Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Ἡ ἀλληγορία τοῦ σπηλαίου.

τοῦ Πλάτωνος



Ἡ ἀφήγηση τῆς ἀλληγορίας

          Οἱ συνομιλητὲς ἀποφάσισαν νὰ ἐξετάσουν τὴ φύση τῆς δικαιοσύνης, στὰ πλαίσια μιᾶς πολιτείας ποὺ θὰ δημιουργοῦσαν ἐξαρχῆς. Ἀφοῦ συμφωνήθηκε νὰ δοθεῖ ἡ διοίκηση αὐτῆς τῆς πολιτείας στοὺς φιλοσόφους, καθορίστηκαν τόσο ἡ φύση τοῦ ἀγαθοῦ , τῆς ἀνώτερης ἰδέας, ποὺ παραλληλίστηκε μὲ τὸν ἥλιο, ὅσο καὶ οἱ τέσσερις ἀναβαθμοὶ τῆς γνώσης: ( εἰκασία, πίστις, διάνοια, νόησις ). Γιὰ νὰ αἰσθητοποιήσει τὶς παραπάνω ἀπόψεις, ὁ Σωκράτης παραθέτει στὴ συνέχεια τὴν ἀλληγορία τοῦ σπηλαίου.




Μετάφραση:


         Ὓστερ' ἀπ' αὐτὰ παράστησε τώρα τὴν ἀνθρώπινη φύση, σχετικὰ μὲ τὴν παιδεία καὶ τὴν ἀπαιδευσία, μὲ τὴν ἀκόλουθη εἰκόνα ποὺ θὰ σοῦ εἰπῶ: Φαντάσου σὰν μέσα σ' ἕνα σπήλαιο κάτω ἀπὸ τή γῆ, ποὺ νὰ ἔχῃ τὴν εἴσοδό του ἀνοιγμένη πρὸς τὸ φῶς σ' ὅλο τὸ μάκρος της• ἀνθρώπους ποὺ ἀπὸ παιδιὰ νὰ βρίσκουνται ἐκεῖ μέσα ἁλυσοδεμένοι ἀπὸ τὰ πόδια καὶ τὸν τράχηλο, σὲ τρόπο ποὺ νὰ μένουν πάντα στὴν ἴδια θέση καὶ μόνο ἐμπρὸς των νὰ βλέπουν, χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ στρέψουν γύρω τὴν κεφαλὴ τους ἐξ αἰτίας τὰ δεσμὰ τους• καὶ ἀπὸ πίσω σὲ ἀρκετὴ ἀπόσταση καὶ ὑψηλότερά τους νὰ ὑπάρχῃ ἀναμμένη φωτιά, ποὺ τὸ φῶς της νὰ ἔρχεται ὡς αὐτοὺς καὶ ἀνάμεσα στὴ φωτιὰ καὶ τοὺς δεσμῶτες ἕνας δρόμος πρὸς τὰ ἐπάνω• καὶ πλάι στὸ δρόμο φαντάσου ἀκόμα παράλληλά του χτισμένο ἕνα μακρὺ τοιχαράκι σὰν ἐκεῖνα τὰ διαφράγματα ποὺ ἔχουν βαλμένα οἱ θαυματοποιοὶ ἐμπρὸς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς δείχνουν πάνω ἀπὸ κεῖ τὶς ταχυδακτυλουργίες των.

Τὰ φαντάζομαι ὅλ' αὐτά.

         Φαντάσου τώρα ἀνθρώπους νὰ περνοῦν κατὰ μῆκος αὐτοῦ τοῦ τοίχου φορτωμένοι κάθε λογῆς ἀντικείμενα, καθὼς καὶ ἀγάλματα ἀνθρώπων καὶ ζῴων κατασκευασμένα ἀπὸ ξύλο ἤ πέτρα ἤ ὅ,τι ἄλλο, ποὺ νὰ ξεπερνοῦν ὅλ' αὐτὰ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὸ τοιχαράκι, κι αὐτοὶ ποὺ τὰ σηκώνουν, ὅπως εἶναι φυσικό, ἄλλοι νὰ μιλοῦν καθὼς περνοῦν μεταξύ τους κι ἄλλοι νὰ σωπαίνουν.

          Πολὺ παράξενη εἶναι ἡ εἰκόνα καὶ ἀλλόκοτοι οἱ δεσμῶτες σου.

          Καὶ μολαταῦτα ὅμοιοι μὲ μᾶς• καὶ πρῶτα πρῶτα νομίζεις πὼς αὐτοὶ οἱ δεσμῶτες ἔχουν ἰδεῖ ποτὲ καὶ ἀπὸ τοὺς ἑαυτοὺς των καὶ ἀπὸ τοὺς τριγυρνοὺς των τίποτε ἄλλο, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς σκιὲς πού πέφτουν ἀπὸ τὴ λάμψη τῆς φωτιᾶς ἐπάνω στὸ ἀντικρυνὸ τους μέρος τῆς σπηλιᾶς;

          Καὶ πῶς νὰ δοῦν, ἀφοῦ εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ κρατοῦν ἀκίνητα τὰ κεφάλια ὅλη τους τὴ ζωή;

         Ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὰ ἀντικείμενα πού περνοδιαβαίνουν, ἄλλο τίποτα ἀπὸ τὶς σκιὲς των;

         Τί ἄλλο βέβαια;

         Κι ἂν θὰ μποροῦσαν νὰ μιλοῦν μεταξύ τους, δὲ νομίζεις νὰ πιστεύουν πώς τὰ ὀνόματα πού δίνουν στὶς σκιὲς πού βλέπουν νὰ διαβαίνουν ἐμπρός τους, ἀναφέρονται σ' αὐτὰ τὰ ἴδια τὰ ἀντικείμενα;

          Ἀναγκαστικά.

         Κι ἂν ἀκόμα ἡ φυλακὴ τους ἔστελνε ἀντίλαλο ἀπὸ ἀντικρύ τους, ὅταν θὰ μιλοῦσε κανεὶς ἀπ' ὅσους περνοῦν, νομίζεις πώς τίποτ' ἄλλο θὰ φαντάζονταν, παρὰ ὅτι ἡ σκιὰ εἶναι ἐκείνη πού μιλᾷ;

         Τί ἄλλο βέβαια;

         Καὶ ἐξάπαντος, τίποτ' ἄλλο οἱ τέτοιοι δὲ θὰ πίστευαν ἀληθινό, παρὰ μονάχα ἐκεῖνες τὶς σκιές.

         Ἀνάγκη πᾶσα.

         Σκέψου τώρα, τί θὰ 'πρεπε νὰ συμβῇ φυσικὰ μ' αὐτούς, ἂν κανεὶς ἤθελε τοὺς λύσει ἀπὸ τὰ δεσμά τους καὶ τοὺς θεραπεύσει ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ τὴν ἄγνοιά τους• κάθε φορά ποὺ θὰ λύνονταν ἕνας καὶ θὰ 'ναγκάζονταν ἔξαφνα νὰ σηκωθῆ καὶ νὰ στρέψη τὸ λαιμό του καὶ νὰ περπατήση καὶ νὰ κοιτάξη πρὸς τὸ μέρος τῆς φωτιᾶς, καὶ πονοῦσε ἐνῷ ἔκανε ὅλ' αὐτὰ καὶ δὲ μποροῦσε ἀπὸ τὸ ἀκτιδοβόλισμα τῆς φωτιᾶς νὰ δῆ καθαρὰ ἐκεῖνα ποὺ ἔβλεπε ὡς τότε τὶς σκιὲς των, τί νομίζεις πὼς θὰ πῇ, ἂν τοῦ ἔλεγε κανείς, ὅτι ὅσα ἔβλεπε τότε ἦταν φλυαρίες καὶ πὼς τώρα, γυρισμένος κάπως πιὸ κοντὰ στὸ ὂν καὶ σὲ ἀντικείμενα περισσότερο πραγματικά, βλέπει σωστότερα, κι ἂν μάλιστα δείχνοντάς του τὸ καθένα ἀπ' ὅσα θὰ περνοῦσαν ἀπὸ μπρός του, τὸν ἀνάγκαζε ν' ἀποκριθῆ τί εἶναι αὐτό, δὲ νομίζεις πὼς θὰ ἔπεφτε σὲ μεγάλη ἀπορία καὶ θὰ νόμιζε πώς ἐκεῖνα πού ἔβλεπε τότε, ἦταν ἀληθινώτερα ἀπ' αὐτὰ πού τοῦ δείχνουν τώρα ;

         Καὶ πολὺ μάλιστα.

         Κι ἂν λοιπὸν τὸν ἀνάγκαζε κανεὶς νὰ στρέψη τὰ μάτια του στὸ ἴδιο τὸ φῶς, δὲ θὰ τοῦ πονοῦσαν τὰ μάτια καὶ δὲ θὰ 'φευγε γιὰ νὰ ξαναγυρίση πάλι σὲ κεῖνα ποὺ μπορεῖ νὰ βλέπῃ καὶ δὲ θὰ νόμιζε πὼς ἐκεῖνα εἶναι πραγματικῶς καθαρώτερα καὶ ἀληθινώτερα ἀπ' αὐτὰ πού τοῦ δείχνουν;

         Ἔτσι βέβαια.

         Κι ἂν τέλος τὸν ξεκολλοῦσε κανεὶς ἀπὸ κεῖ κάτω μὲ τὴ βία, ἀπὸ ἕνα κακοτράχαλο καὶ ἀνηφορικὸ δρόμο, καὶ δὲν τὸν ἄφηνε πρὶν τὸν τραβήξη ἔξω στὸ φῶς τοῦ ἥλιου, ἄραγε δὲ θὰ τραβοῦσε μαρτύρια καὶ δὲ θ' ἀγανακτοῦσε ὅσο τὸν ἔσερναν, κι ὅταν θάφτανε στὸ φῶς, μὲ πλημμυρισμένα τὰ μάτια του ἀπ' τὴ φεγγοβολή, θὰ μποροῦσε νὰ δῆ καὶ ἕνα καν ἀπ' ὅσα ἐμεῖς λέμε τώρα ἀληθινά;

         Ὄχι βέβαια, ἔτσι τουλάχιστο ἐξαφνικά.

         Θὰ χρειάζονταν πραγματικῶς νὰ συνηθίση πρῶτα, γιὰ νὰ κατορθώση νὰ βλέπῃ καθαρὰ ὅσα εἶναι ἐκεῖ ἐπάνω• καὶ στὴν ἀρχὴ θὰ μποροῦσε νὰ βλέπῃ εὐκολώτερα τὶς σκιές, ἔπειτα ἐπάνω στὰ νερὰ τὰ εἴδωλα τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἄλλων, καὶ στερνὰ κι αὐτὰ τὰ ἴδια• κατόπι ἀπ' αὐτὰ κι ὅσα εἶναι στὸν οὐρανὸ καὶ τὸν ἴδιο τὸν οὐρανό, θὰ μποροῦσε νὰ στραφῆ ἤ νὰ κοιτάξη τὴ νύχτα εὐκολώτερα, μὲ τὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ καὶ τῶν ἄστρων, παρὰ τὴν ἡμέρα μὲ τὸν ἥλιο καὶ τὸ φῶς του.

          Πῶς ὄχι;

          Καὶ τελευταία, θὰ μποροῦσε νὰ ἰδῆ, ὑποθέτω, καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν ἥλιο, ὄχι μέσα στὰ νερὰ ἤ σὲ ἄλλη θέση τὰ εἴδωλά του, ἀλλ' αὐτὸν καθαυτὸν στὴ θέση του, καὶ νὰ παρατηρήση τί λογῆς εἶναι.

          Ἀναγκαστικά.

         Ὓστερ' ἀπ' αὐτὰ θὰ 'κανε τὴ σκέψη γι' αὐτόν, πὼς αὐτὸς εἶναι ποὺ κάνει τὶς ἐποχὲς καὶ τοὺς ἐνιαυτούς, καὶ διευθύνει σὰν ἐπίτροπος ὅλα στὸν ὁρατὸ κόσμο, καὶ ὁ αἴτιος, γιὰ νὰ ποῦμε ἔτσι, ὅλων ἐκείνων ποὺ ἔβλεπαν αὐτοί.

          Εἶναι φανερὸ πὼς σ' αὐτὸ τὸ συμπέρασμα θάφτανε σιγὰ σιγά.

          Καὶ τί λοιπόν; ὅταν θὰ θυμόταν τὴν πρώτη του ἐκείνη κατοικία καὶ τὴ σοφία ποὺ εἶχαν ἐκεῖ κάτω αὐτὸς καὶ οἱ συδεσμῶτες του, δὲ νομίζεις πὼς θὰ μακάριζε τὸν ἑαυτὸ του γι' αὐτὴ τὴ μεταβολὴ καὶ θὰ ἐλεεινολογοῦσε ἐκείνους;

           Καὶ πολὺ μάλιστα.

           Καὶ ἂν ὑπῆρχαν μεταξύ τους ἐκεῖ κάτω ἔπαινοι καὶ τιμὲς καὶ τίποτα βραβεῖα γιὰ κεῖνον ποὺ θάχε ἰσχυρότερη ὅραση νὰ βλέπῃ ὅ,τι θὰ περνοῦσε ἐμπρός του, καὶ νὰ θυμᾶται ποιὰ συνηθίζουν νὰ περνοῦν πρῶτα, ποιὰ κατόπι τους καὶ ποιὰ μαζί–μαζί καὶ ἔτσι νὰ ἦταν σὲ θέση νὰ μαντεύῃ καλύτερα ἀπὸ κάθε ἄλλο τίνος θὰ εἶναι ἡ σειρά του νὰ παρουσιαστῆ, τί λές; θὰ εἶχε καμιὰ ἐπιθυμία γιὰ ὅλ' αὐτὰ καὶ θὰ ζήλευε ἐκείνους ποὺ ἔτσι ἐτιμοῦσαν ἐκεῖ κάτω καὶ πού ἀφέντευαν ἐπάνω στοὺς ἄλλους; ἤ δὲ θὰ πάθαινε ἐκεῖνο ποὺ λέει ὁ Ὅμηρος γιὰ τὸν Ἀχιλλέα, καὶ θὰ προτιμοῦσε χίλιες φορὲς καλύτερα νὰ ζῇ στὸν ἐπάνω κόσμο καὶ νὰ δουλεύῃ κοντὰ σ' ἕναν ἄλλο δίχως κλῆρο ἄνθρωπο, παρὰ νὰ ἔχῃ τὶς ἴδιες τὶς ἰδέες καὶ τὴν ἴδια ζωὴ ὅπως ἐκεῖ κάτω;

         Κάθε ἄλλο κ' ἐγὼ παραδέχομαι πὼς θὰ προτιμοῦσε νὰ πάθη, παρὰ νὰ ζῇ μ' ἐκεῖνο τὸν τρόπο.

         Βάλε τώρα στὸ νοῦ σου κι αὐτό: ἂν ἕνας τέτοιος ἤθελε ξανακατέβει πάλι ἐκεῖ καὶ ξανακαθίσει στὸ θρονί του, δὲ θὰ γέμιζαν τὰ μάτια του ξανὰ σκοτάδι, καθὼς θὰ 'ρχόταν ξαφνικὰ ἀπὸ τὸν ἥλιο;

         Καὶ πολὺ βέβαια.

         Κι ἂν ἦταν ἀνάγκη νὰ παραβγῇ μὲ κείνους τοὺς παντοτινοὺς ἐκεῖ κάτω δεσμῶτες λέγοντας τὴ γνώμη του γιὰ κεῖνες τὶς σκιές, ἐνῷ ἀκόμη δὲ θὰ καλοδιάκρινε πρὶν ἀποκατασταθῆ τέλεια ἡ ὅρασή του, γιατί βέβαια δὲ θὰ χρειάζονταν, καὶ πολὺ λίγος καιρὸς νὰ ξανασυνηθίση, δὲν θὰ τοὺς ἔκανε νὰ σκάσουν στὰ γέλοια καὶ δὲ θὰ 'λεγαν γι' αὐτὸν πὼς γύρισε ἀπὸ κεῖ πάνω π’ ἀνέβηκε μὲ χαλασμένα τὰ μάτια, καὶ πὼς δὲν ἀξίζει τὸν κόπο οὔτε νὰ δοκιμάση κανεὶς ν' ἀνεβῇ ἐκεῖ πάνω, κι ἂν κανεὶς ἐπιχειροῦσε νὰ τοὺς λύση καὶ νὰ τοὺς ἀνεβάση, δὲ θὰ ἦταν ἱκανοὶ καὶ νὰ τὸν σκοτώσουν ἀκόμα, ἂν μποροῦσαν νὰ τὸν πιάσουν στὰ χέρια;

         Χωρὶς ἄλλο.

Αὐτὴ λοιπὸν τὴν εἰκόνα, φίλε μου Γλαύκων, πρέπει νὰ τὴν ἐφαρμόσης σ’ ὅλα ποὺ λέγαμε πρωτύτερα καὶ νὰ παρομοιάσης αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ βλέπομε, μὲ τὴν δράση, μὲ τὴν κατοικία τοῦ δεσμωτηρίου, καὶ τὴν ἀντιλαμπὴ τῆς φωτιᾶς μὲς σ' αὐτὴν μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἥλιου• ἂν ἀκόμα δεχτῆς, πὼς ἐκεῖνος ὁ δεσμώτης ποὺ ἀνεβαίνει ἐδῶ πάνω καὶ βλέπει ὅσα βλέπει, παρασταίνει τὸ ἀνέβασμα τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸν ὁρατὸ στὸ νοητὸ κόσμο, θὰ εἶσαι μέσα σὲ κεῖνο ποὺ πιστεύω ἐγὼ τουλάχιστο, ἀφοῦ αὐτὸ ἐπιθυμοῦσες ν’ ἀκούσης. Κι ὁ θεὸς πιὰ τὸ ξέρει, ἂν τυχαίνῃ νὰ εἶναι ἀληθινὴ ἡ ἰδέα μου. Ὁπωσδήποτε γιὰ μένα ἔτσι φαίνονται πὼς εἶναι αὐτά: πὼς μέσα στὸ νοητὸ κόσμο τελευταία ποὺ παρουσιάζεται εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ ἀγαθοῦ, μόλις καὶ μετὰ βίας ὁρατή• ὅταν ὅμως μία φορὰ τὴ δῆ κανείς, δὲν μπορεῖ νὰ μὴ συμπεράνη πὼς αὐτὴ εἶναι γενικῶς ἡ αἰτία τοῦ κάθε καλοῦ καὶ ὡραίου, πὼς αὐτὴ εἶναι ποὺ γέννησε καὶ μέσα στὸν ὁρατὸ κόσμο τὸ φῶς καὶ τὸν κύριο τοῦ φωτός, καὶ μέσα στὸν νοητὸ αὐτὴ εἶναι ἡ δέσποινα ποὺ χαρίζει τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ νοῦ, καὶ ὅτι σ' αὐτὴν πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ ὅποιος τὸ ἔχει σκοπὸ μὲ φρόνηση νὰ κυβερνηθῆ καὶ στὸν ἰδιωτικό του καὶ στὸ δημόσιο βίο.

         Συμμερίζομαι κ' ἐγὼ τὴ γνώμη σου, μὲ τὸν τρόπο τουλάχιστο ποὺ μπορῶ.

         Ἔλα τώρα λοιπὸν νὰ συμμεριστῆς κι αὐτὴν ἀκόμα τὴ γνώμη καὶ νὰ μὴν παραξενεύεσαι, ἂν ὅσοι ἔφτασαν ὡς ἐδῶ δὲ βρίσκουν πιὰ εὐχαρίστηση νὰ καταγίνουνται μὲ τὶς συνηθισμένες ἀνθρώπινες ἀσχολίες, ἀλλὰ αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκη νὰ ζοῦν πάντα ἐκεῖ ἐπάνω οἱ ψυχὲς των• καὶ εἶναι φυσικὸ νὰ γίνεται ἔτσι, ἂν πάλι εἶναι σύμφωνο κι αὐτὸ μὲ τὴν εἰκόνα ποὺ εἴπαμε πρίν. Εἶναι βέβαια φυσικό.

          Τί λοιπόν; σοῦ φαίνεται τίποτα παράξενο, ἂν ἕνας ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ ἐκείνη τὴ θεϊκιὰ θεωρία στὶς ἀνθρώπινες ἀθλιότητες, δὲ γνωρίζει πὼς νὰ φερθῆ καὶ φαίνεται φοβερὰ γελοῖος, καθὼς δὲν βλέπει ἀκόμη καλὰ πρὶν συνηθίση ὁπωσδήποτε μὲ τὸ σκοτάδι αὐτοῦ τοῦ κόσμου, καὶ ἀναγκάζεται, ἤ στὰ δικαστήρια ἤ ὅπου ἀλλοῦ, νὰ ὑποστηρίξη τὴν ἰδέα του γιὰ τὶς σκιὲς τοῦ δικαίου καὶ γιὰ τὰ εἴδωλα ποὺ παρασταίνουν οἱ σκιὲς καὶ νὰ πολεμᾷ τὶς δοξασίες πού ἔχουν γιὰ τὴ δικαιοσύνη ὅπου ποτὲ του ποτὲ δὲν τὴν εἶδαν;

          Μὰ καθόλου βέβαια παράξενο.

         Ἀλλ' ἂν ἔχῃ κανεὶς νοῦ, θὰ μποροῦσε νὰ θυμηθῆ, πὼς εἶναι δύο εἰδῶν καὶ ἀπὸ δύο ἀφορμὲς προέρχεται ἡ διατάραξη τῆς δράσης: ὅταν μεταβαίνῃ κανεὶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς, καὶ ὅταν ἀπὸ τὸ φῶς στὸ σκοτάδι. Τὸ ἴδιο λοιπὸν πρέπει νὰ παραδεχτῆ πὼς γίνεται καὶ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ ὅταν δῆ καμιὰ νὰ τὰ χάνῃ καὶ νὰ μὴ μπορῇ νὰ διακρίνῃ κάτι καθαρά, νὰ μὴ γελᾷ χωρὶς λόγο, ἀλλὰ νὰ ἐξετάζῃ τί ἀπὸ τὰ δύο συμβαίνει, τάχα ἐπειδὴ ἦρθε ἀπὸ φωτεινότερη ζωὴ ἔχουν σκοτισθῆ τὰ μάτια της ποὺ δὲν ἦταν συνηθισμένα στὸ σκοτάδι, ἤ μήπως, ἀμάθητη στὸ περισσότερο, ἔφτασε σὲ πολὺ δυνατώτερο φῶς καὶ ἔχουν γεμίσει τὰ μάτια της ἀπὸ ζωηρότερη φεγγοβολή; Καὶ τότε βέβαια τὴ μία θὰ τὴ μακαρίση γιὰ τὸ πάθημά της καὶ τὴ ζωή της καὶ τὴν ἄλλη θὰ τὴν ἐλεεινολογήση, κι ἂν εἶχε τὴ διάθεση νὰ γελᾷ μαζί της, τὸ γέλοιό του θὰ ἦταν λιγώτερο καταγέλαστο, παρὰ ἂν γελοῦσε μὲ τὴν ψυχὴ ποὺ ἔχει φτάσει ἀπὸ τὸ ἐπάνω ἐκεῖ φῶς.

        Πολὺ λογικὰ τὰ λές.

         Πρέπει λοιπόν, ἂν εἶν' αὐτὰ ἀληθινά, νὰ παραδεχτοῦμε πὼς ἡ παιδεία δὲν εἶναι τέτοια ὅπως τὴν λένε πὼς εἶναι μερικοὶ ποὺ τὴν ἔχουν ἐπάγγελμά τους. Γιατί ἰσχυρίζονται πὼς ἐπιστήμη δὲν ὑπάρχει μέσα στὴν ψυχή, ἀλλὰ αὐτοὶ τὴν βάζουν, ὅπως σὰν νὰ βάζουν σὲ τυφλοὺς τὴν ὅραση.

         Αὐτὸ πραγματικῶς λένε.

        Ἐνῷ ὁ δικός μας τώρα ὁ λόγος θέλει νὰ πῇ, πὼς ὁ καθένας ἔχει μέσα στὴν ψυχὴ του τὴ δύναμη νὰ μαθαίνῃ καὶ τὸ κατάλληλο γιὰ τὴ μάθηση ὄργανο• καὶ ὅπως, ἂν δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ γίνῃ διαφορετικά, θὰ ἔπρεπε νὰ στρέφῃ κανεὶς τὸ μάτι του μὲ ὅλο μαζὶ τὸ σῶμα του ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ στὸ φωτεινό, ἔτσι πρέπει νὰ στρέφῃ γύρω κι αὐτὴ τὴ δύναμη καὶ τὸ ὄργανό της μὲ ὅλη μαζὶ τὴν ψυχή του ἀπὸ ἐκεῖνο πού γίνεται πρὸς τὸ καθαυτὸ ὄν, ὥσπου νὰ κατορθώση ἐπὶ τέλους νὰ ἀτενίζῃ, χωρὶς νὰ ὑποφέρῃ, τὸ φωτεινότατο τοῦ ὄντος, πού ἐμεῖς λέμε πώς αὐτὸ εἶναι τὸ ἀγαθό• δὲν εἶν' ἔτσι;

        Ναί.

       Αὐτῆς λοιπὸν τῆς περιστροφῆς θὰ ἦταν τέχνη ἡ παιδεία, μὲ ποιὸ τρόπο νὰ καταφέρῃ νὰ μεταστραφῆ ὅσο μπορεῖ εὐκολώτερα καὶ ὠφελιμώτερα ἡ ψυχή, ὄχι γιὰ νὰ τῆς βάλη κανεὶς μέσα της τὴ δύναμη νὰ βλέπῃ, γιατί αὐτὴ τὴν ἔχει, ἄλλα γιὰ νὰ διορθώση τὴν κατεύθυνσή της, ποὺ δὲν εἶναι σωστὰ στραμμένη οὔτε βλέπει ἐκεῖ ποὺ ἔπρεπε.

        Ἔτσι φαίνεται.

        Οἱ ἄλλες λοιπὸν ἀρετὲς ποὺ λένε τῆς ψυχῆς φαίνεται νὰ εἶναι ἐπάνω κάτω ὄχι πολὺ διαφορετικὲς ἀπὸ τοῦ σώματος• γιατί, ἐνῷ πραγματικῶς δὲν ὑπάρχουν ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς, τὶς ἀποκτᾷ κανεὶς ὕστερα μὲ τὸ συνηθισμὸ καὶ μὲ τὴν ἄσκηση• ἐνῷ ἡ ἀρετὴ τῆς φρόνησης φαίνεται πὼς ἔχει κάποια θεϊκώτερη ἀπ' ὅλα τ' ἄλλα φύση, ποὺ ποτὲ δὲ χάνει τὴ δύναμή της καὶ ποὺ ἀναλόγως τῆς περιαγωγῆς της ἄλλοτε γίνεται ὠφέλιμη καὶ χρήσιμη καὶ ἄλλοτε ἀπεναντίας ἄχρηστη καὶ βλαβερή. Ἤ δὲν ἔχεις προσέξει ἀκόμα, αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ποὺ τοὺς λένε πονηροὺς μὰ καὶ ἔξυπνους μαζί, μὲ πόσο διαπεραστικὴ ματιὰ ἡ μικρή τους ἡ ψυχὴ καὶ μὲ τί φωτιὰ μάτι βλέπει ὅσα τὴν ἐνδιαφέρουν, γιατί δὲν ἔχει ἀδύνατη ὅραση, μὰ ἐπειδὴ εἶναι ἀναγκασμένη νὰ ὑπηρετῇ τὴν κακία τους, ὅσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ ὀξυδέρκειά τους τόσο καὶ μεγαλύτερο κακὸ κάνουν;

        Βέβαια τὸ 'χω παρατηρήσει.

        Ἄv ὅμως στὶς τέτοιες φύσεις, εὐθὺς ἀπὸ τὴν παιδική τους ἡλικία ἤθελε κανεὶς κόψει σύριζα τὶς ἔμφυτες ἀπὸ γενετῆς κακίες των, ποὺ σὰν τὰ μολυβένια βαρίδια τῶν διχτυῶν, εἶναι πιὰ κολλημένες ἐπάνω τους καὶ μὲ τὶς πολυφαγίες καὶ τὶς παρόμοιες ἀπολαύσεις καὶ καταχρήσεις τραβοῦν πρὸς τὰ κάτω τὴν ὅραση τῆς ψυχῆς• ἄν, λέγω, ἤθελαν ἀπαλλαχθῆ ἀπ' ὅλ' αὐτὰ καὶ στραφῆ πρὸς τὰ ἀληθινά, θὰ τὰ 'βλεπαν βέβαια κι αὐτὰ μὲ τὴν ἴδια ὀξυδέρκεια, ὅπως καὶ τώρα ἐκεῖνα ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρουν.

        Πολὺ φυσικά.


        Τί λοιπόν; δὲν εἶναι κι αὐτὸ φυσικὸ καὶ δὲ βγαίνει ἀναγκαστικὰ ἀπ' ὅσα εἴπαμε ὡς τώρα, πὼς μήτε οἱ ἀπαίδευτοι ποὺ ποτὲ τους δὲν γνώρισαν τὴν ἀλήθεια, θὰ μποροῦσαν ποτὲ νὰ κυβερνήσουν τὴν πολιτεία, μήτε ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς ἀφήνουν νὰ περνοῦν ὡς τὸ τέλος τὴ ζωή τους μὲ τὴν παιδεία• οἱ πρῶτοι ἐπειδὴ δὲν ἔχουν ἕνα ὠρισμένο σκοπό, ποὺ κυνηγώντας τον νὰ κανονίζουν ἀνάλογα ὅλες τὶς πράξεις καὶ στὸν ἰδιωτικὸ καὶ τὸ δημόσιο βίο τους, καὶ οἱ ἄλλοι πάλι, γιατί ποτὲ δὲ θ' ἀποφάσιζαν ἀπὸ θέλησή τους νὰ καταγίνουν μὲ καμιὰ πρακτικὴ ἀπασχόληση, νομίζοντας πώς, ἀπὸ ζωντανοὶ ἀκόμα, βρίσκονται καὶ ζοῦν στὰ νησιὰ τῶν Μακάρων.

        Ἀλήθεια.

       Δουλειά μας λοιπὸν εἶναι τώρα, ἐμεῖς οἱ ἱδρυτὲς τῆς πολιτείας νὰ ἀναγκάσωμε τὶς ξεχωριστὲς ἐκεῖνες φύσεις νὰ ἐπιδοθοῦν στὸ μάθημα, ποὺ τὸ ἀναγνωρίσαμε πρὶν πὼς εἶναι τὸ ἀνώτερο, νὰ δοῦν τὸ ἀγαθὸ καὶ νὰ ἐπιχειρήσουν ἐκεῖνο τὸ ἀνέβασμα, καὶ ἀφοῦ ἐκεῖ ἀπάνω τὸ δοῦν ἀρκετά, νὰ μὴν τοὺς ἐπιτρέψωμε νὰ κάμουν αὐτὸ ποὺ ἐπιτρέπεται τώρα.

        Ποιὸ τάχα;

        Νὰ μείνουν ἐκεῖ πάνω καὶ νὰ μὴ ἐννοοῦν νὰ κατέβουν πίσω, κοντὰ σὲ κείνους τοὺς δεσμῶτες, οὔτε νὰ συμμερίζουνται μαζί τους τοὺς ἴδιους μόχτους καὶ τιμές, εἴτε ταπεινότερες εἴτε σπουδαιότερες.

       Μὰ πῶς; τόσο, θὰ τοὺς ἀδικήσωμε καὶ θὰ τοὺς κάμωμε νὰ ζοῦν χειρότερα, ἐνῷ μποροῦν νὰ ζοῦν πολὺ καλύτερα;

Ξέχασες πάλι, φίλε μου, πὼς δὲν ἐνδιαφέρεται ὁ νόμος νὰ ἐξασφαλίση ξεχωριστὰ μία μονάχα τάξη μέσα στὴν πόλη, ἀλλὰ ζητᾷ νὰ βρῇ μὲ τί μέσα θὰ τὸ κατορθώση αὐτὸ γιὰ ὁλόκληρη τὴν πόλη• καὶ γι' αὐτὸ τὸ σκοπὸ συνδυάζει ἁρμονικὰ τὰ διάφορα στοιχεῖα καὶ ἀναγκάζει τοὺς πολῖτες μὲ τὴν πειθὼ καὶ μὲ τὴ βία νὰ παιρνοδίνουν μεταξύ τους τὴν ὠφέλεια ποὺ εἶναι ἱκανὸς ὁ καθένας νὰ προσφέρῃ στὸ κοινό, καὶ μορφώνει ὁ ἴδιος τέτοιους ἄντρες μὲς στὴν πόλη, ὄχι γιὰ ν' ἀφήνῃ τὸν καθένα νὰ τραβᾷ τὸ δρόμο ποὺ τοῦ ἀρέσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τοὺς χρησιμοποιῇ αὐτὸς ὡς σύνδεσμο τῆς πολιτείας.

         Ἔχεις δίκιο• τὸ εἶχα ξεχάσει πραγματικῶς.

         Σκέψου λοιπόν, Γλαύκων, πὼς καὶ δὲ θὰ τοὺς ἀδικήσωμε ἐπὶ τέλους τοὺς φιλοσόφους τῆς δικῆς μας τῆς πολιτείας, ἀλλὰ θὰ ποῦμε πὼς ἔχομε δίκιο, ὅταν τοὺς ἀναγκάζωμε νὰ φροντίζουν γιὰ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ τοὺς φυλάγουν. Γιατί θὰ τοὺς ποῦμε πὼς στὶς ἄλλες πολιτεῖες, ὅσοι γίνουνται φιλόσοφοι πολὺ φυσικὰ δὲν παίρνουν μέρος στοὺς κόπους τῆς κυβέρνησης• γιατί ἐκεῖ φυτρώνουν σὰν ἀπὸ μόνοι τους χωρὶς καὶ νὰ τὸ θελήση ἡ κάθε πολιτεία καὶ δίκιο εἶναι, ἕνα πρᾶγμα ποὺ γίνεται μονάχο του, καὶ ποὺ σὲ κανένα δὲ χρωστᾷ τὴ γέννηση καὶ τὴν ἀνατροφή του, νὰ μὴν ἔχῃ τὴν ὑποχρέωση νὰ πληρώνῃ τροφεῖα σὲ κανένα• ἐσᾶς ὅμως σᾶς ἐγεννήσαμε ἐμεῖς καὶ γιὰ τὸ δικό σας καὶ γιὰ τῆς ἄλλης πολιτείας τὸ συμφέρον, σὰ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνες μέσα στὸ σμάρι τῶν μελισσιῶν, καλύτερα καὶ τελειότερα μορφωμένους ἀπὸ τοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ μπορῆτε νὰ παίρνετε μέρος καὶ στὰ δύο. Πρέπει λοιπὸν ὁ καθένας σας μὲ τὴ σειρά του νὰ κατεβαίνῃ στὸν κοινὸ τῶν ἄλλων συνοικισμὸ καὶ μαζί τους νὰ συνηθίση νὰ βλέπῃ τὰ σκοτεινά• γιατί ὅσο θὰ συνηθίζετε, θὰ βλέπετε χίλιες φορὲς καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὰ πράγματα ἐκεῖ καὶ θὰ ξεχωρίζετε τὸ κάθε εἴδωλο, τί καὶ τίνος εἶναι, γιατί ἔχετε ἰδεῖ ἀπὸ πρὶν τὴν ἀλήθεια σχετικὰ μὲ τὸ ὡραῖο, τὸ δίκαιο καὶ τὸ ἀγαθό. Κ' ἔτσι καὶ γιὰ σᾶς τοὺς ἴδιους καὶ γιὰ μᾶς πραγματικότητα θὰ εἶναι ἡ ὀργάνωση τῆς πολιτείας καὶ ὄχι ὀνειροφαντασιά, ὅπως εἶναι ὀργανωμένες οἱ περισσότερες σημερινὲς πολιτεῖες, ὅπου οἱ ἄρχοντες πολεμοῦν μεταξύ τους γιὰ μίαν ἁπλῆ σκιὰ καὶ στασιάζουν κάθε τόσο ποιὸς νὰ πάρη τὴν ἐξουσία, σὰ νὰ 'ταν κανένα μεγάλο ἀγαθό. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι, πὼς σὲ μιά πόλη, ὅπου ὅσοι μέλλουν νὰ κυβερνήσουν, δὲ δείχνουν καὶ καμιὰ πάρα πολὺ μεγάλη προθυμία νὰ πάρουν τὴν ἐξουσία ἐπάνω τους, ἀναγκαστικὰ θὰ κυβερνιέται ἡ πόλη αὐτὴ ἄριστα καὶ χωρὶς διχόνοιες καὶ στάσεις, ἐνῷ ἐκεῖ ποὺ συμβαίνουν τὰ ἀντίθετα, τὸ ἀντίθετο καὶ θὰ γίνεται.

         Ἔχεις πολὺ δίκιο.

        Λὲς λοιπὸν νὰ μᾶς παρακούσουν οἱ τρόφιμοί μας καὶ νὰ μὴ θελήσουν νὰ συμμεριστοῦν τοὺς κόπους τῆς ἐξουσίας ὁ καθένας μὲ τὴ σειρά του, καὶ τὸν περισσότερο καιρό τους νὰ τὸν περνοῦν ἀναμεταξύ τους στὴ χώρα τοῦ καθαροῦ φωτός;

       Ἀδύνατο• γιατί δίκαιοι αὐτοὶ καὶ δίκαια εἶναι αὐτὰ ποὺ τοὺς ἀπαιτοῦμε• ὥστε ἀπὸ κάθε ἄλλον προθυμότερα θὰ ἔρχεται ὁ καθένας τους στὴν ἐξουσία σὰν σ' ἀναγκαστική του ὑποχρέωση, ἀντίθετα μὲ τοὺς σημερινοὺς ἄρχοντες στὶς διάφορες πολιτεῖες.

       Ἔτσι εἶναι, φίλε μου• ἂν κατορθώσης νὰ ἐξασφάλισης σὲ κείνους ποὺ εἶναι καμωμένοι γιὰ τὴν ἐξουσία ἕνα εἶδος ζωῆς προτιμότερο ἀπὸ τὴν ἐξάσκηση τῆς ἐξουσίας, θὰ μπορέσης τότε νὰ ἔχῃς καὶ μία καλοκυβερνημένη πολιτεία• γιατί μονάχα σ' αὐτὴν θὰ εἶναι ἄρχοντες οἱ πραγματικὰ πλούσιοι, ὄχι σὲ χρυσάφι, ἀλλὰ σὲ ἀρετὴ καὶ σοφία, ποὺ εἶναι ὁ ἀληθινὸς πλοῦτος γιὰ τὸν εὐδαίμονα ἄνθρωπο. Ἂν ὅμως φτωχοὶ καὶ πεινασμένοι, ποὺ δὲν ἔχουν δικά τους ἀγαθά, κυνηγοῦν τὴν ἐξουσία, μὲ τὴν ἀπόφαση ν' ἁρπάζουν ἀπὸ τὸ δημόσιο ὅ,τι λείπει ἀπ' αὐτούς, τίποτα τότε δὲν κάνεις• γιατί ἐκεῖ ποὺ πολεμοῦν μεταξύ τους ποιὸς νὰ πρωτοπάρη τὴν ἐξουσία, ὁ ἐμφύλιος αὐτὸς καὶ ἐσωτερικὸς πόλεμος ἐξολοθρεύει καὶ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους καὶ ὅλη τὴν πολιτεία.

        Σωστότατα.

        Γνωρίζεις λοιπὸν κανένα ἄλλο εἶδος ζωῆς πού νὰ περιφρονῇ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα ἐκτὸς ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς ἀληθινῆς φιλοσοφίας;

        Ὄχι, μὰ τὴν ἀλήθεια.

Ἀλλὰ εἴπαμε ὅμως, πὼς στὴν ἐξουσία πρέπει νὰ ἔρχουνται ὅσοι δὲν ἔχουν τὸν ἔρωτά της, εἰδεμὴ ἡ ἀντιζηλία ἐκείνων ποὺ τὸν ἔχουν αὐτὸν τὸν ἔρωτα, θὰ τοὺς φέρῃ σὲ πόλεμο μεταξύ τους.

        Πῶς ὄχι;

        Ποιοὺς λοιπὸν ἄλλους θὰ ἀναγκάσης νὰ ἀναλάβουν τὴ φύλαξη τῆς πολιτείας, παρὰ ἐκείνους πού, ἐνῷ γνωρίζουν κατὰ βάθος καὶ πλάτος ὅσα χρειάζονται γιὰ νὰ κυβερνηθῆ ἄριστα μία πόλη, θὰ ἔχουν μαζὶ καὶ ἄλλες τιμὲς καὶ ζωὴ πολὺ καλύτερη ἀπὸ τὴν πολιτική;

        Ποιοὺς ἄλλους βέβαια ἀπ' αὐτούς;


(ΠΛ Πολ 514a–521b)
Μτφρ. Ι.Ν. Γρυπάρης. χ.χ. Πλάτων. Πολιτεία. Εἰσαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Πρόλογος Ε. Παπανοῦτσος. Ι–ΙΙ.
Ἀθῆνα, Ἐκδόσεις Ζαχαρόπουλος.



Πρωτότυπο κείμενο:

[514a] Μετὰ ταῦτα δή, εἶπον, ἀπείκασον τοιούτῳ πάθει τὴν
ἡμετέραν φύσιν παιδείας τε πέρι καὶ ἀπαιδευσίας. ἰδὲ γὰρ
ἀνθρώπους οἷον ἐν καταγείῳ οἰκήσει σπηλαιώδει, ἀναπεπτα-
μένην πρὸς τὸ φῶς τὴν εἴσοδον ἐχούσῃ μακρὰν παρὰ πᾶν
τὸ σπήλαιον, ἐν ταύτῃ ἐκ παίδων ὄντας ἐν δεσμοῖς καὶ τὰ
σκέλη καὶ τοὺς αὐχένας, ὥστε μένειν τε αὐτοὺς εἴς τε τὸ
[514b] πρόσθεν μόνον ὁρᾶν, κύκλῳ δὲ τὰς κεφαλὰς ὑπὸ τοῦ δεσμοῦ
ἀδυνάτους περιάγειν, φῶς δὲ αὐτοῖς πυρὸς ἄνωθεν καὶ πόρ-
ρωθεν καόμενον ὄπισθεν αὐτῶν, μεταξὺ δὲ τοῦ πυρὸς καὶ
τῶν δεσμωτῶν ἐπάνω ὁδόν, παρ’ ἣν ἰδὲ τειχίον παρῳκο-
δομημένον, ὥσπερ τοῖς θαυματοποιοῖς πρὸ τῶν ἀνθρώπων
πρόκειται τὰ παραφράγματα, ὑπὲρ ὧν τὰ θαύματα δεικνύασιν.


Ὁρῶ, ἔφη.


Ὅρα τοίνυν παρὰ τοῦτο τὸ τειχίον φέροντας ἀνθρώπους
[514c] σκεύη τε παντοδαπὰ ὑπερέχοντα τοῦ τειχίου καὶ ἀνδριάντας
[515a] καὶ ἄλλα ζῷα λίθινά τε καὶ ξύλινα καὶ παντοῖα εἰργασμένα,
οἷον εἰκὸς τοὺς μὲν φθεγγομένους, τοὺς δὲ σιγῶντας τῶν
παραφερόντων.


Ἄτοπον, ἔφη, λέγεις εἰκόνα καὶ δεσμώτας ἀτόπους.


Ὁμοίους ἡμῖν, ἦν δ’ ἐγώ• τοὺς γὰρ τοιούτους πρῶτον μὲν
ἑαυτῶν τε καὶ ἀλλήλων οἴει ἄν τι ἑωρακέναι ἄλλο πλὴν
τὰς σκιὰς τὰς ὑπὸ τοῦ πυρὸς εἰς τὸ καταντικρὺ αὐτῶν τοῦ
σπηλαίου προσπιπτούσας;


Πῶς γάρ, ἔφη, εἰ ἀκινήτους γε τὰς κεφαλὰς ἔχειν ἠναγκα-
[515b] σμένοι εἶεν διὰ βίου;


Τί δὲ τῶν παραφερομένων; οὐ ταὐτὸν τοῦτο;


Τί μήν;


Εἰ οὖν διαλέγεσθαι οἷοί τ’ εἶεν πρὸς ἀλλήλους, οὐ ταῦτα
ἡγῇ ἂν τὰ ὄντα αὐτοὺς νομίζειν ἅπερ ὁρῷεν;


Ἀνάγκη.


Τί δ’ εἰ καὶ ἠχὼ τὸ δεσμωτήριον ἐκ τοῦ καταντικρὺ ἔχοι;
ὁπότε τις τῶν παριόντων φθέγξαιτο, οἴει ἂν ἄλλο τι αὐτοὺς
ἡγεῖσθαι τὸ φθεγγόμενον ἢ τὴν παριοῦσαν σκιάν;


Μὰ Δί’ οὐκ ἔγωγ’, ἔφη.


[515c] Παντάπασι δή, ἦν δ’ ἐγώ, οἱ τοιοῦτοι οὐκ ἂν ἄλλο τι
νομίζοιεν τὸ ἀληθὲς ἢ τὰς τῶν σκευαστῶν σκιάς.


Πολλὴ ἀνάγκη, ἔφη.


Σκόπει δή, ἦν δ’ ἐγώ, αὐτῶν λύσιν τε καὶ ἴασιν τῶν τε
δεσμῶν καὶ τῆς ἀφροσύνης, οἵα τις ἂν εἴη, εἰ φύσει τοιάδε
συμβαίνοι αὐτοῖς• ὁπότε τις λυθείη καὶ ἀναγκάζοιτο ἐξαίφνης
ἀνίστασθαί τε καὶ περιάγειν τὸν αὐχένα καὶ βαδίζειν καὶ
πρὸς τὸ φῶς ἀναβλέπειν, πάντα δὲ ταῦτα ποιῶν ἀλγοῖ
τε καὶ διὰ τὰς μαρμαρυγὰς ἀδυνατοῖ καθορᾶν ἐκεῖνα ὧν
[515d] τότε τὰς σκιὰς ἑώρα, τί ἂν οἴει αὐτὸν εἰπεῖν, εἴ τις
αὐτῷ λέγοι ὅτι τότε μὲν ἑώρα φλυαρίας, νῦν δὲ μᾶλλόν
τι ἐγγυτέρω τοῦ ὄντος καὶ πρὸς μᾶλλον ὄντα τετραμμένος
ὀρθότερον βλέποι, καὶ δὴ καὶ ἕκαστον τῶν παριόντων δεικνὺς
αὐτῷ ἀναγκάζοι ἐρωτῶν ἀποκρίνεσθαι ὅτι ἔστιν; οὐκ οἴει
αὐτὸν ἀπορεῖν τε ἂν καὶ ἡγεῖσθαι τὰ τότε ὁρώμενα ἀλη-
θέστερα ἢ τὰ νῦν δεικνύμενα;


Πολύ γ’, ἔφη.


[515e] Οὐκοῦν κἂν εἰ πρὸς αὐτὸ τὸ φῶς ἀναγκάζοι αὐτὸν βλέπειν,
ἀλγεῖν τε ἂν τὰ ὄμματα καὶ φεύγειν ἀποστρεφόμενον πρὸς
ἐκεῖνα ἃ δύναται καθορᾶν, καὶ νομίζειν ταῦτα τῷ ὄντι
σαφέστερα τῶν δεικνυμένων;


Οὕτως, ἔφη.


Εἰ δέ, ἦν δ’ ἐγώ, ἐντεῦθεν ἕλκοι τις αὐτὸν βίᾳ διὰ
τραχείας τῆς ἀναβάσεως καὶ ἀνάντους, καὶ μὴ ἀνείη πρὶν
ἐξελκύσειεν εἰς τὸ τοῦ ἡλίου φῶς, ἆρα οὐχὶ ὀδυνᾶσθαί τε
[516a] ἂν καὶ ἀγανακτεῖν ἑλκόμενον, καὶ ἐπειδὴ πρὸς τὸ φῶς ἔλθοι,
αὐγῆς ἂν ἔχοντα τὰ ὄμματα μεστὰ ὁρᾶν οὐδ’ ἂν ἓν δύνασθαι
τῶν νῦν λεγομένων ἀληθῶν;


Οὐ γὰρ ἄν, ἔφη, ἐξαίφνης γε.


Συνηθείας δὴ οἶμαι δέοιτ’ ἄν, εἰ μέλλοι τὰ ἄνω ὄψεσθαι.
καὶ πρῶτον μὲν τὰς σκιὰς ἂν ῥᾷστα καθορῷ, καὶ μετὰ τοῦτο
ἐν τοῖς ὕδασι τά τε τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰ τῶν ἄλλων εἴδωλα,
ὕστερον δὲ αὐτά• ἐκ δὲ τούτων τὰ ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ αὐτὸν
τὸν οὐρανὸν νύκτωρ ἂν ῥᾷον θεάσαιτο, προσβλέπων τὸ τῶν
[516b] ἄστρων τε καὶ σελήνης φῶς, ἢ μεθ’ ἡμέραν τὸν ἥλιόν τε
καὶ τὸ τοῦ ἡλίου.


Πῶς δ’ οὔ;


Τελευταῖον δὴ οἶμαι τὸν ἥλιον, οὐκ ἐν ὕδασιν οὐδ’ ἐν
ἀλλοτρίᾳ ἕδρᾳ φαντάσματα αὐτοῦ, ἀλλ’ αὐτὸν καθ’ αὑτὸν
ἐν τῇ αὑτοῦ χώρᾳ δύναιτ’ ἂν κατιδεῖν καὶ θεάσασθαι οἷός
ἐστιν.


Ἀναγκαῖον, ἔφη.


Καὶ μετὰ ταῦτ’ ἂν ἤδη συλλογίζοιτο περὶ αὐτοῦ ὅτι οὗτος
ὁ τάς τε ὥρας παρέχων καὶ ἐνιαυτοὺς καὶ πάντα ἐπιτρο-
[516c] πεύων τὰ ἐν τῷ ὁρωμένῳ τόπῳ, καὶ ἐκείνων ὧν σφεῖς ἑώρων
τρόπον τινὰ πάντων αἴτιος.


Δῆλον, ἔφη, ὅτι ἐπὶ ταῦτα ἂν μετ’ ἐκεῖνα ἔλθοι.


Τί οὖν; ἀναμιμνῃσκόμενον αὐτὸν τῆς πρώτης οἰκήσεως
καὶ τῆς ἐκεῖ σοφίας καὶ τῶν τότε συνδεσμωτῶν οὐκ ἂν οἴει
αὑτὸν μὲν εὐδαιμονίζειν τῆς μεταβολῆς, τοὺς δὲ ἐλεεῖν;


Καὶ μάλα.


Τιμαὶ δὲ καὶ ἔπαινοι εἴ τινες αὐτοῖς ἦσαν τότε παρ’
ἀλλήλων καὶ γέρα τῷ ὀξύτατα καθορῶντι τὰ παριόντα, καὶ
μνημονεύοντι μάλιστα ὅσα τε πρότερα αὐτῶν καὶ ὕστερα
[516d] εἰώθει καὶ ἅμα πορεύεσθαι, καὶ ἐκ τούτων δὴ δυνατώτατα
ἀπομαντευομένῳ τὸ μέλλον ἥξειν, δοκεῖς ἂν αὐτὸν ἐπιθυμη-
τικῶς αὐτῶν ἔχειν καὶ ζηλοῦν τοὺς παρ’ ἐκείνοις τιμωμένους
τε καὶ ἐνδυναστεύοντας, ἢ τὸ τοῦ Ὁμήρου ἂν πεπονθέναι
καὶ σφόδρα βούλεσθαι «ἐπάρουρον ἐόντα θητευέμεν
ἄλλῳ ἀνδρὶ παρ’ ἀκλήρῳ» καὶ ὁτιοῦν ἂν πεπονθέναι
μᾶλλον ἢ ’κεῖνά τε δοξάζειν καὶ ἐκείνως ζῆν;


[516e] Οὕτως, ἔφη, ἔγωγε οἶμαι, πᾶν μᾶλλον πεπονθέναι ἂν
δέξασθαι ἢ ζῆν ἐκείνως.


Καὶ τόδε δὴ ἐννόησον, ἦν δ’ ἐγώ. εἰ πάλιν ὁ τοιοῦτος
καταβὰς εἰς τὸν αὐτὸν θᾶκον καθίζοιτο, ἆρ’ οὐ σκότους <ἂν>
ἀνάπλεως σχοίη τοὺς ὀφθαλμούς, ἐξαίφνης ἥκων ἐκ τοῦ
ἡλίου;

Ταύτην τοίνυν, ἦν δ’ ἐγώ, τὴν εἰκόνα, ὦ φίλε Γλαύκων, [517b] προσαπτέον ἅπασαν τοῖς ἔμπροσθεν λεγομένοις, τὴν μὲν δι’ ὄψεως φαινομένην ἕδραν τῇ τοῦ δεσμωτηρίου οἰκήσει ἀφομοιοῦντα, τὸ δὲ τοῦ πυρὸς ἐν αὐτῇ φῶς τῇ τοῦ ἡλίου δυνάμει• τὴν δὲ ἄνω ἀνάβασιν καὶ θέαν τῶν ἄνω τὴν εἰς
τὸν νοητὸν τόπον τῆς ψυχῆς ἄνοδον τιθεὶς οὐχ ἁμαρτήσῃ τῆς γ’ ἐμῆς ἐλπίδος, ἐπειδὴ ταύτης ἐπιθυμεῖς ἀκούειν. θεὸς δέ που οἶδεν εἰ ἀληθὴς οὖσα τυγχάνει. τὰ δ’ οὖν ἐμοὶ φαινόμενα οὕτω φαίνεται, ἐν τῷ γνωστῷ τελευταία ἡ τοῦ [517c] ἀγαθοῦ ἰδέα καὶ μόγις ὁρᾶσθαι, ὀφθεῖσα δὲ συλλογιστέα
εἶναι ὡς ἄρα πᾶσι πάντων αὕτη ὀρθῶν τε καὶ καλῶν αἰτία, ἔν τε ὁρατῷ φῶς καὶ τὸν τούτου κύριον τεκοῦσα, ἔν τε νοητῷ αὐτὴ κυρία ἀλήθειαν καὶ νοῦν παρασχομένη, καὶ ὅτι δεῖ ταύτην ἰδεῖν τὸν μέλλοντα ἐμφρόνως πράξειν ἢ ἰδίᾳ ἢ δημοσίᾳ.

Συνοίομαι, ἔφη, καὶ ἐγώ, ὅν γε δὴ τρόπον δύναμαι.

Ἴθι τοίνυν, ἦν δ’ ἐγώ, καὶ τόδε συνοιήθητι καὶ μὴ θαυμάσῃς ὅτι οἱ ἐνταῦθα ἐλθόντες οὐκ ἐθέλουσιν τὰ τῶν ἀνθρώπων πράττειν, ἀλλ’ ἄνω ἀεὶ ἐπείγονται αὐτῶν αἱ ψυχαὶ διατρίβειν• [517d] εἰκὸς γάρ που οὕτως, εἴπερ αὖ κατὰ τὴν προειρημένην εἰκόνα τοῦτ’ ἔχει.

Εἰκὸς μέντοι, ἔφη.

Τί δέ; τόδε οἴει τι θαυμαστόν, εἰ ἀπὸ θείων, ἦν δ’ ἐγώ, θεωριῶν ἐπὶ τὰ ἀνθρώπειά τις ἐλθὼν κακὰ ἀσχημονεῖ τε καὶ φαίνεται σφόδρα γελοῖος ἔτι ἀμβλυώττων καὶ πρὶν ἱκανῶς συνήθης γενέσθαι τῷ παρόντι σκότῳ ἀναγκαζόμενος ἐν δικαστηρίοις ἢ ἄλλοθί που ἀγωνίζεσθαι περὶ τῶν τοῦ
δικαίου σκιῶν ἢ ἀγαλμάτων ὧν αἱ σκιαί, καὶ διαμιλλᾶσθαι [517e] περὶ τούτου, ὅπῃ ποτὲ ὑπολαμβάνεται ταῦτα ὑπὸ τῶν αὐτὴν δικαιοσύνην μὴ πώποτε ἰδόντων;

Οὐδ’ ὁπωστιοῦν θαυμαστόν, ἔφη.

[518a] Ἀλλ’ εἰ νοῦν γε ἔχοι τις, ἦν δ’ ἐγώ, μεμνῇτ’ ἂν ὅτι διτταὶ καὶ ἀπὸ διττῶν γίγνονται ἐπιταράξεις ὄμμασιν, ἔκ τε φωτὸς εἰς σκότος μεθισταμένων καὶ ἐκ σκότους εἰς φῶς ταὐτὰ δὲ ταῦτα νομίσας γίγνεσθαι καὶ περὶ ψυχήν, ὁπότε ἴδοι θορυβουμένην τινὰ καὶ ἀδυνατοῦσάν τι καθορᾶν, οὐκ ἂν ἀλογίστως γελῷ, ἀλλ’ ἐπισκοποῖ ἂν πότερον ἐκ φανοτέρου βίου ἥκουσα ὑπὸ ἀηθείας ἐσκότωται, ἢ ἐξ ἀμαθίας πλείονος εἰς φανότερον ἰοῦσα ὑπὸ λαμπροτέρου μαρμαρυγῆς [518b] ἐμπέπλησται, καὶ οὕτω δὴ τὴν μὲν εὐδαιμονίσειεν ἂν τοῦ πάθους τε καὶ βίου, τὴν δὲ ἐλεήσειεν, καὶ εἰ γελᾶν ἐπ’ αὐτῇ βούλοιτο, ἧττον ἂν καταγέλαστος ὁ γέλως αὐτῷ εἴη ἢ ὁ ἐπὶ τῇ ἄνωθεν ἐκ φωτὸς ἡκούσῃ.

Καὶ μάλα, ἔφη, μετρίως λέγεις.

Δεῖ δή, εἶπον, ἡμᾶς τοιόνδε νομίσαι περὶ αὐτῶν, εἰ ταῦτ’ ἀληθῆ• τὴν παιδείαν οὐχ οἵαν τινὲς ἐπαγγελλόμενοί φασιν εἶναι τοιαύτην καὶ εἶναι. φασὶ δέ που οὐκ ἐνούσης ἐν τῇ [518c] ψυχῇ ἐπιστήμης σφεῖς ἐντιθέναι, οἷον τυφλοῖς ὀφθαλμοῖς ὄψιν ἐντιθέντες.

Φασὶ γὰρ οὖν, ἔφη.

Ὁ δέ γε νῦν λόγος, ἦν δ’ ἐγώ, σημαίνει ταύτην τὴν ἐνοῦσαν ἑκάστου δύναμιν ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τὸ ὄργανον ᾧ καταμανθάνει ἕκαστος, οἷον εἰ ὄμμα μὴ δυνατὸν ἦν ἄλλως ἢ σὺν ὅλῳ τῷ σώματι στρέφειν πρὸς τὸ φανὸν ἐκ τοῦ σκοτώδους, οὕτω σὺν ὅλῃ τῇ ψυχῇ ἐκ τοῦ γιγνομένου περιακτέον εἶναι, ἕως ἂν εἰς τὸ ὂν καὶ τοῦ ὄντος τὸ φανότατον δυνατὴ γένηται ἀνασχέσθαι θεωμένη• τοῦτο δ’ εἶναί φαμεν [518d] τἀγαθόν. ἦ γάρ;

Ναί.

Τούτου τοίνυν, ἦν δ’ ἐγώ, αὐτοῦ τέχνη ἂν εἴη, τῆς περιαγωγῆς, τίνα τρόπον ὡς ῥᾷστά τε καὶ ἀνυσιμώτατα μεταστραφήσεται, οὐ τοῦ ἐμποιῆσαι αὐτῷ τὸ ὁρᾶν, ἀλλ’ ὡς ἔχοντι μὲν αὐτό, οὐκ ὀρθῶς δὲ τετραμμένῳ οὐδὲ βλέποντι οἷ ἔδει, τοῦτο διαμηχανήσασθαι.

Ἔοικεν γάρ, ἔφη.

Αἱ μὲν τοίνυν ἄλλαι ἀρεταὶ καλούμεναι ψυχῆς κινδυνεύουσιν ἐγγύς τι εἶναι τῶν τοῦ σώματος ―τῷ ὄντι γὰρ [518e] οὐκ ἐνοῦσαι πρότερον ὕστερον ἐμποιεῖσθαι ἔθεσι καὶ ἀσκήσεσιν― ἡ δὲ τοῦ φρονῆσαι παντὸς μᾶλλον θειοτέρου τινὸς τυγχάνει, ὡς ἔοικεν, οὖσα, ὃ τὴν μὲν δύναμιν οὐδέποτε
ἀπόλλυσιν, ὑπὸ δὲ τῆς περιαγωγῆς χρήσιμόν τε καὶ ὠφέλιμον [519a] καὶ ἄχρηστον αὖ καὶ βλαβερὸν γίγνεται. ἢ οὔπω ἐννενόηκας, τῶν λεγομένων πονηρῶν μέν, σοφῶν δέ, ὡς δριμὺ μὲν βλέπει τὸ ψυχάριον καὶ ὀξέως διορᾷ ταῦτα ἐφ’ ἃ τέτραπται, ὡς οὐ φαύλην ἔχον τὴν ὄψιν, κακίᾳ δ’ ἠναγκασμένον ὑπηρετεῖν, ὥστε ὅσῳ ἂν ὀξύτερον βλέπῃ, τοσούτῳ πλείω κακὰ ἐργαζόμενον;

Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη.

Τοῦτο μέντοι, ἦν δ’ ἐγώ, τὸ τῆς τοιαύτης φύσεως εἰ ἐκ παιδὸς εὐθὺς κοπτόμενον περιεκόπη τὰς τῆς γενέσεως [519b] συγγενεῖς ὥσπερ μολυβδίδας, αἳ δὴ ἐδωδαῖς τε καὶ τοιούτων ἡδοναῖς τε καὶ λιχνείαις προσφυεῖς γιγνόμεναι [περὶ] κάτω στρέφουσι τὴν τῆς ψυχῆς ὄψιν• ὧν εἰ ἀπαλλαγὲν περιε
τρέφετο εἰς τὰ ἀληθῆ, καὶ ἐκεῖνα ἂν τὸ αὐτὸ τοῦτο τῶν αὐτῶν ἀνθρώπων ὀξύτατα ἑώρα, ὥσπερ καὶ ἐφ’ ἃ νῦν τέτραπται.

Εἰκός γε, ἔφη.

Τί δέ; τόδε οὐκ εἰκός, ἦν δ’ ἐγώ, καὶ ἀνάγκη ἐκ τῶν προειρημένων, μήτε τοὺς ἀπαιδεύτους καὶ ἀληθείας ἀπείρους [519c] ἱκανῶς ἄν ποτε πόλιν ἐπιτροπεῦσαι, μήτε τοὺς ἐν παιδείᾳ ἐωμένους διατρίβειν διὰ τέλους, τοὺς μὲν ὅτι σκοπὸν ἐν τῷ βίῳ οὐκ ἔχουσιν ἕνα, οὗ στοχαζομένους δεῖ ἅπαντα
πράττειν ἃ ἂν πράττωσιν ἰδίᾳ τε καὶ δημοσίᾳ, τοὺς δὲ ὅτι ἑκόντες εἶναι οὐ πράξουσιν, ἡγούμενοι ἐν μακάρων νήσοις ζῶντες ἔτι ἀπῳκίσθαι;

Ἀληθῆ, ἔφη.

Ἡμέτερον δὴ ἔργον, ἦν δ’ ἐγώ, τῶν οἰκιστῶν τάς τε βελτίστας φύσεις ἀναγκάσαι ἀφικέσθαι πρὸς τὸ μάθημα ὃ ἐν τῷ πρόσθεν ἔφαμεν εἶναι μέγιστον, ἰδεῖν τε τὸ ἀγαθὸν [519d] καὶ ἀναβῆναι ἐκείνην τὴν ἀνάβασιν, καὶ ἐπειδὰν ἀναβάντες ἱκανῶς ἴδωσι, μὴ ἐπιτρέπειν αὐτοῖς ὃ νῦν ἐπιτρέπεται.

Τὸ ποῖον δή;

Τὸ αὐτοῦ, ἦν δ’ ἐγώ, καταμένειν καὶ μὴ ἐθέλειν πάλιν καταβαίνειν παρ’ ἐκείνους τοὺς δεσμώτας μηδὲ μετέχειν τῶν παρ’ ἐκείνοις πόνων τε καὶ τιμῶν, εἴτε φαυλότεραι εἴτε σπουδαιότεραι.

Ἔπειτ’, ἔφη, ἀδικήσομεν αὐτούς, καὶ ποιήσομεν χεῖρον ζῆν, δυνατὸν αὐτοῖς ὂν ἄμεινον;

[519e] Ἐπελάθου, ἦν δ’ ἐγώ, πάλιν, ὦ φίλε, ὅτι νόμῳ οὐ τοῦτο μέλει, ὅπως ἕν τι γένος ἐν πόλει διαφερόντως εὖ πράξει, ἀλλ’ ἐν ὅλῃ τῇ πόλει τοῦτο μηχανᾶται ἐγγενέσθαι, συναρμόττων τοὺς πολίτας πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ, ποιῶν μεταδιδόναι [520a] ἀλλήλοις τῆς ὠφελίας ἣν ἂν ἕκαστοι τὸ κοινὸν δυνατοὶ ὦσιν ὠφελεῖν καὶ αὐτὸς ἐμποιῶν τοιούτους ἄνδρας ἐν τῇ πόλει, οὐχ ἵνα ἀφιῇ τρέπεσθαι ὅπῃ ἕκαστος βούλεται, ἀλλ’ ἵνα καταχρῆται αὐτὸς αὐτοῖς ἐπὶ τὸν σύνδεσμον τῆς πόλεως.

Ἀληθῆ, ἔφη• ἐπελαθόμην γάρ.

Σκέψαι τοίνυν, εἶπον, ὦ Γλαύκων, ὅτι οὐδ’ ἀδικήσομεν τοὺς παρ’ ἡμῖν φιλοσόφους γιγνομένους, ἀλλὰ δίκαια πρὸς αὐτοὺς ἐροῦμεν, προσαναγκάζοντες τῶν ἄλλων ἐπιμελεῖσθαί τε καὶ φυλάττειν. ἐροῦμεν γὰρ ὅτι οἱ μὲν ἐν ταῖς ἄλλαις [520b] πόλεσι τοιοῦτοι γιγνόμενοι εἰκότως οὐ μετέχουσι τῶν ἐν αὐταῖς πόνων• αὐτόματοι γὰρ ἐμφύονται ἀκούσης τῆς ἐν ἑκάστῃ πολιτείας, δίκην δ’ ἔχει τό γε αὐτοφυὲς μηδενὶ τροφὴν ὀφεῖλον μηδ’ ἐκτίνειν τῳ προθυμεῖσθαι τὰ τροφεῖα• ὑμᾶς δ’ ἡμεῖς ὑμῖν τε αὐτοῖς τῇ τε ἄλλῃ πόλει ὥσπερ ἐν σμήνεσιν ἡγεμόνας τε καὶ βασιλέας ἐγεννήσαμεν, ἄμεινόν τε καὶ τελεώτερον ἐκείνων πεπαιδευμένους καὶ μᾶλλον δυ[520c] νατοὺς ἀμφοτέρων μετέχειν. καταβατέον οὖν ἐν μέρει ἑκάστῳ εἰς τὴν τῶν ἄλλων συνοίκησιν καὶ συνεθιστέον τὰ σκοτεινὰ θεάσασθαι• συνεθιζόμενοι γὰρ μυρίῳ βέλτιον ὄψεσθε τῶν ἐκεῖ καὶ γνώσεσθε ἕκαστα τὰ εἴδωλα ἅττα
ἐστὶ καὶ ὧν, διὰ τὸ τἀληθῆ ἑωρακέναι καλῶν τε καὶ δικαίων καὶ ἀγαθῶν πέρι. καὶ οὕτω ὕπαρ ἡμῖν καὶ ὑμῖν ἡ πόλις οἰκήσεται ἀλλ’ οὐκ ὄναρ, ὡς νῦν αἱ πολλαὶ ὑπὸ σκιαμαχούντων τε πρὸς ἀλλήλους καὶ στασιαζόντων περὶ τοῦ ἄρχειν [520d] οἰκοῦνται, ὡς μεγάλου τινὸς ἀγαθοῦ ὄντος. τὸ δέ που ἀληθὲς ὧδ’ ἔχει• ἐν πόλει ᾗ ἥκιστα πρόθυμοι ἄρχειν οἱ μέλλοντες ἄρξειν, ταύτην ἄριστα καὶ ἀστασιαστότατα ἀνάγκη οἰκεῖσθαι, τὴν δ’ ἐναντίους ἄρχοντας σχοῦσαν ἐναντίως.

Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη.

Ἀπειθήσουσιν οὖν ἡμῖν οἴει οἱ τρόφιμοι ταῦτ’ ἀκούοντες, καὶ οὐκ ἐθελήσουσιν συμπονεῖν ἐν τῇ πόλει ἕκαστοι ἐν μέρει,
τὸν δὲ πολὺν χρόνον μετ’ ἀλλήλων οἰκεῖν ἐν τῷ καθαρῷ;


[520e] Ἀδύνατον, ἔφη• δίκαια γὰρ δὴ δικαίοις ἐπιτάξομεν παντὸς μὴν μᾶλλον ὡς ἐπ’ ἀναγκαῖον αὐτῶν ἕκαστος εἶσι τὸ ἄρχειν, τοὐναντίον τῶν νῦν ἐν ἑκάστῃ πόλει ἀρχόντων.Οὕτω γὰρ ἔχει, ἦν δ’ ἐγώ, ὦ ἑταῖρε• εἰ μὲν βίον ἐξευρήσεις [521a] ἀμείνω τοῦ ἄρχειν τοῖς μέλλουσιν ἄρξειν, ἔστι σοι δυνατὴ
γενέσθαι πόλις εὖ οἰκουμένη• ἐν μόνῃ γὰρ αὐτῇ ἄρξουσιν οἱ τῷ ὄντι πλούσιοι, οὐ χρυσίου ἀλλ’ οὗ δεῖ τὸν εὐδαίμονα πλουτεῖν, ζωῆς ἀγαθῆς τε καὶ ἔμφρονος. εἰ δὲ πτωχοὶ καὶ πεινῶντες ἀγαθῶν ἰδίων ἐπὶ τὰ δημόσια ἴασιν, ἐντεῦθεν οἰόμενοι τἀγαθὸν δεῖν ἁρπάζειν, οὐκ ἔστι• περιμάχητον γὰρ τὸ ἄρχειν γιγνόμενον, οἰκεῖος ὢν καὶ ἔνδον ὁ τοιοῦτος πόλεμος αὐτούς τε ἀπόλλυσι καὶ τὴν ἄλλην πόλιν.

Ἀληθέστατα, ἔφη.

[521b] Ἔχεις οὖν, ἦν δ’ ἐγώ, βίον ἄλλον τινὰ πολιτικῶν ἀρχῶν καταφρονοῦντα ἢ τὸν τῆς ἀληθινῆς φιλοσοφίας;

Οὐ μὰ τὸν Δία, ἦ δ’ ὅς.

Ἀλλὰ μέντοι δεῖ γε μὴ ἐραστὰς τοῦ ἄρχειν ἰέναι ἐπ’ αὐτό• εἰ δὲ μή, οἵ γε ἀντερασταὶ μαχοῦνται.


Πῶς δ’ οὔ;


Τίνας οὖν ἄλλους ἀναγκάσεις ἰέναι ἐπὶ φυλακὴν τῆς πόλεως ἢ οἳ περὶ τούτων τε φρονιμώτατοι δι’ ὧν ἄριστα πόλις οἰκεῖται, ἔχουσί τε τιμὰς ἄλλας καὶ βίον ἀμείνω τοῦ πολιτικοῦ;


Οὐδένας ἄλλους, ἔφη.



Καὶ μάλα γ’, ἔφη.


Τὰς δὲ δὴ σκιὰς ἐκείνας πάλιν εἰ δέοι αὐτὸν γνωματεύοντα
διαμιλλᾶσθαι τοῖς ἀεὶ δεσμώταις ἐκείνοις, ἐν ᾧ ἀμβλυώττει,
[517a] πρὶν καταστῆναι τὰ ὄμματα, οὗτος δ’ ὁ χρόνος μὴ πάνυ
ὀλίγος εἴη τῆς συνηθείας, ἆρ’ οὐ γέλωτ’ ἂν παράσχοι, καὶ
λέγοιτο ἂν περὶ αὐτοῦ ὡς ἀναβὰς ἄνω διεφθαρμένος ἥκει
τὰ ὄμματα, καὶ ὅτι οὐκ ἄξιον οὐδὲ πειρᾶσθαι ἄνω ἰέναι; καὶ
τὸν ἐπιχειροῦντα λύειν τε καὶ ἀνάγειν, εἴ πως ἐν ταῖς χερσὶ
δύναιντο λαβεῖν καὶ ἀποκτείνειν, ἀποκτεινύναι ἄν;



Σφόδρα γ’, ἔφη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου