Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Ἐπιστολή Μακρυγιάννη πρός τόν Βασιλέα.

τοῦ Ἰωάννου Μακρυγιάννη



Βασιλεῦ!

Ὡς ἕνας καί ἐγώ ἀγωνιστής εἰς τά περασμένα δεινά της πατρίδος μου, ἐγνώρισα εἰς πολλά μέρη ἀνδρείους στρατιωτικούς καί τιμίους πολίτας, ὁπού ἐθυσίαζον καί τήν κατάστασίν τους καί τήν ἰδίαν ζωήν τους μέ μεγάλην εὐχαρίστησιν διά νά ἰδοῦν μίαν ἡμέραν τήν πατρίδα τους ἐλευθέραν. Πολλοί ἀπό αὐτούς ἐσκοτώθηκαν εἰς τόν πόλεμον, ἄλλοι ἔμειναν αἰχμάλωτοι καί ἄλλοι ἐπληγώθηκαν, καί τώρα μετά τήν ἐλευθέρωσιν τῆς πατρίδος τούς βλέπω νά περιπατοῦν εἰς τούς δρόμους γυμνοί καί ξυπόλυτοι. Βλέπω χήρας καί ὀρφανά νά ζητοῦν ἔλεος διά νά παρηγορήσουν τήν πείναν τους, καί μέ τά δάκρυα εἰς τά μάτια νά περιφέρωνται καί νά προξενοῦν ἐντροπήν εἰς τήν ἀχάριστον πατρίδα, διά τήν ὁποίαν ἔχασαν τούς ἄνδρας των, ἔχασαν τούς γονεῖς των.

Ἐκεῖνοι, ὁπού τούς γνωρίζουν καί ἠμποροῦν νά πληροφορήσουν τήν Κυβέρνησιν, κρύπτουν τήν ἀλήθειαν καί φροντίζουν μόνον νά δώσουν τάς ἀνταμοιβάς εἰς τούς δούλους, καί κόλακάς των, εἰς ἀνθρώπους ἀναξίους, εἰς τούς ὁποίους ἡ πατρίς δέν γνωρίζει κανένα χρέος. Εἰς μέν τούς καλούς καί δυστυχεῖς ἀγωνιστὰς λέγουν ὅτι ἡ πατρίς εἶναι πτωχή, εἰς δέ τούς κόλακάς των τήν ἀποδεικνύουν πλουσίαν. Ἐάν εἶναι πτωχή, καθώς καί εἶναι βέβαια, ἔπρεπε νά εἶναι πτωχή εἰς ὅλους, καί ὄχι μόνον διά ἐκείνους, ὁπού ἐδοκίμασαν τόσους ἀγώνας, καί ἦλθαν εἰς ἐλεεινήν κατάστασιν διά τήν ἐλευθερίαν της.

Ἡ τοιαύτη ἀδικία κάμνει σήμερον πολλούς Ἕλληνας νά ἀγανακτοῦν ἐναντίον τῆς πατρίδος, καί νά βλέπουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον ὡς ἐχθρόν χειρότερον ἀπό τόν Τοῦρκον. Ἐγώ ὅμως, Ὑψηλή Ἀντιβασιλεία, δέν εἶμαι ἄδικος, ἀλλά ὡς εὐαίσθητος εἰς τήν δυστυχίαν τόσων ἀγωνιστῶν, παρακινοῦμαι νά φανερώσω τήν ἀδικίαν πρός τήν κυβέρνησίν μου, τήν ὁποίαν μετά Θεόν σέβομαι καί τιμῶ καί ἀγαπῶ, καθώς χρεωστεῖ νά κάμνη κάθε ἄνθρωπος ἀφωσιωμένος εἰς τήν πατρίδα του.

Ἄν ἡ πατρίς μας εἶναι πτωχή, διατί ἡμεῖς μερικοί Ἕλληνες νά παίρνωμεν ἀπό χίλιες δραχμές καί κάτω τόν μήνα, οἱ δέ συνάδελφοί μας νά ψωμοζητοῦν καί νά περιπατοῦν γυμνοί καί ξυπόλυτοι; Δία τήν τιμήν καί ὑπόληψιν καί τῆς πατρίδος καί τοῦ Βασιλέως μου κρίνω δίκαιον νά κόψωμεν ἕνα μέρος ἀπό τόν μισθόν μας, διά νά δοθῆ καί εἰς αὐτούς τούς δυστυχεῖς. Ἐγώ, ὅταν ἐπληγώθην εἰς τούς Μύλους τοῦ Ναυπλίου, ἔλαβα δῶρον ἀπό τήν πατρίδα μου, τό ὁποῖον εἶναι περίπου ἑκατόν πενήντα δραχμὰς τόν μήνα· τώρα λαμβάνω πολύ περισσότερον μηνιαῖον μισθόν, δηλαδή σχεδόν τριακόσιας ἑβδομήκοντα δραχμάς. Ὅθεν ἐγώ πρῶτος παρακαλῶ τήν Ἀντιβασιλείαν νά διατάξη νά κοπῆ αὐτός ὁ μισθός μου ὅλος, ἕως ὅτου ἡ Κυβέρνησις νά λάβη καιρόν νά εὐθετήση τά πράγματα καί νά τά θεραπεύση κατά τό καλύτερον, καί νά μέ δοθοῦν πάλιν κατά μήνα αἱ ἑκατόν πενήντα δραχμαί ἐκεῖναι, καθώς ἐξ ἀρχῆς μ' ἔκρινεν ἄξιον ἡ πατρίς μου· ὁ δέ μισθός μου ἄς δοθῆ εἰς ἄλλους δυστυχεῖς συναγωνιστάς μου, τῶν ὁποίων ἡ γύμνωσις καί ἀπελπισία, μά τήν πατρίδα μου καί μά τόν Βασιλέα μου, δέν μ' ἀφήνει νά κοιμηθῶ ἡσύχως ὅλην τήν νύχτα. Ἄν δέν εἶχα τόσην φαμιλίαν, ἄν δέν ἤμουν ἀσθενής τόν περισσότερον καιρόν, καί ἄν δέν εἶχα ἱκανά χρέη, δέν ἤθελα νά δώσω καί αὐτό τό ὀλίγον βάρος εἰς τήν πατρίδα μου.

Δέν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἔχουν καλά αἰσθήματα καί μεγάλην ἀγάπην εἰς τόν Βασιλέα μας· ἐπιθυμῶ ὅμως νά μή ὑπάρχη κανένας, ὁπού νά νομίζη, ὅτι ἔχει δίκαια παράπονα εἰς τήν ἀθωότητά του καί εἰς τήν καλωσύνην του· ἐπιθυμῶ νά εἶναι ὅλοι εὐχαριστημένοι ἀπό τήν πατρίδα καί νά μή εἶναι εἰς ἄλλους πτωχή ἡ πατρίς καί εἰς ἄλλους πλουσία· ἀλλά νά ἀνταμείψη ὅλους ἐκείνους, ὁπού ἔπαθαν διά τήν ἐλευθερίαν της. Παρακαλῶ μέ τό ἀνῆκον σέβας τήν Ἀντιβασιλείαν, ἀφοῦ διατάξη ἀπό τό παρόν τήν παῦσιν τοῦ μισθοῦ μου, νά διάταξη νά μέ δίδεται τό παλαιόν τῆς πατρίδος σιτηρέσιον.


Ἐν Ἀθήναις τή 15 Δεκεμβρίου 1834

Ἰωάννης Μακρυγιάννης




(Ἐκ τῆς ἐφημερίδος «Ἐθνική» ἄρ. 22, 23.12.1834)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου