Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Ἡ ἀστάθεια τοῦ μεροκάματου εἶναι ἡ πιὸ σοβαρὴ πληγὴ τῆς ἀστικῆς οἰκονομίας.

τοῦ Ἀδόλφου Χίτλερ



Ὁ νεαρὸς ἀγρότης ἔρχεται στὴν πόλη, ἀναζητώντας δουλειὰ ποὺ τὴ νομίζει πιὸ εὔκολη - ποὺ ἴσως εἶναι πραγματικὰ - καὶ ποὺ δὲν θὰ τὸν κουράζει πολύ. Τὸν τραβᾶνε ἀκόμη τὰ ζαλιστικὰ φῶτα καὶ ἡ λάμψη τῆς πολιτείας. Συνηθισμένος σὲ μίαν ὡρισμένη σιγουριὰ κέρδους, θἄθελε πρὶν ἀφήσει τὴ δουλειά του νὰ βρεῖ μιὰ ἄλλη, ἢ τουλάχιστον νἄχει ὑπ' ὄψη του μιὰν ἄλλη. Γιατὶ ἡ ἔλειψη καλλιεργητῶν εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε ἡ ἀνεργία σ' αὐτὸν τὸν τομέα εἶναι ἀπίθανη. Καὶ εἶναι πλάνη νὰ σκεφτοῦμε α πριόρι ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἐγκαταλείπουν τὰ χωράφια τους γιὰ νἄρθουν στὴν πόλη εἶναι χειρότεροι ἀπ' αὐτοὺς ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ δουλεύουν ἐκεῖ. Τὸ ἀντίθετο: ἡ πεῖρα ἔχει ἀποδείξει ὅτι τὰ ὑγιῆ στοιχεῖα καὶ οἱ ζωντανὲς φύσεις μεταναστεύουν. Ὅταν λέμε μετανάστευση δὲν ἐννοοῦμε μόνον τὴ φυγὴ πρὸς τὴν Ἀμερική, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅτι ἕνας νεαρὸς ἀφήνει τὸ χωριό του γιὰ νὰ πάει σὲ μιὰ μεγάλη ἄγνωστη πόλη. Τὸ ἴδιο κι αὐτὸς εἶναι ἔτοιμος νὰ τρέξει πίσω ἀπὸ ἕνα ἀβέβαιο μέλλον. Συνήθως ἔρχεται στὴν πόλη μὲ πολὺ λίγα χρήματα καὶ παρόλαυτα δὲν ἀπογοητεύεται τὶς πρῶτες μέρες ἂν ἡ κακή του τύχη δὲν τὸν βοηθήσει νὰ βρεῖ ἀμέσως δουλειά. Ἀλλὰ ὅταν ἡ δουλειὰ ποὺ θὰ βρεθεῖ, χαθεῖ σὲ λίγον καιρό, τότε τὸ πράγμα γίνεται πιὸ σοβαρό· τὸ νὰ βρεῖς μιὰν ἄλλη, πρὸ πάντων μέσα στὸν χειμώνα, εἶναι πολὺ δύσκολο ἄν ὄχι ἀδύνατο. Ἔτσι περνοῦν μερικὲς ἐβδομάδες. Παίρνει τὸ ἐπίδομα ἀνεργίας ποὺ τοῦ παρέχει τὸ συνδικάτο του καὶ ποὺ γρήγορα ξοδεύεται. Στὸ τέλος ὅταν τὸ τελευταῖο μάρκο, τὶ τελευταῖο πφένιχ ἔχει τελειώσει κι ὅταν τὸ ταμεῖον ἀνεργίας, μετὰ τὸ καθορισμένο χρονικὸ διάστημα, σταματήσει νὰ πληρώνει, ἔρχεται ἡ ἐξαθλίωση. Σἐρνεται ἐδῶ κι ἐκεῖ πεινασμένος. Πουλᾶ ἢ βάζει ἐνέχυρο ὅ,τι ἔχει καὶ δὲν ἔχει.  Μὲ τὰ ῥοῦχα ποὺ φορεῖ μόνο καὶ μὲ τοὺς φίλους ποὺ τοῦ ἀπόμειναν φτάνει στὴν τέλεια ἐγκατάλειψη ψυχικὴ καὶ σωματική. Μὴ ἔχοντας οὔτε ποὺ νὰ μείνει, κι αὐτὸ μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ χειμώνα ὅπως σχεδὸν συμβαίνει, ἡ καταστροφή του ὁλοκληρώνεται. Τὴ δεύτερη φορὰ θὰ συμβοῦν τὰ ἴδια, τὴν τρίτη φορά, θἄναι χειρότερα, μέχρι ποὺ νὰ μάθει νὰ ὑπομένει λίγο-λίγο μὲ ἀδιαφορία αὐτὸ τὸ ἀβέβαιο πεπρωμένο του. Ἡ ἐπανάληψη γεννᾶ τὴ συνήθεια.

Ἔτσι, αὐτὸς ποὺ ἄλλοτε ἦταν ἕνας ἄνθρωπος γεμάτος ὄρεξη γιὰ δουλειά, ὑποχωρεῖ κι ἐγκαταλείπεται στὸ κάθε τί ὥσπου νὰ καταντήσει ἕνα ἀπλὸ ὄργανο στὰ χέρια αὐτῶν ποὺ ἐπιδιώκουν ταπεινὰ κέρδη. Ἡ ἀνεργία του τὸν ντροπιάζει τόσο, ὅσο καὶ τὸ ν' ἀγωνιστεῖ γιὰ τὶς οἰκονομικές του διεκδικήσεις ἢ γιὰ νὰ ἐξουδετερώσει τὶς Ἐθνικὲς ἀξίες τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Κάνει ἀπεργία ὄχι ἀπὸ συνείδηση ἀλλὰ ἀπὸ ἀδιαφορία.

Θὰ μποροῦσα ν' ἀποδείξω τὸ ἐπιχείρημά μου αὐτὸ μὲ χιλιάδες παραδείγματα. Κι ὕστερα νὰ μιλήσω γιὰ τὸ πόσο βαθειὰ ἦταν ἡ ἀποδοκιμασία μου γι αὐτὲς τὶς πολιτεῖες τῶν πολλῶν ἐκατομμυρίων κατοίκων ποὺ τραβοῦν τόσο λαίμαργα τοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ τοὺς τσακίσουν κατόπιν τόσο λαίμαργα.




Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Ὁ Ἀγῶν μου»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου