Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Τὸ ξεκίνημα τοῦ ὑπαρκτικοῦ ἐρωτήματος: Ποιός εἶναι τό ἐδωνά-Εἶναι;

τοῦ Martin Heidegger



Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα, ποιὸς εἶναι τὸ ἐδωνά-Εἶναι, δόθηκε ἤδη ἐπιφανειακὰ στὴν παραγ. 9, ὅπου γνωστοποιήσαμε μορφικὰ τὰ θεμελιώδη χαρακτηριστικὰ τοῦ ἐδωνά-Εἶναι. Τὸ ἐδωνά-Εἶναι εἶναι τὸ ὄν ποὺ εἶμαι ἐγὼ ὁ ἴδιος, τὸ Εἶναι τοῦ εἶναι ἐκάστοτε δικό μου. Αὐτὸς ὁ ὀρισμὸς δηλώνει μιὰ ὀντολογικὴ σύσταση, ἀλλὰ τίποτε περισσότερο. Περιέχει συνάμα τὴν ὀντικὴ – ἂν καὶ ἀνεπεξέργαστη - γνωστοποιήση ὅτι αὐτὸ τὸ ὄν εἶναι ἕνα ἐγώ, κι ὄχι ἄλλοι. Στὸ ἐρώτημα «ποιός;» ἀπαντᾶ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐγώ, τὸ «ὑποκείμενο», ὁ «ἐαυτός». Τὸ ποιὸς εἶναι αὐτὸ ποὺ διατηρείται ὡς κάτι ταυτόσημο μὲς ἀπὸ ὅλες τὶς μεταβολὲς τῶν σχετισμῶν καὶ τῶν βιωμάτων – κι εἶναι αὐτὸ ποὺ σχετίζεται μἐ αὐτὴ τὴν πολλαπλότητα. Ὀντολογικὰ τὸ νοοῦμε ὡς κάτι ἐκάστοτε ἤδη ἀδιάκοπα παρευρισκόμενο μέσα σὲ μία καὶ γιὰ μία κλειστὴ περιφέρεια, ὡς ἕνα ὑπόβαθρο μὲ προνομιοῦχο νόημα, ὡς subjectum [ὑποκείμενο]. Μιὰ καὶ παραμένει αὐτό-τούτο [Selbiges] διὰ μέσου τῆς πολλαπλῆς ἑτερότητας, ἔχει τὸ χαρακτήρα τοῦ ἐαυτοῦ. Ἀκόμα κι ἂν ἀπορρίπτουν τὴν ὑπόσταση τῆς ψυχῆς καὶ τὸ ἐμπράγματο τῆς συνειδήσεως, ἢ ἀρνούνται ὅτι τὸ πρόσωπο εἶναι ἀντικείμενο, ὀντολογικὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ξεκινοῦν μὲ κάτι, τοῦ ὁποίου τὸ Εἶναι ῥητὰ ἢ ὄχι διατηρεῖ τὸ νόημα τῆς παρεὒρέσεως. Ἡ ὑποστασιακότητα παραμένει ὁ ὀντολογικὸς ὁδηγὸς στὸ νὰ καθοριστεῖ τὸ ὄν, βάσει τοῦ ὁποίου ἀπαντιέται τὸ ἐρώτημα «ποιός;» το ἐδωνά-Εἶναι σιωπηλὰ ἔχει ἐκ τῶν προτέρων νοηθῇ ὡς κάτι παρευρισκόμενο. Ὁπωσδήποτε ἡ ἔλλειψη καθορισμοῦ τοῦ Εἶναι του ἐμπεριέχει πάντα αὐτὸ τὸ νόημα τοῦ Εἶναι. Κι ὅμως ἡ παρεύρεση εἶναι ὁ τρόπος τοῦ Εἶναι ὄντων ποὺ δὲν εἶναι ἐδωνά-Εἶναι.

Ἡ ἀπόφανση ὅτι τὸ ἐδωνά-Εἶναι εἶμαι ἐγώ, εἶναι ὀντικὰ αὐτονόητη, ἀλλ' αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ μᾶς παραπλανήσει στὸ νὰ πιστέψουμε πὼς ἔτσι σκιαγραφείται χωρὶς κίνδυνο παρερμηνεύσεως ἡ πορεία μιᾶς ὀντολογικῆς ἐρμηνείας τοῦ ἔτσι «δεδομένου» ὄντος. Κι ἀλήθεια παραμένει ἀμφισβητήσιμο, κατὰ πόσον ἀκόμα καὶ τὸ ὀντικὸ περιεχόμενο τῆς παραπάνω ἀποφάνσεως ἀποδίδει ταιριαχτὰ τὴ φαινομενικὴ ὑφὴ τοῦ καθημερινοῦ ἐδωνά-Εἶναι. Θὰ μποροῦσε ἴσα – ἴσα νὰ μὴν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὁ ποιὸς τοῦ καθημερινοῦ ἐδωνά-Εἶναι.

Ἂν ἐκθέτοντας τὰ φαινόμενα τὰ θεμελιώσουμε στὸ εἶδος τοῦ Εἶναι τῶν ἴδιων τῶν ὄντων μὲ θέσεις ὀντικὲς καὶ ὀντολογικές, καὶ θελήσουμε νὰ ὑπερισχύσουμε ἀκόμα καὶ τῶν πιὸ αὐτονόητων καὶ ἀνέκαθεν καθιερωμένων ἀπαντήσεων καὶ τῶν βάσει τούτων ἀντλημένων Προβληματικῶν – τότε ἡ φαινομενολογικὴ ἐρμηνεία τοῦ ἐδωνά-Εἶναι σὲ σχέση πρὸς τὸ ἐρώτημα ποὺ πρόκειται νὰ θέσουμε τώρα, πρέπει νὰ παραμείνει προφυλαγμένη ἀπὸ κάθε διαστροφὴ τῆς Προβληματικῆς της.

Ἀλλά δέν ἀντιτίθεται στούς κανόνες κάθε ὑγιεινῆς μεθοδολογίας, τό νά μή διατηρείται μιά Προβληματική στά προφανῆ δεδομένα τῆς περιοχῆς πού παίρνεται ὡς θέμα; Καί τί πιό ἀναμφισβήτητο ὑπάρχει ἀπό τό δεδομένο τοῦ ἐγώ; Καί δέν ὑπάρχει μέσα σ' αὐτό τό δεδομένο ἡ ὑπόδειξη ὅτι ἄν σκοπεύουμε νά τό ἐπεξεργαστοῦμε ἀρχέγονα θἀ πρέπη νά ἀφήσουμε κατά μέρος κάθε ἄλλο «δεδομένο» - εἴτε πρόκειται γιά ἕναν ὄντα «κόσμο», εἴτε γιά τό Εἶναι ἄλλων ἐγώ; Ἴσως πράγματι τὸ ἔτσι δεδομένο, ἡ καθαρή, μορφική, ἀνασκοπικὴ [reflektive] ἀντίληψη τοῦ ἐγώ, εἶναι κάτι προφανές. Αὐτὴ ἡ προφάνεια μπορεῖ κιόλα νὰ παράσχη τὴν πρόσβαση πρὸς μία αὐθύπαρκτη φαινομενολογικὴ Προβληματική, ποὺ ὡς «μορφικὴ Φαινομενολογία τῆς συνειδήσεως» ἔχει μιὰ θεμελιώδη, πλαισιοδοτικὴ σημασία.

Μὲς στὸ πλαίσιο μιᾶς ὑπαρκτικῆς Ἀναλυτικῆς τοῦ γεγονικοῦ ἐδωνά-Εἶναι τίθεται ἐντούτοις τὸ ἐρώτημα, κατὰ πόσο ὁ παραπάνω τρόπος δοσίματος τοῦ ἐγὼ διανοίγει τὸ ἐδωνά-Εἶναι μὲς στὴν καθημερινότητά του, ὰν διόλου τὸ διανοίγη. Εἶναι ἄραγε πράγματι a priori αὐτονόητο ὅτι ἡ πρόσβαση στὸ ἐδωνά-Εἶναι πρέπει νά συνίσταται σέ καθαρά θεωρητική ἀνασκόπηση [Reflexion] τοῦ ἐγώ ὡς πόλου πράξεων; Κι ἄν αὐτό τό εἶδος «αὐδοσίματος» τοῦ ἐδωνά-Εἶναι δέν εἶναι παρά μιά παραπλάνηση τῆς ὑπαρκτικῆς Ἀναλυτικῆς, καί μάλιστα παραπλάνηση πού ἔχει τά θεμέλιά της στό Εἶναι τοῦ ἴδιου τοῦ ἐδωνά-Εἶναι; Εἶναι ἴσως ἀλήθεια ὅτι τὸ ἐδωνά-Εἶναι συνηθίζει νὰ λέη πάντα ἀναφερόμενο στὸν ἐαυτό του: εἶμαι αὐτὸ τὸ ὄν, καὶ τελικὰ τὸ κραυγάζει μεγαλόφωνα, ὅταν ἴσα-ἴσα «δὲν» εἶναι τοῦτο. Μήπως ἡ σύσταση τοῦ ἐδωνά-Εἶναι, ὅτι εἶναι ἐκάστοτε δικό μου, εἶναι ἡ αἰτία νά μήν εἶναι τό ἐδωνά-Εἶναι ἀρχικά καί ὡς ἐπί τό πλεῖστο αὐτό τοῦτο; Μήπως παίρνοντας ὡς ἀφετηρία τῆς ὑπαρκτικῆς Ἀναλυτικῆς τό ἐγώ ὡς δεδομένο στό ἐδωνά-Εἶναι καί μιά συνηθισμένη αὐτοερμήνευσή του, πέφτουμε τρόπον τινά σέ παγίδα; Μήπως θά προέκυπτε ὅτι παραμένει ῥιζικά ἀκαθόριστος ὁ ὀντολογικός ὁρίζοντας γιά τόν καθορισμό ὅσων γίνονται προσιτά μέ ἀπλό δόσιμο; Σίγουρα μπορεῖς πάντα μὲ τὸ δίκιο σου νὰ πῆς ὀντικά, ὅτι «ἐγὼ» εἶμαι αὐτὸ τὸ ὄν. Ἄλλὰ ἡ ὀντολογικὴ Ἀναλυτικὴ πρέπει νὰ εἶναι ῥιζικὰ ἐπιφυλακτικὴ ὡς πρὸς τὴ χρήση τέτοιων ἀποφάνσεων. Τὸ «ἐγὼ» δὲ μπορεῖ νὰ νοηθῆ παρὰ ὡς προαιρετικὴ καὶ καθαρὰ μορφικὴ δήλωση ἑνὸς φαινομένου, τοῦ ὁποίου ὅταν μελετηθῆ τὸ Εἶναι, θὰ ἀποκαλυφθῆ ἴσως ὡς τὸ ἀντίθετο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ φαινόταν πὼς εἶναι. Τότε ὅμως τὸ «μή-ἐγὼ» δὲν θὰ σημαίνη διόλου κάποιο ὄν ποὺ στερείται ἀπόλυτα «εγώτητας» [«Ichheit»], παρὰ θὰ εἶναι ἕνα ὀρισμένο εἶδος τοῦ Εἶναι αὐτοῦ τούτου τοῦ «ἐγώ», π.χ. ἡ αὐτοαπώλεια.

Μὰ καὶ ἡ θετικὴ ἐρμηνεία τοῦ ἐδωνά-Εἶναι, τὴν ὁποία παρουσιάσαμε ὡς τώρα, ἀρκεῖ ἤδη γιὰ νὰ ἀπαγορεύση νὰ ξεκινήσουμε ἀπὸ τὸ μορφικὸ δεδομένο τοῦ ἐγώ, ἂν ἀποβλέπουμε σὲ φαινομενικὰ ἐπαρκὴ ἀπάντηση τοῦ ἐρωτήματος «ποιός;». ἡ διαλεύκανση τοῦ μές-στόν-κόσμον-Εἶναι φανέρωσε ὅτι ἀρχικὰ δὲν «εἶναι», κι οὔτε ποτὲ ὑπῆρξε ἕνα σκέτο ὑποκείμενο χωρὶς κόσμο. Κι ἀσφαλῶς εἶναι ἐξίσου ἀνύπαρκτο ἀρχικὰ τὸ δεδομένο ἑνὸς ἀπομονωμένου ἐγὼ χωρὶς τοὺς Ἄλλους. Ἀλλ' ἂν ἐκάστοτε ἤδη στὸ μές-στόν-κόσμον-Εἶναι «οἱ Ἄλλοι» συνείναι ἐδωνά [mit da sind], ἀκόμα καὶ αὐτὴ ἡ φαινομενικὴ διαπίστωση δὲν θὰ πρέπη νὰ μᾶς παραπλανήση, ὥστε νὰ θεωρήσουμε αὐτονόητη κι ἀνάξια ἔρευνας τὴν ὀντολογικὴ δομὴ αὐτοῦ τοῦ «δεδομένου». Θὰ χριεαστῆ νὰ κάνουμε φαινομενικὰ ὁρατὸ καὶ νὰ ἐρμηνεύσουμε ταιριαχτὰ ὀντολογικὰ τὸ ἄμεσο καὶ καθημερινὸ εἶδος αὐτοῦ τοῦ ἐδωνά-Συνεῖναι.

Ὅπως ὁ ὀντικὰ αὐτονόητος χαρακτήρας τοῦ καθ' ἐαυτὸ Εἶναι τῶν ἐνδόκοσμων ὄντων παραπλανὰ καὶ πείθει πὼς εἶναι καὶ ὀντολογικὰ αὐτονόητο τὸ νόημα αὐτοῦ τοῦ Εἶναι, κάνοντας νὰ παραβλέπεται τὸ φαινόμενο τοῦ κόσμου, ἔτσι καὶ τὸ ὀντικὰ αὐτονόητο γεγονὸς ὅτι τὸ ἐδωνά-Εἶναι εἶναι ἐκάστοτε δικό μου μπορεῖ νὰ ὀδηγήση σὲ παραπλάνηση τῆς ἀντίστοιχης ὀντολογικῆς Προβληματικῆς. Ἀρχικὰ τὸ ποιὸς τοῦ ἐδωνά-Εἶναι δὲ θέτει μόνο ἕνα ὀντολογικὸ πρόβλημα, μὰ παραμένει καὶ ὀντικὰ ἐπικαλυμμένο.

Ὥστε δέν ὑπάρχουν καθόλου νήματα πού θά μᾶς ὁδηγήσουν στό νά ἀπαντήσουμε ὑπαρκτικό-ἀναλυτικά στό ἐρώτημα «ποιος»; Δὲ θέλαμε νὰ ποῦμε κάτι τέτοιο. Κι ἂν δὲν λειτουργῆ ὡς ὁδηγητικὸ νήμα ἀπὸ τὶς δύο παραπάνω (παραγ. 9 και 12) μορφικὲς ὑποδείξεις τῆς συστάσεως τοῦ Εἶναι τοῦ ἐδωνά-Εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία ἀναφέρθηκε ἐδώ, λειτουργεῖ ὅμως σίγουρα τὸ ὅτι ἡ οὐσία [“Essenz”] τοῦ ἐδωνά-Εἶναι θεμελιώνεται στὴν ὕπαρξή του. Ἂν τὸ «ἐγὼ» εἶναι οὐσιαστικὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ ἐδωνά-Εἶναι, τότε πρέπει νὰ ἐρμηνευτῆ ὑπαρκτικά. Ἄρα τότε μόνο θὰ ἀπαντηθῆ τὸ «ποιός;», ἂν παρουσιάσουμε φαινομενικὰ ἕνα ὁρισμένο εἶδος τοῦ Εἶναι τοῦ ἐδωνά-εἶναι. Ἂν τὸ ἐδωνά-Εἶναι εἶναι μόνον ὑπάρχοντας ὁ ἐαυτός του, τότε ἡ μονιμότητα τοῦ ἐαυτοῦ δὲν ἀπαιτεῖ λιγότερο ἀπ' ὅσο ἡ πιθανὴ μονιμότητα χωρὶς ἐαυτὸ μιὰ ὑπαρκτικό-ὀντολογικὴ ἐρωτηματοθεσία, ὡς μοναδικὴ σωστὴ πρόσβαση στὴν Προβληματικὴ τοῦ ἐδωνά-Εἶναι.

Ἀλλ' ἂν ὁ ἐαυτὸς νοηθῆ «μόνο» σὰν τρόπος τοῦ Εἶναι αὐτοῦ τοῦ ὄντος, τοῦτο μοιάζει νὰ ἰσοδυναμῆ μὲ ἐξάτμιση τοῦ βαθύτερου «πυρήνα» τοῦ ἐδωνά-Εἶναι. Τέτοιοι φόβοι ὅμως τρέφονται ἀπὸ τὴ λαθεμένη προκατάληψη πὼς τὸ ὑπὸ ἐρώτηση ὂν ἔχει κατὰ βάθος τὸ εἶδος τοῦ Εἶναι ἑνὸς ὄντος παρευρισκόμενου, ἔστω κι ἂν ὑπάρχει ὁμοφωνία στὸ ὅτι δὲν τοῦ ταιριάζει ἡ χοντροκοπιὰ τῆς μάζας ποὺ ἰδιάζει στὰ σωματικὰ πράγματα. Ἀλλά ἡ «ὑπόσταση» [=ουσία] τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι τὸ πνεύμα ὡς σύνθεση ψυχῆς καὶ σώματος, παρὰ ἡ ὕπαρξη.



MARTIN HEIDEGGER
ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ (ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΖΑΒΑΡΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου