Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Hugh selwyn mayberley.

τοῦ Ezra Pound



Ἡ ἐποχὴ ζητοῦσε μιὰν εἰκόνα
τῆς βιαστικῆς της γκριμάτσας
κάτι γιὰ τὴ μοντέρνα σκηνὴ
κι ὄχι μιὰν ἀττικὴ χάρη ὁπωσδήποτε.

Ὄχι, ὄχι οἱ σκοτεινὲς φαντασιώσεις
τῆς ἐνδοσκοπικῆς ἐνατένισης,
καλύτερα τὰ ψέματα
παρὰ οἱ κλασσικοὶ σὲ παράφραση.

Ἡ «ἐποχὴ ζητοῦσε» πάνω ἀπ' ὅλα ἕνα ἀργιλλῶδες
ὁμοίωμα φτιαγμένο χωρὶς ἀπώλεια χρόνου
ἕνα κίνημα πρόζας, ὄχι, ὄχι βέβαια ἀλάβαστρο
ἢ «γλυπτική» τῆς ῥίμας.

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Τὸ ξεκίνημα τοῦ ὑπαρκτικοῦ ἐρωτήματος: Ποιός εἶναι τό ἐδωνά-Εἶναι;

τοῦ Martin Heidegger



Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα, ποιὸς εἶναι τὸ ἐδωνά-Εἶναι, δόθηκε ἤδη ἐπιφανειακὰ στὴν παραγ. 9, ὅπου γνωστοποιήσαμε μορφικὰ τὰ θεμελιώδη χαρακτηριστικὰ τοῦ ἐδωνά-Εἶναι. Τὸ ἐδωνά-Εἶναι εἶναι τὸ ὄν ποὺ εἶμαι ἐγὼ ὁ ἴδιος, τὸ Εἶναι τοῦ εἶναι ἐκάστοτε δικό μου. Αὐτὸς ὁ ὀρισμὸς δηλώνει μιὰ ὀντολογικὴ σύσταση, ἀλλὰ τίποτε περισσότερο. Περιέχει συνάμα τὴν ὀντικὴ – ἂν καὶ ἀνεπεξέργαστη - γνωστοποιήση ὅτι αὐτὸ τὸ ὄν εἶναι ἕνα ἐγώ, κι ὄχι ἄλλοι. Στὸ ἐρώτημα «ποιός;» ἀπαντᾶ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐγώ, τὸ «ὑποκείμενο», ὁ «ἐαυτός». Τὸ ποιὸς εἶναι αὐτὸ ποὺ διατηρείται ὡς κάτι ταυτόσημο μὲς ἀπὸ ὅλες τὶς μεταβολὲς τῶν σχετισμῶν καὶ τῶν βιωμάτων – κι εἶναι αὐτὸ ποὺ σχετίζεται μἐ αὐτὴ τὴν πολλαπλότητα. Ὀντολογικὰ τὸ νοοῦμε ὡς κάτι ἐκάστοτε ἤδη ἀδιάκοπα παρευρισκόμενο μέσα σὲ μία καὶ γιὰ μία κλειστὴ περιφέρεια, ὡς ἕνα ὑπόβαθρο μὲ προνομιοῦχο νόημα, ὡς subjectum [ὑποκείμενο]. Μιὰ καὶ παραμένει αὐτό-τούτο [Selbiges] διὰ μέσου τῆς πολλαπλῆς ἑτερότητας, ἔχει τὸ χαρακτήρα τοῦ ἐαυτοῦ. Ἀκόμα κι ἂν ἀπορρίπτουν τὴν ὑπόσταση τῆς ψυχῆς καὶ τὸ ἐμπράγματο τῆς συνειδήσεως, ἢ ἀρνούνται ὅτι τὸ πρόσωπο εἶναι ἀντικείμενο, ὀντολογικὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ξεκινοῦν μὲ κάτι, τοῦ ὁποίου τὸ Εἶναι ῥητὰ ἢ ὄχι διατηρεῖ τὸ νόημα τῆς παρεὒρέσεως. Ἡ ὑποστασιακότητα παραμένει ὁ ὀντολογικὸς ὁδηγὸς στὸ νὰ καθοριστεῖ τὸ ὄν, βάσει τοῦ ὁποίου ἀπαντιέται τὸ ἐρώτημα «ποιός;» το ἐδωνά-Εἶναι σιωπηλὰ ἔχει ἐκ τῶν προτέρων νοηθῇ ὡς κάτι παρευρισκόμενο. Ὁπωσδήποτε ἡ ἔλλειψη καθορισμοῦ τοῦ Εἶναι του ἐμπεριέχει πάντα αὐτὸ τὸ νόημα τοῦ Εἶναι. Κι ὅμως ἡ παρεύρεση εἶναι ὁ τρόπος τοῦ Εἶναι ὄντων ποὺ δὲν εἶναι ἐδωνά-Εἶναι.

Ἡ ἀπόφανση ὅτι τὸ ἐδωνά-Εἶναι εἶμαι ἐγώ, εἶναι ὀντικὰ αὐτονόητη, ἀλλ' αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ μᾶς παραπλανήσει στὸ νὰ πιστέψουμε πὼς ἔτσι σκιαγραφείται χωρὶς κίνδυνο παρερμηνεύσεως ἡ πορεία μιᾶς ὀντολογικῆς ἐρμηνείας τοῦ ἔτσι «δεδομένου» ὄντος. Κι ἀλήθεια παραμένει ἀμφισβητήσιμο, κατὰ πόσον ἀκόμα καὶ τὸ ὀντικὸ περιεχόμενο τῆς παραπάνω ἀποφάνσεως ἀποδίδει ταιριαχτὰ τὴ φαινομενικὴ ὑφὴ τοῦ καθημερινοῦ ἐδωνά-Εἶναι. Θὰ μποροῦσε ἴσα – ἴσα νὰ μὴν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὁ ποιὸς τοῦ καθημερινοῦ ἐδωνά-Εἶναι.

Ἂν ἐκθέτοντας τὰ φαινόμενα τὰ θεμελιώσουμε στὸ εἶδος τοῦ Εἶναι τῶν ἴδιων τῶν ὄντων μὲ θέσεις ὀντικὲς καὶ ὀντολογικές, καὶ θελήσουμε νὰ ὑπερισχύσουμε ἀκόμα καὶ τῶν πιὸ αὐτονόητων καὶ ἀνέκαθεν καθιερωμένων ἀπαντήσεων καὶ τῶν βάσει τούτων ἀντλημένων Προβληματικῶν – τότε ἡ φαινομενολογικὴ ἐρμηνεία τοῦ ἐδωνά-Εἶναι σὲ σχέση πρὸς τὸ ἐρώτημα ποὺ πρόκειται νὰ θέσουμε τώρα, πρέπει νὰ παραμείνει προφυλαγμένη ἀπὸ κάθε διαστροφὴ τῆς Προβληματικῆς της.

Ἀλλά δέν ἀντιτίθεται στούς κανόνες κάθε ὑγιεινῆς μεθοδολογίας, τό νά μή διατηρείται μιά Προβληματική στά προφανῆ δεδομένα τῆς περιοχῆς πού παίρνεται ὡς θέμα; Καί τί πιό ἀναμφισβήτητο ὑπάρχει ἀπό τό δεδομένο τοῦ ἐγώ; Καί δέν ὑπάρχει μέσα σ' αὐτό τό δεδομένο ἡ ὑπόδειξη ὅτι ἄν σκοπεύουμε νά τό ἐπεξεργαστοῦμε ἀρχέγονα θἀ πρέπη νά ἀφήσουμε κατά μέρος κάθε ἄλλο «δεδομένο» - εἴτε πρόκειται γιά ἕναν ὄντα «κόσμο», εἴτε γιά τό Εἶναι ἄλλων ἐγώ; Ἴσως πράγματι τὸ ἔτσι δεδομένο, ἡ καθαρή, μορφική, ἀνασκοπικὴ [reflektive] ἀντίληψη τοῦ ἐγώ, εἶναι κάτι προφανές. Αὐτὴ ἡ προφάνεια μπορεῖ κιόλα νὰ παράσχη τὴν πρόσβαση πρὸς μία αὐθύπαρκτη φαινομενολογικὴ Προβληματική, ποὺ ὡς «μορφικὴ Φαινομενολογία τῆς συνειδήσεως» ἔχει μιὰ θεμελιώδη, πλαισιοδοτικὴ σημασία.

Μὲς στὸ πλαίσιο μιᾶς ὑπαρκτικῆς Ἀναλυτικῆς τοῦ γεγονικοῦ ἐδωνά-Εἶναι τίθεται ἐντούτοις τὸ ἐρώτημα, κατὰ πόσο ὁ παραπάνω τρόπος δοσίματος τοῦ ἐγὼ διανοίγει τὸ ἐδωνά-Εἶναι μὲς στὴν καθημερινότητά του, ὰν διόλου τὸ διανοίγη. Εἶναι ἄραγε πράγματι a priori αὐτονόητο ὅτι ἡ πρόσβαση στὸ ἐδωνά-Εἶναι πρέπει νά συνίσταται σέ καθαρά θεωρητική ἀνασκόπηση [Reflexion] τοῦ ἐγώ ὡς πόλου πράξεων; Κι ἄν αὐτό τό εἶδος «αὐδοσίματος» τοῦ ἐδωνά-Εἶναι δέν εἶναι παρά μιά παραπλάνηση τῆς ὑπαρκτικῆς Ἀναλυτικῆς, καί μάλιστα παραπλάνηση πού ἔχει τά θεμέλιά της στό Εἶναι τοῦ ἴδιου τοῦ ἐδωνά-Εἶναι; Εἶναι ἴσως ἀλήθεια ὅτι τὸ ἐδωνά-Εἶναι συνηθίζει νὰ λέη πάντα ἀναφερόμενο στὸν ἐαυτό του: εἶμαι αὐτὸ τὸ ὄν, καὶ τελικὰ τὸ κραυγάζει μεγαλόφωνα, ὅταν ἴσα-ἴσα «δὲν» εἶναι τοῦτο. Μήπως ἡ σύσταση τοῦ ἐδωνά-Εἶναι, ὅτι εἶναι ἐκάστοτε δικό μου, εἶναι ἡ αἰτία νά μήν εἶναι τό ἐδωνά-Εἶναι ἀρχικά καί ὡς ἐπί τό πλεῖστο αὐτό τοῦτο; Μήπως παίρνοντας ὡς ἀφετηρία τῆς ὑπαρκτικῆς Ἀναλυτικῆς τό ἐγώ ὡς δεδομένο στό ἐδωνά-Εἶναι καί μιά συνηθισμένη αὐτοερμήνευσή του, πέφτουμε τρόπον τινά σέ παγίδα; Μήπως θά προέκυπτε ὅτι παραμένει ῥιζικά ἀκαθόριστος ὁ ὀντολογικός ὁρίζοντας γιά τόν καθορισμό ὅσων γίνονται προσιτά μέ ἀπλό δόσιμο; Σίγουρα μπορεῖς πάντα μὲ τὸ δίκιο σου νὰ πῆς ὀντικά, ὅτι «ἐγὼ» εἶμαι αὐτὸ τὸ ὄν. Ἄλλὰ ἡ ὀντολογικὴ Ἀναλυτικὴ πρέπει νὰ εἶναι ῥιζικὰ ἐπιφυλακτικὴ ὡς πρὸς τὴ χρήση τέτοιων ἀποφάνσεων. Τὸ «ἐγὼ» δὲ μπορεῖ νὰ νοηθῆ παρὰ ὡς προαιρετικὴ καὶ καθαρὰ μορφικὴ δήλωση ἑνὸς φαινομένου, τοῦ ὁποίου ὅταν μελετηθῆ τὸ Εἶναι, θὰ ἀποκαλυφθῆ ἴσως ὡς τὸ ἀντίθετο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ φαινόταν πὼς εἶναι. Τότε ὅμως τὸ «μή-ἐγὼ» δὲν θὰ σημαίνη διόλου κάποιο ὄν ποὺ στερείται ἀπόλυτα «εγώτητας» [«Ichheit»], παρὰ θὰ εἶναι ἕνα ὀρισμένο εἶδος τοῦ Εἶναι αὐτοῦ τούτου τοῦ «ἐγώ», π.χ. ἡ αὐτοαπώλεια.

Μὰ καὶ ἡ θετικὴ ἐρμηνεία τοῦ ἐδωνά-Εἶναι, τὴν ὁποία παρουσιάσαμε ὡς τώρα, ἀρκεῖ ἤδη γιὰ νὰ ἀπαγορεύση νὰ ξεκινήσουμε ἀπὸ τὸ μορφικὸ δεδομένο τοῦ ἐγώ, ἂν ἀποβλέπουμε σὲ φαινομενικὰ ἐπαρκὴ ἀπάντηση τοῦ ἐρωτήματος «ποιός;». ἡ διαλεύκανση τοῦ μές-στόν-κόσμον-Εἶναι φανέρωσε ὅτι ἀρχικὰ δὲν «εἶναι», κι οὔτε ποτὲ ὑπῆρξε ἕνα σκέτο ὑποκείμενο χωρὶς κόσμο. Κι ἀσφαλῶς εἶναι ἐξίσου ἀνύπαρκτο ἀρχικὰ τὸ δεδομένο ἑνὸς ἀπομονωμένου ἐγὼ χωρὶς τοὺς Ἄλλους. Ἀλλ' ἂν ἐκάστοτε ἤδη στὸ μές-στόν-κόσμον-Εἶναι «οἱ Ἄλλοι» συνείναι ἐδωνά [mit da sind], ἀκόμα καὶ αὐτὴ ἡ φαινομενικὴ διαπίστωση δὲν θὰ πρέπη νὰ μᾶς παραπλανήση, ὥστε νὰ θεωρήσουμε αὐτονόητη κι ἀνάξια ἔρευνας τὴν ὀντολογικὴ δομὴ αὐτοῦ τοῦ «δεδομένου». Θὰ χριεαστῆ νὰ κάνουμε φαινομενικὰ ὁρατὸ καὶ νὰ ἐρμηνεύσουμε ταιριαχτὰ ὀντολογικὰ τὸ ἄμεσο καὶ καθημερινὸ εἶδος αὐτοῦ τοῦ ἐδωνά-Συνεῖναι.

Ὅπως ὁ ὀντικὰ αὐτονόητος χαρακτήρας τοῦ καθ' ἐαυτὸ Εἶναι τῶν ἐνδόκοσμων ὄντων παραπλανὰ καὶ πείθει πὼς εἶναι καὶ ὀντολογικὰ αὐτονόητο τὸ νόημα αὐτοῦ τοῦ Εἶναι, κάνοντας νὰ παραβλέπεται τὸ φαινόμενο τοῦ κόσμου, ἔτσι καὶ τὸ ὀντικὰ αὐτονόητο γεγονὸς ὅτι τὸ ἐδωνά-Εἶναι εἶναι ἐκάστοτε δικό μου μπορεῖ νὰ ὀδηγήση σὲ παραπλάνηση τῆς ἀντίστοιχης ὀντολογικῆς Προβληματικῆς. Ἀρχικὰ τὸ ποιὸς τοῦ ἐδωνά-Εἶναι δὲ θέτει μόνο ἕνα ὀντολογικὸ πρόβλημα, μὰ παραμένει καὶ ὀντικὰ ἐπικαλυμμένο.

Ὥστε δέν ὑπάρχουν καθόλου νήματα πού θά μᾶς ὁδηγήσουν στό νά ἀπαντήσουμε ὑπαρκτικό-ἀναλυτικά στό ἐρώτημα «ποιος»; Δὲ θέλαμε νὰ ποῦμε κάτι τέτοιο. Κι ἂν δὲν λειτουργῆ ὡς ὁδηγητικὸ νήμα ἀπὸ τὶς δύο παραπάνω (παραγ. 9 και 12) μορφικὲς ὑποδείξεις τῆς συστάσεως τοῦ Εἶναι τοῦ ἐδωνά-Εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία ἀναφέρθηκε ἐδώ, λειτουργεῖ ὅμως σίγουρα τὸ ὅτι ἡ οὐσία [“Essenz”] τοῦ ἐδωνά-Εἶναι θεμελιώνεται στὴν ὕπαρξή του. Ἂν τὸ «ἐγὼ» εἶναι οὐσιαστικὸ χαρακτηριστικὸ τοῦ ἐδωνά-Εἶναι, τότε πρέπει νὰ ἐρμηνευτῆ ὑπαρκτικά. Ἄρα τότε μόνο θὰ ἀπαντηθῆ τὸ «ποιός;», ἂν παρουσιάσουμε φαινομενικὰ ἕνα ὁρισμένο εἶδος τοῦ Εἶναι τοῦ ἐδωνά-εἶναι. Ἂν τὸ ἐδωνά-Εἶναι εἶναι μόνον ὑπάρχοντας ὁ ἐαυτός του, τότε ἡ μονιμότητα τοῦ ἐαυτοῦ δὲν ἀπαιτεῖ λιγότερο ἀπ' ὅσο ἡ πιθανὴ μονιμότητα χωρὶς ἐαυτὸ μιὰ ὑπαρκτικό-ὀντολογικὴ ἐρωτηματοθεσία, ὡς μοναδικὴ σωστὴ πρόσβαση στὴν Προβληματικὴ τοῦ ἐδωνά-Εἶναι.

Ἀλλ' ἂν ὁ ἐαυτὸς νοηθῆ «μόνο» σὰν τρόπος τοῦ Εἶναι αὐτοῦ τοῦ ὄντος, τοῦτο μοιάζει νὰ ἰσοδυναμῆ μὲ ἐξάτμιση τοῦ βαθύτερου «πυρήνα» τοῦ ἐδωνά-Εἶναι. Τέτοιοι φόβοι ὅμως τρέφονται ἀπὸ τὴ λαθεμένη προκατάληψη πὼς τὸ ὑπὸ ἐρώτηση ὂν ἔχει κατὰ βάθος τὸ εἶδος τοῦ Εἶναι ἑνὸς ὄντος παρευρισκόμενου, ἔστω κι ἂν ὑπάρχει ὁμοφωνία στὸ ὅτι δὲν τοῦ ταιριάζει ἡ χοντροκοπιὰ τῆς μάζας ποὺ ἰδιάζει στὰ σωματικὰ πράγματα. Ἀλλά ἡ «ὑπόσταση» [=ουσία] τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι τὸ πνεύμα ὡς σύνθεση ψυχῆς καὶ σώματος, παρὰ ἡ ὕπαρξη.



MARTIN HEIDEGGER
ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ (ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΖΑΒΑΡΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

The Accolade.

τοῦ Edmund Blair Leighton




Artist: Edmund Leighton (1853–1922)
Title The Accolade
Date: 1901
Medium: oil on canvas
Current location: Private collection

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Ἡ ὑποχρέωση τῶν πολιτῶν πρὸς τό σῶμα τους.

τοῦ Πλάτωνος



[Ἡ ὑποχρέωση τῶν πολιτῶν νά τιμοῦν τό σῶμα τους, τούς νέους, τούς συγγενεῖς καί τούς ξένους

Ὁ Κλεινίας ζήτησε ἀπό τούς συνομιλητές του νά τόν βοηθήσουν στή θέσπιση τῆς νομοθεσίας τῆς καινούριας ἀποικίας πού σκόπευαν νά ἱδρύσουν οἱ Κρῆτες καί τούς κάλεσε νά προχωρήσουν στή θεωρητική κατασκευή μιᾶς νέας πόλης. Ἔτσι, ἐπέλεξαν ὡς τύπο πολιτεύματος αὐτό στό ὁποῖο κυρίαρχος θά ἦταν ὁ νόμος καί δήλωσαν ὅτι σκοπός τοῦ νομοθέτη θά ἦταν νά κερδίσει τήν εὔνοια καί εὐπείθεια τῶν πολιτῶν ἀπέναντι στούς νόμους. Ὁ Ἀθηναῖος ζήτησε ἀπό τούς πολίτες τῆς νέας πόλης νά τιμοῦν καί νά σέβονται καταρχὰς τούς θεούς, τούς ἥρωες καί τούς γονεῖς τους καί στή συνέχεια τήν ψυχή τους ὡς τό ὕψιστο ἀγαθό. Καί συνεχίζει:]



Τιμή γιά μᾶς σημαίνει νά ἀκολουθοῦμε ἀπό τή μιὰ μεριά τά καλύτερα, κι ἀπό τήν ἄλλη νά ἀγωνιζόμαστε νά διορθώσουμε μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις τά χειρότερα, ἐφόσον ἐπιδέχονται βελτίωση……..

………Λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος ἀπό τή φύση του δέν κατέχει κανένα ἀπόκτημα ἀνώτερο ἀπό τήν ψυχή γιά νά τόν βοηθᾶ νά ἀποφεύγει τό κακό καί νά ἀνιχνεύει καί νά διαλέγει τό καλύτερο ἀπ' ὅλα. Κι ἀφοῦ τό διαλέξει πάλι νά θέλει νά ζεῖ τήν ὑπόλοιπη ζωή του ἔχοντάς το γιά σύντροφό του. Γιά αὐτά ὅλα τῆς δώσαμε τήν δεύτερη θέση στήν ἀπονομή τῶν τιμῶν, καί τήν τρίτη ―ὅπως εἶναι εὔκολο νά τό ἀντιληφθεῖ ὁ καθένας― θά τήν ἀπονείμουμε, ὅπως εἶναι φυσικό, στό σῶμα.

Ποιές καί τίνος εἴδους εἶναι αὐτές οἱ τιμές, νομίζω πώς πρέπει νά τίς ἐξαγγείλουμε ἐνδεικτικά: σῶμα πού νά τοῦ ἀξίζει ἀπονομή τιμῶν δέν εἶναι οὔτε τό ὡραῖο, οὔτε τό δυνατό, οὔτε τό γρήγορο, οὔτε τό μεγάλο, οὔτε αὐτό πού ἔχει καλή ὑγεία ―μολονότι πολλοί ἔχουν αὐτή τή γνώμη― καί βέβαια οὔτε τά ἀντίθετά τους, ἀλλά τά σώματα πού κατέχουν στό σωστό μέτρο ὅλες αὐτές τίς ἰδιότητες, αὐτά εἶναι τά σωφρονέστερα καί συγχρόνως τά πιό ἀσφαλῆ σχετικά μέ τή μακροβιότητα. Γιατί τά πρῶτα ἀποχαυνώνουν τίς ψυχές καί τίς ἀποθρασύνουν καί τά δεύτερα τίς κάνουν ταπεινές καί ἀνελεύθερες.

Συμβαίνει δηλαδή τό ἴδιο πού συμβαίνει μέ τήν ἀπόχτηση χρημάτων καί κτημάτων πού ἡ ἐχτίμησή τους γίνεται μέ τήν ἴδια ἀναλογία. Ὅταν δηλαδή τό καθένα ἀπ' αὐτά εἶναι ὑπέρογκα προκαλοῦν ἔχθρες καί ταραχές στίς πόλεις, κι ἀνάμεσα στούς ἰδιῶτες, ἡ δέ ἔλλειψή τους προκαλεῖ συνήθως δουλοπρέπεια.

Ἄς μή γίνεται, λοιπόν, κανείς φιλοχρήματος γιά ν' ἀφήσει ὅσο μπορεῖ πιό πλούσια τά παιδιά του, ἀφοῦ οὔτε γιά τά ἴδια τά παιδιά οὔτε γιά τήν πόλη εἶναι τό καλύτερο. Γιατί ἡ περιουσία τῶν νέων πού δέν προκαλεῖ κολακεῖες, χωρίς νά τούς στερεῖ τά ἀπαραίτητα, εἶναι ἡ πιό ἁρμονική κι ἡ πιό καλύτερη ἀπ' ὅλες, ἀφοῦ συμφωνώντας μαζί μας καί ταιριάζοντας μέ ὅλα κάνει νά περνοῦμε τή ζωή μας χωρίς λύπες. Στά παιδιά του πρέπει ν' ἀφήνει κανείς πολλή αἰδημοσύνη καί ὄχι χρυσάφι.

Ἔχουμε ὅμως τή γνώμη πώς θ' ἀφήσουμε στούς νέους τήν ἀρετή αὐτή μέ τό νά τούς κάνουμε παρατηρήσεις ὅταν φέρονται μέ ἀναισχυντία. Ἀλλ' αὐτό δέν κατορθώνεται μέ τή συμβουλή πού δίνουμε τώρα στούς νέους, λέγοντάς τους ὅτι ὁ νέος πρέπει νά σέβεται τό κάθε τί. Κι ὅμως ὁ σώφρων νομοθέτης, στούς ἡλικιωμένους θά ἔπρεπε μᾶλλον νά κάμει συστάσεις νά ντρέπονται τούς νέους καί πρό πάντων νά προσέχουν μήπως τυχόν κανείς ἀπ' αὐτούς δεῖ ἤ ἀκούσει κάποιο γέρο νά κάνει ἤ νά λέει τίποτε αἰσχρό, γιατί ὅπου οἱ γέροι εἶναι ἀναίσχυντοι, εἶναι ἀναγκαῖο κι οἱ νέοι νά φέρονται ἐκεῖ μέ πολύ μεγαλύτερη ἀναίδεια. Γιατί τό καλύτερο εἶδος διαπαιδαγωγήσεως τῶν νέων ἀλλά καί τῶν ἴδιων τῶν ἡλικιωμένων δέν εἶναι τό νά δίνει κανείς συμβουλές, ἀλλά νά φαίνεται πώς σ' ὅλη τή διάρκεια τῆς ζωῆς του κάμνει πράξη, ὅσα ἀκριβῶς λέει νουθετώντας τούς ἄλλους.

Ὅποιος πάλι τιμᾶ καί σέβεται τούς συγγενεῖς καί τούς προστάτες θεούς τῆς οἰκογένειάς του, πού προστατεύουν ὅλη τή γενιά πού ἔχει τό ἴδιο αἷμα, εἶναι φυσικό νά ἔχει εὐνοϊκούς τοὺς γενέθλιους θεούς ὅταν σπέρνει τά παιδιά του. Σχετικά μέ τούς φίλους καί τούς συντρόφους στίς κοινωνικές συναναστροφές, θά διατηρεῖ καλές σχέσεις, ἄν θεωρεῖ μεγαλύτερες καί σοβαρότερες τίς ὑπηρεσίες τους, σ' αὐτόν ἀπ' ὅσο τίς θεωροῦν ἐκεῖνοι, κι ἀπό τ' ἄλλο μέρος μέ τό νά θεωρεῖ μικρότερες τίς δικές του ἐκδουλεύσεις στούς φίλους καί τούς συντρόφους του.

Ὅσον ἀφορᾶ τήν πόλη καί τούς συμπολίτες του, πολύ καλύτερος εἶναι ἐκεῖνος, πού, πάνω κι ἀπό τούς Ὀλυμπιακούς καί ὅλους γενικά τοὺς πολεμικούς καί εἰρηνικούς ἀγῶνες, θά δεχόταν νά φανεῖ νικητής στήν ἐξυπηρέτηση τῶν νόμων τῆς πατρίδας του, ὅτι δηλαδή ἔγινε πιστός ὑπηρέτης τους σ' ὅλη του τή ζωή περισσότερο ἀπ' ὅλους τους ἀνθρώπους.

Γιά τούς φιλοξενούμενους πάλι ἄς νομίζει ὅτι τούς προστατεύουν τά πιό ἱερά συμβόλαια. Ὅλα δηλαδή πού ἀφοροῦν τούς ξένους κι ὅλες οἱ ἀδικίες πού γίνονται σέ βάρος τους ἀπό τούς πολίτες ἔχουν μεγαλύτερη ἐξάρτηση ἀπό ἐκδικητή θεό. Γιατί, ἀφοῦ ὁ ξένος εἶναι ἔρημος ἀπό συγγενεῖς καί φίλους προκαλεῖ περισσότερη λύπηση καί στούς ἀνθρώπους καί στούς θεούς. Ἐκεῖνος, ἑπομένως, πού ἔχει τή δύναμη νά τιμωρήσει περισσότερο, τόν βοηθεῖ μέ μεγαλύτερη προθυμία, ἀλλά πιό πολλή δύναμη ἀπ' ὅλους ἔχει ὁ προστάτης θεός ἤ δαίμων τῆς φιλοξενίας τοῦ καθενός πού πιστεύει στόν Ξένιο Δία.

Ἀπαιτεῖται, λοιπόν, μεγάλη προσοχή, καί ἀπό ἐκεῖνον πού δέν εἶναι πολύ προβλεπτικός, ὥστε νά μή κάμει κανένα σφάλμα ἀναφορικά μέ τούς ξένους σ' ὅλη τήν πορεία τῆς ζωῆς του. Ὅμως τό πιό μεγάλο ἀπό τά σφάλματα ἀπέναντι τῶν φιλοξενουμένων καί τῶν συμπατριωτῶν μας εἶναι, γιά ὅλους τους ἀνθρώπους, τό σφάλμα τό σχετικό μέ τούς ἱκέτες, ἐκείνους δηλαδή πού προκαλοῦν νά τούς βοηθήσουμε. Γιατί ὁ θεός, πού ὁ ἱκέτης ἐπικαλέσθηκε τήν προστασία του, ἐξαπατήθηκε μέ τήν μή ἐκτέλεση τῶν ὑποσχέσεων πού τοῦ δόθηκαν, αὐτός ὁ θεός γίνεται ὑπέροχος φύλακας τοῦ ξένου, ὥστε εἶναι ἀδύνατο νά μείνει ἀνεκδίκητος ὁποιοσδήποτε γιά ὅσα ἔπαθε.



Πρωτότυπο Κείμενο

Leg 728.c.6 Τιμὴ δ΄ ἐστὶν ἡμῖν͵ ὡς τὸ ὅλον εἰπεῖν͵ τοῖς μὲν ἀμείνοσιν ἕπεσθαι͵ τὰ δὲ χείρονα͵ γενέσθαι δὲ βελτίω δυνατά͵ τοῦτ΄ αὐτὸ ὡς ἄριστα ἀποτελεῖν. Ψυχῆς οὖν ἀνθρώπῳ κτῆμα οὐκ ἔστιν εὐφυέστερον εἰς 728.d τὸ φυγεῖν μὲν τὸ κακόν͵ ἰχνεῦσαι δὲ καὶ ἑλεῖν τὸ πάντων ἄριστον͵ καὶ ἑλόντα αὖ κοινῇ συνοικεῖν τὸν ἐπίλοιπον βίον· διὸ δεύτερον ἐτάχθη τιμῇ͵ τὸ δὲ τρίτονπᾶς ἂν τοῦτό γε νοήσειεντὴν τοῦ σώματος εἶναι κατὰ φύσιν τιμήν· τὰς δ΄ αὖ τιμὰς δεῖ σκοπεῖν͵ καὶ τούτων τίνες ἀληθεῖς καὶ ὅσαι κίβδηλοι͵ τοῦτο δὲ νομοθέτου. μηνύειν δή μοι φαίνεται τάσδε καὶ τοιάσδε τινὰς αὐτὰς εἶναι͵ τίμιον εἶναι σῶμα οὐ τὸ καλὸν οὐδὲ ἰσχυρὸν οὐδὲ τάχος ἔχον οὐδὲ μέγα͵ οὐδέ 728.e γε τὸ ὑγιεινόνκαίτοι πολλοῖς ἂν τοῦτό γε δοκοῖκαὶ μὴν οὐδὲ τὰ τούτων γ΄ ἐναντία͵ τὰ δ΄ ἐν τῷ μέσῳ ἁπάσης ταύτης τῆς ἕξεως ἐφαπτόμενα σωφρονέστατα ἅμα τε ἀσφαλέστατα εἶναι μακρῷ· τὰ μὲν γὰρ χαύνους τὰς ψυχὰς καὶ θρασείας ποιεῖ͵ τὰ δὲ ταπεινάς τε καὶ ἀνελευθέρους. ὡς δ΄ αὕτως ἡ τῶν χρημάτων καὶ κτημάτων κτῆσις͵ καὶ τιμήσεως κατὰ τὸν αὐτὸν ῥυθμὸν ἔχει· τὰ μὲν ὑπέρογκα γὰρ ἑκάστων 729.a τούτων ἔχθρας καὶ στάσεις ἀπεργάζεται ταῖς πόλεσιν καὶ ἰδίᾳ͵ τὰ δ΄ ἐλλείποντα δουλείας ὡς τὸ πολύ. μὴ δή τις φιλοχρημονείτω παίδων γ΄ ἕνεκα͵ ἵνα ὅτι πλουσιωτάτους καταλίπῃ· οὔτε γὰρ ἐκείνοις οὔτε αὖ τῇ πόλει ἄμεινον. ἡ γὰρ τῶν νέων ἀκολάκευτος οὐσία͵ τῶν δ΄ ἀναγκαίων μὴ ἐνδεής͵ αὕτη πασῶν μουσικωτάτη τε καὶ ἀρίστη· συμφω νοῦσα γὰρ ἡμῖν καὶ συναρμόττουσα εἰς ἅπαντα ἄλυπον τὸν 729.b βίον ἀπεργάζεται. παισὶν δὲ αἰδῶ χρὴ πολλήν͵ οὐ χρυσὸν καταλείπειν. οἰόμεθα δὲ ἐπιπλήττοντες τοῖς νέοις ἀναι σχυντοῦσιν τοῦτο καταλείψειν· τὸ δ΄ ἔστιν οὐκ ἐκ τοῦ νῦν παρακελεύματος τοῖς νέοις γιγνόμενον͵ ὃ παρακελεύονται λέγοντες ὡς δεῖ πάντα αἰσχύνεσθαι τὸν νέον. ὁ δὲ ἔμφρων νομοθέτης τοῖς πρεσβυτέροις ἂν μᾶλλον παρακελεύοιτο αἰσχύνεσθαι τοὺς νέους͵ καὶ πάντων μάλιστα εὐλαβεῖσθαι μή ποτέ τις αὐτὸν ἴδῃ τῶν νέων ἢ καὶ ἐπακούσῃ δρῶντα ἢ 729.c λέγοντά τι τῶν αἰσχρῶν͵ ὡς ὅπου ἀναισχυντοῦσι γέροντες͵ ἀνάγκη καὶ νέους ἐνταῦθα εἶναι ἀναιδεστάτους· παιδεία γὰρ νέων διαφέρουσά ἐστιν ἅμα καὶ αὐτῶν οὐ τὸ νουθετεῖν͵ ἀλλ΄ ἅπερ ἂν ἄλλον νουθετῶν εἴποι τις͵ φαίνεσθαι ταῦτα αὐτὸν δρῶντα διὰ βίου. συγγένειαν δὲ καὶ ὁμογνίων θεῶν κοινω νίαν πᾶσαν ταὐτοῦ φύσιν αἵματος ἔχουσαν τιμῶν τις καὶ σεβόμενος͵ εὔνους ἂν γενεθλίους θεοὺς εἰς παίδων αὑτοῦ σπορὰν ἴσχοι κατὰ λόγον. καὶ μὴν τό γε φίλων καὶ ἑταίρων 729.d πρὸς τὰς ἐν βίῳ ὁμιλίας εὐμενεῖς ἄν τις κτῷτο͵ μείζους μὲν καὶ σεμνοτέρας τὰς ἐκείνων ὑπηρεσίας εἰς αὑτὸν ἡγούμενος ἢ ΄κεῖνοι͵ ἐλάττους δ΄ αὖ τὰς αὑτοῦ διανοούμενος εἰς τοὺς φίλους χάριτας αὐτῶν τῶν φίλων τε καὶ ἑταίρων. εἰς μὴν πόλιν καὶ πολίτας μακρῷ ἄριστος ὅστις πρὸ τοῦ Ὀλυμ πίασιν καὶ ἁπάντων ἀγώνων πολεμικῶν τε καὶ εἰρηνικῶν νικᾶν δέξαιτ΄ ἂν δόξῃ ὑπηρεσίας τῶν οἴκοι νόμων͵ ὡς 729.e ὑπηρετηκὼς πάντων κάλλιστ΄ ἀνθρώπων αὐτοῖς ἐν τῷ βίῳ. πρὸς δ΄ αὖ τοὺς ξένους διανοητέον ὡς ἁγιώτατα συμβόλαια ὄντα· σχεδὸν γὰρ πάντ΄ ἐστὶ τὰ τῶν ξένων καὶ εἰς τοὺς ξένους ἁμαρτήματα παρὰ τὰ τῶν πολιτῶν εἰς θεὸν ἀνηρτη μένα τιμωρὸν μᾶλλον. ἔρημος γὰρ ὢν ὁ ξένος ἑταίρων τε καὶ συγγενῶν ἐλεεινότερος ἀνθρώποις καὶ θεοῖς· ὁ δυνά μενος οὖν τιμωρεῖν μᾶλλον βοηθεῖ προθυμότερον͵ δύναται 730.a δὲ διαφερόντως ὁ ξένιος ἑκάστων δαίμων καὶ θεὸς τῷ ξενίῳ συνεπόμενοι Διί. πολλῆς οὖν εὐλαβείας͵ ᾧ καὶ σμικρὸν προμηθείας ἔνι͵ μηδὲν ἁμάρτημα περὶ ξένους ἁμαρτόντα ἐν τῷ βίῳ πρὸς τὸ τέλος αὐτοῦ πορευθῆναι. ξενικῶν δ΄ αὖ καὶ ἐπιχωρίων ἁμαρτημάτων τὸ περὶ τοὺς ἱκέτας μέγιστον γίγνεται ἁμάρτημα ἑκάστοις· μεθ΄ οὗ γὰρ ἱκετεύσας μάρ τυρος ὁ ἱκέτης θεοῦ ἔτυχεν ὁμολογιῶν͵ φύλαξ διαφέρων οὗτος τοῦ παθόντος γίγνεται͵ ὥστ΄ οὐκ ἄν ποτε ἀτιμώρητος πάθοι ὁ τυχὼν ὧν ἔπαθε.


Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Περὶ δημοκρατίας.

τοῦ Adolf Hitler 



Σ’ ὁλόκληρη τὴ Δυτικὴ Εὐρώπη ἡ δημοκρατία θεωρείται ὁ πρόδρομος τοῦ μαρξισμοῦ, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει πραγματικότητα χωρὶς αὐτήν. Ἡ δημοκρατία ἀποτελεῖ τὸ πεδίο καλλιέργειας γιὰ τὴν ἀπιδημία αὐτῆς τῆς πανούκλας καὶ βρίσκει τὴ σωστή του ἔκφραση μὲ τὸ ἔκτρωμα τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ὅ,τι θεῖο ὑπάρχει μέσα στὴ δημοκρατία πνίγεται δυστυχῶς ἀπὸ τὸ βοῦρκο τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ.

Αὐτοὶ οἱ κύριοι (Βουλευτές) φροντίζουν νὰ τὰ μοιράζονται ὅλα μεταξύ τους καὶ νοιώθουν μόνο μίσος γι αὐτὸν ποὺ θέλησε νὰ ἀποτελέσει μονάδα μέσα στὰ μηδενικά. Τὸ ἔνστικτό τους, τυφλὸ γιὰ ἕνα σωρὸ ἄλλα πράγματα, ἀποκτᾶ σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις μιὰ ἐκθαμβωτικὴ διαύγεια.

…οἱ ἐκπρόσωποι τῆς πλειοψηφίας, τῆς ἠλιθιότητας δηλαδή, δὲν μισοῦν τίποτα πιὸ πολὺ ἀπὸ ἕναν ἀνώτερο ἄνθρωπο.

Φτάνει νὰ δεῖς μιὰ καὶ μόνη φορά, αὐτοὺς τοὺς λωποδύτες τῆς πολιτικῆς νὰ ἐκλιπαροῦν μὲ ἀγωνία κάθε φορὰ ποὺ θὰ πάρουν μιὰ ἀπόφαση, τὴν ἔγκριση τῆς πλειοψηφίας, γιὰ ν’ ἀποκτήσουν ἔτσι τοὺς ἀναγκαίους «συν-ἔνοχους» καὶ νὰ μπορέσουν μετὰ σὲ κάθε περίπτωση, νὰ πλύνουν τὰ χέρια τους ἀπὸ κάθε εὐθύνη· ἕνας δίκαιος ἄνθρωπος, ἕνας τίμιος δὲν θὰ αἰσθανθεῖ παρὰ ἀηδία κι ἀπέχθεια μπροστὰ σὲ τέτοιες παρόμοιες μεθόδους πολιτικῆς πρακτικῆς. Αὐτὸς ποὺ ἀρνείται νὰ πάρει πάνω του τὶς προσωπικὲς εὐθύνες γιὰ τὶς πράξεις του καὶ ποὺ ζητεῖ πάντα νὰ καλύπτεται, δὲν εἶναι παρὰ ἕνας ἄθλιος δειλός.

Ἕνα πράγμα δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ ξεχνάμε: ἡ πλειοψηφία δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ ἀντικαταστήσει τὸ ἄτομο. Ἀντιπροσωπεύεται πάντα ὄχι μονάχα ἀπὸ ἠλίθιους, ἀλλὰ ἀκόμη κι ἀπὸ δειλούς. Κι εἶναι ἀλήθεια πὼς ἑκατὸ τρελὰ μυαλὰ δὲν ἀξίζουν ἕνα σωστὸ καὶ ἑκατὸ δειλοὶ δὲν θὰ πάρουν ποτὲ ἔστω μία ἡρωικὴ ἀπόφαση.

Αὐτοὶ οἱ κύριοι χειρίζονται καὶ λαμβάνουν ἀποφάσεις, μὲ μιὰ ἐλαφρότητα συχνὰ ἀπίστευτη, προβλήματα ποὺ καὶ τὰ πιὸ μεγάλα μυαλὰ θάχαν πολὺ νὰ συλλογιστοῦν πάνω σ’ αὐτά. Κι ὅμως τοὺς βλέπεις νὰ παίρνουν τὰ πιὸ σοβαρὰ ζητήματα, αὐτὰ ποὺ κρίνουν τὴν τύχη ἑνὸς κράτους, σὰν μιὰ παρτίδα χαρτοπαίγνιου κι ὄχι σὰν τὸ μέλλον τῆς φυλῆς.

Κανένας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ λαοῦ δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ συγκινηθεῖ ἀπὸ μιὰ ἀλήθεια ἀνώτερη γιὰ νὰ θελήσει κατόπιν νὰ τὴ θέσει στὴν ὑπηρεσία τοῦ λαοῦ. Ὄχι κανένας δὲν θὰ ἐνεργήσει μ’ αὐτὰ τὰ κίνητρα ἐκτὸς ἂν ἐλπίζει ὅτι ἔτσι θὰ διασώσει τὴν ἐπιτυχία του σὲ μιὰ νέα ἐκλογή. Μόλις ὅμως ἀντιληφθοῦν ὅτι τὸ κόμμα τους μπορεῖ νὰ ἀποτύχει στὶς ἐπόμενες ἐκλογές, αὐτὰ τὰ πρότυπα ἀνδρικοῦ θάρρους τὸ ἐγκαταλείπουν κι ἀκολουθοῦν ἕνα νέο κόμμα ἢ μιὰ νέα κίνηση ποὺ οἱ ἐκλογικές της πιθανότητες εἶναι μεγαλύτερες… Ἔτσι συμβαίνει, ὅταν ἕνα κόμμα ἐπισύρει τὴν τόσο ἐκδηλωμένη λαϊκὴ ἀποδοκιμασία ποὺ προδικάσει συντριπτικὴ ἀποτυχία, νὰ ἐπακολουθεῖ μιὰ μεγάλη μετανάστευση: Οἱ ποντικοὶ τοῦ κοινοβουλίου ἐγκαταλείπουν τὸ πλοῖο τοῦ κόμματος.

Ὁ κοινοβουλευτισμὸς δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ σέρνει μέσα του τὴν καταστροφή. Ἀπὸ μόνο τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ὑποστήριξαν ἄνθρωποι ποὺ φοροῦν παρωπίδες καὶ δὲν βλέπουν γύρω τους ἢ δὲν θέλουν νὰ δοῦν.



«Ο ΑΓΩΝ ΜΟΥ»