Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Ἡ ἱστορία τοῦ πονηροῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ διαβόλου.

τοῦ Peter D. Ouspensky



Κάποτε σὲ μιὰ ἄγνωστη χώρα καὶ σὲ ἄγνωστο χρόνο, ἕνας πονηρὸς ἄνθρωπος περνοῦσε ἔξω ἀπὸ ἕνα καφενεῖο καὶ συναντάει ἕνα διάβολο. Ὁ διάβολος εἶχε τὰ μαύρα του τὰ χάλια, πεινασμένος καὶ διψασμένος, καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος τὸν πηγαίνει στὸ καφενεῖο, παραγγέλνει καφὲ καὶ τὸν ῥωτάει τὶ ἔχει. Ὁ διάβολος τοῦ λέει πὼς δὲν εἶχε δουλειές. Τὰ παλιὰ χρόνια ἀγόραζε ψυχὲς καὶ τὶς ἔκαιγε στὰ κάρβουνα, γιατί, ὅταν οἱ ἄνθρωποι πέθαιναν, εἴχαν ὁλόπαχες ψυχὲς ποὺ μποροῦσε νὰ τὶς πηγαίνει στὴν κόλαση, καὶ ὅλοι οἱ διάβολοι ἦταν εὐχαριστημένοι. Ἀλλὰ τώρα, ὅλες οἱ φωτιὲς στὴν κόλαση εἴχανε σβήσει, γιατὶ ὅταν οἱ ἄνθρωποι πέθαιναν δὲν ὑπήρχαν ψυχές.

Τότε ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος τοῦ πετάει τὴν ἰδέα ὅτι θὰ μπορούσαν ἴσως νὰ συνεργαστοῦν. «Μάθε με πῶς νὰ φτιάχνω ψυχές», τοῦ λέει, «καὶ ἐγὼ θὰ σοῦ κάνω ἕνα σημάδι ποὺ νὰ δείχνει ποιοὶ ἄνθρωποι ἔχουν ψυχὲς ποὺ τὶς ἔφτιαξα ἐγώ», καὶ παραγγέλνει κι ἄλλο καφέ. Ὁ διάβολος τοῦ ἐξηγεῖ ὅτι θὰ πρέπει νὰ διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους νὰ θυμούνται τὸν ἐαυτό τους, νὰ μὴν ταυτίζονται καὶ τὰ παρόμοια, καὶ τότε, μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, θὰ φύτρωναν ψυχὲς μέσα τους.

Ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος στρώνεται στὴ δουλειά, ὀργανώνει ὁμάδες καὶ διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους νὰ θυμούνται τὸν ἐαυτό τους. Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἄρχισαν νὰ ἐργάζονται σοβαρὰ καὶ προσπάθησαν νὰ ἐφαρμόσουν στὴν πράξη αὐτὰ ποὺ τοὺς δίδασκε. Μετά, πέθαιναν καί, ὅταν ἔφταναν στὶς πύλες τοῦ παραδείσου, νὰ κι ὁ Ἅγιος Πέτρος μὲ τὰ κλειδιά του ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ καὶ ὁ διάβολος ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ὅταν ὁ Ἅγιος Πέτρος ἦταν ἔτοιμος νὰ ἀνοίξει τὶς πύλες, ὁ διάβολος ἔλεγε: «Μπορῶ παρακαλῶ νά σᾶς κάνω μιά ἐρώτηση; Θυμόσασταν τόν ἐαυτό σας;» «Ναὶ βέβαια», ἀπαντοῦσε ὁ ἄνθρωπος καὶ μετὰ ὁ διάβολος ἔλεγε: «Μὲ συγχωρεῖτε, αὐτὴ ἡ ψυχὴ εἶναι δική μου». Αὐτὸ συνεχίστηκε πολὺ καιρό, ὥσπου κατάφεραν μὲ κάποιο τρόπο νὰ ἐπικοινωνήσουν μὲ τὴ γῆ καὶ νὰ ἐνημερώσουν τοὺς ἄλλους γι' αὐτὰ ποὺ συνέβαιναν στὶς πύλες τοῦ παραδείσου. Ὅταν τὰ ἄκουσαν αὐτὰ οἱ ἄλλοι, πηγαίνουν στὸν πονηρὸ ἄνθρωπο ποὺ τοὺς δίδασκε καὶ τοῦ λένε: «Γιατί μᾶς μάθαινες νά θυμόμαστε τόν ἐαυτό μας, ἄν, ὅταν λέμε πώς θυμόμασταν τόν ἐαυτό μας, μᾶς παίρνει ὁ διάβολος;» Ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος τοὺς ῥωτάει: «Σᾶς ἔμαθα ἐγώ νλα λέτε ὅτι θυμάστε τόν ἐαυτό σας; Ἐγὼ σᾶς ἔμαθα νὰ μὴ μιλάτε». Κι αὐτοὶ τοῦ λένε: «Μὰ ἦταν ὁ Ἅγιος Πέτρος καὶ ὁ διάβολος!». Καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος τοὺς λέει: «Μά εἴδατε ποτέ τόν Ἅγιο Πέτρο καί τό διάβολο στίς ὁμάδες; Μὴ μιλάτε λοιπόν. Μερικοὶ δὲν μίλησαν καὶ κατάφεραν νὰ πάνε στὸν παράδεισο. Δὲν ἔκανα μόνο συμφωνία μὲ τὸ διάβολο, ἀλλά κατέστρωσα καὶ σχέδιο γιὰ νὰ τὸν ἐξαπατήσω».




Peter D. Ouspensky
«Ὁ τέταρτος δρόμος»
Καταγραφὴ ὀμιλιῶν και ἐρωταποκρίσεων
ποὺ βασίζονται στὴ διδασκαλία τοῦ G.I. Gurdjieff.
Μετάφραση: Χαράλαμπος Γαλανόπουλος

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου