Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Ὁ τελευταῖος Παλαιολόγος.

τοῦ Γεωργίου Βιζυηνοῦ



Τὸν εἶδες μὲ τὰ μάτια σου, γιαγιά, τὸν Βασιλέα,
ἢ μήπως καὶ σὲ φάνηκε, σὰν ὄνειρο, νὰ ποῦμε,
σὰν παραμύθι τάχα;

-Τὸν εἶδα μὲ τὰ μάτια μου, ὡσὰν καὶ σένα νέα,
πὰ νὰ γενῶ ἑκατὸ χρονῶ, κι᾿ ἀκόμα τὸ θυμοῦμαι,
σὰν νἄταν χτὲς μονάχα.

Στὴν Πόλη, στὴν Χρυσόπορτα, στὸν πύργον ἀπὸ κάτου,
εἶν᾿ ἕνα σπήλαιο πλατύ, στρωμένο σὰν παλάτι,
σὰν ἅγιο παρακκλήσι;

Κανένας Τοῦρκος δὲν μπορεῖ νὰ κρατηθῇ κοντά του,
κανεὶς τῆς σιδερόπορτας ναὕρη τὸ μονοπάτι,
νὰ πὰ νὰ τὸ μηνύσῃ.

Μόνο κανένας Χριστιανός, κανένας ποὺ τὸ ξέρει,
περνᾷ π᾿ αὐτοῦ κρυφὰ κρυφὰ καὶ τὸν σταυρό του κάνει
μὲ φόβο καὶ μ᾿ ἐλπίδα.

Ἔτσι κι᾿ ἐγώ, βαστούμενη στὸ πατρικό μου χέρι,
ἐπῆγα καὶ προσκύνησα. Καὶ ἐδ᾿ αὐτοῦ μ᾿ ἐφάνη-
Ὄχι μ᾿ ἐφάνη! Εἶδα:

Μέσ᾿ στὸ σκοτάδι τὸ βαθὺ ἕν᾿ ἄστρο, σὰν λυχνάρι,
σὰν μία φλόγα μυστική, ἀπ᾿ τὸν Θεὸ ἀναμμένη.
γαλάζια λάμψι χύνει.

Καὶ φέγγει τὴν λευκόχλωμη τοῦ Βασιλέως χάρι,
ποὺ μὲ κλεισμένα βλέφαρα ἐξαπλωμένος μένει
στὴν ἀργυρή του κλίνη.

- Ἀπέθανε, γιαγιά; - Ποτέ, παιδάκι μου! Κοιμᾶται,
κοιμᾶται μόνο! Τὴν χρυσὴ κορῶνα στὸ κεφάλι,
τὸ σκῆπτρο του στὸ χέρι.

Καί, σὰν παληοί του σύντροφοι, πιστοί του
παραστᾶται, στὰ στήθη τ᾿ ὁ Σταυραετός, στὰ πόδια του
προβάλλει δικέφαλο Ξαφτέρι.

Ἐπάν᾿ ἀπ᾿ τὸ κεφάλι του, ἡ ἀσπίδα παραστέκει,
κι᾿ ἐκεῖ ποὺ τὸ χρυσόπλεκτο, τὸ ψηφωτὸ ζωνάρι
τὴν μέση του κατέχει,

σὰν ἀστραπὴ π᾿ ἀπέμεινε χωρὶς ἀστροπελέκι,
ζερβιά, ὡς κάτου κρέμεται τ᾿ ἀστραφτερὸ θηκάρι-
μέσα σπαθὶ δὲν ἔχει!

-Γιατί, γιαγιά; Ποῦ εἶναι τό; -Βαμμένο μέσ᾿ στὸ αἷμα,
ἀκόμ᾿ ὡς τώρα βρίσκεται σ᾿ ἑνὸς ἀγγέλου χέρι,
στὸν οὐρανὸ ἐπάνου...

Ἤτανε τότε ποὺ ἡ Τουρκιὰ τὴν Πόλην ἐπολέμα.
Μέσα μία φοῦχτα ἐλεύθεροι, ἀπ᾿ ἔξω μύριο ἀσκέρι,
οἱ σκλάβοι τοῦ Σουλτάνου.

Κι᾿ ὁ Μωχαμὲτ ὁ ἴδιος του πὰ στ᾿ ἄγριό του ἄτι
-Δός μου τῆς Πόλης τὰ κλειδιά! τοῦ Κωνσταντίνου κράζει,
καὶ τὸ σπαθί σου δός μου!

-Ἔλα καὶ πάρ᾿ τα! λέγ᾿ αὐτός, τοῦ Τούρκου τοῦ μουχτάτη
Ἐγὼ δὲν δίνω τίποτε! Τίποτ᾿ ἐνόσῳ βράζει
μία στάλλα γαῖμα ἐντός μου!-

Κι᾿ ἐπρόβαλαν τὰ λάβαρα, κι᾿ ἀρχίνησεν ἡ μάχη!
Σαράντα μέραις πολεμοῦν, σαράντα μερονύχτια
χτυπιοῦνται καὶ χτυποῦνε,

οἱ Τοῦρκοι σὰν τὰ κύματα κι᾿ οἱ Χριστιανοὶ σὰν βράχοι.
Κι᾿ οὔτε τῶν Φράγκων προδοσιαίς, οὔτε τῶν φλάρων δίχτυα
τὸν Βασιλέα σειοῦνε.

Ἀπ᾿ ταὶς σαράντα κι᾿ ὕστερα Θεὸς τὸν παραγγέλλει.
-Γιὰ τοῦ λαοῦ τὰ κρίματα, εἶναι γραφτὸ νὰ γείνῃ,
προσκύνα τὸν Σουλτάνο!-

Μ᾿ αὐτός, τὸ χέρι στὸ σπαθί, πεισμόνεται, δὲν θέλει!
-Πρὶν μπρὸς σὲ Τοῦρκο τύραννο τὸ γόνατό μου κλίνῃ,
πὲς κάλλιο ν᾿ ἀποθάνω!-

Ἔξ᾿ ἀπ᾿ τὸ κάστρο χύνεται μὲ σπάθα γυμνωμένη,
καὶ σφάζει Τούρκων κατοσταὶς κι᾿ ἀγαρινῶν χιλιάδες-
Ἐκεῖνος κι᾿ ὁ στρατός του.

Μὰ ἦτ᾿ ὀλίγος ὁ στρατός, κι᾿ οἱ πρῶτοι λαβωμένοι!
Ἔπεσαν τ᾿ ἀρχοντόπουλα ἔφυγαν οἱ Ρηγάδες,
κι᾿ ἀπέμεινεν ἀτός του.

Ὅσο τὸν ζώνουν τὰ σκυλιά, τόσο χτυπᾷ καὶ σφάζει,
σὰν πληγωμένος λέοντας, σὰν τίγρη τῆς ἐρήμου,
ποὺ τὰ παιδιά της σκώσουν.

Μὰ κεῖ τοῦ πέφτει τ᾿ ἄλογο! Καὶ πέφτ᾿ αὐτὸς καὶ κράζει.
-Δὲν βρίσκετ᾿ ἕνας Χριστιανὸς νὰ πάρ᾿ τὴν κεφαλή μου,
πρὶν πᾶν καὶ μὲ σκλαβώσουν;-

Μιὰ τρίχα καὶ τὸν σκότωνεν Ἀράπικη λεπίδα!
Μὰ δὲν τὸ ἤθελ᾿ ὁ Θεός. Δὲν ἤθελε ν᾿ ἀφίσῃ
τῶν Χριστιανῶν τὸ Γένος

αἰώνια δίχως βασιλιᾶ κι᾿ ἐλευθεριᾶς ἐλπίδα.
Γι᾿ αὐτὸ προστάζ᾿ ἕν᾿ ἄγγελο νὰ πὰ νὰ τὸν βοηθήση,
σὰν ἦταν κυκλωμένος.

Κι᾿ αὐτὸς τὸν Μαῦρο λακπατᾷ, τὸν Βασιλὲ γλυτώνει.
τὸ κοφτερό του τὸ σπαθί του παίρν᾿ ἀπὸ τὸ χέρι,
τοὺς Τούρκους διασκορπίζει.

Πὰ στὰ λευκά του τὰ φτερὰ τὸν Βασιλέα σκώνει,
μέσ᾿ στὸ πλατὺ τὸ σπήλαιο, ποὺ σ᾿ εἶπα, τόνε φέρει,
κι᾿ ἐκεῖ τόνε κοιμίζει.-

-Καὶ τώρα πιὰ δὲν εἰμπορεῖ, γιαγιάκα, νὰ ξυπνήσῃ;
-Ὢ βέβαια! Καιροὺς καιρούς, σηκώνει τὸ κεφάλι,
στὸν ὕπνο τὸν βαθύ του,

καὶ βλέπ᾿ ἂν ἦρθεν ἡ στιγμή, πὤχ᾿ ὁ Θεὸς ὁρίσει,
καὶ βλέπ᾿ ἂν ἦρθ᾿ ὁ ἄγγελος γιὰ νὰ τοῦ φέρῃ πάλι
τὸ κοφτερὸ σπαθί του.

-Καὶ θἄρθη, ναί, γιαγιάκα μου; -Θἄρθη, παιδί μου, θἄρθη.
Καὶ ὅταν ἔρθῆ, τί χαρὰ στὴν γῆ, στὴν οἰκουμένη,
σ᾿ ὅποιους θὰ ζοῦνε τότε!

Διπλό, τριπλὸ θὰ πάρουμεν αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐπάρθη,
κι᾿ ἡ Πόλη, κι᾿ ἡ Ἁγιασοφιὰ δική μας θένα γένη.
-Πότε, γιαγιά μου; Πότε;

-Ὅταν τρανέψῃς, γυόκα μου, κι᾿ ἀρματωθῇς καὶ κάμῃς
τὸν ὅρκο στὴν Ἐλευθεριά, σὺ κι᾿ ὅλ᾿ ἡ νεολαία,
νὰ σώσετε τὴν χώρα.

Τότε θὲ νἄρθ᾿ ὁ ἄγγελος κι᾿ ἀγγελικαὶ δυνάμεις,
νὰ μποῦνε, νὰ ξυπνήσουνε, νὰ ποῦν στὸν Βασιλέα,
πὼς ᾖλθε πιὰ ἡ ὥρα!

Κι᾿ ὁ Βασιλὲς θὰ σηκωθῇ, τὴν σπάθα του θὰ δράξη,
καί, στρατηγός σας, θὲ νὰ μπῇ στὸ πρῶτο του βασίλειο
τὸν Τοῦρκο νὰ χτυπήσῃ.

Καὶ χτύπα, χτύπα θὰ τὸν πὰ μακρὰ νὰ τὸν πετάξῃ,
πίσω στὴν Κόκκινη Μηλιά, καὶ πίσ᾿ ἀπὸ τὸν ἥλιο,

ποὺ πιὰ νὰ μὴ γυρίσῃ!

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Ἡ διαδοχὴ τῶν ἀτόμων.

τοῦ Arthur Schopenhauer



Πολλὲς φορὲς θὰ πρέπει νὰ σᾶς ἔχει συμβεῖ τούτο. Νὰ κοιτᾶτε πρὸς τὸ μέλλον καὶ νὰ προσπαθεῖτε νὰ φανταστεῖτε τὶς μελλοντικὲς γενιές. Ἐκατομμύρια ἀνθρώπων θὰ εἶναι τόσο διαφορετικοὶ στὰ ἤθη τους, στὸ ντύσιμό τους, στὸν τρόπο ζωῆς τους. Ἀπὸ ἐδῶ βγαίνει μιὰ πολὺ φυσικὴ ἐρώτηση: Ὅλα αὐτά τά ἄτομα ποῦ βρίσκονται τώρα; Ἀπό ποῦ θά βγοῦν; Ποῦ εἶναι ἡ πλούσια ἐκείνη λαγόνα τοῦ μηδενός πού ἐγκυμονεῖ τόν κόσμο καί ποῦ αὐτή τώρα τή στιγμή κρύβει τίς μελλοντικές γενιές;

Ἀλλὰ σ' αὐτὴ τὴν τόσο μπερδεμένη ἐρώτηση μποροῦμε κάλλιστα νὰ ἀπαντήσουμε χαμογελώντας. «Αὐτὴ ἡ πλούσια λαγόνα ποῦ ἀλλοῦ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι παρὰ ἐκεῖ ποὺ ἤτανε πάντα, δηλαδὴ μέσα στὸ ἴδιο τὸ παρὸν ποὺ ζοῦμε, καὶ μᾶς περιέχει ὁλοκληρωτικά, ἐπομένως βρίσκεται μέσα σὲ μᾶς τοὺς ἴδιους, τοὺς μωρούς, ποὺ ξεχνᾶμε τὴν οὐσία μας καὶ μοιάζουμε, σὰν τὸ δένδρινο φύλλο ποὺ τὰ πρώτα ἀεράκια τοῦ φθινοπώρου τὸ ῥίχνουν καὶ καθῶς εἶναι κιτρινισμένο σκέφτεται πὼς σὲ λίγο θὰ πέσει κάτω καὶ θὰ πατηθεῖ καὶ δὲν παρηγοριέται μὲ τὴν ἰδέα ὅτι καινούργια φύλλα θὰ στολίσουν τὴν ἄνοιξη τὸ ὄμορφο δένδρο παρὰ ὀδύρεται πιστεύοντας πὼς θὰ εἶναι ἄλλα φύλλα, ἀνόμοια πρὸς αὐτὸ ἀπὸ ἄλλη οὐσία». Ἄμυαλο φύλλο, ψάξε νὰ βρεῖς ἀπὸ ποῦ βγῆκες. Ψάξε νὰ βρεῖς τὴν ἄβυσσο τοῦ μηδενὸς ποὺ τόσο φοβάσαι πὼς θὰ πέσεις μέσα. Καὶ τότε σίγουρα θὰ βρεῖς τὸν ἐαυτό σου καὶ ὅλα τὰ ἄλλα φύλλα μέσα στὴν κρυφή, τὴν ἐνδόμυχη δύναμη τοῦ δένδρου ποὺ ἡ ἐνέργειά του καθόλου δὲν πειράχτηκε οὔτε ἀπὸ τὴ γέννηση οὔτε ἀπὸ τὸ θάνατο. Μήπως μέ τῶν ἀνθρώπων τίς γενιές δέν συμβαίνει τό ἴδιο, ὅτι γίνεται καί σ' αὐτές τῶν φύλλων;

«Οἵη πὲρ φύλλων γενεή, τοιήδε καὶ ἀνδρῶν»




Arthur Schopenhauer
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Γ. ΕΓΓΛΕΖΟΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ν.ΔΑΜΙΑΝΟΣ / ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Symphony No. 104 - London.

τοῦ Franz Joseph Haydn



Prom 75: Vienna Philharmonic Orchestra -- Haydn & R. Strauss
Haydn - Symphony No. 104 in D major, 'London'

Vienna Philharmonic Orchestra
Bernard Haitink conductor

Royal Albert Hall, 7 September 2012

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Ἡ ἀστάθεια τοῦ μεροκάματου εἶναι ἡ πιὸ σοβαρὴ πληγὴ τῆς ἀστικῆς οἰκονομίας.

τοῦ Ἀδόλφου Χίτλερ



Ὁ νεαρὸς ἀγρότης ἔρχεται στὴν πόλη, ἀναζητώντας δουλειὰ ποὺ τὴ νομίζει πιὸ εὔκολη - ποὺ ἴσως εἶναι πραγματικὰ - καὶ ποὺ δὲν θὰ τὸν κουράζει πολύ. Τὸν τραβᾶνε ἀκόμη τὰ ζαλιστικὰ φῶτα καὶ ἡ λάμψη τῆς πολιτείας. Συνηθισμένος σὲ μίαν ὡρισμένη σιγουριὰ κέρδους, θἄθελε πρὶν ἀφήσει τὴ δουλειά του νὰ βρεῖ μιὰ ἄλλη, ἢ τουλάχιστον νἄχει ὑπ' ὄψη του μιὰν ἄλλη. Γιατὶ ἡ ἔλειψη καλλιεργητῶν εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε ἡ ἀνεργία σ' αὐτὸν τὸν τομέα εἶναι ἀπίθανη. Καὶ εἶναι πλάνη νὰ σκεφτοῦμε α πριόρι ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἐγκαταλείπουν τὰ χωράφια τους γιὰ νἄρθουν στὴν πόλη εἶναι χειρότεροι ἀπ' αὐτοὺς ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ δουλεύουν ἐκεῖ. Τὸ ἀντίθετο: ἡ πεῖρα ἔχει ἀποδείξει ὅτι τὰ ὑγιῆ στοιχεῖα καὶ οἱ ζωντανὲς φύσεις μεταναστεύουν. Ὅταν λέμε μετανάστευση δὲν ἐννοοῦμε μόνον τὴ φυγὴ πρὸς τὴν Ἀμερική, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅτι ἕνας νεαρὸς ἀφήνει τὸ χωριό του γιὰ νὰ πάει σὲ μιὰ μεγάλη ἄγνωστη πόλη. Τὸ ἴδιο κι αὐτὸς εἶναι ἔτοιμος νὰ τρέξει πίσω ἀπὸ ἕνα ἀβέβαιο μέλλον. Συνήθως ἔρχεται στὴν πόλη μὲ πολὺ λίγα χρήματα καὶ παρόλαυτα δὲν ἀπογοητεύεται τὶς πρῶτες μέρες ἂν ἡ κακή του τύχη δὲν τὸν βοηθήσει νὰ βρεῖ ἀμέσως δουλειά. Ἀλλὰ ὅταν ἡ δουλειὰ ποὺ θὰ βρεθεῖ, χαθεῖ σὲ λίγον καιρό, τότε τὸ πράγμα γίνεται πιὸ σοβαρό· τὸ νὰ βρεῖς μιὰν ἄλλη, πρὸ πάντων μέσα στὸν χειμώνα, εἶναι πολὺ δύσκολο ἄν ὄχι ἀδύνατο. Ἔτσι περνοῦν μερικὲς ἐβδομάδες. Παίρνει τὸ ἐπίδομα ἀνεργίας ποὺ τοῦ παρέχει τὸ συνδικάτο του καὶ ποὺ γρήγορα ξοδεύεται. Στὸ τέλος ὅταν τὸ τελευταῖο μάρκο, τὶ τελευταῖο πφένιχ ἔχει τελειώσει κι ὅταν τὸ ταμεῖον ἀνεργίας, μετὰ τὸ καθορισμένο χρονικὸ διάστημα, σταματήσει νὰ πληρώνει, ἔρχεται ἡ ἐξαθλίωση. Σἐρνεται ἐδῶ κι ἐκεῖ πεινασμένος. Πουλᾶ ἢ βάζει ἐνέχυρο ὅ,τι ἔχει καὶ δὲν ἔχει.  Μὲ τὰ ῥοῦχα ποὺ φορεῖ μόνο καὶ μὲ τοὺς φίλους ποὺ τοῦ ἀπόμειναν φτάνει στὴν τέλεια ἐγκατάλειψη ψυχικὴ καὶ σωματική. Μὴ ἔχοντας οὔτε ποὺ νὰ μείνει, κι αὐτὸ μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ χειμώνα ὅπως σχεδὸν συμβαίνει, ἡ καταστροφή του ὁλοκληρώνεται. Τὴ δεύτερη φορὰ θὰ συμβοῦν τὰ ἴδια, τὴν τρίτη φορά, θἄναι χειρότερα, μέχρι ποὺ νὰ μάθει νὰ ὑπομένει λίγο-λίγο μὲ ἀδιαφορία αὐτὸ τὸ ἀβέβαιο πεπρωμένο του. Ἡ ἐπανάληψη γεννᾶ τὴ συνήθεια.

Ἔτσι, αὐτὸς ποὺ ἄλλοτε ἦταν ἕνας ἄνθρωπος γεμάτος ὄρεξη γιὰ δουλειά, ὑποχωρεῖ κι ἐγκαταλείπεται στὸ κάθε τί ὥσπου νὰ καταντήσει ἕνα ἀπλὸ ὄργανο στὰ χέρια αὐτῶν ποὺ ἐπιδιώκουν ταπεινὰ κέρδη. Ἡ ἀνεργία του τὸν ντροπιάζει τόσο, ὅσο καὶ τὸ ν' ἀγωνιστεῖ γιὰ τὶς οἰκονομικές του διεκδικήσεις ἢ γιὰ νὰ ἐξουδετερώσει τὶς Ἐθνικὲς ἀξίες τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Κάνει ἀπεργία ὄχι ἀπὸ συνείδηση ἀλλὰ ἀπὸ ἀδιαφορία.

Θὰ μποροῦσα ν' ἀποδείξω τὸ ἐπιχείρημά μου αὐτὸ μὲ χιλιάδες παραδείγματα. Κι ὕστερα νὰ μιλήσω γιὰ τὸ πόσο βαθειὰ ἦταν ἡ ἀποδοκιμασία μου γι αὐτὲς τὶς πολιτεῖες τῶν πολλῶν ἐκατομμυρίων κατοίκων ποὺ τραβοῦν τόσο λαίμαργα τοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ τοὺς τσακίσουν κατόπιν τόσο λαίμαργα.




Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Ὁ Ἀγῶν μου»

Plowing.

τοῦ Julius Paul Junghanns



Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Περὶ κοσμικῶν κύκλων, Μανβαντάρα καὶ περιόδων.

τῆς Helena Blavatsky



Μιὰ καὶ τὸ σύνολο ὕπαρξης τῆς Πλανητικῆς μας Ἀλυσίδας (δηλ. τῶν Ἐπτὰ Περιόδων) εἶναι 4.320.000.000 χρόνια καὶ βρισκόμαστε τώρα στὴν τέταρτη περίοδο, καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὸν παρόντα γήινο κύκλο ἔχουμε 1.955.884.685 χρόνια ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Κοσμικῆς Ἐξελίξεως τοῦ Πλανήτη Α, ἐπομένως ἀπὸ χρονικῆς ἀπόψεως θὰ φθάσουμε στὸ μεσαῖο σημεῖο ἢ τὶς τρισήμισι Περιόδους, σὲ 204.115.315 χρόνια, ἐνῶ ἔχουμε σχεδὸν φθάσει στὸ μεσαῖο σημεῖο πάνω στὸν πλανήτη Δ καὶ στὴ δική μας 5η φυλή...

Τὸ ἀστρολογικὸ ἔργο ἀναφέρει:

«Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐτῶν ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Βαϊβασβάτα Μανβαντάρα ἰσούται μὲ 18.618.725 χρόνια».

Ἡ Μυστικὴ Δοξασία μᾶς λέει:

Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐτῶν ποὺ πέρασαν ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Ντιὰν Τσόχαν, γνωστὸς στὴν Ἰνδία σὰν Μανοῦ Βαϊβασβάτα, ἐγκαινίασε τὴν ἀνθρώπινη Μανβαντάρα πάνω στὸν πλανήτη μας Δ, στὴν παρούσα Περίοδο – ἰσούται μὲ 18.618.725 χρόνια.

Γιὰ σκοποὺς συγκρίσεως καὶ ταυτόχρονα γιὰ νὰ κάνουμε πιὸ σαφεῖς μερικὲς σανσκριτικὲς ἐκφράσεις, ἀναφέρουμε ἀπὸ τὸ ἔργο  «Ἀποκαλυμμένη Ἴσιδα» (τομ. Ι), ὅσα λέγονται σχετικὰ μὲ τὶς ἰνδικὲς Κάλπα.

«Οἱ Βριχασπάτι ἢ οἱ περίοδοι ποὺ ὀνομάζονται γιούγκα καὶ Κάλπα εἶναι ζωτικὰ προβλήματα ποὺ πρέπει νὰ λυθοῦν. Ἡ Σάτια Γιούγκα καὶ οἱ Μπουντικοὶ χρονολογικοὶ κύκλοι θὰ κάνουν ἕνα μαθηματικὸ νὰ μείνει κατάπληκτος μπροστὰ στὴ σειρὰ τῶν ψηφίων. Ἡ Μάχα Κάλπα περιλαμβάνει ἕναν ἄπειρο ἀριθμὸ κύκλων μέχρι πίσω, στὶς προκατακλυσμιαίες ἐποχές. Τὸ σύστημά τους ἀποτελείται ἀπὸ μιὰ κάλπα ἢ μεγάλη περίοδο 4.320.000.000 ἐτῶν, τὴν ὁποία διαιροῦν σὲ τέσσερις μικρότερες γιούγκα ποὺ ἔχουν ὡς ἐξῆς:
                                                             Χρόνια
1.Σάτια γιούγκα................................ 1.728.000
2.Τρέτια γιούγκα..............................  1.296.000
3.Ντβάπα γιούγκα............................    864.000
4.Κάλι γιούγκα.................................    432.000
                                                     ____________
                                           Σύνολο   4.320.000


Ὅλες μαζὶ σχηματίζουν μιὰ θεία ἐποχὴ ἢ Μάχα γιούγκα. Ἕβδομήντα δύο Μάχα γιούγκα ἀποτελοῦν 306.720.000 χρόνια, στὰ ὁποία προστίθεται ἕνα σάντι (τὸ διάστημα ὅπου ἐνώνονται ἡ μέρα καὶ ἡ νύχτα, τὸ λυκαυγὲς καὶ τὸ λυκόφως), ποὺ ἰσούται μὲ μία Σάτια γιούγκα, 1.728.000 χρόνια, τὰ ὁποία συνθέτουν τὴν κάλπα ἢ μεγάλη περίοδο τῶν 4.320.000.000 ἐτῶν. Καθῶς βρισκόμαστε μόλις στὴν Κάλι γιούγκα τῆς εἰκοστῆς ὄγδοης ἐποχῆς τοῦ ἑβδόμου μανβαντάρα τῶν 308.448.000 ἐτῶν, ἔχουμε ἀκόμα ἀρκετὰ χρόνια μπροστά μας πρὶν φθάσουμε ἔστω καὶ στὸ μισὸ τοῦ χρόνου ποὺ παραχωρήθηκε στὸν κόσμο μας».

Τὰ ἐξωτερικὰ μπραχμανικὰ ἔργα ἀναφέρουν 4.320.000.000 χρόνια σὰν διάρκεια τῆς μεγάλης Κάλπα ἢ «Ἡμέρας τοῦ Μπράχμα». Ἐδῶ περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἑπτὰ «Περίοδοι» τῆς Πλανητικῆς Ἀλυσίδας μας, δηλαδὴ ἡ περίοδος τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως σὲ διάφορα πεδία διαφορετικῶν περιόδων, μαζὶ μὲ αὐτὲς ποὺ ὀνομάζονται «Συσκοτίσεις» ἢ περίοδοι ἀναπαύσεως γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα μεταξὺ δύο πλανητῶν, στὸ πέρασμά της ἀπὸ τὸν ἕνα στὸν ἄλλο, ἀφοῦ ἔχουν ἀναπτυχθεῖ οἱ ἑπτὰ Φυλές της πάνω στὸν πλανήτη. Περιλαμβάνει ἐπίσης τὴν περίοδο Σάντι (λυκόφως) ποὺ ἰσούται μὲ μία Σάτια Γιούγκα. Ἂν δεχθοῦμε τοὺς παραπάνω ἀριθμοὺς σὰν βάση, σύμφωνα μὲ ὀρισμένες μαθηματικὲς σειρὲς ἔχουμε τὰ ἀκόλουθα ἀποτελέσματα:
                                                                           Χρόνια
Πρώτη Περίοδος............................................. 154.285.714
Δεύτερη Περίοδος.......................................... 308.571.428
Τρίτη Περίοδος.............................................. 462.857.142
Τέταρτη Περίοδος.......................................... 617.142.856
Πέμπτη Περίοδος............................................ 771.428.570
Ἔκτη Περίοδος............................................... 925.714.284
Ἕβδομη Περίοδος........................................ 1.079.999.998
                                                            _______________
                                                                       4.319.999.992 (1)

Ἔτσι ἔχουμε 617.142.856 χρόνια σὰν Τέταρτη Περίοδο. Καὶ ἀφοῦ ἡ «Νύχτα τοῦ Μπράχμα», ἢ κύκλος Ἀναπαύσεως, εἶναι πάντα ἴση μὲ τὴν «Ἠμέρα τοῦ Μπράχμα» (ἢ κύκλο δραστηριότητος) σὲ κάθε πλανήτη, ἔπεται ὅτι ἡ δραστηριότητα σὲ αὐτὴν τὴν 4η περίοδο ἰσούται μὲ 308.571.428 χρόνια. Ὑπερβαίνει ἐπομένως τὴ διάρκεια τῆς δικῆς μας Μανβαντάρα (308.448.000 χρόνια) ποὺ δίνεται στοὺς μπραχμανικοὺς ὑπολογισμοὺς μόνο κατὰ 123.428 χρόνια. Τοῦτο θὰ μποροῦσε νὰ ξεπεραστεῖ ἂν κατὰ τὴν ἐκτέλεση τῶν ὑπολογισμῶν ἀφαιρούσαμε τὴν περίοδο τῆς Κάλπα, ποὺ ἰσούται μὲ μιὰ Σάτια Γιούγκα καὶ τὴν ὁποία οἱ Μπραχμάνοι γιὰ ἐσωτερικοὺς σκοποὺς πρόσθεσαν στὴν «Ἠμέρα τοῦ Μπράχμα»... Ἀκολουθώντας τὴν ἴδια μαθηματικὴ διαδικασία βρίσκουμε ὅτι ἡ διάρκεια τῆς ἀνθρωπότητας πάνω σὲ κάθε πλανήτη στὴ δική μας Τέταρτη Περίοδο, κατὰ τὸν κύκλο τῆς δραστήριότητάς του, εἶναι ἡ ἀκόλουθη:
                                                                  Χρόνια
Πλανήτης Α............................................... 11.020.408
Πλανήτης Β............................................... 22.040.816
Πλανήτης Γ............................................... 33.061.224
Πλανήτης Δ............................................... 44.081.632
Πλανήτης Ε............................................... 55.102.040
Πλανήτης Στ'............................................. 66.122.448
Πλανήτης Ζ............................................... 77.142.856
                                                     __________________
                                                                  308.571.414 (2)
Τώρα θὰ φανεῖ ὅτι 44.081.632 χρόνια εἶναι ἡ Ἀνθρώπινη Περίοδος Δραστηριότητας τοῦ Πλανήτη μας σὲ αὐτὴ τὴν Περίοδο. Ἐφαρμόζοντας τὴν ἴδια ἀναλογία ἔχουμε τὰ ἴδια ἀποτελέσματα:


ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΚΑΘΕ ΦΥΛΗΣ ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΜΑΣ
                                                                      Χρόνια
Πρώτη Φυλή................................................ 1.574.344
Δεύτερη Φυλή.............................................. 3.148.688
Τρίτη Φυλή.................................................. 4.723.032
Τέταρτη Φυλή.............................................. 6.297.376
Πέμπτη Φυλή............................................... 7.871.720
Έκτη Φυλή................................................... 9.446.064
Έβδομη Φυλή.............................................. 11.020.408
                                                          ________________
                                                                      44.081.632

Ὁ ἀναγνώστης θὰ παρατηρήσει ὅτι στοὺς ὑπολογισμούς μας δώσαμε τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν κατανόηση αὐτῶν τῶν διαφορετικῶν κύκλων. Μέχρι τώρα τὰ ἐξωτερικὰ ἔργα ἔδιναν μόνο τὸν κύκλο τῆς ἠμέρας τοῦ Μπράχμα, χωρὶς νὰ δίνουν τὶς ἄλλες περιόδους ποὺ θὰ βοηθούσαν στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Μυστικοῦ, καὶ ἐπιπλέον χωρὶς νὰ δίνουν τὸ ἴδιο τὸ κλειδί, τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει στὰ ἀποτελέσματα ποὺ ἀναφέρθηκαν πιὸ πάνω. Ἀλλὰ ἂν γνωρίζουμε τὴν Ἠμέρα τοῦ Μπράχμα καὶ ἂν ξέρουμε ὅτι ὑπάρχουν ἑπτὰ περίοδοι, ποὺ καθεμία καλύπτει ἑπτὰ πλανήτες, ἐνῶ ὁ κύκλος ἀνάπαυσης ἑνὸς πλανήτη σὲ κάθε περίοδο ἰσούται μὲ ἐκείνη τῆς δραστηριότητᾶς του καὶ ἂν ἀκόμη σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς γνώσεις χρησιμοποιήσουμε τὸ κλειδὶ τῶν σειρῶν τῆς ἑπταπλῆς ἀριθμητικῆς προόδου, τότε θὰ ἔχουμε τοὺς ἀριθμοὺς ποὺ φαίνονται στοὺς πίνακες. Ὑπάρχει μιὰ βαθμιαία αὔξηση ἀπὸ τὸ ἕνα ὡς τὸ ἑπτά. Ἡ διάρκεια ὕπαρξης τῆς ἀνθρωπότητας κατὰ τὶς Ἑπτά Περιόδους εἶναι: 1:2:3:4:5:6:7. Σὲ κάθε Περίοδο ἡ διάρκεια τῆς ὕπαρξης τῆς ἀνθρωπότητας πάνω στὰ ἑπτὰ πεδία τῆς πλανητικῆς μας ἀλυσίδας εἶναι: 1:2:3:4:5:6:7. Ὁ πλανήτης ἀναπτύσσει τὶς 7 φυλὲς διαδοχικά, πρὶν μπορέσει ἡ ἀνθρωπότητα νὰ περάσει στὸν ἐπόμενο πλανήτη. Τὸ μεσοδιάστημα ἀνάμεσα στὴν ἐξαφάνιση τῆς ἀνθρωπότητας ἀπὸ ἕναν πλανήτη καὶ τὴν ἐμφάνισή της στὸν ἐπόμενο ἰσούται μὲ τὴν ὕπαρξή της πάνω στὸν πλανήτη ἀπὸ τὸν ὁποῖο μόλις ἔφυγε. Πάρτε λοιπόν, 4.320 ἐκατομμύρια σὰν μιὰ μέρα τοῦ Μπράχμα, ὑπολογίστε σύμφωνα μὲ τὴν παραπάνω ἐρμηνεία καὶ θὰ φθάσετε στὰ ἀποτελέσματα ποὺ σᾶς δώσαμε. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὰ ἰνδικὰ ἐξωτερικὰ ἔργα ὁ κύκλος τῆς Μανβαντάρα (μιᾶς Περιόδου) δίνεται σὰν 308 ἐκατομμύρια, μιλώντας μὲ στρογγυλοὺς ἀριθμούς. Δύο λόγοι μπορεῖ νὰ δικαιολογοῦν τὴν υἰοθέτηση μιᾶς τέτοιας πορείας. Ἀρχικά, ἡ διάρκεια τῆς 4ης Περιόδου, σύμφωνα μὲ τοὺς ὑπολογισμούς μας, εἶναι περίπου 617 ἐκατομμύρια σὲ στρογγυλοὺς ἀριθμούς. Ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει ὅτι ὁ κύκλος δραστηριότητας τῆς πλανητικῆς ἀλυσίδας σὲ μιὰ περίοδο ἰσούται μὲ τὸν κύκλο ἀνάπαυσης τῆς ἴδιας περιόδου, ἐνῶ ἡ ἀνθρωπότητα ἀναπαύεται κατὰ τὸ πέρασμά της ἀπὸ πλανήτη σὲ πλανήτη. Διαιρέστε τὴν 4η Περίοδο σὲ δυὸ ἴσα μέρη καὶ θὰ ἔχετε 308 ἐκατομμύρια, τὸ Μανβανταρικὸ κύκλο τῆς δικῆς μας Περιόδου. Ἔτσι, ὁ κύκλος τῆς Περιόδου μας μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἀρχικὰ σὰν Μανβανταρικὸς κύκλος. Ὁ δεύτερος λόγος ἴσως νὰ εἶναι ὁ ἐξῆς: Ὁ πλανήτης μας εἶναι ἡ ἀκριβὴς μέση περίοδος καὶ ἐμεῖς βρισκόμαστε στὸ μέσον τῶν ἑπτὰ Περιόδων. Ἐπομένως ὁ κύκλος τῆς περιόδου μας μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ὑποδηλώνει τὴ μέση Μανβανταρικὴ περίοδο, δίνοντας ταυτόχρονα τὸ κλειδὶ γιὰ τὸ μυστήριο τῆς γεωμετρικῆς προόδου. Ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει ὅτι οἱ παραπάνω ἀριθμοὶ εἶναι ἀκριβεῖς, ὰν εἶναι σωστοὶ οἱ ἐξωτερικοὶ ὑπολογισμοὶ τῶν Μπραχμάνων σχετικὰ μὲ τὴν ἠμέρα τοῦ Μπράχμα. Ἀλλὰ μποροῦμε νὰ δηλώσουμε ξανὰ σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο ὅτι οἱ ἀριθμοὶ δὲν δίνονται σωστά. Μποροῦμε, ὅμως, νὰ προσθέσουμε ὅτι οἱ ἐρμηνείες ποὺ δίνονται ἀπὸ μᾶς σχετικὰ μὲ τὶς προόδους κτλ εἶναι γεγονότα καὶ μποροῦν νὰ χρησιμοποιηθοῦν μὲ ἐμπιστοσύνη ὅταν κάποιος ἀπὸ τοὺς παραπάνω ἀριθμοὺς εἶναι γνωστὸς μὲ ἀκρίβεια, γιὰ τὸν ὑπολογισμὸ ὅλων τῶν ὑπολοίπων. Τὶς διαδικασίες αὐτὲς τὶς ἐξηγήσαμε, γιατὶ ξέρουμε ὅτι οὔτε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀκριβεῖς ἀριθμοὺς δὲ θὰ ἀποκαλυφθεῖ ποτέ, ἀφοῦ ἀνήκουν στὰ Μυστήρια τῶν Μυήσεων καὶ στὰ Μυστικὰ τῆς ἀπόκρυφης ἐπιδράσεως τῶν Ἀριθμῶν.



______________

1.      Εἶναι φανερὸ ὅτι προκειμένου νὰ ἔχουμε στρογγυλοὺς ἀριθμοὺς στοὺς ὑπολογισμούς μας παραλείψαμε τοὺς δεκαδικούς. Ἔτσι συνολικὰ ἀπὸ τὴν «Ἠμέρα τοῦ Μπράχμα» ἀφήσαμε ἔξω μιὰ περίοδο ὀκτὼ ἐτῶν. Θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ ὅτι κάθε «Περίοδος» στὸν παραπάνω πίνακα σημαίνει τόσο τὴν περίοδο τῆς πλανητικῆς Δραστηριότητας, ὅσο καὶ τὴν περίοδο τῆς ἐνδοπλανητικῆς Ἀναπαύσεως.

2.      Γιὰ νὰ ἔχουμε πάλι στρογγυλοὺς ἀριθμοὺς ἀφήσαμε ἔξω τὰ δεκαδικὰ καὶ ἔτσι ὑπάρχει πάλι μιὰ μικρὴ διαφορά. Οἱ ἀριθμοὶ αὐτοί, ἂν διπλασιαστοῦν, θὰ μᾶς δώσουν 28 χρόνια λιγότερα ἀπὸ τὴν 4η Περίοδο ποὺ ἀναφέρθηκε πιὸ πάνω. Ἐδῶ στὸν κύκλο τῆς δραστηριότητας ἔχουμε μιὰ διαφορὰ μόνο δεκατεσσάρων ἐτῶν.





H. P. BLAVATSKY
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΣΑΚΑΛΗΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Εὔρηκα [Ἀπόσπασμα 2].

τοῦ Edgar Allan Poe



          Πορευόμαστε ἀνάμεσα στὰ πεπρωμένα τῆς γήινης ὕπάρξεῶς μας – εἴμαστε περικυκλωμένοι ἀπὸ ἀμυδρὲς Ἀναμνήσεις ἑνὸς πολὺ πλατύτερου Πεπρωμένου, μακρινοῦ, χαμένου στὸ παρελθὸν αἰώνων, καὶ ἀσύλληπτα τρομεροῦ.

          Ἡ Νιότη μας εἶναι παράξενα στοιχειωμένη ἀπὸ τέτοιες σκιές. Ποτὲ ὅμως δὲν τὶς παίρνουμε γιὰ ὄνειρα. Τὶς γνωρίζουμε σὰν Ἀναμνήσεις. Ὅσο διαρκεῖ αὐτὴ ἡ Νιότη, ἡ διαφορὰ εἶναι ὁλοφάνερη. Καὶ δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ τὶς ἐκλάβουμε γιὰ κάτι ἄλλο, ἔστω καὶ στιγμιαῖα.

          Ὅσο εἴμαστε νέοι, ἡ αἴσθηση πὼς ὑπάρχουμε εἶν’ ὅ,τι φυσικότερο. Τὸ κατανοοῦμε πλήρως. Τ’ ὅτι κάποτε δὲν ὑπήρχαμε - ἤ, καὶ τὸ σπουδαιότερο, πὼς ἴσς δὲν ὑπήρξαμε ποτέ – συνιστᾶ μιὰν ἀπὸ τὶς ἀντιλήψεις πού, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Νεότητας, δυσκολευόμαστε νὰ καταλάβουμε. Γιατὶ νὰ μὴν ὑπάρχουμε; Ἐτούτη εἶναι – μέχρι τὴν Ἐποχὴ τῆς Ἐνηλικιώσεως - ἡ πιὸ δύσκολη ἐρώτηση. Ἡ ὕπαρξη, ἡ αὐθυπαρξία, ἔξω ἀπ’ τὸ χρόνο καὶ γιὰ ὅλη τὴν αἰωνιότητα, μοιάζει, μέχρι τὴν ἐποχὴ τῆς Ἐνηλικίωσης, μιὰ φυσικὴ καὶ αὐτονόητη κατάσταση: μοιάζει, ἐπειδὴ  εἶναι.

          Φτάνει ὅμως μία στιγμή, ποὺ ἡ συμβατικὴ Λογική μας ξυπνάει ἀπ’ τὴν ἀλήθεια τοῦ ὀράματός μας. Ἡ Ἀμφιβολία, ἡ Ἔκπληξη καὶ ἡ Δύσνοια ἔρχονται ταυτόχρονα. Λένε: «Ζεῖς, ἀλλὰ ὑπῆρξε μία ἐποχὴ ποὺ δὲν ζοῦσες. Δημιουργήθηκες. Ὑπάρχει μία Δοιάνοια μεγαλύτερη ἀπὸ τὴ δική σου. Μόνο διὰ μέσου ἐκείνης τῆς Διάνοιας δύνασαι νὰ ζήσεις».  Αὐτὰ τὰ πράγματα προσπαθοῦμε νὰ τὰ καταλάβουμε, μὰ δὲ μποροῦμε: δὲν μποροῦμε γιατὶ τὰ πράγματα τοῦτα, ὄντας ἀναληθῆ, παραμένουν κατ’ ἀνάγκην δύσληπτα.

          Στὴ ζωὴ κάθε σκεπτόμενου ἀνθρώπου ἔρχεται μία ξεχωριστὴ στιγμή, μία στιγμὴ διαύγειας, ποὺ αἰσθάνεται χαμένος ἀνάμεσα στὰ κύματα τῶν μάταιων προσπαθειῶν του νὰ καταλάβει ἢ νὰ πιστέψει ὅτι ὑπάρχει κάτι μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴν ψυχή. Ἡ ἀπόλυτη ἀδυναμία τῆς ψυχῆς νὰ αἰσθανθεῖ κατώτερη ἀπὸ κάποιαν ἄλλη, ἡ ἔντονη δυσαρέσκεια, ἡ δυσφορία ἀπέναντι σ’ ἐτούτη τὴ σκέψη - ἐτοῦτα τὰ συναισθήματα, μαζὶ μὲ τὴν κυρίαρχη τάση γιὰ τὸ τέλειο, γιὰ τὴν τελειότητα - ἀποτελοῦν τὶς πνευματικές – ποὺ ἐδῶ συμπίπτουν μὲ τὶς ὑλικές – προσπάθειες γιὰ ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχικὴ Ἐνότητα. Εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη μου τουλάχιστον, μία – κάποια ἔνδειξη (ποὺ ξεπερνᾶ κατὰ πολὺ ὅ,τι ὁ Ἄνθρωπος ὀνομάζει Ἀπόδειξη) πὼς καμία ψυχὴ δὲν εἶναι ὑποδεέστερη ἀπὸ κάποιαν ἄλλη, ὅτι κάθε ψυχὴ εἶναι ἐν μέρει ὁ Δημιουργὸς τοῦ ἐαυτοῦ της. Ὅτι, μ’ ἄλλα λόγια, ὁ Θεός, ὁ ὑλικὸς καὶ  πνευματικὸς Θεός, τώρα ὑπάρχει μόνο στὴν Ὕλη καὶ στὸ Πνεῦμα ποὺ ἔχουν διασκορπιστεῖ στὸ Σύμπαν. Καὶ πὼς ἡ ἐπιστροφὴ τῆς διασκορπισμένης Ὕλης καὶ τοῦ Πνεύματος στὴν ἀφετηρία τους θὰ σημάνει τὴν ἀνασύσταση τοῦ καθαρῶς Πνευματικοῦ κι Ἐξατομικευμένου Θεοῦ.

          Μ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια – μόνο μ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια – κατανοοῦμε τὰ αἰνίγματα τῆς Θείας Ἀδικίας, τὴς Ἀδυσώπητης Μοίρας. Μόνο μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ἡ ὕπαρξη τοῦ Κακοῦ ἀποχτᾶ κάποιο νόημα. Καὶ κάτι παραπάνω: γίνεται ὑποφερτή. Ἡ ψυχή μας δὲν ἐπαναστατεῖ πιὰ ἐναντίον μίας μεγάλης Θλίψεως, ποὺ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἐπιβάλλαμε στὸν ἐαυτό μας γιὰ νὰ προωθήσουμε τὰ συμφέροντά μας – προκειμένου δηλαδὴ ν’ ἀντλήσουμε περισσότερη χαρά, ἔστω κι ἂν κάνουμε λάθος.

          Μίλησα γιὰ τὶς Ἀναμνήσεις ποὺ μᾶς κυνηγοῦν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Νιότης. Μερικὲς φορὲς μᾶς καταδιώκουν καὶ σὲ μεγαλύτερη ἡλικία: σιγὰ σιγὰ παίρνουν ὅλο καὶ λιγότερο ἀόριστη μορφή – καὶ κάπου – κάπου μᾶς μιλοῦν χαμηλόφωνα, λέγοντας: 

          «Σὲ κάποια παλιὰ ἐποχή, μὲς στὴ Νύχτα τοῦ Χρόνου, ὑπῆρχε ἕνα αἰώνιο Ὄν - ἕνα ἀπὸ τὰ ἄπειρα παρόμοια Ὄντα ποὺ κατοικοῦν στὶς ἄπειρες σφαῖρες τοῦ ἄπειρου χώρου. Τὸ Ὅν αὐτὸ δὲν μποροῦσε (καὶ δὲν μπορεῖ) – περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι μπορεῖτε ἐσεῖς – νὰ ἐπεκτείνει, πραγματικὰ ν’ αὐξήσει, τὴ χαρὰ τῆς Ὕπαρξής του. Ἀκριβῶς ὅμως ὅπως μπορεῖτε ἐσεῖς νὰ ἐπεκτείνετε ἢ νὰ περιορίσετε τὶς ἀπολαύσεις σας (ἐνῶ ἡ χαρὰ παραμένει πάντοτε ἡ ἴδια), ἔτσι κι αὐτὸ τὸ Θεῖο Ὅν ἐναλλάσσει στὸ διηνεκὲς τὴ Συγκέντρωση μὲ τὴ σχεδὸν ἄπειρη Διάχυση τοῦ Ἐαυτοῦ του. Αὐτὸ ποὺ ἐσεῖς ὀνομάζετε Ἀστρικὸ Σύμπαν δὲν εἶναι παρὰ ἡ τωρινή του κατάσταση, ἡ φάση τῆς Διάχυσης. Τώρα ἀπολαμβάνει ἄπειρες ἀτελεῖς χαρές – τὶς μεμονωμένες καὶ ἀνάμικτες μὲ πόνο χαρὲς τῶν ἀσύλληπτα πολυαρίθμων ἐτούτων πραγμάτων ποὺ ὀνομάζετε πλάσματά του, καὶ πού, στὴν πραγματικότητα, δὲν εἶναι παρὰ μία ἄπειρη ἐξατομίκευση τοῦ Ἐαυτοῦ του. Ὅλ’ αὐτὰ τὰ πλάσματα - ὅλα αὐτὰ ποὺ ὀνομάζετε ἔμψυχα, καθὼς κι ἐκεῖνα ποὺ δὲν τοὺς ἀναγνωρίζετε ζωὴ μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ δὲν διακρίνετε ἐκδηλώσεις της - ὅλα αὐτὰ τὰ πλάσματα ἔχουν σὲ μεγαλύτερο ἢ σὲ μικρότερο βαθμὸ τὴν ἰκανότητα νὰ αἰσθάνονται χαρὰ καὶ πόνο. Ἀλλὰ τὸ γενικὸ σύνολο τῶν αἰσθημάτων τους εἶναι ἀκριβῶς τὸ σύνολο τῆς Χαρᾶς ποὺ ἀνήκει δικαιωματικὰ στὸ Θεϊκὸ Ὂν ὅταν εἶναι συγκεντρωμένο στὸν ἐαυτό του. Τὰ πλάσματα τοῦτα εἶν’ ἐπίσης, λίγο – πολύ, λιγότερο ἢ περισσότερο φανερά, Συνειδητὰ Ὄντα. Ἔχουν συνείδηση, πρῶτο, μίας ταυτότητας και, δεύτερο (μὲ τὴ βοήθεια φευγαλέων ἀναλαμπῶν), τῆς ταυτότητάς τους μὲ τὸ περὶ οὖ ὁ λόγος Θεϊκὸ Ὄν – τῆς ταυτότητάς τους μὲ τὸ Θεό. Ἀπὸ τὶς δύο τοῦτες κατηγορίες συνείδησης, φανταστεῖτε τὴν πρώτη νὰ ἐξασθενεῖ καὶ τὴ δεύτερη νὰ ἐνδυναμώνεται κατὰ τὴ διάρκεια τῶν πάμπολλων αἰώνων ποὺ πρέπει νὰ κυλήσουν, ὡσότου οἱ μυριᾶδες τῶν ἐξατομικευμένων Διανοιῶν – καὶ τῶν λαμπρῶν ἀστέρων – γίνουν Ἕνα. Σκεφτεῖτε ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἀτομικῆς ταυτότητας σταδιακὰ θὰ χαθεῖ στὴ γενικὴ συνείδηση - ὅτι ὁ Ἄνθρωπος, π.χ., παύοντας ἀσυναίσθητα νὰ αἰσθάνεται Ἄνθρωπος, θὰ φτάσει κάποτε, σὲ κείνη τὴ θριαμβικὴ ἐποχή, ν’ ἀναγνωρίζει τὴν ταυτότητα τῆς ὑπόστασής του μὲ τοῦ Ἰεχωβᾶ. Καὶ στὸ μεταξύ, μὴ λησμονᾶτε πὼς ὅλα εἶναι Ζωή – Ζωή. Ζωὴ ἐν Ζωῇ. Τὸ μικρότερο μέσα στὸ μεγαλύτερο. Κι ὅλα μέσα στὸ Θεῖο Πνεῦμα».



ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ἡ ὀδύνη ποὺ συνοδεύει τὴ σκέψη ὅτι θὰ χάσουμε τὴν προσωπική μας ταυτότητα ἀπαλύνεται εὐθῦς μόλις συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ πιὸ πάνω διαδικασία ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἀπορρόφηση ὅλων τῶν ἄλλων διανοιῶν (δηλαδὴ τοῦ Σύμπαντος) ἀπὸ τὴ δική μας. Γιὰ νὰ ὑπάρχει ὁ Θεὸς παντοῦ, πρέπει ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς νὰ γίνει Θεός.




EDGAR ALLAN POE
EΥΡΗΚΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
ΣΠΥΡΟΣ ἩΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
ἘΚΔΟΣΕΙΣ GUTENBERG

ΜΙΚΡΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Θρῆνος τοῦ Ἀκρίτα.

τοῦ Ezra Pound



Στὴ Βορινὴ Πύλη, φυσᾶ ὁ ἄνεμος γεμάτος ἄμμο,
Μοναχικὸς ἀφότου ὑπάρχει χρόνος ὡς τὰ τώρα!
Δέντρα πέφτουν, τὸ χορτάρι κιτρινίζει μὲ τὸ φθινόπωρο.
Σκαρφαλώνω στοὺς πύργους καὶ πύργους
ν' ἀγναντέψω τὴ βάρβαρη χώρα:
Παντέρημο κάστρο, ὁ οὐρανός, ἡ ἀπέραντη ἔρημος.
Δὲν ἀπόμεινε τοῖχος σ' αὐτὸ τὸ χωριό.
Ξασπρισμένα κόκαλα ἀπὸ χίλιες παγωνιές,
ἀψηλοὶ σωροί, σκεπασμένοι μὲ δέντρα καὶ χορτάρι.
Ποιός φταίει γιά ὅλα αὐτά;
Ποιὀς ἔφερε τή φλογερή αὐτοκρατορική ὀργή;
Ποιός ἔφερε τ' ἀσκέρι μέ τύμπανα καί μέ ταμπούρλα;
Βάρβαροι βασιλιάδες.
Μιὰ πρόσχαρη ἄνοιξη, ποὺ γίνηκε αἰμοβόρο φθινόπωρο,
Μιὰ χλαλοὴ πολεμιστῶν, ποὺ ἀπλώθηκε στὸ μεσιανὸ βασίλειο,
τριακόσες ἐξήντα χιλιάδες,
καὶ λύπη, λύπη σὰ βροχή.
Λύπη νὰ πᾶς, καὶ λύπη, λύπη νὰ γυρίσεις.
Ἔρημοι, παντέρημοι κάμποι,
κι οὔτε παιδιὰ πολέμου πάνω τους,
χάθηκαν πιὰ οἱ ἄντρες γιὰ ἐπίθεση καὶ γιὰ ἄμυνα.
Ἄχ, πῶς θά μάθετε τήν ἄραχλη λύπη στή Βορινή Πύλη,
μέ τοῦ Ῥιχάκου τ' ὄνομα λησμονημένο,
κι ἐμᾶς τούς φρουρούς φαγωμένους ἀπ' τίς τίγρεις;





ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ
ΞΕΝΕΣ ΦΩΝΕΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ 1979

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Ἡ αὐτοερμήνευση τοῦ ἐδωνά-Εἶναι ὡς «μέριμνας».

τοῦ Martin Heidegger



Ἡ παρακάτω αὐτοερμήνευση τοῦ ἐδωνά-Εἶναι ὡς «μέριμνας» ἔχει κατατεθεῖ σὲ ἕναν ἀρχαῖο μῦθο:

«Ὅταν κάποτε ἡ «Μέριμνα» διάβαινε ἕνα ποτάμι, εἶδε χώμα ἀργιλῶδες. Ἔλαβε σκεφτικὰ ἕνα κομμάτι, κι ἄρχισε νὰ τοῦ δίνη μορφή. Ὅταν ἔπιασε μετὰ νὰ συλλογίζεται τὶ εἶχε πλάσει, πλησίασε ὁ Δίας. Ἡ «Μέριμνα» τὸν παρακάλεσε νὰ παράσχη πνεύμα στὸ χώμα ποὺ μορφοποίησε, κι ὁ Δίας εὐχαρίστως παρέσχε. Ἀλλὰ ὅταν αὐτὴ θέλησε νὰ ἀπονείμη στὸ πλάσμα της τὸ ὄνομά της, ὁ Δίας τῆς τὸ ἀπαγόρεψε, κι ἀπαίτησε νὰ δοθῆ τὸ δικό του. Ἐνῶ ἡ «Μέριμνα» κι ὁ Δίας μάλωναν, ὀρθώθηκε ἡ Γῆ (Tellus), κι ἤθελε νὰ δοθῆ τὸ δικό της ὄνομα στὸ πλάσμα, ἐφόσον αὐτὴ τοῦ εἶχε προσφέρει μέρος ἀπὸ τὸ κορμί της. Ζήτησαν ἀπὸ τὸν Κρόνο νὰ διαιτητεύση, κι αὐτὸς ἀποφάσισε τὰ ἀκόλουθα, ποὺ φαίνονται δίκαια: “Μιὰ κι ἔδωσες, Δία, τὸ πνεύμα, ἂς λάβης τὸ πνεύμα του ὅταν πεθάνη. Μιὰ καὶ τοῦ χάρισες τὸ σώμα, Γῆ, τὸ σώμα ἂς λάβης. Ἀφοῦ ὅμως ἡ «Μέριμνα» πρώτη διαμόρφωσε αὐτὸ τὸ ὄν, ἂς τὸ κατέχη ὅσο εἶναι ζωντανό. Ἀλλὰ ἐπειδὴ διαφωνεῖτε γιὰ τὸ ὄνομα, ἂς ὀνομαστῆ «homo» [ἄνθρωπος], μιὰ καὶ φτιάχτηκε ἀπὸ humus [γῆ]”»

Αὐτὸ τὸ προοντολογικὸ ντοκουμέντο εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικό, ὄχι μόνο γιατὶ ἡ «μέριμνα» ἐμφανίζεται ἐδῶ ὡς αὐτὴ στὴν ὁποία τὸ ἀνθρώπινο ἐδωνά-Εἶναι ἀνήκει «ἰσόβια», παρὰ καὶ γιατὶ προβάλλει ἡ προτεραιότητα τῆς «μέριμνας» σὲ συνάφεια πρὸς τὴ γνωστὴ ἀντίληψη, ποὺ θεωρεῖ τὸν ἄνθρωπο ὡς σύνθεση σώματος (γῆς) καὶ πνεύματος. Cura prima finxit: στὴ μέριμνα ἔχει αὐτὸ τὸ ὄν τὴν ἀρχέγονη πηγὴ τοῦ Εἶναι του. Cura teneat, quamdiu vixerit: Δὲν θὰ ἀποσπάται τὸ ὄν ἀπὸ αὐτὴ τὴν πηγή, παρὰ θὰ διατηρείται μέσα της, καὶ θὰ κυριαρχείται ἀπὸ αὐτὴν ὅσο «εἶναι μὲς στὸν κόσμο». Τὸ «μές-στόν-κόσμον-Εἶναι» ἔχει τὸν ὀντολογικὸ χαρακτήρα τῆς «μέριμνας». Αὐτὸ τὸ ὄν παίρνει τὸ ὄνομα «homo», ὄχι γιατὶ λαβαίνεται ὑπόψη τὸ Εἶναι του, παρὰ γιατὶ συνίσταται ἀπὸ humus. Τὴν ἀπόφαση γιὰ τὸ ποῦ πρέπει νὰ εἰδωθῆ τὸ «ἀρχέγονο» Εἶναι αὐτοῦ τοῦ πλάσματος τὴν παίρνει ὁ Κρόνος, δηλαδὴ ὁ «χρόνος». Ὁ προοντολογικὸς ὀρισμὸς τῆς οὐσίας τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐκφράζεται μὲ αὐτὸ τὸ μῦθο, ἔφερε λοιπὸν δίχως ἄλλο σὲ φῶς τὸ εἶδος τοῦ Εἶναι ποὺ διακατέχει τὴ χρονικὴ διαβίωση τοῦ ἀνθρώπου μὲς στὸν κόσμο.

Ἡ ἱστορία τῆς σημασίας τῆς ὀντικής ἔννοιας «cura» [μέριμνα] ἐπιτρέπει νὰ διείδουμε κι ἄλλες θεμελιώδεις δομὲς τοῦ ἐδωνά-Εἶναι. Ὁ Burdach ἐπισύρει τὴν προσοχὴ στὸ διπλὸ νόημα τοῦ ὄρου «cura», ὁ ὁποῖος δὲν σημαίνει μόνο «ἀγωνιώδης προσπάθεια» ἀλλὰ καὶ «φροντίδα», «ἀφοσίωση». Ἔτσι ὁ Σενέκας γράφει στὴν τελευταία του ἐπιστολή (Εp. 124): «Ἀπὸ τὶς τέσσερις φύσεις ποὺ ὑπάρχουν (δέντρο, ζῶο, ἄνθρωπος, Θεός), διακρίνονται οἱ δύο τελευταῖες, οἱ μόνες προικισμένες μὲ λογική, κατὰ τὸ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀθάνατος, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος θνητός. Ἡ ἀγαθότητα τοῦ ἑνός, δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ, τελειούται ἀπὸ τὴ φύση του. Τοῦ ἄλλου, τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴ μέριμνα (cura): unius bonum natura perficit, dei scilicet, alterius cura, hominis».

Ἡ perfecto [τελειότητα] τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τὸ νὰ γίνη ὁ ἄνθρωπος ὅ,τι μπορεῖ νὰ εἶναι χάρη στὴν ἐλευθερία του γιὰ τὶς πιὸ δικές του δυνατότητες (χάρη στὴν προβολὴ) εἶναι «ἐπίτευγμα» τῆς «μέριμνας». Ἰσαρχέγονα ὅμως ἡ «μέριμνα» καθορίζει τὸ θεμελιῶδες εἶδος αὐτοῦ τοῦ ὄντος, σύμφωνα πρὸς τὸ ὁποῖο τοῦτο ἔχει παραδοθῆ στὸν κόσμο τῆς βιομέριμνας (ῥίξιμο). Τὸ «διπλὸ νόημα» τῆς «cura» σημαίνει μιὰ θεμελιώδη σύσταση μὲ τὴν οὐσιαστικὰ διπλὴ δομὴ τῆς ῥιγμένης προβολῆς.

Σὲ σύγκριση μὲ αὐτὴ τὴν ὀντικὴ ἐρμήνευση, ἡ ὑπαρκτικο-ὀντολογικὴ ἐρμηνεία δὲν εἶναι ἀπλῶς μιὰ θεωρητικο-ὀντικὴ γενίκευση. Τοῦτο θὰ σήμαινε ὅτι ὀντικὰ ὅλοι οἱ σχετισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι «περίφροντεις» [«sorgenvoll»] καὶ πραγματώνονται μὲ ἀφοσίωση σὲ κάτι. Ἡ γενίκευση μᾶς εἶναι ἀπριορικο-ὀντολογική. Δὲν ἀναφέρεται σὲ διαρκῶς ἀναδυόμενες ὀντικὲς ἰδιότητες, παρὰ σὲ μιὰ ὀντολογικὴ σύσταση, ἡ ὁποία στέκει ἐκάστοτε ἤδη ὡς θεμέλιο. Αὐτὴ ἡ σύσταση πρωτοκαθιστᾶ ὀντολογικὰ δυνατό, τὰ νὰ χαρακτηριστῆ αὐτὸ τὸ ὄν ὀντικὰ ὡς cura. Ἡ ὑπαρκτικὴ συνθήκη τῆς δυνατότητας «βιοτικῆς μέριμνας» [«Lebenssorge»] καὶ ἀφοσιώσεως πρέπει νὰ νοηθῆ μὲ ἀρχέγονο, δηλαδὴ ὀντολογικὸ νόημα, ὡς μέριμνα.

Ἡ ὑπερβασιακὴ «γενικότητα» τοῦ φαινομένου τῆς μέριμνας καὶ ὅλων τῶν θεμελιωδῶν ὑπαρκτικῶν χαρακτηριστικῶν εἶναι ἐξάλλου ἀρκετὰ εὐρεία γιὰ νὰ σταθῆ ὡς θεμέλιο, πάνω στὸ ὁποῖο κινείται κάθε ὀντικο-κοσμοθεωρητικὴ ἐρμήνευση τοῦ ἐδωνά-Εἶναι, εἴτε κατανοεῖ τὸ ἐδωνά-Εἶναι ὡς «βιοτικὴ μέριμνα» καὶ ἀνάγκη, εἴτε ὁλωσδιόλου ἀντίθετα.

Ἂν οἱ ὑπαρκτικὲς δομὲς παρουσιάζονται ὀντικά «κενὲς» καὶ «γενικές», εἶναι ὀντολογικὰ καθορισμένες καὶ πλήρεις. Τὸ σύνολο τῆς συστάσεως τοῦ ἐδωνά-Εἶναι δὲν εἶναι λοιπὸν ἀπλὸ μὲς στὴν ἐνότητά του, παρὰ φανερώνει μιὰ δομικὴ διάρθρωση, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μὲ τὴν ὑπαρκτικὴ ἔννοια τῆς μέριμνας.

Ἡ ὀντολογικὴ ἐρμηνεία τοῦ ἐδωνά-Εἶναι ἀνήγαγε τὴν προοντολογικὴ αὐτοερμήνευση αὐτοῦ τοῦ ὄντος ὡς «μέριμνας» στὴν ὑπαρκτικὴ ἔννοια τῆς μέριμνας. Ἀλλὰ ἡ Ἀναλυτικὴ τοῦ ἐδωνά-Εἶναι δὲν ἀποβλέπει σὲ ὀντολογικὴ θεμελίωση τῆς Ἀνθρωπολογίας, ὁ σκοπός της εἶναι θεμελιακοοντολογικός. Αὐτὸς καθόρισε ἄρρητα τὴν πορεία τῶν ὡς τώρα σκέψεων, τὴν ἐκλογὴ τῶν φαινομένων καὶ τὰ ὅρια μὲς στὰ ὁποία προχώρησε ἡ ἀνάλυση. Λαβαίνοντας ὅμως ὑπόψη τὸ ὁδηγητικὸ ἐρώτημα γιὰ τὸ νόημα τοῦ Εἶναι καὶ τὴν ἐπεξεργασία του, ἡ ἔρευνά μας πρέπει νὰ ἐξασφαλίση τώρα ῥητὰ ὅσα πέτυχε ὡς ἐδῶ. Ἀλλὰ κάτι τέτοιο δὲ μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῆ μὲ ἐπιπόλαιη συγκεφαλαίωση ὅσων συζητήθηκαν. Πρέπει ἀντίθετα, ὅσα ἀναφέραμε χοντροκομμένα ἀρχίζοντας τὴν ὑπαρκτικὴ Ἀναλυτική, νὰ ὀξυνθοῦν, μὲ τὴ βοήθεια ὅσων πετύχαμε, σὲ διεισδυτικότερη κατανόηση τοῦ προβλήματος.



Martin Heidegger
ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ
ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΖΑΒΑΡΑΣ


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ 1978

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ὀδυσσέα Ἀνδρούτσου.




Ἀγαπητοί μου Γαλαξιδιῶται,

Ἦτο θέλημα Θεοῦ νὰ ἁρπάσωμεν τὰ ὅπλα μίαν ἡμέραν καὶ νὰ ριφθῶμεν κατὰ τῶν τυράννων μας.

Τί τὴν θέλομεν, ἀδελφοί μου, τὴν πολυπικραμένην ζωὴν τοῦ δούλου; Δὲν βλέπετε, ὅτι δὲν μᾶς ἀπέμεινε τίποτε; Καὶ αὐταὶ αἱ ἐκκλησίαι μας ἔγιναν τζαμιὰ καὶ στάβλοι τῶν Τούρκων. Δὲν εἶναι πρέπον νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας.

Ἄς ἐρωτήσωμεν τὴν καρδίαν μας καὶ ὅ,τι ἀποφασίσωμεν, νὰ τὸ βάλωμεν ἐμπρὸς σύντομα. Ἄν βραδύνωμεν, θὰ μετανοήσωμεν καὶ τότε ἄδικα θὰ κτυπῶμεν τὴν κεφαλὴν μας.


Τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἡ Τουρκία εἶναι ἀπησχολημένη εἰς πολέμους. Ἄς ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὴν περίστασιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔστειλεν ὁ Θεὸς εἰσακούων τα δίκαια παράπονά μας.

Εἰς τὰ ὅπλα, ἀδελφοί! Ἤ νὰ ἐλευθερωθῶμεν ἦ νὰ ἀποθάνωμεν ὅλοι. Καλύτερον θάνατον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιθυμήσῃ Ἕλλην καὶ χριστιανός.

Ἐγώ, καθὼς γνωρίζετε, ἠμπορῶ νὰ ζήσω λαμπρὰ μὲ πλούτη καὶ τιμὰς καὶ δόξαν. Ὅ,τι καὶ ἂν ζητήσω, οἱ Τοῦρκοι προθύμως θὰ μοῦ τὸ δώσουν, διότι φοβοῦνται τὸ σπαθὶ τοῦ Ἀνδρούτσου. Ἀλλὰ σᾶς λέγω τὴν ἀλήθειαν, ἀδελφοί μου, δὲν θέλω νὰ καλοπερνῶ ἐγὼ καὶ τὸ Γένος μου νὰ ὑποφέρῃ εἰς τὴν δουλείαν.

Ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον μοῦ γράφουν, ὅτι εἶναι ὅλοι ἓτοιμοι μὲ τὰ παλικάρια των. Θέλω ὅμως νὰ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ μὲ ἀκολουθήσετε. Ἄν κάμετε σεῖς ἀρχὴν ἀπὸ τὸ ἕν μέρος καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸ ἄλλο, θὰ σηκωθῇ ὅλη ἡ Ρούμελη. Περιμένω ἀπάντησιν μὲ τὸν κομιστὴν τῆς ἐπιστολῆς μου. Τὴν μπαρούτην καὶ τὰ βόλια τὰ ἔλαβα καὶ τὰ ἐμοίρασα.

 22 Μαρτίου 1821
  

 Σᾶς χαιρετῶ καὶ σᾶς γλυκοφιλῶ

Ὁ ἀγαπητός σας
Ὀδυσσεὺς Ἀνδροῦτσος.




ΑΝΑΓ Ν Ω Σ Τ ΙΚΟ
γιὰ τὴν ἕκτη τάξη τοῦ δημοτικοῦ σχολείου

ΔΗΜ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ – ΝΙΚ. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ – ΔΗΜ. Γ. ΖΗΣΗ Κ.Α.

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
1943