάντας γὰρ κατέπεφνε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς
βουσὶν ἐπ᾽ εἰλιπόδεσσι καὶ ἀργεννῇς ὀΐεσσι.
425μητέρα δ᾽, ἣ βασίλευεν ὑπὸ Πλάκῳ ὑληέσσῃ,
τὴν ἐπεὶ ἂρ δεῦρ᾽ ἤγαγ᾽ ἅμ᾽ ἄλλοισι κτεάτεσσιν,
ἂψ ὅ γε τὴν ἀπέλυσε λαβὼν ἀπερείσι᾽ ἄποινα,
πατρὸς δ᾽ ἐν μεγάροισι βάλ᾽ Ἄρτεμις ἰοχέαιρα.
Ἕκτορ ἀτὰρ σύ μοί ἐσσι πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ
430ἠδὲ κασίγνητος, σὺ δέ μοι θαλερὸς παρακοίτης:
ἀλλ᾽ ἄγε νῦν ἐλέαιρε καὶ αὐτοῦ μίμν᾽ ἐπὶ πύργῳ,
μὴ παῖδ᾽ ὀρφανικὸν θήῃς χήρην τε γυναῖκα:
λαὸν δὲ στῆσον παρ᾽ ἐρινεόν, ἔνθα μάλιστα
ἀμβατός ἐστι πόλις καὶ ἐπίδρομον ἔπλετο τεῖχος.
435τρὶς γὰρ τῇ γ᾽ ἐλθόντες ἐπειρήσανθ᾽ οἱ ἄριστοι
ἀμφ᾽ Αἴαντε δύω καὶ ἀγακλυτὸν Ἰδομενῆα
ἠδ᾽ ἀμφ᾽ Ἀτρεΐδας καὶ Τυδέος ἄλκιμον υἱόν:
ἤ πού τίς σφιν ἔνισπε θεοπροπίων ἐῢ εἰδώς,
ἤ νυ καὶ αὐτῶν θυμὸς ἐποτρύνει καὶ ἀνώγει.
440τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ:
ἦ καὶ ἐμοὶ τάδε πάντα μέλει γύναι: ἀλλὰ μάλ᾽ αἰνῶς
αἰδέομαι Τρῶας καὶ Τρῳάδας ἑλκεσιπέπλους,
αἴ κε κακὸς ὣς νόσφιν ἀλυσκάζω πολέμοιο:
οὐδέ με θυμὸς ἄνωγεν, ἐπεὶ μάθον ἔμμεναι ἐσθλὸς
445αἰεὶ καὶ πρώτοισι μετὰ Τρώεσσι μάχεσθαι
ἀρνύμενος πατρός τε μέγα κλέος ἠδ᾽ ἐμὸν αὐτοῦ.
εὖ γὰρ ἐγὼ τόδε οἶδα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν:
ἔσσεται ἦμαρ ὅτ᾽ ἄν ποτ᾽ ὀλώλῃ Ἴλιος ἱρὴ
καὶ Πρίαμος καὶ λαὸς ἐϋμμελίω Πριάμοιο.
450ἀλλ᾽ οὔ μοι Τρώων τόσσον μέλει ἄλγος ὀπίσσω,
οὔτ᾽ αὐτῆς Ἑκάβης οὔτε Πριάμοιο ἄνακτος
οὔτε κασιγνήτων, οἵ κεν πολέες τε καὶ ἐσθλοὶ
ἐν κονίῃσι πέσοιεν ὑπ᾽ ἀνδράσι δυσμενέεσσιν,
ὅσσον σεῦ, ὅτε κέν τις Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων
455δακρυόεσσαν ἄγηται ἐλεύθερον ἦμαρ ἀπούρας:
καί κεν ἐν Ἄργει ἐοῦσα πρὸς ἄλλης ἱστὸν ὑφαίνοις,
καί κεν ὕδωρ φορέοις Μεσσηΐδος ἢ Ὑπερείης
πόλλ᾽ ἀεκαζομένη, κρατερὴ δ᾽ ἐπικείσετ᾽ ἀνάγκη:
καί ποτέ τις εἴπῃσιν ἰδὼν κατὰ δάκρυ χέουσαν:
460Ἕκτορος ἥδε γυνὴ ὃς ἀριστεύεσκε μάχεσθαι
Τρώων ἱπποδάμων ὅτε Ἴλιον ἀμφεμάχοντο.
ὥς ποτέ τις ἐρέει: σοὶ δ᾽ αὖ νέον ἔσσεται ἄλγος
χήτεϊ τοιοῦδ᾽ ἀνδρὸς ἀμύνειν δούλιον ἦμαρ.
ἀλλά με τεθνηῶτα χυτὴ κατὰ γαῖα καλύπτοι
465πρίν γέ τι σῆς τε βοῆς σοῦ θ᾽ ἑλκηθμοῖο πυθέσθαι.

ὣς εἰπὼν οὗ παιδὸς ὀρέξατο φαίδιμος Ἕκτωρ:
ἂψ δ᾽ ὃ πάϊς πρὸς κόλπον ἐϋζώνοιο τιθήνης
ἐκλίνθη ἰάχων πατρὸς φίλου ὄψιν ἀτυχθεὶς
ταρβήσας χαλκόν τε ἰδὲ λόφον ἱππιοχαίτην,
470δεινὸν ἀπ᾽ ἀκροτάτης κόρυθος νεύοντα νοήσας.
ἐκ δ᾽ ἐγέλασσε πατήρ τε φίλος καὶ πότνια μήτηρ:
αὐτίκ᾽ ἀπὸ κρατὸς κόρυθ᾽ εἵλετο φαίδιμος Ἕκτωρ,
καὶ τὴν μὲν κατέθηκεν ἐπὶ χθονὶ παμφανόωσαν:
αὐτὰρ ὅ γ᾽ ὃν φίλον υἱὸν ἐπεὶ κύσε πῆλέ τε χερσὶν
475εἶπε δ᾽ ἐπευξάμενος Διί τ᾽ ἄλλοισίν τε θεοῖσι:
Ζεῦ ἄλλοι τε θεοὶ δότε δὴ καὶ τόνδε γενέσθαι
παῖδ᾽ ἐμὸν ὡς καὶ ἐγώ περ ἀριπρεπέα Τρώεσσιν,
ὧδε βίην τ᾽ ἀγαθόν, καὶ Ἰλίου ἶφι ἀνάσσειν:
καί ποτέ τις εἴποι πατρός γ᾽ ὅδε πολλὸν ἀμείνων
480ἐκ πολέμου ἀνιόντα: φέροι δ᾽ ἔναρα βροτόεντα
κτείνας δήϊον ἄνδρα, χαρείη δὲ φρένα μήτηρ.


ὣς εἰπὼν ἀλόχοιο φίλης ἐν χερσὶν ἔθηκε
παῖδ᾽ ἑόν: ἣ δ᾽ ἄρα μιν κηώδεϊ δέξατο κόλπῳ
δακρυόεν γελάσασα: πόσις δ᾽ ἐλέησε νοήσας,
485χειρί τέ μιν κατέρεξεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε:
δαιμονίη μή μοί τι λίην ἀκαχίζεο θυμῷ:
οὐ γάρ τίς μ᾽ ὑπὲρ αἶσαν ἀνὴρ Ἄϊδι προϊάψει:
μοῖραν δ᾽ οὔ τινά φημι πεφυγμένον ἔμμεναι ἀνδρῶν,
οὐ κακὸν οὐδὲ μὲν ἐσθλόν, ἐπὴν τὰ πρῶτα γένηται.
490ἀλλ᾽ εἰς οἶκον ἰοῦσα τὰ ς᾽ αὐτῆς ἔργα κόμιζε
ἱστόν τ᾽ ἠλακάτην τε, καὶ ἀμφιπόλοισι κέλευε
ἔργον ἐποίχεσθαι: πόλεμος δ᾽ ἄνδρεσσι μελήσει
πᾶσι, μάλιστα δ᾽ ἐμοί, τοὶ Ἰλίῳ ἐγγεγάασιν.


ὣς ἄρα φωνήσας κόρυθ᾽ εἵλετο φαίδιμος Ἕκτωρ
495ἵππουριν: ἄλοχος δὲ φίλη οἶκον δὲ βεβήκει
ἐντροπαλιζομένη, θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέουσα.
αἶψα δ᾽ ἔπειθ᾽ ἵκανε δόμους εὖ ναιετάοντας
Ἕκτορος ἀνδροφόνοιο, κιχήσατο δ᾽ ἔνδοθι πολλὰς
ἀμφιπόλους, τῇσιν δὲ γόον πάσῃσιν ἐνῶρσεν.
500αἳ μὲν ἔτι ζωὸν γόον Ἕκτορα ᾧ ἐνὶ οἴκῳ:
οὐ γάρ μιν ἔτ᾽ ἔφαντο ὑπότροπον ἐκ πολέμοιο
ἵξεσθαι προφυγόντα μένος καὶ χεῖρας Ἀχαιῶν.


Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Ὁ Ἀριθμὸς τοῦ Πυθαγόρα.

τῆς H. P. Blavatsky



Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη ἀναγνωρίζει πὼς ὅλοι οἱ ἀνώτεροι νόμοι τῆς φύσεως παίρνουν τὴ μορφὴ ποσοστιαίων ἀναλύσεων. Κάτι τέτοιο ἴσως ἀντιπροσωπεύει μιὰ πιὸ ὁλοκληρωμένη ἐπεξεργασία ἢ ἀκριβέστερη ἐπιβεβαίωση τοῦ πυθαγόρειου δόγματος. Θεωρούσαν πὼς οἱ ἀριθμοὶ εἶναι τὰ καλύτερα σύμβολα τῶν νόμων τῆς ἁρμονίας ποὺ διέπουν τὸν κόσμο. Γνωρίζουμε ἐπίσης ἀπὸ τὴ χημεία πὼς τὰ ἄτομα καὶ οἱ νόμοι τῶν ἐνώσεών τους καθορίζονται ἀπὸ τοὺς ἀριθμούς. Ὅπως τὸ διατύπωσε ὁ Γ. Ἄρτσερ Μπάτλερ (w. Archer Butler): «Ὁ κόσμος σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς εἶναι μιὰ ζωντανὴ ἀριθμητικὴ στὴν ἀνάπτυξή του, μιὰ πραγματοποιημένη γεωμετρία στὴ γαλήνη του».

Τὸ κλειδὶ τῶν πυθαγορείων δοξασιῶν εἶναι ὁ γενικὸς κώδικας τῆς ἐνότητας στὴν πολλαπλλότητα, τὸ ἕνα ποὺ ἐξελίσσει καὶ διέπει τὰ πολλά. Αὐτὸ μὲ λίγα λόγια εἶναι τὸ ἀρχαῖο δόγμα τῆς ἐκπορεύσεως. Ἀκόμη καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὸ δέχθηκε ὡς ἀληθινό. «Ἐξ αὐτοῦ, και δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν τὰ πάντα». Ἀπὸ αὐτὸν καὶ μέσω αὐτοῦ καὶ σὲ αὐτὸν βρίσκονται τὰ πάντα. Κάτι τέτοιο, ὅπως φαίνεται καὶ πιὸ κάτω, εἶναι καθαρὸς Ἱνδουισμὸς καὶ Μπραχμανισμὸς:

«Ὅταν ἡ διάλυση (Πραλάγια) φθάσει στὰ ὅριά της, τὸ μεγάλο Πλάσμα (Πάρα – Ἄτμα ὴ Παρα – Πουρούσα) ὁ κύριος ποὺ ὑπάρχει μέσω τοῦ ἐαυτοῦ του, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καὶ μέσω τοῦ ὁποίου καθετὶ ὑπῆρξε, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει... ἀποφάσισε νὰ ἐκπορεύσει ἀπὸ τὴν οὐσία του τὰ διάφορα πλάσματα». (Μανάβα-Ντάρμα-Σάστρα, βιβλίο Ι, σλοκα 6 καὶ 7).

Ἕνας τρόπος νὰ ἐκφραστεῖ τούτη ἡ ἰδέα εἶναι ἡ μυστικὴ Δεκάδα 1+2+3+4=10. Τὸ Ἕνα εἶναι Θεός, τὸ Δύο ὕλη. Τὸ Τρία ποὺ συνδύάζει τὴ Μονάδα καὶ τὴν Δυάδα καὶ συμμετέχει στὴ φύση τῶν δύο, εἶναι ὁ φαινομενικὸς κόσμος. Ἡ Τετράδα, ἢ μορφὴ τελειότητας, ἐκφράζει τὴν κενότητα τῶν πάντων. Τέλος, ἡ Δεκάδα, ὴ ἄθροισμα τῶν πάντων, ἐμπεριέχει ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Τὸ σύμπαν εἶναι ὁ συνδυασμὸς χιλίων στοιχείων καὶ ὅμως ἐκφράζει ἕνα μοναδικὸ πνεύμα – ἕνα χάος γιὰ τὶς αἰσθήσεις, ἕνα σύμπαν γιὰ τὴ λογική.

Τὸ σύνολο αὐτοῦ τοῦ συνδυασμοῦ τῆς προόδου τῶν ἀριθμῶν στὴν ἰδέα τῆς δημιουργίας εἶναι ἱνδουιστικό. Τὸ Ὂν ποὺ ὑπάρχει μέσω τοῦ ἐαυτοῦ του, Σβαϊαμποὺ ἢ Σβαϊαμπούβα ὅπως ὀνομάζεται ἀπὸ κάποιους, εἶναι ἕνα. Ἐκπορεύει μέσω τοῦ ἐαυτοῦ του τὴ δημιουργικὴ ἰκανότητα, τὸ Μπράχμα ἢ Πουρούσα, (τὸ θεῖο ἀρσενικό). Τὸ ἕνα γίνεται Δύο. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ Δυάδα, ἡ ἔνωση τῆς καθαρῆς διανοητικῆς ἀρχῆς μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς ὕλης, ἐξελίσσεται μιὰ Τρίτη, ὁ Βιράνντζ, ὁ φαινομενικὸς κόσμος. Ἀπὸ τούτη τὴν ἀόρατη καὶ ἀκατανόητη τριάδα, τὴν μπραχμανικὴ Τριμούρτι, ἐξελίσσεται ἡ δεύτερη τριάδα ποὺ συμβολίζει τὶς τρεῖς ἰκανότητες – δημιουργική, συντηρητικὴ καὶ μεταμορφωτική. Ἀντιπροσωπεύονται ἀπὸ τὸν Μπράχμα, τὸν Σίβα καὶ τὸν Βισνού, ἀλλὰ παντοῦ καὶ πάντα ἐνσωματώνονται σὲ ἕνα. Ἡ Ἐνότητα, ὁ Μπράχμα ἢ Τριντάντι ὅπως τὸν ἀποκαλοῦν οἱ Βέδες, εἶναι ὁ τριπλὰ ἐκδηλωμένος θεὸς ποὺ ἔδωσε ὕπαρξη στὸ συμβολικὸ Αοὺμ ἢ συγκεκομμένη τριμούρτι. Μόνο μέσω αὐτῆς τῆς τριάδας ποὺ επιδρᾶ καὶ γίνεται διαρκῶς ἀντιληπτὴ ἀπὸ ὅλες τὶς αἰσθήσεις μας, μπορεῖ νὰ ἐκδηλωθεῖ στὸν κόσμο τῶν θνητῶν ἡ ἀόρατη καὶ ἄγνωστη Μονάδα. Ὅταν γίνεται Σαρίρα, ἢ ἐκείνη ποὺ ἐνδύεται ὁρατὴ μορφή, ἐμπεριέχει ὅλες τὶς ἀρχὲς τῆς ὕλης, ὅλους τοὺς σπόρους τῆς ζωῆς. Εἶναι ὁ Πουρούσα, ὁ θεὸς τῶν τριῶν ὄψεων ἢ τριπλῆς δύναμης, ἡ οὐσία τῆς βεντικῆς τριάδας. «Ἂς γνωρίζουν οἱ μπραχμανιστὲς τὴν ἱερὴ συλλαβή (Αούμ), τὶς τρεῖς λέξεις τῆς Σαβίτρι καὶ ἂς διαβάζουν καθημερινὰ τὶς Βέντα» (Μανού, βιβλίο IV, σλόκα 125).

«Μετὰ τὴ δημιουργία τοῦ σύμπαντος Αὐτὸς ποὺ ἡ δύναμή του εἶναι ἀσύλληπτη ἐξαφανίστηκε πάλι, ἀπορροφήθηκε στὴν Ὑπέρτατη Ψυχὴ... Ἀποσυρμένη στὸ πρωτόγονο σκότος ἡ μεγάλη Ψυχὴ παραμένει μέσα στὸ ἄγνωστο καὶ στερείται κάθε μορφῆς...»

«Ἐπανενώνοντας τὶς λεπτὲς στοιχειώδεις ἀρχές, εἰσέρχεται εἴτε σὲ φυτικοὺς εἴτε σὲ ζωικοὺς σπόρους παίρνοντας νέες μορφές».

«Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τῆς ἐναλλασσόμενης ἀφύπνισης καὶ ἀνάπαυσης, τὸ Ἀμετακίνητο Ὄν παρέχει αἰώνια τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο σὲ ὅλα τὰ πλάσματα ποὺ ὑπάρχουν, δραστήρια καὶ ἀδρανή» (Μανού, βιβλιο Ι, σλόκα 5, κ.α.)

Ὅποιος μελέτησε τὸν Πυθαγόρα καὶ τὶς θεωρίες του γιὰ τὴ Μονάδα, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἐκπόρευσε τὴ Δυάδα ἀποσύρεται στὴ σιωπὴ καὶ τὸ σκοτάδι καὶ ἔτσι δημιουργεῖ τὴν Τριάδα, μπορεῖ νὰ καταλάβει ἀπὸ ποῦ προήλθε ἡ φιλοσοφία τοῦ μεγάλου Σάμιου σοφοῦ καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸν τοῦ Σωκράτη καὶ τοῦ Πλάτωνα.


H. P. BLAVATSKY
ΙΣΙΣ ΑΠΟΚΑΛΥΜΜΕΝΗ
ΤΟΜΟΣ Α ΒΙΒΛΙΟ 1
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΙΑΦΑΡΙΚΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ



Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

Ἡ πνευματικὴ κατάσταση τοῦ Γιόγκι: Ἡ ὑπέρτατη ταύτιση.

τοῦ René Guénon



Γιὰ νὰ δώσουμε μιὰ ὅσο τὸ δυνατὸν ἀκριβέστερη ἰδέα τῆς καταστάσεως τοῦ Γιόγκι ὁ ὁποῖος, χάρη στὴ Γνώση, ἔχει «ἀπελευθερωθεῖ ἐν ζωὴ» (τζιβάν-μούκτα) καὶ ἔχει πραγματώσει τὴν «Ὑπέρτατη Ταύτιση», θὰ ἀνατρέξουμε γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ στὸν Σανκαρατσάρυα(1). Οἱ παρατηρήσεις του πάνω σ' αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι περιγράφουν μὲ ἐνάργεια τὶς ὕψιστες δυνατότητες ποὺ μπορεῖ νὰ κατακτήσει τὸ ὄν, θὰ χρησιμεύσουν συγχρόνως ὡς συμπέρασμα τῆς μελέτης μας.

«Ὁ Γιόγκι, τοῦ ὁποίου ἡ διάνοια εἶναι τέλεια, ἐποπτεύει τὰ πάντα σὰν νὰ βρίσκονται μέσα του (στὸν Ἐαυτό του, χωρὶς καμιὰ διάκριση ἐξωτερικοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ) καὶ ἔτσι, μὲ τὸν ὀφθαλμὸ τῆς Γνώσεως (Γνάνα-τσάξους, ἕνας ὅρος ποὺ μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ μὲ μεγάλη ἀκρίβεια ὡς «διανοητικὴ ἐνόραση»), ἀντιλαμβάνειται (ἢ μάλλον συλλαμβάνει, ὄχι ὀρθολογιστικὰ καὶ συγκριτικά, ἀλλὰ μὲ μιὰ ἄμεση ἐπίγνωση καὶ «εὐαισθησία») ὅτι τὸ κάθε τὶ εἶναι Ἄτμα.

Γνωρίζει ὅτι ὅλα τὰ ἐκδηλωμένα πράγματα δὲν εἶναι διαφορετικὰ ἀπὸ τὸ Ἄτμα (κατ' ἀρχήν), καὶ ὅτι ἔξω ἀπὸ τὸ Ἄτμα δὲν ὑπάρχει τίποτα, ὅτι «τὰ πράγματα διαφέρουν ἀπλῶς (σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τῆς Βέδα) κατὰ ἀπόδοση, σύμπτωση καὶ ὄνομα, ἀκριβῶς ὅπως στὰ πήλινα σκεύη δίνονται διαφορετικὰ ὄνόματα ἂν καὶ δὲν εἶναι παρὰ διαφορετικὰ σχήματα τοῦ ἰδίου πηλοῦ(2). Κι ἔτσι ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ὅλα τὰ πράγματα (ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει πιὰ τίποτα ποὺ νὰ εἶναι διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸν ἢ ἀπὸ τὸν «Ἐαυτό» του)(3).

Ὅταν τὰ συμβεβηκότα (μορφικὰ καὶ ἄλλα, συμπεριλαμβάνοντας τόσο τὶς χονδροειδεῖς ὅσο καὶ τὶς ἀδιόρατες ἐκδηλώσεις) ἐξαφανιστοῦν (ἄλλωστε εἶναι ἀπατηλὰ καὶ συνεπῶς μηδενικὰ σὲ σχέση μὲ τὴν Ἀρχή), ὁ Μούνι (λαμβάνοντας ἐδῶ τὴ λέξη ὡς συνώνυμη τοῦ Γιόγκι) εἰσέρχεται, μαζὶ μὲ ὅλα τὰ ὄντα (ἐφόσον αὐτὰ δὲν διαφέρουν πιὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο) μέσα στὴν Οὐσία ποὺ διαπερνὰ τὰ πάντα καὶ περιέχει τὰ πάντα (ἡ ὁποία εἶναι τὸ Ἄτμα)(4).

Εἶναι ἀχαρακτήριστος (χωρὶς «συγκεκριμένες» ἰδιότητες) καὶ ἀδρανής, (5) ἄφθορος, (ἀξάρα, δὲν ὑπόκειται στὴ διάλυση ποὺ ἐπικρατεὶ στὴν πολλαπλότητα), χωρὶς ἴδιον θέλημα (ποὺ νὰ φανερώνεται κατὰ προτίμηση σὲ κάποιες πράξεις ἢ περιστάσεις), πλήρης Μακαριότητας, ἀναλλοίωτος, ἄμορφος αἰωνίως ἐλεύθερος καὶ ἀγαθός (γιατὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐξαναγκασθεῖ, νὰ προσβληθεῖ ἢ νὰ ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἐαυτό του, ἐφόσον αὐτὸ τὸ ἄλλο εἶναι ἀνύπαρκτο ἢ τουλάχιστον ὑπάρχει μόνο ὡς αὐταπάτη, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἐνοικεῖ στὴν ἀπόλυτη πραγματικότητα).

Εἶναι σὰν τὸν Αἰθέρα (Ἀκάσα), ποὺ διαχέεται παντοῦ (χωρὶς διάκριση) καὶ διαπερνᾶ ταυτόχρονα τὸ ἐξωτερικὸ καὶ τὸ ἐσωτερικὸ τῶν πραγμάτων(6). Εἶναι ἀδιάφθορος, ἄφθαρτος, ἄτρεπτος, ἀγνός, ἀπαθής, ἀμετάβλητος (κάτ' οὐσίαν).

Εἶναι (μὲ τὰ ἴδια τὰ λόγια τῆς Βέδα) «κοινωνὸς τοῦ Ὑπέρτατου Βράχμα, ἀίδιος, ἀγαθός, ἐλεύθερος, ἀπλός (στὴν ἀπόλυτη τελειότητά Του), ἀπολαμβάνοντας ἐσαεὶ τὴ Μακαριότητα, χωρὶς διττότητα, Ἀρχὴ καὶ ἐξουσιαστὴς κάθε ὑπάρξεως, παντογνώστης (χωρὶς αὐτὴ ἡ Γνώση νὰ συνεπάγεται καμιὰ διάκριση μεταξὺ ὑποκειμένου καὶ ἀντικειμένου, κάτι ποὺ θὰ ἦταν ἀσυμβίβαστο μὲ τὴ μὴ-διττότητά Του) καὶ ἀτελεύτητος».

Εἶναι Βράχμα, μετὰ τὴ μέθεξη τοῦ ὁποίου δὲν ἀπομένει τίποτε ἄλλο πρὸς μέθεξη, μετὰ τὴν ἀπόλαυση τῆς Μακαριότητας τοῦ ὁποίου δὲν ἀπομένει καμιὰ ἄλλη ἐπιθυμητὴ εὐτυχία, καὶ μετὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς Γνώσεως τοῦ ὁποίου δὲν ἀπομένει καμιὰ γνώση πρὸς ἀπόκτηση.

Εἶναι Βράχμα, καὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἀντικρύσει τὸν Κύριο (μὲ τὸν ὀφθαλμὸ τῆς Γνώσεως ἢ τῆς καρδίας), κανένα ἀντικείμενο δὲν τοῦ εἶναι ἀθέατο. Ὅταν ταυτιστεῖ μὲ Αὐτόν, δὲν ὑποβάλλεται σὲ καμία τροπή (ὅπως εἶναι ἡ γέννηση καὶ ὁ θάνατος). Ὅταν τὸν συλλάβει (ὄχι ὅμως ὡς ἕνα ἀντικείμενο ποὺ γίνεται καταληπτὸ μὲ τὴ βοήθεια κάποιας ἰκανότητας), δὲν ἀπομένει τίποτε ἄλλο πρὸς σύλληψη (γιατὶ κάθε σχετικὴ γνώση ἔχει γίνει στὸ ἑξῆς ἀχρείαστη καὶ κατὰ κάποιον τρόπο ἔχει ἐξαφανιστεῖ).

Εἶναι Βράχμα, τὸ ὁποῖο εἶναι πανταχοῦ παρὸν καὶ τὰ πάντα πληρόν (γιατὶ δὲν ὑπάρχει τίποτα ἔξω ἀπὸ Αὐτὸ καὶ τὰ πάντα ἐμπεριέχονται στὴν Ἀπειροσύνη του)(7), στὸν ἐνδιάμεσο χῶρο, σὲ αὐτὸ ποὺ εἶναι πάνω καὶ σ' αὐτὸ ποὺ εἶναι κάτω (δηλαδὴ μέσα στὸ σύνολο τῶν τριῶν κόσμων), ἡ Ἀλήθεια, πλήρες Μακαριότητας, χωρὶς διττότητα, ἀδιαίρετο καὶ αἴωνιο.
Εἶναι Βράχμα, γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ Βεδάντα βεβαιώνει πὼς διακρίνεται ἀπολύτως ἀπὸ ὅ,τι διαποτίζει (ἐνῶ, ἀντιθέτως, ὅ,τι διαποτίζει δὲν διακρίνεται καθόλου ἀπὸ Αὐτὸ ἢ τουλάχιστον διακρίνεται μόνο λόγω πλάνης)(8), ἀδιαλείπτως μακάριο καὶ χωρὶς διττότητα.

Εἶναι Βράχμα, «διὰ τοῦ ὁποίου (σύμφωνα μὲ τὴ Βέδα) ἐγένετο ἡ ζωή (τζίβα), ἡ ἐσωτερική αἴσθηση (μάνας), οἱ ἰκανότητες τῆς αἴσθησης καὶ τῆς πράξης (γνανεντρίγιας καὶ καρμεντρίγιας), καὶ τὰ στοιχεία (τανμάτρας καὶ μπούτας) ποὺ συνθέτουν τὸν ἐκδηλωμένο κόσμο (τόσο στὴν ἀδιόρατη ὅσο καὶ στὴν χονδροειδὴ τάξη)».

Εἶναι Βράχμα, μέσα στὸ ὁποῖο ὅλα εἶναι ἐνωμένα (ἀδιαιρέτως καὶ ἀσυγχύτως, πέρα ἀπὸ κάθε διάκριση, ἔστω καὶ πρωταρχική), ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐξαρτάται κάθε πράξη καὶ κίνηση (παρ' ὅλο ποὺ τὸ Βράχμα καθαυτὸ εἶναι ἀδρανές καὶ ἀκίνητο), καὶ γι' αὐτὸν τὸ λόγο πληροῖ τὰ πάντα (χωρὶς νὰ διαιρείται, νὰ μερίζεται ἢ νὰ διαφοροποιείται μὲ κανέναν τρόπο).

Εἶναι Βράχμα, τὸ ὁποῖο εἶναι χωρὶς πλευρὲς ἢ διαστάσεις (χωρὶς συνθῆκες), χωρὶς ἔκταση (ὄντας ἀδιαίρετο καὶ χωρὶς μέρη), ἄναρχο (ὄντας αἰώνιο), ἄφθορο, ἀσχημάτιστο, χωρὶς (καθορισμενες καὶ ἄρα περιορισμένες) ἰδιότητες, χωρὶς κατηγορήματα κανενὸς εἴδους.

Εἶναι Βράχμα, διὰ τοῦ ὁποίου φωτίσθηκαν ὅλα τὰ πράγματα (συμμετέχοντας στὴν οὔσία Του κατὰ τὸν βαθμὸ τῆς πραγματικότητάς τους), τὸ Φῶς τοῦ ὁποίου κάνει τὸν ἥλιο καὶ ὅλα τὰ φωτεινά σώματα νὰ λάμπουν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖο δὲν γίνεται καθαυτὸ ἔκδηλο ἀπὸ τὸ φῶς τους.

Αὐτὸς ὁ ἴδιος διαπερνᾶ τὴ δική Του αἰώνια οὐσία (ποὺ δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸ Ὑπέρτατο Βράχμα), καὶ (ταυτοχρόνως) θεωρεῖ ὁλόκληρο τὸν Κόσμο (ἐκδηλωμένο καὶ ἀνεκδήλωτο) σὰν νὰ εἶναι (ἐπίσης) Βράχμα, ἀκριβῶς ὅπως τὸ πῦρ διαπερνᾶ ἐσωτερικὰ μιὰ διάπυρη σιδερένια σφαίρα καὶ (συγχρόνως) ἀποκαλύπτεται ἐπίσης ἐξωτερικά (φανερώνεται στὶς αἰσθήσεις διὰ τῆς θερμότητας καὶ τῆς λάμψης του).

Τὸ Βράχμα δὲν μοιάζει καθόλου μὲ τὸν Κόσμο(9), καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ Βράχμα δὲν ὑπάρχει τίποτα (γιατὶ ἂν ὑπῆρχε κάτι ἔξω ἀπὸ Αὐτό, δὲν θὰ ἦταν Ἄπειρο). Κάθε τὶ ποὺ φαίνεται νὰ ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει (κάτ' αὐτὸν τὸν τρόπο) παρὰ μόνο ὡς αὐταπάτη, ὅπως τὸ εἴδωλο τοῦ νεροῦ (ὀφθαλμαπάτη) στὴν ἔρημο (μαρού)(10).

Ἀπό ὅλα ὅσα βλέπονται, ἀπ' ὅλα ὅσα ἀκούγονται (καὶ ἀπ' ὅλα ὅσα γίνονται ἀντιληπτὰ συλληπτὰ ἀπ' ὁποιαδήποτε ἰκανότητα) τίποτα δὲν ὑπάρχει (πραγματικὰ) ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Βράχμα. Καὶ διὰ τῆς Γνώσεως (τῆς ὕψιστης, τῆς γνώσης τῶν ἀρχῶν), τὸ Βράχμα θεάται ὡς μόνη ἀλήθεια, πλῆρες Μακαριότητας, χωρὶς διττότητα.

Ὁ ὀφθαλμὸς τῆς Γνώσεως θεάται τὸ Βράχμα ὅπως πραγματικὰ εἶναι, πλῆρες Μακαριότητας, διαπερνῶντας τὰ πάντα. Ὅμως ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ἄγνοιας δὲν Τὸ ἀνακαλύπτει, δὲν Τὸ διακρίνει, ὅπως ἕνας τυφλὸς δὲν βλέπει τὸ αἰσθητὸ φῶς.

Ὁ «Ἐαυτός», ἀφοῦ φωτισθεῖ διὰ τῆς θεωρίας (ὅταν μιὰ θεωρητικὴ καὶ συνεπῶς ἀκόμα ἔμμεση γνώση τὸν παρουσιάζει σὰν νὰ ἀντλεῖ κατὰ κάποιον τρόπο τὸ Φῶς ἀπὸ μιὰ ἄλλη πηγὴ ἔξω ἀπὸ τὸν ἐαυτό του, πράγμα ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι μιὰ φανταστικὴ διάκριση), καὶ κατόπιν παραδοθεῖ ὁλόκληρος στὴ φωτιὰ τῆς Γνώσης (πραγματοποιῶντας ἔτσι τὴν οὐσιαστική ταύτισή του μὲ τὸ Ἀνέσπερο Φῶς), εἶναι ἀπελευθερωμένος ἀπὸ ὅλα τὰ συμβεβηκότα (ἢ τὶς συμπτωματικὲς τροποποιήσεις) καὶ λάμπει μὲ τὴ δική του λάμψη, ὅπως ὁ χρυςὸς ποὺ καθάρθηκε μέσα στὴ φωτιά(11).

Ὅταν ὁ Ἥλιος τῆς πνευματικῆς Γνώσεως ἀνατέλλει στὸν οὐρανὸ τῆς καρδίας (δηλαδὴ στὸ κέντρο τοῦ ὄντος, τὸ λεγόμενο Βράχμα-πούρα), διώχνει τὰ σκοτάδια (τῆς ἄγνοιας, ποὺ καλύπτει τὴ μόνη ἀπόλυτη πραγματικότητα) διαπερνᾶ τὰ πάντα, περιβάλλει τὰ πάντα καὶ φωτίζει τὰ πάντα.

Αὐτὸς ποὺ ἔκανε τὸ προσκύνημα τοῦ δικοῦ του «Ἐαυτοῦ», ἕνα προσκύνημα ποὺ δὲν ἀναφέρεται σὲ τόπο, χῶρο ἢ χρόνο (ἢ ὁποιαδήποτε εἰδικὴ περίσταση ἢ συνθήκη)(12), ποὺ εἶναι πανταχοῦ παρόν(13) (καὶ παντοτινὰ παρὸν μέσα στὸ ἄτρεπτο τοῦ «αἰωνίου παρόντος»), ποὺ δὲ νιώθει οὔτε τὴ ζέστη οὔτε τὸ κρύο (δὲν τοῦ προξενοῦν καμιὰ ἐντύπωση τὰ αἰσθητὰ ἢ καὶ τὰ νοητά), ποὺ κατέκτησε τὴ διαρκὴ εὐδαιμονία καὶ τὴν τελικὴ ἀπελευθέρωση ἀπ' ὅλες τὶς διαταραχές (ὴ ὅλες τὶς τροποποιήσεις), αὐτὸς εἶναι ἀδρανής, γνωρίζει ὅλα τὰ πράγματα (ἐν Βράχμα, ἐν Θεῷ) καὶ ἀπολαμβάνει τὴν Αἰώνια Μακαριότητα».



_________________
1.  Ἄτμα-Βόδα. Κάνοντας ἐδῶ μιὰ ἐπιλογὴ χωρίων ἀπὸ τούτη τὴν πραγματεία δὲν εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθήσουμε αὐστηρὰ τὴ σειρά τοῦ κειμένου. Ἄλλωστε, γενικά, ἡ λογικὴ σειρὰ τῶν ἰδεῶν δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια σ' ἕνα Σανσκριτικὸ κείμενο καὶ σὲ μιὰ μετάφρασή του στὶς Δυτικὲς γλώσσες, ἐξαιτίας τῶν διαφορῶν ποὺ ὑπάρχουν μεταξὺ ὁρισμένων «τρόπων σκέπτεσθαι» γιὰ τὶς ὁποῖες ἔχουμε μιλήσει ἀλλοῦ.

2.      Βλ. Τσαντόγυα Ουπανισάδ, Πραπαθάκα VI, Κάντα 1, σούρτις 4-6.

3.   Ὁ Ἀριστοτέλης, στὸ Περὶ Ψυχῆς, διακηρύττει ὅτι «ἡ ψυχὴ εἶναι ὅλα ὅσα γνωρίζει». Αὐτὴ ἡ πρόταση δείχνει ὅτι ὑπάρχει μιὰ συμφωνία μεταξὺ τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ τῶν Ἀνατολικῶν διδασκαλιῶν, παρὰ τὸ ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνονται πάντοτε ὑπ' ὄψιν οἱ διαφορὲς μεταξὺ τῶν ἀντιστοίχων ἀπόψεων. Ὅμως τούτη ἡ διαβεβαίωση, στὴν περίπτωση τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ τῶν συνεχιστῶν του, φαίνεται ὅτι παρέμεινε καθαρὰ θεωρητική, καί, ὰν ἐξαιρέσουμε κυρίως ὁρισμένες καθαρὰ μυητικὲς σχολὲς ποὺ δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ ὅ,τι ονομάζεται συνήθως «φιλοσοφία», τὰ ἐπακόλουθα, ὅσον ἀφορᾶ τὴ μεταφυσικὴ πραγμάτωση, αὐτῆς τῆς ταύτισης μέσω τῆς Γνώσης, παραμένουν ἄγνωστα στὴ Δύση.

4.    «Πάνω ἀπ' ὅλα εἶναι ἡ Ἀρχή, κοινὴ σὲ ὅλα, περιέχοντας καὶ διαπερνῶντας τὰ πάντα, τὸ κύριο κατηγόρημα τῆς ὁποίας εἶναι ἡ Ἀπειρωσύνη, τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ τὴν χαρακτηρίσει, γιατὶ δὲν ἔχει κανένα δικό Της ὄνομα» (Τσουάνγκ Τσού, κεφ. XXV, σελ. 437 τῆς μεταφράσεως τοῦ πατρὸς Wieger). Βλ. ἐπίσης τὸ χωρίο τῆς Γραφῆς, «Οὐχὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἐγὼ πληρῶ, λέγει Κύριος» (Ἰερεμίας, ΚΓ' 24).

5.      Βλ. τὴ «μὴ-δρώσα δραστηριότητα» τῆς παραδόσεως τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς.

6.  Ἡ πανταχοῦ παρουσία στὸν χῶρο λαμβάνεται ἐδῶ ὡς τὸ σύμβολο τῆς ἀληθινῆς πανταχοῦ παρουσίας μὲ τὴν ἔννοια ποὺ χρησιμοποιήσαμε αὐτὴ τὴ λέξη παραπάνω.

7.    Ὑπενθυμίζουμε ἐδῶ τὸ Ταοϊστικὸ κείμενο ποὺ παραθέσαμε προηγουμένως: «Μὴ ῥωτάτε ἂν ἡ Ἀρχὴ βρίσκεται μέσα σ' αὐτὸ ἢ σ' ἐκεῖνο. Βρίσκεται μέσα σ' ὅλα τὰ ὄντα...» (Τσουάνγκ Τσου, κεφ. ΧΧΙΙ, σελ. 395).

8.     Τονίζουμε ξανὰ ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπόλυτη ἀνισοτιμία μεταξὺ τοῦ Βράχμα καὶ τοῦ Κόσμου συνεπάγεται τὴν αὐστηρὴ ἀπόρριψη τοῦ «πανθεϊσμοῦ».

9.     Γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ ἀποκλείεται ἐδῶ ῥητὰ κάθε εἴδους πανθεϊστικῆς συλλήψεως.

10. Ἡ λέξη μαρού, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ ῥίζα μρι, «πεθαίνω» (ὅπως καὶ ἡ Λατινικὴ mors, «θάνατος»), δηλώνει κάθε ἄγονη καὶ ἄνυδρη περιοχή, καὶ πιὸ εἰδικὰ μιὰ ἀμμώδη ἔρημο, ἡ ὁμοιόμορφη ὄψη τῆς ὁποίας μπορεῖ νὰ ἐκληφθεῖ ὡς ὑπόβαθρο τοῦ διαλογισμοῦ, καθῶς δίνει μιὰ ἰδέα τῆς πρωταρχικῆς ἀδιαφοροποίησης.

11.  Εἴδαμε προηγουμένως πὼς ὁ χρυςὸς θεωρείται ὅτι εἶναι καθαυτὸς φωτεινῆς φύσεως.

12. «Κάθε διάκριση χρόνου καὶ τόπου εἶναι μιὰ αὐταπάτη. Ἡ σύλληψη ὅλων τῶν δυνατῶν πραγμάτων (ποὺ περιλαμβάνονται συνθετικὰ μέσα στὴν ἀπόλυτη Καθολικὴ Δυνατότητα) ἐνεργείται χωρὶς κίνηση καὶ ἐκτὸς χρόνου» (Λίε Τσοῦ, κεφ. ΙΙΙ, σελ. 107 τῆς μεταφράσεως τοῦ πατρὸς Wieger).

13. Παρομοίως, στὶς Δυτικὲς ἐσωτερικές παραδόσεις, λέγεται πὼς οἱ ἀληθινοὶ Ῥοδόσταυροι συναντιούνται «μέσα στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ βρίσκεται παντοῦ». Εἶναι εὐνόητο ὅτι οἱ ὑπὸ συζήτηση Ῥοδόσταυροι δὲν ἔχουν τίποτα τὸ κοινὸ μὲ τὶς πολυάριθμες σύγχρονες ὀργανώσεις ποὺ ἔχουν οἰκειοποιηθεῖ τὴν ὀνομασία. Λέγεται, συμβολικὰ περισσότερο, ὅτι λίγο μετὰ τὸν Τριακονταετὴ πόλεμο οὁ τελευταίοι Ῥοδόσταυροι ἐγκατέλειψαν τὴν Εὐρώπη καὶ ἀποσύρθηκαν στὴν Ἀσία.



René Guénon
«Ὁ ἄνθρωπος καὶ τὰ πεπρωμένα του κατὰ τὴν Βεδάντα»
Μετάφραση: Γιάννης Τρίγκας
Ἐκδόσεις «Πεμπτουσία», 1996