Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Ὁ ἑλληνικὸς πεσσιμισμός.

τοῦ Δημητρίου Λιαντίνη



Τὸ πρῶτο σημεῖο τῆς ἄγνοιας καὶ τῆς πλάνης εἶναι ὅτι δὲν μᾶς ἔμαθαν ποτές, πὼς οἱ ἕλληνες στάθηκαν ἕνας κόσμος ἄκρα μελαγχολικὸς.

Τὸ καθημέρα τῶν ἑλλήνων εἶναι τὸ ὅρος Σίπυλο τῆς Νιόβης, ὅπου ὅλες οἱ βρύσες στάζουνε λύπη. Ἡ λιγνὴ Ἑλλάδα ἦταν μία κλαίουσα ἰτιά. Ἐδῶ ὡς καὶ τὰ ζῶα μύρουνται καὶ δακρύζουν. Θυμήσου, γιὰ παράδειγμα, τὰ δάκρυα ποὺ χύνανε τὰ ἄλογα τοῦ Ἀχιλλέως*.

Στὴ χλωρίδα τοῦ ἑλληνικοῦ στοχασμοῦ βασιλεύουν τὰ κλαδιὰ τῶν νεκρῶν. Τὸ κυπαρίσσι καὶ ὁ ἀσφόδελος.

Οὔτε πρὶν οὔτε μετά, κανένας λαὸς δὲν ἐρεύνησε τὰ ἄγνωστα τῆς φύσης καὶ τὰ μυστήρια τῆς ψυχῆς, γιὰ νὰ φτάσει τὸ βαθὺ σκοτάδι καὶ τὸ συμπαγὲς μηδὲν ποὺ φτάσανε οἱ ἕλληνες.

Κανένας λαὸς δὲν βυθίστηκε ὅσο οἱ ἕλληνες στὴ μαύρη χολὴ τοῦ ἀπαίσιου καὶ τῆς ματαιότητας. Μαύρη χολή. Μελαγχολία ἀλλιῶς.

Βούδας, Σοπενχάουερ καὶ ὅλες οἱ φιλοσοφίες τοῦ πεσιμισμοῦ καὶ τῆς ἀρνήσεως, μπροστὰ στὸν καημὸ τῶν ἑλλήνων εἶναι ἀθλοπαιδιὲς καὶ ἀθύρματα.

Καὶ καμία θεωρία ποὺ ὑψώθηκε στὸ γενικὸ δὲν ἄφηκε νὰ τῆς ξεφύγουν τόσες φωνὲς αἴρεσης, παράπονου, καὶ ἀπόγνωσης, ὅσο ἡ κοσμοθεωρία τῶν ἑλλήνων.

Οἱ ἕλληνες εἶναι οἱ αὐτουργοί, οἱ πρωτουργοί, καὶ οἱ δημιουργοὶ τοῦ θρήνου καὶ τῆς σφοδρῆς σιωπῆς. Πρώτοι αὐτοὶ δουλέψανε τὸ νόημα τῆς μοίρας καὶ τῆς συμφορᾶς. Σὲ σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο, τὸ ἄδικο τὸ εἶδαν σὲ κλίμακα πανανθρώπινη. Καὶ σὲ σχέση μὲ τὸν κόσμο, τὸ κακὸ τὸ εἶδαν σὲ κλίμακα παγκόσμια. Τὸ κακὸ ποὺ εἶδαν οἱ ἕλληνες στὴ φύση ἡ σύγχρονη φυσικὴ τὸ ὀνόμασε ἐντροπία, καὶ τὸ ‘κλεισε στὸν δεύτερο νόμο τῆς θερμοδυναμικῆς.

Εἶναι παράξενο ποὺ ἐτούτος ὁ Καύκασος τῆς μοναξιᾶς καὶ τοῦ πάγου φαίνεται πὼς δὲν φαίνεται στὰ ἔργα καὶ στὰ λόγια τους.

Καθὼς τὰ καράβια τους ταξιδεύουν στὶς γλαυκοκύανες θάλασσες, τὸ μαγνάδι τῆς ἐπιφάνειας δὲν ἀφήνει νὰ φανεῖ πουθενά, ὅτι σὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς πλησίστιους πλόες λάμνει ἡ βέβαιη αἴσθηση καὶ ἡ βέβαιη γνώση τους γιὰ τὸ κακὸ τοῦ κόσμου καὶ γιὰ τὸ ἄδικο τοῦ ἀνθρώπου.

Ἀπὸ ἕνα σημεῖο μάλιστα καὶ πέρα αὐτὸ τὸ παράξενο γίνεται θαυμαστό. Γιατὶ ὅλος ἐκεῖνος ὁ κόσμος τοῦ θρήνου μετουσιώνεται σὲ κατανόηση καὶ σὲ πικρὴ περηφάνεια. Γίνεται δηλαδὴ ἡ ἑλληνικὴ τέχνη.

Γίνεται ἐγκαρτέρηση, ἤμερη κυριαρχία τοῦ λόγου στὸ ἄλογο, ὅραση καὶ ἐννόηση τῆς βαθύτερης ὀργάνωσης τοῦ σύμπαντος.

Γίνεται τὸ μελαγχολικὸ μειδίαμα ἑνὸς μελλοθάνατου ποὺ βλέπει ὅτι πεθαίνει. Δὲν ἀφήνεται ὅμως στὴν παρηγοριὰ ποὺ προσφέρεται νὰ τοῦ δώσει ὁ λόγος τῶν γύρω του ὅτι θὰ ζήσει χρόνια ἀκόμη.

Αὐτὸς ὁ μεταπλασμὸς τῆς μελαγχολίας τῶν ἑλλήνων σὲ τέχνη εἶναι καίριας σημασίας. Γιατὶ ἄλλαξε τὸ ποιὸν καὶ τὴν ὑφή της. Τὴ μετέτρεψε ἀπὸ ἄρνηση σὲ δύναμη, καὶ ἀπὸ ἐγκατάλειψη σὲ καρτερία. Ἔγινε δηλαδὴ ἕνας πεσιμισμὸς χαρούμενος. Μία δυστυχία, ποὺ ὡστόσο βρίσκει νὰ χαίρεται.

Αὐτὴ τὴν αἰχμηρὴ κορυφογραμμὴ τῆς χαρμολύπης, ποὺ οἱ ἕλληνες τὴν περπατοῦν πολὺ προσεχτικά, ὁ Ὅμηρος τὴ λέει «δακρυόεν γελᾶν»**


_______________
* Ὁμήρου, Ρ 437-8
** Ὁμήρου Ζ 484.
_______________



Δημήτρης Λιαντίνης - «Τὰ Ἑλληνικά».

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Ἡ ἀντιστροφὴ τῶν συμβόλων.


τοῦ René Guénon



            
Μερικς φορς προκαλε κπληξη τ γεγονς τι τ διο σύμβολο μπορε ν χ δύο σημασίες, ο ποες, φαινομενικ τουλάχιστον, ντιτίθενται μεσα μία στν λλη. Φυσικ δ δν ναφερόμαστε στν πολλαπλότητα τν ννοιν πο γενικ μπορε ν παρουσιάζει να ποιοδήποτε σύμβολο νάλογα μ τν πτικ γωνία τ πίπεδο π’ που τ ξετάζει κανες – πργμα πού, ερήσθω ν παρόδ, καθιστ ντελς δύνατη τὴ «συστηματοποίηση» το συμβολισμο - λλά, πι εδικά, σ δύο ψεις πο συνδέονται μεταξύ τους μ μία ρισμένη σχέση, παίρνοντας τ μορφ μις ναντίωσης, τσι στε μία ν ποτελε κατ κάποιον τρόπο τ ντίστροφο τ «ρνητικό» τς λλης. Γι ν τ καταλάβουμε ατό, θ πρέπει κάτ’ ρχς ν θεωρήσουμε τ διττότητα ς προϋπόθεση κάθε κδήλωσης, κα συνεπς ς στοιχεο πο κάτ’ νάγκην νυπάρχει πάντοτε, π τ μία τν λλη μορφή, σ κάθε τροπικότητά της (1). Εναι λήθεια πς διττότητα ατ ποτελε κάτ’ οσίαν συμπληρωματικότητα κα χι ντίθεση. μως δύο ροι πο λληλοσυμπληρώνονται μπορε ν φαίνονται, π μία πι ξωτερικ κα σχετικ ποψη, σν νάντιοι μεταξύ τους (2). Κάθε ντίθεση φίσταται ς τέτοια μόνο μέσα σ’ να ρισμένο πίπεδο, γι τν πλούστατο λόγο τι ποτ δν μπορε ν πάρξ καμι νεπίλυτη ντίθεση. Σ’ να νώτερο πίπεδο μετουσιώνεται πάντοτε σ συμπληρωματικότητα, που ο δύο ροι της βρίσκονται δη συμφιλιωμένοι κα ναρμονισμένοι, ως του πανέλθουν τελικ στν νότητα τς κοινς ρχς π’ που κπήγασαν. Θ μπορούσαμε λοιπν ν πομε πς συμπληρωματικότητα καταλαμβάνει, μ μία ρισμένη ννοια, μία νδιάμεση θέση μεταξ ντίθεσης κα νοποίησης. Κα κάθε μία τους χει τν λόγο παρξής της κα τν ξία της μέσα στ πεδίο που βρίσκει φαρμογή, ν κα προφανς βαθμς τς πραγματικότητάς τους διαφέρει. Τ ζήτημα λοιπν εναι ν γνωρίζουμε κα ν κατατάσσουμε εραρχικ τν κάθε ποψη στ σωστή της θέση, κα ν μν προσπαθομε ν τ μεταθέσουμε σ’ να πεδίο στ ποο θ παυε ν χ ποιαδήποτε παραδεκτ ξία.

Μ ατ ς δεδομένα, γίνεται ντιληπτ τι δν πάρχει πολύτως τίποτε τ ντικανονικ στ ν διακρίν κανες μέσα στ διο τ σύμβολο δύο ντίθετες ψεις, κα τι, πιπρόσθετα, θεώρηση τς μίας π τς δύο ψεις δν ποκλείει διόλου τ θεώρηση τς λλης, γι τν λόγο τι κα ο δύο εναι ξίσου ληθινς κάτω π να ρισμένο πρίσμα, κα κόμη τι, ξαιτίας το συσχετισμο τους, παρξη τς μίας ξαρτται κατ κάποιον τρόπο π τν παρξη τς λλης. Εναι λοιπόν σφλμα, κα μάλιστα πολ συχνά παρατηρούμενο, τ ν ποθέτ κανες πς εδικ θεώρηση τς μίας τς λλης ψης σχετίζονται ναγκαστικ μ διδασκαλίες σχολς διαμετρικ ντίθετες μεταξύ τους (3). δ τ πάντα ξαρτνται πλς π τν περοχ πο μπορε ν ποδίδεται στ μία τν λλη ψη, μερικς φορς κα π τν πρόθεση μ τν ποία χρησιμοποιεται τ σύμβολο, γι παράδειγμα ς στοιχεο ρισμένων τυπικν κόμη ς μέσο γι ν ναγνωρίζονται μεταξύ τους τ μέλη ρισμένων ργανώσεων. λλ γι ατ τ θέμα θ μιλήσουμε ξαν ργότερα. Τ γεγονς τι κα ο δύο ψεις βρίσκονται μερικς φορς νωμένες σ μία σύνθετη συμβολικ πεικόνιση, δείχνει καθαρ πς δν λληλοαποκλείονται κα πς μπορον θαυμάσια ν θεωρηθον ταυτόχρονα. π ατν τν ποψη εναι χρήσιμο ν σημειώσουμε, ν κα εναι δύνατο φυσικ ν ναπτύξουμε πλήρως ατ τ θέμα, τι ο ροι μίας διττότητας – πο συνιστ ντίθεση συμπληρωματικότητα νάλογα μ τν πτικ πο ιοθετομε – μπορον ν διαταχθον ετε ριζοντίως ετε καθέτως. Ατ προκύπτει μεσα π τ σταυροειδς σχμα το περιοδικο, τ ποο μπορε ν ναλυθ σ δύο διττότητες, μία κάθετη κα μία ριζόντια. κάθετη διττότητα μπορε ν συσχετισθ μ τ δύο κρα νς κατακόρυφου ξονα, μ τς δύο ντίθετες κατευθύνσεις ατο το ξονα. ριζόντια διττότητα εναι κείνη τν δύο στοιχείων πο βρίσκονται συμμετρικ τοποθετημένα κατέρωθεν το διου ξονα. Μπορομε ν δώσουμε ς παράδειγμα τς πρώτης περίπτωσης τ δύο τρίγωνα τς σφραγίδας το Σολομώντα (καθς κα λα τ λλα σύμβολα τς ναλογίας πο χουν διάταξη παρομοίου γεωμετρικο σχήματος) κα ς παράδειγμα τς δεύτερης τς δύο ψεις το κηρυκείου. ς σημειώσουμε δ τι μόνο στν κάθετη διττότητα ο δύο ροι διακρίνονται σαφς μεταξύ τους, λόγω τς ντίστροφης θέσης τους, ν στν ριζόντια διττότητα μπορε ν φαίνονται ντελς μοιοι  σοδύναμοι ταν τος ντικρύζουμε χωριστ τν ναν π τν λλον, παρ’ λο πο σημασία τους δν εναι λιγότερο ντίθετη στ δεύτερη περίπτωση π’ τι στν πρώτη. Μπορε κόμη ν επωθ πς στ χωρικ τάξη κάθετη διττότητα εναι κείνη το πάνω κα το κάτω, κα ριζόντια κείνη το δεξιο κα το ριστερο. Ατ παρατήρηση σως ν φαίνεται φθαλμοφανής, δν παύει μως ν εναι σημαντική, γι τν λόγο τι ατ τ δύο ζεύγη ρων χρησιμοποιονται συμβολικά – κα ατ μς πενθυμίζει τν καθαρά ποιοτικ ξία τν κατευθύνσεων το χώρου – σ πάμπολλες περιπτώσεις, χνη τν ποίων δν εναι δύσκολο ν βρεθον κόμη κα στν καθημεριν μιλία, κάτι πο δείχνει καθαρά τι τ ζήτημα γι τ ποο μιλμε χει πολ ερ φάσμα φαρμογν.

Μ βάση τ παραπάνω μπορε εκολα κανες ν βγάλει μερικ συμπεράσματα σον φορ τν πρακτικ χρήση τν συμβόλων. μως πρν π’ λα πρέπει ν μιλήσουμε λίγο γι μία πι εδικ περίπτωση, δηλαδ τν περίπτωση κατ τν ποία ο δύο ντίθετες ψεις κλαμβάνονται ντίστοιχα ς «γαθοποιός» καὶ «κακοποιός». Εναι παραίτητο δ ν παναλάβουμε τι χρησιμοποιομε ατς τς δύο λέξεις λλείψει καλυτέρων, δεδομένου τι χουν τ μειονέκτημα ν δηγον τν ναγνώστη στν πόθεση τι ρμηνεύουμε τ πράγματα π μία, λίγο – πολύ, θικ ποψη, ν στν πραγματικότητα δν συμβαίνει καθόλου κάτι τέτοιο κα ο συγκεκριμένες λέξεις πρέπει ν νοονται μ μία καθαρὰ «τεχνικὴ» ννοια. πιπλέον, πρέπει ν γίνει καλ κατανοητ τι «γαθοποιός» κα «κακοποιός» διότητα δν συνδέονται πόλυτα μ τ μία  τν λλη π τς δύο ψεις, πειδ συνιστον μόνο μία εδικ φαρμογή στν ποία θ ταν δύνατο ν νάγουμε διακρίτως ποιοδήποτε εδος ντίθεσης, κα ποία ν πάσ περιπτώσει ξαφανίζεται ναγκαστικ ταν περνμε π τν ποψη τς ντίθεσης σ’ κείνη τς συμπληρωματικότητας, που μία τέτοια θεώρηση εναι ντελς ξένη. Μέσα σ ατ τ πλαίσια κα λαμβάνοντας π’ ψιν τς παραπάνω πιφυλάξεις, ν λόγ ποψη χει τ θέση της νάμεσα σ λες τς λλες. μως, π τούτη κριβς τν ποψη,  μάλλον π τς καταχρήσεις στς ποες δίνει λαβή, μπορε ν προκύψ ντιστροφ στν ρμηνεία κα τ χρήση το συμβολισμο, ντιστροφ πο ποτελε να π τ χαρακτηριστικά «σημάδια» ποιουδήποτε πράγματος προέρχεται, συνειδητ συνείδητα, π τ πεδίο τς «ντί – μύησης»  πόκειται λίγο – πολ στν μεση πίδρασή της.

Μία τέτοια ντιστροφ μπορε ν συμβ ετε ταν ποδίδουμε στήν «κακοποιό» ψη, παρ’ λο πο τν ναγνωρίζουμε ς τέτοια, τ θέση που δικαιωματικ νήκει στν «γαθοποιό» ψη, θεωρώντας πιπλέον τι πρώτη περέχει ναντι τς δεύτερης, ετε ταν ρμηνεύουμε τ σύμβολα ντίθετα πρς τν κανονική τους σημασία, κλαμβάνοντας λαθεμένα ς «γαθοποιό» τν «κακοποιό» ψη κα τ ντίστροφο. Πρέπει πίσης ν τονίσουμε τι σύμφωνα μ σα επαμε προηγουμένως, μία τέτοιου εδους ντιστροφ μπορε ν μν φαίνεται ξεκάθαρα στν ναπαράσταση τν συμβόλων, γιατ πάρχουν ρισμένα στ ποα ο δύο ντίθετες ψεις δν παρουσιάζουν ξωτερικ καμμι φθαλμοφαν διαφορ στε ν ναγνωρίζωνται μέσως. τσι, στς πεικονίσεις πο σχετίζονται μ ,τι κοινς - λλ πολ στοχα – «λατρεία το φιδιο», εναι συχν δύνατον, τουλάχιστον βλέποντας μόνο τ διο τ φίδι, ν πομε κ τν προτέρων μ σιγουρι ν συμβολίζει τν γαθοδαίμονα  τν Κακοδαίμονα. ξ ο κα ο πολλς παρερμηνεες πο δημιουργονται, κυρίως κ μέρους κείνων πο γνοον τ διττ σημασία το φιδιο κα τείνουν ν τ θεωρον παντο κα πάντοτε ς «κακοποιό» σύμβολο, πως συμβαίνει πρ πολλο μ τν πλειονότητα τν Δυτικν (4). ,τι επαμε δ γι τ φίδι σχύει ξίσου γι πολλ λλα συμβολικ ζα, στ ποα συνηθίσαμε γενικά, γι τν ναν  τν λλον λόγο, ν μν βλέπουμε παρ μόνο τ μία π τς δύο ντίθετες ψεις τους.

Στν περίπτωση τν συμβόλων πο μπορον ν πάρουν δύο ντίστροφες θέσεις, κα εδικ στν περίπτωση κείνων πο νάγονται σ γεωμετρικς μορφές, πιθανς ν σκεφτε κανες τι διαφορ λογικ θ πρέπει ν φαίνεται πολ πι καθαρά. Κα μως, τ πράγματα δν εναι πάντοτε τσι, γιατ ο δύο τοποθετήσεις το διου συμβόλου εναι δυνατ ν χουν κα ο δύο μία νόμιμη σημασία, κα λλωστε σχέση τους δν εναι ναγκαστικ σχέση «γαθοποιο» - «κακοποιο», πού, παναλαμβάνουμε, ποτελε πλς μία εδικ φαρμογ νάμεσα σ τόσες λλες. Τ σημαντικ σ τέτοιες περιπτώσεις εναι ν γνωρίζουμε ν πράγματι πάρχει πρόθεση «ντιστροφς» τς νόμιμης κα κανονικς ξίας το συμβόλου. Ατς εναι λόγος, γι παράδειγμα, πο χρήση το ντεστραμμένου τριγώνου πέχει πολ π τ ν εναι πάντοτε νδειξη «μαύρης μαγείας», πως νομίζουν μερικοί (5), ν κα σφαλς ατ σχύει σ ρισμένες περιπτώσεις, κα συγκεκριμένα σ σες συνοδεύονται π μία πρόθεση ν δοθε ντίθετη ρμηνεία σ ,τι παριστάνει τ τρίγωνο μ τν κορυφ πρς τ πάνω. ς σημειωθε παρεμπιπτόντως τι μία τέτοια κούσια «ντιστροφή» μπορε πίσης ν γίν σ λέξεις  σ τυπικά, μ τρόπο στε ν σχηματίζονται ντίστροφα εδη μάντρας, πως μπορε ν διαπιστώσ κανες σ μερικς πρακτικς μαγείας, κόμα κα μέσα στ πλά «λαϊκ μάγια» πο ξακολουθον ν πάρχουν σήμερα στ Δύση.

Βλέπουμε λοιπν τι τ ζήτημα τς ντιστροφς τν συμβόλων εναι ρκετ πολύπλοκο, καί, θ λέγαμε κόμη, πολ λεπτό, γιατ γι ν γνωρίσουμε μ τ πράγματα χουμε ν κάνουμε στ μία  στν λλη περίπτωση, εναι ναγκαο ν ξετάσουμε, χι τόσο τς «λικές» πεικονίσεις καθαυτές, σο τς ρμηνεες πο τς  συνοδεύουν, ο ποες κα κφράζουν τν πρόθεση πο παγορεύει τ χρησιμοποίησή τους. σφαλς μως πι πιτήδεια κα πικίνδυνη ντιστροφ εναι κείνη πο δν προδίδεται π πολ κδηλες παραδοξότητες πο εκολα τς παρατηρε καθένας, λλ διαστρέφει τ νόημα τν συμβόλων  ντιστρέφει τν ξία τους χωρς ν λλάζῃ καθόλου τν ξωτερική τους μφάνιση. λλ πι διαβολικς δόλος π’ λους εναι σως κενος πο πιδιώκει ν προσδώσ στν διο τν ρθόδοξο συμβολισμό, πως ατς πάρχει σ γνήσιες παραδοσιακς ργανώσεις, κα πι εδικ σ μυητικές, ο ποες ποτελον κα τν κύριο στόχο σ παρόμοιες περιπτώσεις, τν ντίστροφη ρμηνεία ποία χαρακτηρίζει διαιτέρως τήν «ντί-μύηση». Κα τελευταία βέβαια δν ποφεύγει ν χρησιμοποιήσ ατ τ μέσο προκειμένου ν προκαλέσῃ συγχύσεις κα παρανοήσεις π τς ποες ποκομίζει πάντα κάποιο κέρδος. δ βρίσκεται κατ βθος λο τ μυστικ τς προπαγάνδας πο κατευθύνεται ετε ναντίον το σωτερισμο γενικά, ετε ναντίον τς μίας  τς λλης παραδοσιακς μορφς εδικώτερα, μ τν συνείδητη βοήθεια νθρώπων κ τν ποίων ο περισσότεροι θ ξαφνιάζονταν, κα θ τρόμαζαν συνάμα, ν γνώριζαν ποιν σκοπ ξυπηρετον. Δυστυχς τ πράγματα ρχονται κάποτε τσι, στε κι κενοι κόμη πο πιστεύουν πς πολεμον τν διάβολο, ποια δέα κι ν χουν σχηματίσει γι ατόν, ν μεταβάλλονται πλούστατα, χωρς ν τ καταλαβαίνουν καθόλου, στος καλύτερους πηρέτες του!


(1) Καθς εναι να π τ γλωσσικ λάθη πο παρουσιάζονται συχν κα προκαλον σοβαρς δυσκολίες, εναι χρήσιμο ν διευκρινίσουμε τι «διττότης» κα «διαρχία» εναι δύο τελείως διαφορετικ πράγματα: «διαρχία» - τς ποίας Καρτεσιαν σύλληψη το «πνεύματος» κα τς «λης» ποτελε να π τ γνωστότερα παραδείγματα – συνίσταται στν ποδοχ μίας μόνιμης «διττότητας» κα δν διακρίνει τίποτα πέρα π’ ατήν, πργμα πο συνεπάγεται τν ρνηση τς κοινς ρχς π τν ποία, στν πραγματικότητα, ο δύο ροι τς διττότητας παράγονται μέσω «πόλωσης».
(2) Βλ. Συμβολισμς το Σταυρο, κεφ. βδομο
(3) χουμε πισημάνει λλο τι να τέτοιου εδους σφλμα παρατηρεται στν πεικόνιση τς σβάστικας μ βραχίονες προσανατολισμένους πρς δύο ντίθετες κατευθύνσεις περιστροφς (βλ.  Συμβολισμς το Σταυρο, κεφ. Δέκατο)
(4) Γι τν διο λόγο Δράκοντας τς πω νατολς, πο στν πραγματικότητα ποτελε σύμβολο το Λόγου, κλαμβάνεται συχνά, λόγω τς γνοιας τν Δυτικν, ς «διαβολικό» σύμβολο.
(5) χουμε παρατηρήσει τι κόμα κα τ ντεστραμμένα τρίγωνα πο εκονίζονται στ λχημικ σύμβολα τν στοιχείων ρμηνεύονται πλέον κατ’ ατν τν ννοια!

RENE GUENON
ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΣΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΙΓΚΑΣ
ΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ