Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Τὰ σωθικὰ τοῦ κόσμου.

τοῦ Νίκου Καζαντζάκη



να μικρ παιδάκι μαραμένο π τν πείνα, μ πρησμένη χλωροπράσινη κοιλιά, ταν μπρούμυτα απλωμένο στ μέση το δρόμου, σκάλιζε μ τ νύχια του τ γς κι τρωε χμα. Στάθηκε τρομαγμένος παπα-Γιάνναρος κα τ μάτια του βούρκωσαν. σκυψε, τ πρε π τ χέρι.

- Σήκω πάνω, παιδί μου, επε· πεινς;
χι, φαγα.
- Τί φαγες;

πλωσε τ χεράκι του, το δειξε τ χμα.

- Χμα.

νακυκλώθηκε τ αμα το παπα-Γιάνναρου, μούγκρισε σιγά, σ ν τν σφαζαν.

«τιμος εναι κόσμος τοτος», συλλογίστηκε, «τιμος, δικος. Θεέ μου, πς τν κρατς στν γκαλιά σου κα δν τν τινάζεις κάτω ν γίνει χίλια κομμάτια· ν ξαναγίνει λάσπη κα ν πλάσεις καινούριο κόσμο καλύτερο; Δν εσαι πολυέσπλαχνος, δν εσαι παντοδύναμος; Δ βλέπεις τ παιδ τοτο πο πεινάει κα τρώει χμα;»

σκυψε ντροπιασμένος τ κεφάλι, πρε δρόμο.

γ φταίω, γώ, μουρμούριζε, μες φταμε, ο νθρποι, κα τρώει τ παιδ τοτο χμα, χι, δ φτας σύ, Χριστέ μου, μαρτον!

Θυμήθηκε, κι καρδιά του ράισε, μι φορ πο πγε στν Πόλη, ν προσκυνήσει τν καινούριο Πατριάρχη· τν κάλεσε νας παλις φίλος του ραβίνος, ν θέλει, ν δν τ θεωρε μαρτία, ν κοπιάσει στ σπίτι του, στν βραϊκή· γιόρταζαν τν ρχιχρονιά τους, κα μερικο βραοι ρτίστες θά ’παιζαν να μικρ δραματικ ργο, σχετικ μ τ μεγάλη γιορτή τους. ραβίνος κάθισε δίπλα του κα το ξηγοσε· κι π’ λα πο εδε κι κουσε, στν βραίικη ατ βραδιά, μερικ λόγια το καρφώθηκαν στ μνήμη, σ μαχαίρια· κι π τότε τρεχε θύμησή του αμα. Εχαν σκαρώσει μιν πρόχειρη σκην στν κρεβατοκάμαρα το ραβίνου, τράβηξαν τν αλαία κα πρόβαλε στ σκην νας ντρας χλωμός, σκελεθρωμένος, κα τραβοσε π τ χέρι να παιδάκι. Πίσω π τν αλαία κούγουνταν τραγούδια κα γέλια, τ’ ρχιχρονιάτικα τραπέζια ταν στρωμένα κι ο νθρποι τρωγαν κι πιναν κα γλεντοσαν. Μερικο πλούσιοι κοιλαράδες, πο κάθουνταν στ βάθος τς σκηνς, σηκώθηκαν:

«Τ τραπέζια εναι στρωμένα», επαν, «πμε ν φμε!»

φυγαν, κι πόμειναν λομόναχοι χλωμς ντρας μ τ παιδάκι του.

«Πμε σπίτι, μπαμπάκα», παρακαλοσε τ παιδί.
«Γιατί, παιδί μου; τί ν κάμουμε;»
«Πειν· πμε σπίτι ν φμε!»
«Ναί, ναί... Μ κουσε, Δαβάκι μου· δν χουμε στ σπίτι τίποτα ν φμε.»
«να κομμάτι ψωμάκι.»
«Μήτε ψίχουλο, Δαβάκι μου.»

Τ παιδ σώπασε. πατέρας του το χάδεψε τ κεφάλι, σκυψε.

«Δαβάκι, ξέρεις τί γιορτ εναι σήμερα;»
«Ναί.»
«Γιά πές μου, Δαβάκι μου, τί κάμαμε σήμερα;»
«Προσευχηθήκαμε, πατέρα.»
«Ναί, κι Θεός, βλογημένο τ’ νομά του, τί καμε;»
«Μς συχώρεσε τς μαρτίες μας.»
«Λοιπόν, Δαβάκι μου, φο Θες μς συχώρεσε τς μαρτίες μας, πρέπει νά ’μαστε χαρούμενοι,

Τ παιδάκι σώπαινε.

«Θυμσαι, Δαβάκι μου, πέρυσι πο ζοσε μαμά σου, τραγουδούσαμε τότε στ τραπέζι μιν καινούρια μελωδία, να τραγουδάκι – τ θυμσαι;»
«χι.»
«Ν σο τ θυμίσω γ τώρα. Μ τραγούδα κι σ μαζί μου...»

Κι ντρας ρχισε μ σπαραχτικι φων ν τραγουδάει μι μελωδία. Μι θλιμμένη, πελπισμένη μελωδία πο ξέσκιζε τν καρδι το νθρώπου. Κα τ παιδ τραγουδοσε κι ατ μαζί του κι κλαιε.

παπα-Γιάνναρος σφούγγιξε τ μάτια του μ γανάχτηση. Κοίταξε γύρα του μήπως τν εδε κανένας. Κρατήθηκε· μ μελωδία τούτη σήμερα κόμα, στερα π τόσα χρόνια, το ξέσκιζε τν καρδιά του. Σ νά ’σπαζε φτεν κρούστα πο σκεπάζει τ σπλάχνα το νθρώπου, καμωμένη π τς καθημερινς γνοιες κα τς βολικς ναντρίες κα τινάζουνταν, λευτερωμένη, πλανταμένη τούτη μελωδία, βάσταχτη. ,τι φοβερ ψυχανεμίζουνταν μέσα του, στ πόγεια το σπλάχνου του, κα δν τολμοσε ν τ βγάλει στ φς κα ν τ δε, μελωδία τούτη τ λευτέρωσε, κι παπα-Γιάνναρος κοίταζε τ σωθικά του κα τ σωθικ το κόσμου μ φρίκη.





Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἔργο «Οἱ Ἀδελφοφᾶδες»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου