Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Ἡ δυσαναλογία μεταξὺ τοῦ ὁλικοῦ ὄντος καὶ τῆς ἀτομικότητας.

τοῦ Rene Guenon



Ὀφείλουμε τώρα νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ ἕνα σημεῖο τὸ ὁποῖο, γιὰ μᾶς, ἔχει πολὺ μεγάλη σπουδαιότητα: ἡ παραδοσιακὴ σύλληψη περὶ τοῦ ὄντος, τὴν ὁποία παρουσιάσαμε ἐδῶ, διαφέρει οὐσιαστικά, στὴν ἴδια της τὴν ἀρχὴ καὶ ἐξαιτίας αὐτῆς, ἀπ’ ὅλες τὶς ἀνθρωπομορφικὲς καὶ γεωκεντρικὲς ἰδέες ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ σύγχρονη νοοτροπία βρίσκει τόσο δύσκολο νὰ ἀπεγκλωβιστῇ. Θὰ μπορούσαμε ἀκόμη νὰ ποῦμε πὼς διαφέρει ἀπείρως, χωρὶς αὐτὸ νὰ ἀποτελῇ κατάχρηση τῆς γλώσσας ὅπως συμβαίνει στὶς περισσότερες περιπτώσεις ποὺ χρησιμοποιεῖται αὐτὴ ἡ λέξη. Ἀντιθέτως μάλιστα, θὰ ἦταν μία ἔκφραση πιὸ ἀκριβὴς ἀπὸ κάθε ἄλλη καὶ ἡ καταλληλότερη γιὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴ σύλληψη γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶμε, γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἀληθινὰ ἀπεριόριστη.

Ἡ καθαρὴ μεταφυσικὴ δὲν μπορεῖ κατ’ οὐδένα τρόπο νὰ ἀποδεχθῇ τὸν ἀνθρωπομορφισμό. Ἂν ὁ τελευταῖος μοιάζει νὰ παρεισφρύῃ μερικὲς φορὲς στὴ μεταφυσικὴ ἔκφραση, δὲν πρόκειται παρὰ γιὰ μία ἐμφάνιση ἐντελῶς ἐξωτερική, ἡ ὁποία, ἄλλωστε, ὡς ἕναν ὁρισμένο βαθμὸ εἶναι ἀναπόφευκτη, γιατὶ ἐφόσον θελήσει κανεῖς νὰ ἐκφράσῃ κάποιο πράγμα, θὰ πρέπει ἀναγκαστικὰ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν ἀνθρώπινη γλώσσα. Αὐτὸ δὲν εἶναι λοιπὸν παρὰ ἕνα ἐπακόλουθο τῆς ἀτέλειας ποὺ ἐνυπάρχει ἀναγκαία σὲ κάθε ἔκφραση, λόγω τοῦ ἴδιου της τοῦ περιορισμοῦ. Καὶ αὐτὸ τὸ ἐπακόλουθο μπορεῖ νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸ μόνο ἂν τὸ ἀντιμετωπίσουμε, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἔτσι, συγκαταβατικά, κάνοντας δηλαδὴ μία προσωρινὴ καὶ περιστασιακὴ παραχώρηση στὴν ἀδυναμία τῆς ἀτομικῆς ἀνθρώπινης νοημοσύνης καὶ στὴν ἀνικανότητά της νὰ προσεγγίσῃ ὅ,τι ὑπερβαίνει τὸ πεδίο τῆς ἀτομικότητας. Αὐτὴ ἡ ἀνεπάρκεια ἀποκαλύπτεται ἤδη, πρὶν κἂν νὰ ὑπάρξῃ ὁποιαδήποτε ἐξωτερικὴ ἔκφραση, στὴ μορφικὴ σκέψη, ἡ ὁποία, σὲ τελικὴ ἀνάλυση, δὲν εἶναι παρὰ ἕνα εἶδος ἔκφρασης ἂν τὴν ἀντιπαραβάλλουμε μὲ τὴ μή – μορφικὴ τάξη: κάθε ἰδέα ποὺ σκεπτόμαστε μὲ ἔνταση, καταλήγει σὲ μία «σχηματοποίηση», προσλαμβάνοντας, κατὰ κάποιον τρόπο, μία ἀνθρώπινη μορφή, αὐτὴν τοῦ σκεπτομένου. Γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε μία πολὺ ἐκφραστικὴ παρομοίωση τοῦ Σανκαρατσάρυα, «ἡ σκέψη ῥέει στὸν ἄνθρωπο ὅπως τὸ λιωμένο μέταλλο χύνεται στὸ καλοῦπι τοῦ χύτη». Ἡ σκέψη, ὠθούμενη ἀπὸ τὴν ἴδια της τὴν ἔνταση, καταλαμβάνει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο, ὅπως, ἀναλογικά, τὸ νερὸ γεμίζει ἕνα δοχεῖο μέχρι τὸ τέλος. Παίρνει λοιπὸν τὸ περιοριστικὸ σχῆμα τοῦ «δοχείου» ποὺ τὴν περιβάλλει, δηλαδή, μὲ ἄλλα λόγια, γίνεται ἀνθρωπομορφική. Ἀκόμη κι ἐδῶ, ὑπάρχει μία ἀτέλεια ἀπὸ τὴν ὁποία τὸ ἀτομικὸ ὄν, κάτω ἀπὸ τὶς ἰδιαίτερες καὶ περιοριστικὲς συνθῆκες τῆς ὕπαρξής του, πολὺ δύσκολα μπορεῖ νὰ ξεφύγῃ. Στὴν πραγματικότητα, μὲ τὴν ἀτομική του ἰκανότητα δὲν μπορεῖ διόλου νὰ ξεφύγῃ - παρότι εἶναι ὑποχρεωμένο νὰ ἀγωνίζεται γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχῃ - γιατὶ ἡ πλήρης ἀπελευθέρωση ἀπὸ ἕναν τέτοιο περιορισμὸ δὲν κατακτάται παρὰ στὶς ἐξω – ἀτομικὲς καὶ ὑπερατομικὲς (δηλαδὴ μὴ – μορφικὲς) καταστάσεις ποὺ ἐπιτυγχάνονται στὴν πορεία τῆς οὐσιαστικῆς πραγμάτωσης τοῦ ὁλικοῦ ὄντος.

Φαίνεται τώρα πιὰ καθαρά, ἀπ’ ὅσα εἴπαμε μὲ σκοπὸ νὰ προλάβουμε κάθε πιθανὴ ἀντίρρηση σὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅτι μεταξὺ τοῦ «Ἐαυτοῦ», ἀπὸ τὴ μία μεριά, καὶ ὁποιασδήποτε ἀτομικῆς τροποποίησης, ἢ ἀκόμη μίας ἀκέραιης κατάστασης ἀπὸ τὴν ἄλλη, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ κανένα κοινὸ μέτρο. Ὁ «Ἐαυτός», θεωρούμενος ὡς ἡ ὁλότητα τοῦ ὄντος, ὁλοκληρώνεται κατὰ τὶς τρεῖς διαστάσεις τοῦ σταυροῦ, γιὰ νὰ ἐπανέλθῃ τελικά «τελειωμένος» στὴν ἀρχική του Ἐνότητα, πραγματωμένος σὲ ὅλη τὴν πληρότητα τῆς διάχυσης ποὺ συμβολίζει ὁ χῶρος στὸ σύνολό του. Μία ἀτομικὴ τροποποίηση, εἰκονίζεται ἀπὸ ἕνα ἀπειροστὸ στοιχεῖο τοῦ ἰδίου χώρου, ἐνῶ ἀκόμη καὶ μία ἀκέραιη κατάσταση, ποὺ εἰκονίζεται ἀπὸ ἕνα ἐπίπεδο, δὲν παύει νὰ ἀποτελῇ ἐπίσης ἕνα ἀπειροστὸ στοιχεῖο σὲ ἀντιπαραβολὴ μὲ τὸν τρισδιάστατο χῶρο, διότι, τοποθετώντας αὐτὴν τὴν ἀπεικόνισι στὸν χῶρο – δηλαδὴ στὸ ἄθροισμα ὅλων τῶν καταστάσεων τοῦ ὄντος – τὸ ὁριζόντιο ἐπίπεδό της θὰ πρέπει νὰ τὸ ἀντιλαμβανόμαστε στὴν πραγματικότητα σὰν νὰ μετακινείται ἀπειροελάχιστα κατὰ μῆκος τοῦ κατακόρυφου ἄξονα. Ἐπειδὴ ἀκόμη καὶ μία γεωμετρικὴ παράσταση, ποὺ ἀναγκαία εἶναι περιορισμένη καὶ ὁριοθετημένη, ἐμπεριέχει μία ἀπροσδιοριστία τέτοιων στοιχείων, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι μεταξὺ τοῦ «Ἐαυτοῦ» καὶ τοῦ «ἐγώ» ἢ μεταξὺ τοῦ ὁλικοῦ ὄντος καὶ τῆς ἀτομικότητας ὑφίσταται πράγματι καὶ a fortiori μία ἀπόλυτη δυσαναλογία, ποὺ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ καμία λιγότερο ἢ περισσότερο αὐθαίρετη σύμβαση, ὅπως εἶναι πάντοτε ἡ ἐκλογὴ ὁρισμένων σχετικῶν μονάδων στὶς συνολικὲς ποσοτικὲς μετρήσεις. Ἐξάλλου, ὅταν ἀναφερόμαστε στὸ ὁλικὸ ὄν, τὸ ἀπροσδιόριστο λαμβάνεται στὴν περίπτωση αὐτὴν ὡς σύμβολο τοῦ Ἀπείρου, στὸν βαθμὸ βέβαια ποὺ εἶναι ἐπιτρεπτὸ νὰ λέμε πὼς τὸ Ἄπειρο μπορεῖ νὰ συμβολιστῇ. Ἀλλὰ φυσικὰ τοῦτο δὲν σημαίνει καθόλου ὅτι πρέπει νὰ συγχέονται αὐτὰ τὰ δύο, ὅπως κάνουν συνήθως οἱ μαθηματικοὶ καὶ οἱ φιλόσοφοι τῆς Δύσεως. Γιατὶ «ἂν μποροῦμε νὰ ἐκλάβουμε τὸ ἀπροσδιόριστο ὡς εἰκόνα τοῦ Ἀπείρου, δὲν μποροῦμε νὰ ἐφαρμόσουμε στὸ Ἄπειρο τοὺς συλλογισμούς μας γιὰ τὸ ἀπροσδιόριστο. Ὁ συμβολισμὸς κατέρχεται καὶ δὲν ξανανεβαίνει [Matgioi, Le Voie Metaphysique, σ. 99]».

 Ἡ ὁλοκλήρωση αὐτὴ προσθέτει μία διάσταση στὴν ἀντίστοιχη χωρικὴ παράσταση. Γνωρίζουμε ὅτι, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴ γραμμή, ποὺ εἶναι ὁ πρῶτος βαθμὸς τῆς ἀπροσδιοριστίας στὴν ἔκταση, τὸ ἀπλὸ ὁλοκλήρωμα ἀντιστοιχεῖ στὸν ὑπολογισμὸ ἑνὸς ὄγκου. Ἐπομένως, ἂν εἶναι ἀπαραίτητη μία πρώτη ὁλοκλήρωση γιὰ νὰ περάσουμε ἀπὸ τὴ γραμμὴ στὴν ἐπιφάνεια, ἡ ὁποία μετριέται ἀπὸ τὸν δισδιάστατο σταυρὸ ποὺ χαράσσει τὸν ἀπροσδιόριστο μὴ κλειστὸ κύκλο - ἢ τὴν ὁριζόντια σπείρα ἰδωμένη συγχρόνως σὲ ὅλες τὶς δυνατὲς θέσεις της – μία δεύτερη ὁλοκλήρωση ἀπαιτεῖται γιὰ νὰ περάσουμε ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια στὸν ὄγκο, ὅπου ὁ τρισδιάστατος σταυρὸς παράγει, διὰ τῆς ἀκτινοβολίας τοῦ κέντρου του πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις τοῦ χώρου, τὸ ἀπροσδιόριστο σφαιροειδὲς ποὺ μποροῦμε νὰ τὸ φανταστοῦμε σὰν μία δονητικὴ κίνηση ἤ, μὲ ἄλλα λόγια, παράγει τὸν ὄγκο τὸν ἀνοιχτὸ πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις, ὁ ὁποῖος συμβολίζει τὴν παγκόσμια περιδίνηση τῆς «Ὁδοῦ».



Rene Guenon
Ὁ Συμβολισμὸς τοῦ Σταυροῦ
Μετάφραση: Ἰωάννης Τρίγκας
Ἐκδόσεις ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ
1993

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου