Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Ὁ ἑλληνικὸς πεσσιμισμός.

τοῦ Δημητρίου Λιαντίνη



Τὸ πρῶτο σημεῖο τῆς ἄγνοιας καὶ τῆς πλάνης εἶναι ὅτι δὲν μᾶς ἔμαθαν ποτές, πὼς οἱ ἕλληνες στάθηκαν ἕνας κόσμος ἄκρα μελαγχολικὸς.

Τὸ καθημέρα τῶν ἑλλήνων εἶναι τὸ ὅρος Σίπυλο τῆς Νιόβης, ὅπου ὅλες οἱ βρύσες στάζουνε λύπη. Ἡ λιγνὴ Ἑλλάδα ἦταν μία κλαίουσα ἰτιά. Ἐδῶ ὡς καὶ τὰ ζῶα μύρουνται καὶ δακρύζουν. Θυμήσου, γιὰ παράδειγμα, τὰ δάκρυα ποὺ χύνανε τὰ ἄλογα τοῦ Ἀχιλλέως*.

Στὴ χλωρίδα τοῦ ἑλληνικοῦ στοχασμοῦ βασιλεύουν τὰ κλαδιὰ τῶν νεκρῶν. Τὸ κυπαρίσσι καὶ ὁ ἀσφόδελος.

Οὔτε πρὶν οὔτε μετά, κανένας λαὸς δὲν ἐρεύνησε τὰ ἄγνωστα τῆς φύσης καὶ τὰ μυστήρια τῆς ψυχῆς, γιὰ νὰ φτάσει τὸ βαθὺ σκοτάδι καὶ τὸ συμπαγὲς μηδὲν ποὺ φτάσανε οἱ ἕλληνες.

Κανένας λαὸς δὲν βυθίστηκε ὅσο οἱ ἕλληνες στὴ μαύρη χολὴ τοῦ ἀπαίσιου καὶ τῆς ματαιότητας. Μαύρη χολή. Μελαγχολία ἀλλιῶς.

Βούδας, Σοπενχάουερ καὶ ὅλες οἱ φιλοσοφίες τοῦ πεσιμισμοῦ καὶ τῆς ἀρνήσεως, μπροστὰ στὸν καημὸ τῶν ἑλλήνων εἶναι ἀθλοπαιδιὲς καὶ ἀθύρματα.

Καὶ καμία θεωρία ποὺ ὑψώθηκε στὸ γενικὸ δὲν ἄφηκε νὰ τῆς ξεφύγουν τόσες φωνὲς αἴρεσης, παράπονου, καὶ ἀπόγνωσης, ὅσο ἡ κοσμοθεωρία τῶν ἑλλήνων.

Οἱ ἕλληνες εἶναι οἱ αὐτουργοί, οἱ πρωτουργοί, καὶ οἱ δημιουργοὶ τοῦ θρήνου καὶ τῆς σφοδρῆς σιωπῆς. Πρώτοι αὐτοὶ δουλέψανε τὸ νόημα τῆς μοίρας καὶ τῆς συμφορᾶς. Σὲ σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο, τὸ ἄδικο τὸ εἶδαν σὲ κλίμακα πανανθρώπινη. Καὶ σὲ σχέση μὲ τὸν κόσμο, τὸ κακὸ τὸ εἶδαν σὲ κλίμακα παγκόσμια. Τὸ κακὸ ποὺ εἶδαν οἱ ἕλληνες στὴ φύση ἡ σύγχρονη φυσικὴ τὸ ὀνόμασε ἐντροπία, καὶ τὸ ‘κλεισε στὸν δεύτερο νόμο τῆς θερμοδυναμικῆς.

Εἶναι παράξενο ποὺ ἐτούτος ὁ Καύκασος τῆς μοναξιᾶς καὶ τοῦ πάγου φαίνεται πὼς δὲν φαίνεται στὰ ἔργα καὶ στὰ λόγια τους.

Καθὼς τὰ καράβια τους ταξιδεύουν στὶς γλαυκοκύανες θάλασσες, τὸ μαγνάδι τῆς ἐπιφάνειας δὲν ἀφήνει νὰ φανεῖ πουθενά, ὅτι σὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς πλησίστιους πλόες λάμνει ἡ βέβαιη αἴσθηση καὶ ἡ βέβαιη γνώση τους γιὰ τὸ κακὸ τοῦ κόσμου καὶ γιὰ τὸ ἄδικο τοῦ ἀνθρώπου.

Ἀπὸ ἕνα σημεῖο μάλιστα καὶ πέρα αὐτὸ τὸ παράξενο γίνεται θαυμαστό. Γιατὶ ὅλος ἐκεῖνος ὁ κόσμος τοῦ θρήνου μετουσιώνεται σὲ κατανόηση καὶ σὲ πικρὴ περηφάνεια. Γίνεται δηλαδὴ ἡ ἑλληνικὴ τέχνη.

Γίνεται ἐγκαρτέρηση, ἤμερη κυριαρχία τοῦ λόγου στὸ ἄλογο, ὅραση καὶ ἐννόηση τῆς βαθύτερης ὀργάνωσης τοῦ σύμπαντος.

Γίνεται τὸ μελαγχολικὸ μειδίαμα ἑνὸς μελλοθάνατου ποὺ βλέπει ὅτι πεθαίνει. Δὲν ἀφήνεται ὅμως στὴν παρηγοριὰ ποὺ προσφέρεται νὰ τοῦ δώσει ὁ λόγος τῶν γύρω του ὅτι θὰ ζήσει χρόνια ἀκόμη.

Αὐτὸς ὁ μεταπλασμὸς τῆς μελαγχολίας τῶν ἑλλήνων σὲ τέχνη εἶναι καίριας σημασίας. Γιατὶ ἄλλαξε τὸ ποιὸν καὶ τὴν ὑφή της. Τὴ μετέτρεψε ἀπὸ ἄρνηση σὲ δύναμη, καὶ ἀπὸ ἐγκατάλειψη σὲ καρτερία. Ἔγινε δηλαδὴ ἕνας πεσιμισμὸς χαρούμενος. Μία δυστυχία, ποὺ ὡστόσο βρίσκει νὰ χαίρεται.

Αὐτὴ τὴν αἰχμηρὴ κορυφογραμμὴ τῆς χαρμολύπης, ποὺ οἱ ἕλληνες τὴν περπατοῦν πολὺ προσεχτικά, ὁ Ὅμηρος τὴ λέει «δακρυόεν γελᾶν»**


_______________
* Ὁμήρου, Ρ 437-8
** Ὁμήρου Ζ 484.
_______________



Δημήτρης Λιαντίνης - «Τὰ Ἑλληνικά».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου