Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Εὔρηκα [Ἀπόσπασμα 2].

τοῦ Edgar Allan Poe



          Πορευόμαστε ἀνάμεσα στὰ πεπρωμένα τῆς γήινης ὕπάρξεῶς μας – εἴμαστε περικυκλωμένοι ἀπὸ ἀμυδρὲς Ἀναμνήσεις ἑνὸς πολὺ πλατύτερου Πεπρωμένου, μακρινοῦ, χαμένου στὸ παρελθὸν αἰώνων, καὶ ἀσύλληπτα τρομεροῦ.

          Ἡ Νιότη μας εἶναι παράξενα στοιχειωμένη ἀπὸ τέτοιες σκιές. Ποτὲ ὅμως δὲν τὶς παίρνουμε γιὰ ὄνειρα. Τὶς γνωρίζουμε σὰν Ἀναμνήσεις. Ὅσο διαρκεῖ αὐτὴ ἡ Νιότη, ἡ διαφορὰ εἶναι ὁλοφάνερη. Καὶ δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ τὶς ἐκλάβουμε γιὰ κάτι ἄλλο, ἔστω καὶ στιγμιαῖα.

          Ὅσο εἴμαστε νέοι, ἡ αἴσθηση πὼς ὑπάρχουμε εἶν’ ὅ,τι φυσικότερο. Τὸ κατανοοῦμε πλήρως. Τ’ ὅτι κάποτε δὲν ὑπήρχαμε - ἤ, καὶ τὸ σπουδαιότερο, πὼς ἴσς δὲν ὑπήρξαμε ποτέ – συνιστᾶ μιὰν ἀπὸ τὶς ἀντιλήψεις πού, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Νεότητας, δυσκολευόμαστε νὰ καταλάβουμε. Γιατὶ νὰ μὴν ὑπάρχουμε; Ἐτούτη εἶναι – μέχρι τὴν Ἐποχὴ τῆς Ἐνηλικιώσεως - ἡ πιὸ δύσκολη ἐρώτηση. Ἡ ὕπαρξη, ἡ αὐθυπαρξία, ἔξω ἀπ’ τὸ χρόνο καὶ γιὰ ὅλη τὴν αἰωνιότητα, μοιάζει, μέχρι τὴν ἐποχὴ τῆς Ἐνηλικίωσης, μιὰ φυσικὴ καὶ αὐτονόητη κατάσταση: μοιάζει, ἐπειδὴ  εἶναι.

          Φτάνει ὅμως μία στιγμή, ποὺ ἡ συμβατικὴ Λογική μας ξυπνάει ἀπ’ τὴν ἀλήθεια τοῦ ὀράματός μας. Ἡ Ἀμφιβολία, ἡ Ἔκπληξη καὶ ἡ Δύσνοια ἔρχονται ταυτόχρονα. Λένε: «Ζεῖς, ἀλλὰ ὑπῆρξε μία ἐποχὴ ποὺ δὲν ζοῦσες. Δημιουργήθηκες. Ὑπάρχει μία Δοιάνοια μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ δική σου. Μόνο διὰ μέσου ἐκείνης τῆς Διάνοιας δύνασαι νὰ ζήσεις».  Αὐτὰ τὰ πράγματα προσπαθοῦμε νὰ τὰ καταλάβουμε, μὰ δὲ μποροῦμε: δὲν μποροῦμε γιατὶ τὰ πράγματα τοῦτα, ὄντας ἀναληθῆ, παραμένουν κατ’ ἀνάγκην δύσληπτα.

          Στὴ ζωὴ κάθε σκεπτόμενου ἀνθρώπου ἔρχεται μία ξεχωριστὴ στιγμή, μία στιγμὴ διαύγειας, ποὺ αἰσθάνεται χαμένος ἀνάμεσα στὰ κύματα τῶν μάταιων προσπαθειῶν του νὰ καταλάβει ἢ νὰ πιστέψει ὅτι ὑπάρχει κάτι μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴν ψυχή. Ἡ ἀπόλυτη ἀδυναμία τῆς ψυχῆς νὰ αἰσθανθεῖ κατώτερη ἀπὸ κάποιαν ἄλλη, ἡ ἔντονη δυσαρέσκεια, ἡ δυσφορία ἀπέναντι σ’ ἐτούτη τὴ σκέψη - ἐτοῦτα τὰ συναισθήματα, μαζὶ μὲ τὴν κυρίαρχη τάση γιὰ τὸ τέλειο, γιὰ τὴν τελειότητα - ἀποτελοῦν τὶς πνευματικές – ποὺ ἐδῶ συμπίπτουν μὲ τὶς ὑλικές – προσπάθειες γιὰ ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχικὴ Ἐνότητα. Εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη μου τουλάχιστον, μία – κάποια ἔνδειξη (ποὺ ξεπερνᾶ κατὰ πολὺ ὅ,τι ὁ Ἄνθρωπος ὀνομάζει Ἀπόδειξη) πὼς καμία ψυχὴ δὲν εἶναι ὑποδεέστερη ἀπὸ κάποιαν ἄλλη, ὅτι κάθε ψυχὴ εἶναι ἐν μέρει ὁ Δημιουργὸς τοῦ ἐαυτοῦ της. Ὅτι, μ’ ἄλλα λόγια, ὁ Θεός, ὁ ὑλικὸς καὶ  πνευματικὸς Θεός, τώρα ὑπάρχει μόνο στὴν Ὕλη καὶ στὸ Πνεῦμα ποὺ ἔχουν διασκορπιστεῖ στὸ Σύμπαν. Καὶ πὼς ἡ ἐπιστροφὴ τῆς διασκορπισμένης Ὕλης καὶ τοῦ Πνεύματος στὴν ἀφετηρία τους θὰ σημάνει τὴν ἀνασύσταση τοῦ καθαρῶς Πνευματικοῦ κι Ἐξατομικευμένου Θεοῦ.

          Μ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια – μόνο μ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια – κατανοοῦμε τὰ αἰνίγματα τῆς Θείας Ἀδικίας, τὴς Ἀδυσώπητης Μοίρας. Μόνο μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ἡ ὕπαρξη τοῦ Κακοῦ ἀποχτᾶ κάποιο νόημα. Καὶ κάτι παραπάνω: γίνεται ὑποφερτή. Ἡ ψυχή μας δὲν ἐπαναστατεῖ πιὰ ἐναντίον μίας μεγάλης Θλίψεως, ποὺ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἐπιβάλλαμε στὸν ἐαυτό μας γιὰ νὰ προωθήσουμε τὰ συμφέροντά μας – προκειμένου δηλαδὴ ν’ ἀντλήσουμε περισσότερη χαρά, ἔστω κι ἂν κάνουμε λάθος.

          Μίλησα γιὰ τὶς Ἀναμνήσεις ποὺ μᾶς κυνηγοῦν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Νιότης. Μερικὲς φορὲς μᾶς καταδιώκουν καὶ σὲ μεγαλύτερη ἡλικία: σιγὰ σιγὰ παίρνουν ὅλο καὶ λιγότερο ἀόριστη μορφή – καὶ κάπου – κάπου μᾶς μιλοῦν χαμηλόφωνα, λέγοντας: 

          «Σὲ κάποια παλιὰ ἐποχή, μὲς στὴ Νύχτα τοῦ Χρόνου, ὑπῆρχε ἕνα αἰώνιο Ὄν - ἕνα ἀπὸ τὰ ἄπειρα παρόμοια Ὄντα ποὺ κατοικοῦν στὶς ἄπειρες σφαῖρες τοῦ ἄπειρου χώρου. Τὸ Ὅν αὐτὸ δὲν μποροῦσε (καὶ δὲν μπορεῖ) – περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι μπορεῖτε ἐσεῖς – νὰ ἐπεκτείνει, πραγματικὰ ν’ αὐξήσει, τὴ χαρὰ τῆς Ὕπαρξής του. Ἀκριβῶς ὅμως ὅπως μπορεῖτε ἐσεῖς νὰ ἐπεκτείνετε ἢ νὰ περιορίσετε τὶς ἀπολαύσεις σας (ἐνῶ ἡ χαρὰ παραμένει πάντοτε ἡ ἴδια), ἔτσι κι αὐτὸ τὸ Θεῖο Ὅν ἐναλλάσσει στὸ διηνεκὲς τὴ Συγκέντρωση μὲ τὴ σχεδὸν ἄπειρη Διάχυση τοῦ Ἐαυτοῦ του. Αὐτὸ ποὺ ἐσεῖς ὀνομάζετε Ἀστρικὸ Σύμπαν δὲν εἶναι παρὰ ἡ τωρινή του κατάσταση, ἡ φάση τῆς Διάχυσης. Τώρα ἀπολαμβάνει ἄπειρες ἀτελεῖς χαρές – τὶς μεμονωμένες καὶ ἀνάμικτες μὲ πόνο χαρὲς τῶν ἀσύλληπτα πολυαρίθμων ἐτούτων πραγμάτων ποὺ ὀνομάζετε πλάσματά του, καὶ πού, στὴν πραγματικότητα, δὲν εἶναι παρὰ μία ἄπειρη ἐξατομίκευση τοῦ Ἐαυτοῦ του. Ὅλ’ αὐτὰ τὰ πλάσματα - ὅλα αὐτὰ ποὺ ὀνομάζετε ἔμψυχα, καθὼς κι ἐκεῖνα ποὺ δὲν τοὺς ἀναγνωρίζετε ζωὴ μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ δὲν διακρίνετε ἐκδηλώσεις της - ὅλα αὐτὰ τὰ πλάσματα ἔχουν σὲ μεγαλύτερο ἢ σὲ μικρότερο βαθμὸ τὴν ἰκανότητα νὰ αἰσθάνονται χαρὰ καὶ πόνο. Ἀλλὰ τὸ γενικὸ σύνολο τῶν αἰσθημάτων τους εἶναι ἀκριβῶς τὸ σύνολο τῆς Χαρᾶς ποὺ ἀνήκει δικαιωματικὰ στὸ Θεϊκὸ Ὂν ὅταν εἶναι συγκεντρωμένο στὸν ἐαυτό του. Τὰ πλάσματα τοῦτα εἶν’ ἐπίσης, λίγο – πολύ, λιγότερο ἢ περισσότερο φανερά, Συνειδητὰ Ὄντα. Ἔχουν συνείδηση, πρῶτο, μίας ταυτότητας και, δεύτερο (μὲ τὴ βοήθεια φευγαλέων ἀναλαμπῶν), τῆς ταυτότητάς τους μὲ τὸ περὶ οὖ ὁ λόγος Θεϊκὸ Ὄν – τῆς ταυτότητάς τους μὲ τὸ Θεό. Ἀπὸ τὶς δύο τοῦτες κατηγορίες συνείδησης, φανταστεῖτε τὴν πρώτη νὰ ἐξασθενεῖ καὶ τὴ δεύτερη νὰ ἐνδυναμώνεται κατὰ τὴ διάρκεια τῶν πάμπολλων αἰώνων ποὺ πρέπει νὰ κυλήσουν, ὡσότου οἱ μυριᾶδες τῶν ἐξατομικευμένων Διανοιῶν – καὶ τῶν λαμπρῶν ἀστέρων – γίνουν Ἕνα. Σκεφτεῖτε ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἀτομικῆς ταυτότητας σταδιακὰ θὰ χαθεῖ στὴ γενικὴ συνείδηση - ὅτι ὁ Ἄνθρωπος, π.χ., παύοντας ἀσυναίσθητα νὰ αἰσθάνεται Ἄνθρωπος, θὰ φτάσει κάποτε, σὲ κείνη τὴ θριαμβικὴ ἐποχή, ν’ ἀναγνωρίζει τὴν ταυτότητα τῆς ὑπόστασής του μὲ τοῦ Ἰεχωβᾶ. Καὶ στὸ μεταξύ, μὴ λησμονᾶτε πὼς ὅλα εἶναι Ζωή – Ζωή. Ζωὴ ἐν Ζωῇ. Τὸ μικρότερο μέσα στὸ μεγαλύτερο. Κι ὅλα μέσα στὸ Θεῖο Πνεῦμα».



ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ἡ ὀδύνη ποὺ συνοδεύει τὴ σκέψη ὅτι θὰ χάσουμε τὴν προσωπική μας ταυτότητα ἀπαλύνεται εὐθῦς μόλις συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ πιὸ πάνω διαδικασία ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἀπορρόφηση ὅλων τῶν ἄλλων διανοιῶν (δηλαδὴ τοῦ Σύμπαντος) ἀπὸ τὴ δική μας. Γιὰ νὰ ὑπάρχει ὁ Θεὸς παντοῦ, πρέπει ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς νὰ γίνει Θεός.




EDGAR ALLAN POE
EΥΡΗΚΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
ΣΠΥΡΟΣ ἩΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
ἘΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG

ΜΙΚΡΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου