Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Maid of Athens, Ere We Part.

τοῦ Lord Byron



Maid of Athens, ere we part,
Give, oh, give back my heart!
Or, since that has left my breast,
Keep it now, and take the rest!
Hear my vow before I go,
Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.

By those tresses unconfined,
Wooed by each Aegean wind;
By those lids whose jetty fringe
Kiss thy soft cheeks' blooming tinge;
By those wild eyes like the roe,
Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.

By that lip I long to taste;
By that zone-encircled waist;
By all the token-flowers that tell
What words can never speak so well;
By love's alternate joy and woe,
Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.

Maid of Athens! I am gone:
Think of me, sweet! when alone.
Though I fly to Istambol,
Athens holds my heart and soul:
Can I cease to love thee? No!
Ζωή μου, σᾶς ἀγαπῶ.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Ἡ ἔναρξη τῆς μάχης.

τοῦ Ὁμήρου (Ἰλιάς Δ 422-456)




Στήν ἀρχή τῆς τρίτης ραψωδίας οἱ Ἕλληνες καί οἱ Τρῶες παρουσιάζονται ἀντιμέτωποι, ἕτοιμοι νά συγκρουστοῦν. Μέ τήν προσφιλῆ ὡστόσο στόν ποιητή τεχνική τῆς ἐπιβράδυνσης ἡ ἔναρξη τῆς μάχης ἀναστέλλεται. Παρεμβάλλεται ἡ τειχοσκοπία, ἡ μονομαχία τοῦ Μενελάου μέ τόν Πάρη, οἱ παρεπόμενοι ὅρκοι καί ἡ ἐπιορκία τῶν Τρώων καί, τέλος, ἡ ἐπιθεώρηση τοῦ στρατοῦ ἀπό τόν Ἀγαμέμνονα. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ ποιητής, πρίν ἀπό τήν περιγραφή τῆς μάχης, εἰσάγει ἤ φωτίζει καλύτερα κεντρικά πρόσωπα τοῦ ἔπους (τήν Ἑλένη, τόν Μενέλαο, τόν Πάρη, τόν Πρίαμο, τόν Ἀγαμέμνονα, τούς δύο Αἴαντες, τόν Διομήδη κ. ἄ.).

Στό ἀπόσπασμα πού ἀκολουθεῖ, μέσα ἀπό ἐντυπωσιακές εἰκόνες καί παρομοιώσεις, πού, κατά κάποιον τρόπο, δίνουν στήν κίνηση τῶν ἀντιπάλων στρατῶν διάσταση φυσικῆς δύναμης, περιγράφεται ἡ στιγμή πού Ἕλληνες καί Τρῶες βαδίζουν ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου καί ἐμπλέκονται σέ μία γενικευμένη μάχη.



ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἐν αἰγιαλῷ πολυηχέϊ κῦμα θαλάσσης
ὄρνυτ᾽ ἐπασσύτερον Ζεφύρου ὕπο κινήσαντος·
πόντῳ μέν τε πρῶτα κορύσσεται, αὐτὰρ ἔπειτα

425 χέρσῳ ῥηγνύμενον μεγάλα βρέμει, ἀμφὶ δέ τ᾽ ἄκρας
κυρτὸν ἐὸν κορυφοῦται, ἀποπτύει δ᾽ ἁλὸς ἄχνην·
ὣς τότ᾽ ἐπασσύτεραι Δαναῶν κίνυντο φάλαγγες
νωλεμέως πόλεμόνδε· κέλευε δὲ οἷσιν ἕκαστος
ἡγεμόνων· οἱ δ᾽ ἄλλοι ἀκὴν ἴσαν, οὐδέ κε φαίης

430 τόσσον λαὸν ἕπεσθαι ἔχοντ᾽ ἐν στήθεσιν αὐδήν,
σιγῇ δειδιότες σημάντορας· ἀμφὶ δὲ πᾶσι
τεύχεα ποικίλ᾽ ἔλαμπε, τὰ εἱμένοι ἐστιχόωντο.
Τρῶες δ᾽, ὥς τ᾽ ὄϊες πολυπάμονος ἀνδρὸς ἐν αὐλῇ
μυρίαι ἑστήκασιν ἀμελγόμεναι γάλα λευκόν,

435 ἀζηχὲς μεμακυῖαι ἀκούουσαι ὄπα ἀρνῶν,
ὣς Τρώων ἀλαλητὸς ἀνὰ στρατὸν εὐρὺν ὀρώρει·
οὐ γὰρ πάντων ἦεν ὁμὸς θρόος οὐδ᾽ ἴα γῆρυς,
ἀλλὰ γλῶσσ᾽ ἐμέμικτο, πολύκλητοι δ᾽ ἔσαν ἄνδρες.
ὦρσε δὲ τοὺς μὲν Ἄρης, τοὺς δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη

440 Δεῖμός τ᾽ ἠδὲ Φόβος καὶ Ἔρις ἄμοτον μεμαυῖα,
Ἄρεος ἀνδροφόνοιο κασιγνήτη ἑτάρη τε,
ἥ τ᾽ ὀλίγη μὲν πρῶτα κορύσσεται, αὐτὰρ ἔπειτα
οὐρανῷ ἐστήριξε κάρη καὶ ἐπὶ χθονὶ βαίνει·
ἥ σφιν καὶ τότε νεῖκος ὁμοίϊον ἔμβαλε μέσσῳ

445 ἐρχομένη καθ᾽ ὅμιλον, ὀφέλλουσα στόνον ἀνδρῶν.
οἱ δ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἐς χῶρον ἕνα ξυνιόντες ἵκοντο,
σύν ῥ᾽ ἔβαλον ῥινούς, σὺν δ᾽ ἔγχεα καὶ μένε᾽ ἀνδρῶν
χαλκεοθωρήκων· ἀτὰρ ἀσπίδες ὀμφαλόεσσαι
ἔπληντ᾽ ἀλλήλῃσι, πολὺς δ᾽ ὀρυμαγδὸς ὀρώρει.

450 ἔνθα δ᾽ ἅμ᾽ οἰμωγή τε καὶ εὐχωλὴ πέλεν ἀνδρῶν
ὀλλύντων τε καὶ ὀλλυμένων, ῥέε δ᾽ αἵματι γαῖα.
ὡς δ᾽ ὅτε χείμαρροι ποταμοὶ κατ᾽ ὄρεσφι ῥέοντες
ἐς μισγάγκειαν συμβάλλετον ὄβριμον ὕδωρ
κρουνῶν ἐκ μεγάλων κοίλης ἔντοσθε χαράδρης,

455 τῶν δέ τε τηλόσε δοῦπον ἐν οὔρεσιν ἔκλυε ποιμήν·
ὣς τῶν μισγομένων γένετο ἰαχή τε πόνος τε.




Ἀπόδοση στὰ νεοελληνικά:

Ὅπως στόν πολυθόρυβο γιαλό σηκώνεται τό ἕνα κῦμα τῆς θάλασσας πίσω ἀπό τό ἄλλο, καθώς τό σπρώχνει ὁ Ζέφυρος, καί πρῶτα ὑψώνεται βαθιά μέσα στό πέλαγος, καί ὕστερα σπάζοντας στήν ξηρά βουίζει τρομερά, 

[425] καί καμπουριασμένο σηκώνεται ψηλά γύρω ἀπό τούς κάβους καί τινάζει πέρα τήν ἄχνη τῆς θάλασσας· ἔτσι προχωροῦσαν τότε καί οἱ φάλαγγες τῶν Δαναῶν (1) ἀκατάπαυτα, ἡ μία πίσω ἀπό τήν ἄλλη, νά μποῦν στόν πόλεμο· καί καθένας ἀπό τούς ἀρχηγούς πρόσταζε τούς δικούς του. 

[430] Οἱ ἄλλοι προχωροῦσαν βουβοί (θά ἔλεγες πώς δέν εἶχε φωνή στά στήθη του τόσο πολύς στρατός πού ἀκολουθοῦσε), δίχως μιλιά, γιατί φοβόνταν τούς ἀρχηγούς τους· καί γύρω ἀπ’ ὅλους ἔλαμπαν τά πλουμισμένα ὄπλα πού φοροῦσαν προχωρώντας στή γραμμή.
Οἱ Τρῶες πάλι, ὅπως τά πρόβατα κάποιου βοσκοῦ πού ἔχει πολλά κοπάδια στέκονται ἀμέτρητα, καθώς τούς ἀρμέγουν τό ἄσπρο γάλα 

[435] καί ἀδιάκοπα βελάζουν ἀκούγοντας τίς φωνές τῶν ἀρνιῶν τους· ἔτσι καί ἡ ὀχλοβοή τῶν Τρώων ὑψώνονταν ἀπό τή μίαν ἄκρη ὥς τήν ἄλλη στό πλατύ στρατόπεδο· γιατί δέν ἦταν ὁλωνῶν ἴδιος ὁ θόρυβος οὔτε ἡ ὁμιλία τους μία· οἱ γλῶσσες τους ἦταν ἀνακατωμένες καί ἦταν ἄνθρωποι ἀπό πολλές μεριές συναγμένοι. Αὐτούς τούς ξεσήκωνε ὁ Ἄρης, τούς ἄλλους ἡ Ἀθηνᾶ μέ τά γαλανά μάτια, 

[440] καί ὁ Πανικός καί ὁ Φόβος καί ἡ Ἔριδα, (2) πού λυσσομανάει ἄπαυτα, τοῦ ἀντροφόνου Ἄρη ἀδερφή μαζί καί συντρόφισσα· πού στήν ἀρχή σηκώνεται σιγά σιγά, ἔπειτα ὅμως ἀκουμπᾶ στόν οὐρανό τό κεφάλι της καί περπατᾶ πάνω στή γῆ. Αὐτή τότε ἔριξε ἀνάμεσά τους σκληρό πόλεμο, 

[445] τριγυρίζοντας μέσα στούς πολεμιστές, πληθαίνοντας τό βόγγο τῶν ἀντρῶν.
Κι ἐκεῖνοι, ὅταν πιά προχωρώντας ἔσμιξαν στό ἴδιο μέρος, ἔγιναν ἕνα οἱ ἀσπίδες τους, ἕνα τά κοντάρια τους, ἕνα ἡ ὁρμή τῶν πολεμιστῶν πού φοροῦσαν χαλκένιους θώρακες. Οἱ ἀσπίδες πού εἶχαν ἀφαλό στή μέση χτυποῦσαν ἡ μία τήν ἄλλη, καί σηκώνονταν πολλή ἀντάρα· 

[450] κι ἀκούγονταν οἰμωγές μαζί καί καυχησιές, αὐτῶν πού σκότωναν κι αὐτῶν πού σκοτώνονταν, καί ἡ γῆ πλημμύριζε ἀπό τό αἷμα. Ὅπως ὅταν βρέξει καί κατεβάζουν τά ξεροπόταμα ἀπό τά βουνά καί ρίχνουν μαζί τό νερό ἀπό κρουνούς μεγάλους ἐκεῖ πού σμίγουν τά δύο φαράγγια τους, μέσα ἀπό βαθιά χαράδρα, 

[455] καί τό βόγγο τους τόν ἀκούει ἀπό μακριά πάνω στά βουνά ὁ βοσκός - ἔτσι, καθώς ἔσμιγαν κι αὐτοί, ἀκούγονταν ξεφωνητά καί παλέματα.





Σημειώσεις:

(1) Ὁμηρική ὀνομασία τῶν Ἑλλήνων. Συχνότερα ὀνομάζονται Ἀργεῖοι καί Ἀχαιοί.

(2) Ὁ Πανικός (στό πρωτότυπο: Δεῖμος), ὁ Φόβος, πού σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ ἔπους ἐμφανίζεται ὡς γιός τοῦ Ἄρη, καί ἡ Ἔριδα εἶναι δαίμονες τοῦ πολέμου πού πλαισιώνουν τόν Ἄρη καί ἐμβάλλουν τόν φόβο στούς μαχόμενους ἤ τούς ξεσηκώνουν. Ὅπως ἔχει γραφεῖ, δέν εἶναι μορφές πλήρως προσωποποιημένες καί ἔχουν λίγα χαρακτηριστικά, πέρα ἀπό αὐτά πού ἐξυπακούονται ἀπό τό ὄνομά τους.




(μετάφραση Ὄλγα Κομνηνοῦ-Κακριδῆ)

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Ἐπιστολή Ὀδ. Ἀνδρούτσου πρός τόν Κοραῆ.





ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ (ΑΣΤΡΟΣ)

ΚΟΡΑΗΣ (ΠΑΡΙΣΙ)

20 Ἀπριλίου 1823



Σεβάσμιε Πατριῶτα,

Τὸν πλειότερον καιρὸν τῆς ζωῆς σου ἐπέρασες ἐξωρισμένος θεληματικῶς ἀπὸ τὴν Πατρίδα, μὴ δυνάμενος νὰ ὑποφέρῃς νὰ τὴν βλέπῃς δουλωμένην εἰς τὸν πλέον βάρβαρον τῶν Τούρκων ζυγόν. Ἀνεχώρησας εἰς τὰ πολιτισμένα ἔθνη, ὄχι νὰ τρυφᾷς ἀλλὰ νὰ κανονίζῃς τὰ πάθη σου καὶ νὰ συλλέξῃς ὡς μέλισσα τὰς οὐσιωδεστέρας διδασκαλίας πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς δυστυχοῦς Ἑλλάδος. Οἱ κόποι σου δὲν ἐστάθησαν ἀνωφελεῖς. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἀφοῦ σὺ ἄρχισες εἰς τὴν γλῶσσαν ἡμῶν νὰ γράφῃς τὰ καλά, ὅσα ἡ παιδεία προξενεῖ εἰς τὸν κόσμον, ἐκαταχέρισαν οἱ ὁμογενεῖς νὰ ὑψώνουν τὸν νοῦν των εἰς μαθήματα ὑψηλότερα καὶ νὰ γνωρίζουν τὴν πολιτικὴν αὐτῶν κατάστασιν. Εἰς ὀλιγολογίαν πρὸ χρόνων τὰ φιλελεύθερα τῶν Ἑλλήνων φρονήματα ἄρχισαν νὰ ἐξυπνῶσιν. Ἀλλὰ τὰ πανταχοῦ διαδοθέντα προλεγόμενα καὶ σημειώσεις τῶν ἐκδόσεών σου ἐνέσπειραν εἰς τῶν Ἑλλήνων τὰς ψυχὰς σπέρματα μεγαλοφροσύνης καὶ προγονικῆς ἀρετῆς.

Οἱ πεπαιδευμένοι τοῦ ἔθνους ἅπαντες σχεδὸν μᾶς ἐπικυρώνουν τὰς εἰρημένας ἀληθείας• ἀλλὰ τὸ μέγα τοῦτο τῆς Ἑλλάδος κίνημα εἶναι ἀπόδειξις ἀναντίρρητος, ὅτι καὶ οἱ τόσων χρόνων φιλοσοφικοί σου ἀγῶνες ἐσύντρεξαν καὶ αὐτοὶ τὸ ἐπιβάλλον αὐτῶν μέρος, καὶ ὅλοι σχεδὸν οἱ λαοὶ τῆς Ἑλλάδος ἀγωνίζονται ἤδη ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ αὐτονομίας των˙ πράγματα καὶ τὰ δύο, ὡς τὸ ἐξεύρεις, τὰ πλέον οὐσιώδη, ἀλλὰ καὶ τὰ πλέον δύσκολα, ὡς πρὸς ἡμᾶς• ἐπειδὴ ἡ βαρβαρότης καὶ ἡ τουρκικὴ κακοήθεια εἶναι εἰσέτι πολλὴ εἰς ἡμᾶς ἐξ αἰτίας τῆς πολυχρονίου συναναστροφῆς μας μὲ τοὺς τυράννους. Τῆς παιδείας αἱ ρίζαι εἶναι ἀκόμη καὶ ὀλίγαι καὶ ἀδύνατοι. Καὶ ἡ ἐπανάστασις πρὶν λάβῃ τέλος ἐγέννησε τὴν φιλαρχίαν καὶ φιλοπλουτίαν.

Τὸ φίλαρχον καὶ φιλόπλουτον τοῦτο θέλον νὰ ἐμποδίσῃ τὸ ἔθνος εἰς σύλλογον ἦλθεν εἰς Ἐπίδαυρον καὶ Ἄστρος. Καὶ εἰς τὴν πρώτην περίστασιν καὶ εἰς τὴν δευτέραν πάντοτε ὑπερτέρησεν ἡ ἰδιοτέλεια καὶ αἱ φατρίαι. Ὅλα ταῦτα, πατριῶτα, ἦτον ἐνδεχόμενον ν' ἀκολουθήσουν˙ ἀλλὰ εἰς τὰ μέλλοντα βλέποντες πολλοὶ τῶν ὁμογενῶν, εἶπον δημοσίως, ὅτι νέοι ὄντες εἰς τὸ στάδιον τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης, ἀνάγκη νὰ προστρέξωιιεν ἐν πρώτοις εἰς τοὺς ὁμογενεῖς μας, τοὺς ὁπωσοῦν πρακτικοὺς καὶ εἰδήμονας τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων, μὲ τοὺς ὁποίους συμβουλευόμενοι καὶ διὰ γραμμάτων καὶ διὰ στόματος, ἐμποροῦμεν νὰ τρέξωμεν ὀλιγώτερον ἐσφαλμένως τὸ μέγα καὶ ἄγνωστον εἰς ἡμᾶς τοῦτο στάδιον˙ αἱ συμβουλαὶ ὅμως αἱ τωριναὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα πρέπει νὰ διαφέρουν πολλὺ ἀπὸ τὰς γραφθείσας πρότερον εἰς τὰ βιβλία, ἐπειδὴ ἐκεῖναι ἂν κ' εὐθὺς δὲν ἐννοοῦντο, μήτε εἰς πρᾶξιν ἐβάλλοντο, ἡ πρόοδος τοῦ χρόνου ἦτον μέγας διδάσκαλος. Τώρα δὲ βιασμένοι ἀπὸ τὴν ἀδυσώπητον ἀνάγκην τοῦ νὰ ἐξολοθρευθῶμεν ἢ νὰ ὑπάρξωμεν ὡς ἔθνος, καὶ ἔθνος ἀνεξάρτητον καὶ αὐτόνομον, πρέπει καὶ αἱ συμβουλαὶ νὰ εἶναι προσαρμομέναι εἰς τὰς περιστάσεις, καὶ οἱ σύμβουλοι μὲ ἀρκετὴν πολιτικὴν σύνεσιν καὶ ἀρετήν, διὰ νὰ τελεσφορήσουν αἱ συμβουλαί των. Ἀλλ' ἐπειδὴ ἄλλο τὸ ἰδεῖν καὶ ἄλλο τ' ἀκοῦσαι, καὶ ὀρθοτέρα ἡ ὅρασις τῆς ἀκοῆς, εἶναι οὐσιωδέστατον οἱ σύμβουλοι νὰ βλέπουν ὀφθαλμοφανῶς τὰ πράγματα καὶ οὕτω δύνανται ἀπταίστως καὶ ὀρθὰ νὰ ὁδηγῶσιν εἰς τὰ καλὰ τὸ ἔθνος.

Ὅθεν καὶ τὰς συμβουλάς σου ἐπιθυμῶν ὁμοῦ μὲ πολλοὺς ἄλλους καὶ τὴν παρουσίαν σου εἰς τὴν Ἑλλάδα βλέπω ἀναγκαιοτάτην. Ἀφοῦ ἀγωνίσθης τόσους χρόνους νὰ διδάσκῃς μακρόθεν τοὺς δυστυχεῖς σου ὁμογενεῖς, δὲν εἶναι πλέον δίκαιον τὴν σήμερον νὰ ἔλθῃς καὶ σὺ νὰ συντρέξῃς εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ αὐτονομίαν τῆς Ἑλλάδος προσωπικῶς; Ἂν συγγράψῃς εἰς τοὺς ὀλίγους σου χρόνους τὰ ὑψηλότερα συγγράμματα καὶ ἡ Ἑλλὰς πέσῃ, τίς ὠφέλεια ( Ἂν ὅλοι οἱ μετὰ ταῦτα αἰῶνες στεφανώσουν τοὺς κόπους σου μὲ τοὺς πλέον λαμπροτέρους ἐπαίνους καὶ ἡ Ἑλλὰς μείνῃ πάλιν δούλη, ποία πλέον δόξα! Ἂν εἰς ὀλίγα λόγια ἀπαθανατισθῇς συγγράφων, καὶ ἡ πατρίς σου παραδοθῇ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἀγρίου τυράννου ἢ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν, τί ἐκέρδισες ;


Ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν ἀνάγκην σου καὶ τὴν ἀνάγκην ὅλων τῶν πεπαιδευμένων ὁμογενῶν˙ λοιπὸν συμπαραλαβὼν ὅσους δυνηθῇς μαζύ σου, ἐλθὲ νὰ συναγωνισθῇς μὲ τοὺς ἀδελφούς σου τὸν δικαιότατον καὶ νομιμώτατον παρ' ὅλους ποτὲ ἀγῶνας τοῦ κόσμου. Ὁ ἀγών μας εἶναι ὑπὲρ τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ὑπὲρ τῶν ἀνθρωπίνων δικαίων. Πολλοὶ τῶν φιλανθρώπων τῆς φωτισμένης Εὐρώπης ἔτρεξαν καὶ ὁλοένα ἔρχονται καὶ συναγωνίζονται μαζύ μας. Ἐλπίζομεν μαζύ σου νὰ ἔλθουν καὶ ὅσοι ἀλλογενεῖς, σεβόμενοι τῶν ἐθνῶν τὴν μεγαλειότητα, εἶναι πληροφορημένοι ὅτι μὲ τὴν σοφίαν τους δύνανται νὰ συντρέξουν εἰς τὴν βελτίωσιν ἑνὸς ἔθνους, τυραννουμένου τόσους αἰῶνας, ἔχοντος ὅμως πρὸ ὀφθαλμῶν ὅλας τὰς σωκρατικὰς σκληραγωγίας καὶ τὴν σωτηρίαν ἑνὸς ἔθνους, ἐγγὺς νὰ γίνῃ θῦμα τῶν παθῶν.

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Κατὰ τῶν νεο-παγανιστῶν.

τοῦ Ἰουλίου Ἔβολα



Οἱ παρεξηγήσεις τοῦ Νέου «Παγανισμοῦ»


Εἶναι ἴσως καιρὸς νὰ ἐπισημάνω τὶς παρεξηγήσεις ποὺ κυκλοφοροῦν αὐτὸ τὸ διάστημα σὲ ὁρισμένους ῥιζοσπαστικοὺς κύκλους, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι ἡ λύση εὑρίσκεται πρὸς τὴν κατεύθυνη ἑνὸς νέου παγανισμοῦ. Ἤδη ἡ παρεξήγηση εἶναι φανερὴ στὴν χρήση ὅρων ὅπως «παγανισμός» καὶ «παγανοσύνη» (pagandom). Ἐγὼ ὁ ἴδιος, ἔχοντας χρησιμοποιήσει αὐτὲς τὶς φράσεις ὡς συνθήματα σὲ ἕνα βιβλίο ποὺ ἐξεδόθη στὴν Ἰταλία τὸ 1928 καὶ στὴν Γερμανία τὸ 1934, πλέον λυποῦμαι εἰλικρινά.

Βέβαια ἡ λέξη γιὰ τὸν παγανιστὴ ἢ εἰδωλολάτρη, paganus, ἐμφανίζεται σὲ κάποιους ἀρχαίους Λατίνους συγγραφεῖς ὅπως ὁ Λίβιος δίχως κάποιον ἰδιαιτέρως ἀρνητικὸ τόνο. Ὅμως αὐτὸ δὲν ἀλλάζει τὸ γεγονὸς ὅτι μὲ τὴν ἄφιξη τῆς νέας πίστεως, ἡ λέξη paganus ἔγινε ἀναμφισβήτητα μία ἔκφραση ὑποτιμητική, ὅπως χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς πρώιμους χριστιανοὺς ἀπολογητές. Προέρχεται ἀπὸ τὸ pagus, ποὺ σημαίνει τὴν κωμόπολη ἢ τὸ χωριό, ἔτσι ὥστε τὸ paganus νὰ ἀναφέρεται στὸν τρόπο σκέψεως τῶν χωρικῶν: ἕναν ἀπολίτιστο, πρωτόγονο, καὶ δεισιδαιμονικὸ τρόπο. Γιὰ νὰ προωθήσουν καὶ νὰ προσδώσουν κάποια αἴγλη στὴν νέα πίστη, οἱ ἀπολογητὲς εἶχαν τὴν κακὴ συνήθεια νὰ προάγουν τὸν ἑαυτό τους μέσα ἀπὸ τὸν διασυρμὸ τῶν ἄλλων θρησκειῶν. Συχνὰ ὑπῆρχε μία συνειδητὴ καὶ κατ’ ἐπανάληψιν συστηματικὴ ὑποτίμηση καὶ παρερμηνεία σχεδῶν ὅλων τῶν παλαιοτέρων παραδόσεεων, δογμάτων καὶ θρησκειῶν, τὶς ὁποῖες ὁμαδοποίησαν κάτω ἀπὸ τὴν περιφρονητικὴ γενικὴ ἐτικέττα τοῦ παγανισμοῦ ἢ εἰδωλολατρίας. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτόν, οἱ ἀπολογητὲς ἐμφανῶς προέβησαν σὲ μία ἐσκεμμένη προσπάθεια νὰ ὑπερτονίσουν ἐκεῖνες τὶς πτυχὲς τῶν πρό-χριστιανικῶν θρησκειῶν καὶ παραδόσεων ποὺ δὲν εἶχαν κανέναν κανονικὸ ἢ πρωταρχικὸ χαρακτήρα, ἀλλὰ ἦταν σαφῶς φόρμες ποὺ εἶχαν περιέλθει σὲ παρακμή. Μία τέτοια ἐπιθετικὴ διαδικασία ὁδήγησε, μεταξὺ ἄλλων, στὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ ὁτιδήποτε εἶχε προηγηθεῖ τῆς χριστιανοσύνης, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἦταν μή-χριστιανικό, ὡς ἀπαραιτήτως ἀντί-χριστιανικό.

Θὰ πρέπει νὰ λάβουμε ὑπ’ ὄψιν, συνεπῶς, ὅτι ὁ «παγανισμός», εἶναι μία θεμελιωδῶς προκατειλημμένη καὶ τεχνητὴ ἔννοια ποὺ σχεδὸν καθόλου δὲν ἀνταποκρίνεται στὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα τοῦ τὶ ἦταν ἀνέκαθεν ὁ πρό-χριστιανικὸς κόσμος στὶς κανονικὲς του ἐκδηλώσεις, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ λιγοστὰ παρακμιακὰ στοιχεῖα καὶ πτυχές ποὺ προέκυψαν ἀπὸ ἐκφυλισμένα ἀπομεινάρια παλαιοτέρων πολιτισμῶν.

Μόλις τὸ ἀποσαφηνίσουμε αὐτό, φθάνουμε σήμερα σὲ μία παράδοξη διαπίστωση: ὅτι αὐτὸς ὁ φαντασιακὸς παγανισμός ποὺ δὲν ὑπῆρξε ποτέ, ἀλλὰ ἐπινοήθη ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ἀπολογητές, τώρα χρησιμεύει ὡς ἀφετηρία γιὰ ὁρισμένους φερομένους ὡς παγανιστικοὺς κύκλους, ἀπειλώντας ἔτσι γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία νὰ γίνῃ πραγματικότητα – τίποτε περισσότερο καὶ τίποτε λιγότερο ἀπὸ αὐτό.

Ποιὰ εἶναι τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ αὐτῆς τῆς σημερινῆς παγανιστικῆς ὀπτικῆς, συμφώνως πρὸς ὅσα οἱ δικοί της ἀπολογητὲς πιστεύουν καὶ δηλώνουν ὅτι εἶναι; Τὸ κυριότερο εἶναι ἡ φυλάκιση στὴν Φύση. Κάθε ὑπέρβαση εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστη στὴν παγανιστικὴ ἄποψη τῆς ζωῆς: παραμένει κολλημένη σὲ ἕνα μίγμα Πνεύματος καὶ Φύσεως, σὲ μία διφορούμενη ἑνότητα Σώματος καὶ Ψυχῆς. Δὲν ὑπάρχει τίποτα στὴν θρησκεία της, παρὰ μόνον μία δεισιδαιμονικὴ θεοποίηση τῶν φυσικῶν φαινομένων, ἢ φυλετικῶν ἐνεργειῶν (tribal energies) ποὺ ἔχουν προαχθεῖ σὲ ἐλάσσονες θεούς. Ἐξ αὐτοῦ προκύπτει πρῶτα ἀπ” ὅλα μία ἰδιαιτερότητα δεμένη μὲ τὸ αἷμα καὶ τὸ χῶμα.

Κατόπιν ἀκολουθεῖ ἡ ἀπόρριψη τῶν ἀξιῶν τῆς προσωπικότητος καὶ τῆς ἐλευθερίας, καθὼς καὶ μία καταστάση ἀθωότητος ἡ ὁποία εἶναι ἁπλῶς αὐτὴ τοῦ φυσικοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀκόμη δὲν ἔχει ἀφυπνισθεῖ ἀπὸ κάποιο κάλεσμα γνησίως πέραν καὶ ὑπὲρ τοῦ φυσικοῦ. Πέραν τῆς ἀθωότητος αὐτῆς ὑπάρχει μόνον ἡ ἔλλειψη τῶν ἀναστολῶν, ἡ «ἁμαρτία» καὶ ἡ εὐχαρίστηση τοῦ ἁμαρτάνειν. Σὲ ἄλλους τομεῖς δεν ὑπάρχει τίποτα παρὰ μόνον δεισιδαιμονία, ἢ μία ἀμιγῶς βέβηλη κουλτούρα ὑλισμοῦ καὶ μοιρολατρίας. Εἶναι ὡσὰν μόνον ἡ ἀφίξη τοῦ Χριστιανισμοῦ (ἁγνοώντας ὁρισμένα  στοιχεῖα ποὺ προηγήθησαν καὶ ποὺ ἀπορρίπτει ὡς ἀσήμαντα) νὰ ἐπέτρεψε στὸν κόσμο τῆς ὑπερφυσικῆς ἐλευθερίας νὰ ἐκφρασθῇ, εἰσάγοντας τὴν χάρη καὶ τὴν προσωπικότητα, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὶς μοιρολατρικὲς καὶ φυσιοκεντρικὲς πεποιθήσεις τὶς ἀποδιδόμενες στὸν «παγανισμό», καὶ φέρνοντας ἕνα καθολικὸ ἰδανικὸ (μὲ τὴν ἐτυμολογικὴ ἔννοια τῆς καθολικότητος) καὶ ἕναν ὑγιὴ δυισμό, τὰ ὁποῖα κατέστησαν δυνατὸν νὰ ἐντάσσεται ἡ Φύση σὲ ἕναν ἀνώτερο νόμο, καὶ τὸ «Πνεῦμα» νὰ θριαμβεύσει πέρα ἀπὸ τὸν νόμο τῆς σαρκός, τοῦ αἵματος καὶ τῶν ψεύτικων θεῶν.

Αὐτὰ ἐν συντομίᾳ εἶναι τὰ βασικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἐπικρατοῦσας ἀπόψεως περὶ τοῦ παγανισμοῦ, δηλαδὴ τοῦ ὁτιδήποτε δὲν συμπεριλαμβάνει μία συγκεκριμένα χριστιανικὴ κοσμοθέαση. Ὁποιοσδήποτε ἔχει μία ἄμεση ἐξοικείωση μὲ τὴν πολιτιστικὴ καὶ θρησκευτικὴ ἱστορία, ἔστω καὶ στοιχειώδη, μπορεῖ νὰ ἀντιληφθῇ πόσο ἐσφαλμένη καὶ μονόπλευρη εἶναι αὐτὴ ἡ θέση. Ἐπιπλέον, στοὺς πρώιμους πατέρες τῆς ἐκκλησίας συχνὰ ὑπάρχουν ἐνδείξεις μίας βαθυτέρας κατανοήσεως τῶν συμβόλων, δογμάτων καὶ θρησκειῶν τῶν προηγουμένων πολιτισμῶν. Ἐδῶ θὰ δώσουμε μόνο ἕνα δεῖγμα.

Αὐτὸ ποὺ διέκρινε ἰδιαιτέρως τὸν προχριστιανικὸ κόσμο, σὲ ὅλες τὶς φυσιολογικές του μορφὲς δὲν ἦταν ἡ δεισιδαιμονικὴ θεοποίηση τῆς φύσεως ἀλλὰ μία συμβολικὴ νόηση αὐτῆς, μὲ τὴν δύναμη τῆς ὁποίας (ὅπως ἔχω πολλάκις τονίσει) κάθε φαινόμενο καὶ κάθε συμβὰν ἐμφανιζόταν ὡς ἡ αἰσθητὴ ἀποκάλυψη ἑνὸς πέραν τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου. Ἡ παγανιστικὴ νόηση τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου οὐσιαστικὰ χαρακτηριζόταν ἀπὸ ἕναν τέτοιον ἱερὸ συμβολισμό.

Ἐπιπλέον, ὁ παγανιστικὸς τρόπος ζωῆς ἦταν μετὰ βεβαιότητος ὄχι αὐτὸς μιᾶς ἄμυαλης ἀθωότητος οὔτε μιᾶς φυσικῆς ἐγκαταλείψεως στὰ πάθη, ἔστω καὶ ἂν ὁρισμένες ἐκφράσεις τοῦ εἶχαν προφανῶς ἐκφυλιστεῖ. Γνώριζε ἤδη ἕναν ὑγιῆ δυϊσμό, ὁ ὁποῖος ἀντικατοπτρίζεται στὶς καθολικὲς θρησκευτικὲς ἢ μεταφυσικὲς ἔννοιές του. Ἐδῶ μποροῦμε νὰ ἀναφέρουμε τὴν δυαδικὴ ‘θρησκεία-τῶν-πολεμιστῶν’ τῶν ἀρχαίων Ἰρανῶν Ἀρίων, ποὺ ἔχει ἤδη συζητηθεῖ καὶ εἶναι γνωστὴ σὲ ὅλους∙ τὴν Ἑλληνιστικὴ ἀντίθεση μεταξὺ τῶν «δυὸ φύσεων», μεταξὺ τοῦ Κόσμου καὶ τοῦ χθονίου Κόσμου, ἢ τὴν Νορδικὴ διάκριση μεταξὺ τοῦ εἴδους τῶν Ases καὶ τῶν στοιχειακῶν ὄντων∙ καὶ τέλος τὴν Ἰνδο-Ἄρια ἀντίθεση μεταξὺ τοῦ sams’ra, τὸ «ρεῦμα τῶν μορφῶν», καὶ τοῦ m(o)kthi, ἡ «ἀπελευθέρωση» καὶ ἡ «τελειότης».

Ἐπὶ αὐτῆς τῆς βάσεως, ὅλοι οἱ μεγάλοι προ-χριστιανικοὶ πολιτισμοὶ μοιραζόντουσαν ἀπὸ κοινοῦ τὴν προσπάθεια γιὰ μία ὑπερφυσικὴ ἐλευθερία (supra-natural), δηλαδὴ γιὰ τὴν μεταφυσικὴ τελειοποίηση τῆς προσωπικότητος, καὶ ὅλοι τους ἀναγνώριζαν Μυστήρια καὶ μυήσεις. Ἔχω ἤδη ἐπισημάνει ὅτι τὰ Μυστήρια συχνὰ σημειοδοτοῦσαν τὴν ἐπανάκτηση τῆς πρωταρχικῆς καταστάσεως, τὴν πνευματικότητα τῶν ἡλιακῶν, Ὑπερβορείων φυλῶν, πάνω στὰ θεμέλια μίας παραδόσεως καὶ μίας γνώσεως ποὺ μέσω τοῦ ἀπορρήτου καὶ τῆς ἀποκλειστικότητος ὑποκρύπτονται ἀπὸ τὴν μόλυνση ἑνὸς περιβάλλοντος ἤδη σὲ ἀποσύνθεση. Ἔχουμε ἐπίσης δεῖ ὅτι στὶς χῶρες τῆς Ἀνατολῆς, ἡ Ἄρια ποιότητα ἦταν ἤδη συσχετισμένη μὲ μία «δεύτερη γέννηση» ποὺ ἐπιτυγχανόταν μέσω τῆς μυήσεως.

Ὅσον ἀφορᾶ τὴν φυσικὴ ἀθωότητα ὡς τὴν παγανιστικὴ λατρεία τοῦ σώματος, αὐτὸ εἶναι ἕνα παραμύθι ποὺ οὔτε κἂν στοὺς ἀγρίους δὲν συναντοῦμε ἀποδείξεις τῆς ὑπάρξεώς του. Μάλιστα παρὰ τὴν ἐσωτερικὴ ἔλλειψη διαφοροποιήσεως ποὺ ἤδη ἀνέφερα ἐν σχέσει πρὸς τὶς φυλὲς ποὺ εἶναι ‘κοντὰ στὴν φύση’, ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι ἀναστέλλουν καὶ περιορίζουν τὶς ζωὲς τους μὲ ἀμέτρητα ταμποῦ, μὲ τρόπο ποὺ συχνὰ εἶναι αὐστηρότερος ἀπὸ τὴν ἠθικὴ τῶν καλουμένων ‘ὀργανωμένων θρησκειῶν’. Καὶ ὅσο γιὰ ἐκεῖνο ποὺ μὲ μία ἐπιφανειακὴ ματιὰ φαίνεται νὰ ἐνσαρκώνῃ τὸ πρότυπο τῆς ἐν λόγῳ ‘ἀθωότητος’, δηλαδὴ τὸ κλασικὸ ἰδεῶδες, αὐτὸ δὲν ἦταν κάποια λατρεία τοῦ σώματος: δὲν ἀνῆκε σὲ αὐτὴν τὴν πλευρὰ τῆς δυαδικότητος σῶμα-πνεῦμα ἀλλὰ στὴν ἄλλη. Ὅπως ἤδη ἐλέχθη τὸ κλασικὸ ἰδεῶδες εἶναι ἑνὸς Πνεύματος τόσο κυρίαρχου ὥστε ὑπὸ ὁρισμένων εὐνοϊκῶν πνευματικῶν συνθηκῶν μορφοποιεῖ τὸ Σῶμα καὶ τὴν Ψυχὴ συμφώνως πρὸς τὴν δικὴ του εἰκόνα, καὶ ἔτσι ἐπιτυγχάνει μία τέλεια ἁρμονία μεταξὺ τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ.

Τέλος, ὑπάρχει ἕνα ἰδανικό, πέραν τῶν ἰδιαιτέρων ποὺ ἀπαντῶνται παντοῦ στὸν «παγανιστικό» κόσμο, στὸ ὁποῖο ὀφειλόντουσαν οἱ αὐτοκρατορικὲς ἐπικλήσεις ποὺ χαρακτηρίζουν τὸ ἀνοδικὸ στάδιο τῶν προερχομένων ἀπὸ τὸν βορρᾶ φυλῶν. Τέτοια καλέσματα συχνὰ ἦταν μεταφυσικῶς ἐνισχυμένα καὶ ἐξευγενισμένα καὶ ἐμφανίσθησαν ὡς φυσικὴ συνέπεια τῆς ἐξαπλώσεως τῆς ἀρχαίας ἀντιλήψεως περὶ ἱερῆς πολιτείας∙ ἐπίσης ὡς μορφὴ μὲ τὴν ὁποία ἡ νικηφόρα παρουσία τοῦ ‘ἀνωτέρου κόσμου’ καὶ τῆς πατρικῆς, Ὀλυμπίας ἀρχῆς ἐκδηλώθησαν στὸν κόσμο τοῦ γίγνεσθαι.

Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοια μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε τὴν παλαιὰ Ἰρανὴ ἀντίληψη τῆς Αὐτοκρατορίας καὶ τοῦ ‘Βασιλέως τῶν Βασιλέων’ καὶ τὴν Ἰνδο-ἄρια παράδοση τοῦ ‘Βασιλέως τοῦ Κόσμου’ ἢ Cakravartin, κ.τ.λ., μέχρι τὴν ἐπανεμφάνιση τῶν σημαινόντων αὐτῶν στὶς Ὀλύμπιες προϋποθέσεις τῆς ἀρχαίας Ῥωμαϊκῆς ἰδέας τῆς Πολιτείας καὶ Αὐτοκρατορίας.

Ἡ Ῥωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία, ἐπίσης, εἶχε τὰ ἱερὰ της περιεχόμενα, τὰ ὁποῖα παρεξηγήθησαν ἢ ὑποτιμήθησαν συστηματικῶς ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν χριστιανοσύνη, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς τῆς «θετικῆς» ἱστορίας. Ἀκόμη καὶ ἡ λατρεία τοῦ Αὐτοκράτορος εἶχε τὴν αἴσθηση μιᾶς ἱεραρχικῆς ἐνότητος στὴν κορυφὴ τοῦ Πανθέου, τὸ ὁποῖο ἦταν μία σειρὰ διάκριτων τοπικῶν καὶ προγονικῶν λατρειῶν ποὺ ἀνῆκαν σὲ μή ῥωμαϊκὰ ἔθνη καὶ ποὺ τηροῦταν ἐλεύθερα ὅσο παρέμεναν ἐντὸς τῶν φυσιολογικῶν τους ὁρίων. Τέλος, ὅσον ἀφορᾶ τὴν «παγανιστική» ἐνότητα τῶν δύο ἐξουσιῶν, πνευματικῆς καὶ ἐγκόσμιας, ἀπεῖχε κατὰ πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ σημαίνῃ ὅτι ἦταν συγχωνευμένες. Ὅπως μία ‘ἡλιακή’ φυλὴ θὰ τὸ ἐννοοῦσε, ἐξέφραζε τὰ ἀνώτερα δικαώματα ποὺ πρέπει νὰ ἐμπεριέχονται στὴν πνευματικὴ ἐξουσία στὸ κέντρο κάθε κανονικῆς πολιτείας∙ ἄρα καὶ ἦταν κάτι ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν χειραφέτηση καὶ τὴν «ὑπεροχή» ἑνὸς ἀπλῶς ἐκκοσμικευμένου κράτους. Ἐὰν κάναμε παρόμοιες διορθώσεις ὑπὸ τὸ πνεῦμα μίας ἀληθοῦς ἀντικειμενικότητος, οἱ δυνατότητες θὰ ἦταν τεράστιες.

Περαιτέρω παρεξηγήσεις σχετικὰ μὲ τὴν «Παγανιστική» Κοσμοθέαση (Κοσμοθεωρία)

Τούτου λεχθέντος, ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἡ πραγματικὴ δυνατότητα τῆς ὑπερβάσεως ὁρισμένων πτυχῶν τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴμασθε σαφεῖς: ὁ λατινικὸς ὅρος transcendere σημαίνει κυριολεκτικὰ ἀφήνοντας κάτι πίσω καθῶς τὸ ἄτομο ἀνέρχεται – πρὸς τὰ ἐπάνω, καὶ ὄχι πρὸς τὰ κάτω! Ἀξίζει νὰ ἐπαναλάβουμε ὅτι τὸ κύριο ζήτημα δὲν εἶναι ἡ ἀπόρριψη τοῦ χριστιανισμοῦ: δὲν εἶναι νὰ τοῦ δείξουμε τὴν ἴδια ἔλλειψη κατανοήσεως ὅπως ἔδειξε –καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ δείχνῃ- αὐτὸς πρὸς τὸν ἀρχαῖο παγανισμό. Εἶναι μᾶλλον ζήτημα συμπληρώσεως τοῦ χριστιανισμοῦ μὲ μία ὑψηλότερη καὶ παλαιότερη κληρονομιά, καταργώντας κάποιες πλευρές του (ἐξαλείφοντας κάπόιες ἀπὸ τὶς πτυχές του) καὶ δίδοντας ἔμφαση σὲ ἄλλες, πιὸ σημαντικές, στὶς ὁποῖες ἡ πίστη δὲν ἔρχεται ἀναγκαστικὰ σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς καθολικὲς ἔννοιες τῆς προ-χριστιανικῆς πνευματικότητος.

Αὑτός, δυστυχῶς, δὲν ἦταν ὁ δρόμος ποὺ ἀκολούθησαν οἱ ῥιζοσπαστικοὶ κύκλοι ποὺ ἀναφέραμε πιὸ πρίν. Πολλοὶ ἀπὸ ἐκείνους τοὺς νεο-παγανιστές φαίνεται νὰ ἔχουν πέσει σὲ μία παγίδα ποὺ εἶχε ἐσκεμμένα στηθεῖ γι’ αὐτούς, καταλήγοντας συχνὰ νὰ ὑποστηρίζουν καὶ νὰ ὑπερασπίζονται ἰδέες ποὺ λίγο πολὺ ἀντιστοιχοῦν σὲ ἐκείνη τὴν κατασκευασμένη, φυσιοκεντρικὴ (nature-bound), ἀπλοϊκὴ καὶ κατακερματισμένη παγανοσύνη, στερούμενη φωτὸς καὶ ὑπερβατικότητος. Ἡ ὁποία ἦταν δημιούργημα χριστιανικῆς πολεμικῆς προερχόμενο ἀπὸ τὴν ἔλλειψη κατανοήσεως τοῦ χριστιανισμοῦ ὡς πρὸς τὸν προ-χριστιανικὸ κόσμο. Καὶ ποὺ βασίζεται, στὴν καλλίτερη τῶν περιπτώσεων, σὲ ἐλάχιστα σκόρπια στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἐκείνου, κατὰ τὴν παρακμὴ καὶ τὸ μεταβατικὸ του στάδιο.

Καὶ σᾶν νὰ μὴν ἔφθανε αὐτό, οἱ ἄνθρωποι συχνὰ καταφεύγουν σὲ μία ἀντι-Καθολικὴ πολεμικὴ ἡ ὁποία, ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὴν πολιτικὴ αἰτιολόγησή της, συχνὰ ἀνασύρει καὶ προσαρμόζει τὰ παλαιὰ κλισὲ ἑνὸς ἀμιγῶς νεωτερικοῦ, ὀρθολογιστικοῦ καὶ Διαφωτιστικοῦ τύπου, ποὺ ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ ἐκτεταμένα ἀπὸ τὸν Λιμπεραλισμό, τὴν Δημοκρατία καὶ τὸν Ἐλευθεροτεκτονισμό. Τέτοια ἦταν καὶ ἡ περίπτωση, ὡς ἕνα βαθμό, τοῦ H. S. Chamberlain, καὶ ἐμφανίζεται πάλι σὲ ἕνα συγκεκριμένο Ἰταλικὸ κίνημα ποὺ προσπαθεῖ νὰ συνδέσῃ τὴν φυλετικὴ σκέψη μὲ τὸ «ἰδεαλιστικό» δόγμα τοῦ ἐμφύτου.

Ὑπάρχει μία γενικὴ καὶ ὁλοφάνερη τάση στὸν νεο-παγανισμό νὰ δημιουργήσῃ ἕναν νέο δεισιδαιμονικὸ μυστικισμό μὲ βάση τὴν ἐξύμνηση τοῦ ἐμφύτου, τῆς ζωῆς καὶ τῆς φύσεως, ποὺ ἔρχεται σὲ ἔντονη ἀντίθεση μὲ τὸ Ὀλύμπιο καὶ ἡρωικὸ ἰδεῶδες τῶν σπουδαίων Ἀρίων πολιτισμῶν τοῦ ἀρχαίου προ-χριστιανικοῦ κόσμου. Θὰ ἔδειχνε πολὺ περισσότερο μία στροφὴ πρὸς τὴν ὑλιστική, μητρικὴ καὶ τελλουρικὴ πλευρά, ἐὰν δὲν ἐξαντλεῖτο σὲ συγκεχυμένες καὶ ἐρασιτεχνικὲς φιλοσοφίες. Γιὰ νὰ δώσω ἕνα παράδειγμα, θὰ μπορούσαμε νὰ ἀναρωτηθοῦμε τὶ ἀκριβῶς ἐννοεῖται μὲ αὐτὴν τὴν «Φύση», στὴν ὁποία ἀρέσκονται τόσο ἐκεῖνες οἱ ὁμάδες; Λίγο ὠφελεῖ νὰ ἐπισημάνω ὅτι δὲν εἶναι βεβαίως ἡ Φύση ποὺ βίωνε καὶ ἀναγνώριζε ὁ ἀρχαῖος, παραδοσιακὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἕνα ὀρθολογιστικὸ κατασκεύασμα τῆς περιόδου τῶν Γάλλων Ἐγκυκλοπαιδιστῶν. Ἦταν οἱ Ἐγκυκλοπαιδιστὲς ποὺ, μὲ ἀδιαμφισβήτητα ἀνατρεπτικὰ καὶ ἐπαναστατικὰ κίνητρα, κατασκεύασαν τὸν μύθο τῆς Φύσεως ὡς ‘καλή’, σοφή, καὶ ὑγιῆς, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν σαπίλα κάθε ἀνθρωπίνου ‘Πολιτισμοῦ’. Ἔτσι μποροῦμε νὰ δοῦμε ὅτι ὁ αἰσιόδοξος μύθος τῆς φύσεως τοῦ Ρουσσὼ καὶ τῶν Ἐγκυκλοπαιδιστῶν βαδίζει στὶς ἴδιες τάξεις μὲ τὰ ‘φυσικά δικαιώματα’, τὴν παγκοσμιότητα, τὸν λιμπεραλισμό, τὸν ἀνθρωπισμό, καὶ τὴν ἄρνηση κάθε θετικῆς καὶ δομημένης μορφῆς ἀνωτερότητος.

Ἐπιπροσθέτως, ὁ ἐν λόγῳ μύθος δὲν ἔχει καμμία ἀπολύτως βάση στὴν φυσικὴ ἱστορία. Κάθε εἰλικρινὴς ἐπιστήμων γνωρίζει ὅτι δὲν ὑπάρχουν περιθώρια γιὰ τὴν «Φύση» στὸ πλαίσιο τῶν θεωριῶν του, ποὺ ἔχουν ὡς ἀντικείμενο τὸν προσδιορισμὸ καθαρὰ ἀφηρημένων ἰσοδυναμιῶν καὶ μαθηματικῶν σχέσεων. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν βιολογικὴ ἔρευνα καὶ τὴν γενετική, μποροῦμε ἤδη νὰ δοῦμε τὴν ἀνισορροπία ποὺ θὰ προέκυπτε μόλις κάποιοι νόμοι ἐκλαμβανόντουσαν ὡς ὁριστικοὶ καὶ τελικοί, ἐνῶ ἰσχύουν μόνον γιὰ μία μερικὴ ὄψη τῆς πραγματικότητος. Αὐτὸ ποὺ σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀποκαλοῦν «Φύση» δὲν ἔχει τὴν παραμικρὴ σχέση μὲ αὐτὸ ποὺ σήμαινε ἡ φύση γιὰ τὸν παραδοσιακό, ἡλιακὸ ἄνθρωπο ἢ μὲ τὴν γνώση ποὺ ἦταν προσβάσιμη ἀπὸ ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο χάρη στὴν Ὀλύμπια καὶ βασιλικὴ θέση του. Οὔτε καὶ ὑπάρχουν ἐνδείξεις κάτι τέτοιου στοὺς ὑποστηρικτὲς αὐτοῦ τοῦ νέου μυστικισμοῦ.

Παρεξηγήσεις λίγο πολὺ τοῦ ἰδίου τύπου προκύπτουν ὅσον ἀφορᾶ τὴν πολιτικὴ σκέψη. Ὁ Παγανισμὸς ἐδῶ συχνὰ χρησιμοποιεῖται ὡς συνώνυμο μιᾶς ἀπλῆς ἐγκόσμιας ἀλλὰ καὶ ταυτοχρόνως ἀποκλειστικῆς ἔννοιας περὶ κυριαρχίας, ἡ ὁποία γυρίζει τὶς σχέσεις ἀνάποδα. Ἔχουμε ἤδη δεῖ ὅτι στὶς ἀρχαῖες πολιτεῖες, ἡ ἐνότητα τῶν δύο ἐξουσιῶν σήμαινε κάτι ἐντελῶς διαφορετικό. Παρεῖχε τὸ ὑπόβαθρο γιὰ τὴν πνευματοποίηση τῆς πολιτικῆς, ἐνῶ ὁ νεο-παγανισμὸς καταλήγει τουναντίον στὴν πολιτικοποίηση τοῦ πνευματικοῦ, κι ἔτσι βαδίζει κι αὐτὸς στὸ πλανερὸ μονοπάτι τῶν Γαλλικανῶν καὶ τῶν Ἰακωβίνων. Ἀντιθέτως, ἡ ἀρχαία ἔννοια τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Αὐτοκρατορίας πάντα ἔδειχνε μία σύνδεση μὲ τὴν Ὀλύμπια ἰδέα.

Πῶς θὰ κρίναμε τὴν ἄποψη ποὺ θεωρεῖ τὸν Ἑβραϊσμό, τὴν Ῥώμη, τὴν Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία, τὸν Ἐλευθεροτεκτονισμὸ καὶ τὸν Κομμουνισμὸ ὡς πράγματα ἴδια καὶ ταυτόσημα, μόνον καὶ μόνον ἐπειδὴ οἱ προϋποθέσεις τους διαφέρουν ἀπὸ τὴν κοινὴ σκέψη τοῦ Λαοῦ; Ὅταν ἡ λαϊκὴ σκέψη καταλήγει σὲ τέτοια καλούπια τότε κινδυνεύει νὰ χαθῇ στὰ σκοτάδια, ἐκεῖ ὅπου καμμία διαφοροποίηση δὲν εἶναι πλέον δυνατή. Δείχνει ὅτι ἔχει χάσει τὴν πραγματικὴ αἴσθηση τῆς ἱεραρχίας τῶν ἀξιῶν, καὶ ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ διαφύγῃ ἀπὸ τὰ παραμορφωτικὰ ἐναλλακτικὰ τοῦ καταστροφικοῦ διεθνισμοῦ καὶ τῆς ἐθνικιστικῆς στενομυαλιᾶς, ἐνῶ ἡ παραδοσιακὴ ἀντίληψη τῆς Αὐτοκρατορίας εἶναι ἀνώτερη καὶ ἀπὸ τὶς δύο αὐτὲς ἔννοιες.

Γιὰ νὰ περιοριστοῦμε σὲ ἕνα μόνο παράδειγμα: ὁ Ῥωμαιοκαθολικὸς δογματισμὸς στὴν πραγματικότητα ἐξυπηρετεῖ ἕναν χρήσιμο καὶ ἀποτρεπτικὸ ῥόλο σταματώντας τὸν ἐγκόσμιο μυστικισμό καὶ παρεμφερεῖς ἐκρήξεις ἀπὸ τὰ χαμηλά, ἀπὸ τὸ νὰ περάσουν ἕνα συγκεκριμένο ὅριο. Δημιουργεῖ ἕνα ἰσχυρὸ φρᾶγμα ποὺ προφυλάσσει τὴν περιοχὴ ὅπου κυριαρχοῦν ἡ ὑπερβατικὴ γνώση καὶ τὰ γνήσια ὑπερφυσικὰ καὶ μὴ ἀνθρώπινα στοιχεῖα – ἢ τουλάχιστον ὅπου θὰ ἔπρεπε νὰ κυριαρχοῦν. Μπορεῖ κανεῖς νὰ ἐπικρίνῃ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο μιὰ τέτοια ὑπερβατικότητα καὶ γνώση ἔχουν γίνει ἀντιληπτὲς στὸν χριστιανισμό, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ περάσῃ σὲ μία βέβηλη κριτικὴ ποὺ ἐπιστρατεύει τὰ ὁποιαδήποτε ὅπλα τῆς ἀντιπαραθέσεως, φαντασιωνόμενος τὴν ὑποτιθέμενη Ἄρια προέλευση τοῦ ‘δόγματος τοῦ ἐμφύτου’, τῆς ‘φυσικῆς θρησκείας’, τῆς λατρείας τῆς ‘ζωῆς’ κτλ. δίχως νὰ ξεπέσῃ τὸ ἐπίπεδό του. Ἐν ὀλίγοις, κάποιος μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο δὲν φθάνει στὸν κόσμο τῶν ἀρχεγόνων ἀπαρχῶν, ἀλλὰ σὲ αὐτὸν τῆς Ἀντι-Παραδόσεως ἢ στὶς τελλουρικὲς καὶ πρωτόγονες καταστάσεις τῆς ὑπάρξεως. Στὴν πραγματικότητα ἀυτὸς θὰ ἦταν ὁ πλέον ἄριστος τρόπος γιὰ τὸν ἐκ νέου προσυλητισμὸ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων μὲ τὰ καλλίτερα «παγανιστικά» ταλέντα στὸν Ῥωμαιοκαθολικισμό!


Πρέπει λοιπὸν κάποιος νὰ εἶναι ἐπιφυλακτικὸς προσέχοντας νὰ μὴν πέσῃ στὶς παρεξηγήσεις καὶ τὰ σφάλματα ποὺ ἀναφέραμε, τὰ ὁποῖα οὐσιαστικὰ χρησιμεύουν μόνον γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ. Καὶ νὰ κατευθύνῃ τὶς προσπάθειές του στὴν ἀνάπτυξη τῆς ἰκανότητος νὰ θέτῃ τὸν ἐαυτὸ του σὲ ἕνα τέτοιο ἐπίπεδο ὅπου ἡ διδακτικὴ σύγχιση δὲν φθάνει, καὶ ὅπου ὅλος ὁ ἐρασιτεχνισμὸς καὶ ἡ αὐθαίρετη διανοητικὴ δραστηριότητα ἔχουν ἀποκλεισθεῖ. Ἐκεῖ ὅπου μπορεῖ νὰ ἀντιστέκεται σθεναρὰ στὶς ἐπιρροὲς τῶν συγκεχυμένων, παθιασμένων ἐπιθυμιῶν καὶ τῆς ἐπιθετικῆς ἠδονῆς τῶν ἀντιπαραθέσεων. Ὅπου, τελικὰ καὶ οὐσιαστικά, τίποτε ἄλλο δὲν μετράει ἀπὸ τὴν ἀκριβή, αὐστηρή, ἀντικειμενικὴ γνώση τοῦ πνεύματος τῆς Πρωταρχικῆς Παραδόσεως.



Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Grundrisse» (1942)

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Περιµένοντας τόν Ἀναµενόµενο.

τοῦ Πλάτωνος



(Ἀπόσπασµα ἀπό τό ἔξοχο βιβλίο «Ἰησοῦς Χριστός - ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν» ποὺ ἀναλύει µέρος ἑνός διαλόγου τοῦ Πλάτωνος (400 χρόνια π.Χ) στό ὁποῖο ὁ Σωκράτης διαλέγεται µέ τόν Ἀλκιβιάδη ἐπί τοῦ θέµατος τῆς προσευχῆς. Εἶναι ἐντυπωσιακό νά παρατηρεῖ κανείς τώρα τό πῶς ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἑτοίµασε τήν ἀνθρωπότητα δηµιουργώντας τήν προσδοκία γιά τήν ἔλευση τοῦ Κυρίου).



Καταπληκτικὴ εἶναι καὶ ἡ στιχοµυθία µεταξὺ τοῦ Σωκράτη καὶ τοῦ Ἀλκιβιάδη στὸ ἔργο τοῦ Πλάτωνος «Ἀλκιβιάδης δεύτερος» (ΧΙΙΙ-ΧIV, 150D ἐξ.), τὸ ὁποῖο εἶναι ἀφιερωµένο στὸ θέµα τῆς προσευχῆς. Ἐδῶ ὁ Σωκράτης ἀναπτύσσει µεταξὺ ἄλλων καὶ τὶς ἑξῆς ἀλήθειες:

α) Ὅτι οἱ προσευχόµενοι δὲν γνωρίζουν ποιὸ εἶναι τὸ πραγµατικό τους συµφέρον, ὥστε νὰ τὸ ζητοῦν ἀπό τούς θεούς, γι’ αὐτὸ πολλὲς φορὲς ζητοῦν πράγµατα ποὺ δὲν τοὺς συµφέρουν, ὅπως π.χ. τὴν βλάβη τῶν ἄλλων

β) ὅτι ἡ προσευχὴ δὲν µπορεῖ νὰ εἶναι ἀποτελεσµατικὴ ἂν ἡ ὑλικὴ θυσία ποὺ προσφέρεται µαζὶ µ’ αὐτὴν δὲν προέρχεται ἀπὸ ψυχή εὐσεβῆ καὶ δίκαιη- «θὰ ἦταν φοβερὸ ἐὰν οἱ Θεοὶ ἀπέβλεπαν στὰ δῶρα καὶ τὶς θυσίες µας καὶ ὄχι στὴν ψυχή, ἐὰν δηλαδὴ εἶναι κάποιος ὅσιος καὶ δίκαιος»,

καὶ γ) γιὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἡ ἐπικοινωνία µὲ τὸν Θεὸ διαµέσου τῆς προσευχῆς δὲν εἶναι τόσο εὔκολη ὅπως φαίνεται, δὲν εἶναι ἀπαλλαγµένη ἀπὸ σφάλµατα καὶ κινδύνους καὶ δὲν εἶναι πάντοτε ἀποτελεσµατική.

Ἀπὸ αὐτὰ ὁ Σωκράτης συµπεραίνει ὅτι τὸ µόνο ποὺ ἔχει νὰ κάνη ὁ ἄνθρωπος εἶναι νὰ περιµένη. µέχρις ὅτου φθάση ὁ καιρὸς νὰ διδαχθῆ ἀπὸ κάποιον πῶς πρέπει νὰ συµπεριφέρεται πρὸς τοὺς θεοὺς καὶ τοὺς ἀνθρώπους: «ἀναγκαῖον οὖν ἐστι περιµένειν. ἕως ἂν τις µάθῃ ὡς δεῖ πρὸς θεοὺς καὶ πρὸς ἀνθρώπους διακεῖσθαι».

Μετὰ τὴν διαπίστωσι αὐτὴ στὴν ὁποία κατέληξε ὁ Σωκράτης, ὁ Ἀλκιβιάδης τὸν ἐρωτᾶ: «Πότε οὖν παρέσται ὁ χρόνος οὗτος, ὦ Σώκρατες, καὶ τὶς ὁ παιδεύσων; ἥδιστα γὰρ ἂν µοι δοκῶ ἰδεῖν τοῦτον τὸν ἄνθρωπον τὶς ἐστιν», δηλαδή: «Πότε θὰ ἔλθη αὐτὴ ἡ ὥρα, ὦ Σωκράτη, καὶ ποιὸς θὰ µᾶς τὸ µάθη αὐτό; Μὲ πολὺ πόθο θὰ ἔβλεπα, νοµίζω, αὐτόν τὸν ἄνθρωπο, ποιὸς εἶναι». Στὴν ἐρώτησι αὐτὴ ὁ Σωκράτης ἀπαντᾶ ὅτι ὁ Ἀναµενόµενος εἶναι «οὗτος ὧ µέλει καὶ περί σοῦ», δηλαδὴ «αὐτὸς ποὺ φροντίζει (νοιάζεται) καὶ γιὰ σένα». Τὸν χαρακτηρίζει µάλιστα στὸ σηµεῖο αὐτὸ Θεάνθρωπο: «Θεὸν ἠδὲ (καί) ἄνδρα».

Ἡ φροντίδα γιὰ ὅλους τούς ἀνθρώπους εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Ἀναµενόµενου Θεανθρώπου, ἀλλὰ γιὰ νὰ γνωρίση Αὐτὸν ὅποιος θέλει, πρέπει πρῶτα νὰ ἀφαιρέση ἀπὸ τὴν ψυχὴ του τὸ κάλυµµα, τὴν ὁµίχλη ποὺ τὸν ἐµποδίζει νὰ Τὸν δῆ. Σ’ αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Σωκράτη, ὁ Ἀλκιβιάδης ἀποκρίνεται: «Ἄς µοῦ ἀφαίρεση, ἐὰν θέλη, αὐτὸ τὸ κάλυµµα ἤ ὅ,τι ἄλλο, διότι ἐγὼ ἔχω ἀποφασίσει νὰ µὴν παραβῶ καµµία ἀπὸ τὶς προσταγὲς του, ὅποιος νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν πρόκειται νὰ γίνω καλλίτερος». Μὲ τὴν ὁµολογία αὐτὴ ὁ Ἀλκιβιάδης ἐκδηλώνει

α) τὸν πόθο του νὰ γίνη καλλίτερος,

β) τὴν πεποίθησι ὅτι αὐτὸ θὰ µπόρεση νὰ τὸ πραγµατοποίηση µόνον ὁ Ἀναµενόµενος Θεάνθρωπος,

γ) γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἐσωτερικὰ προπαρασκευασµένος νὰ ἀποδεχθῆ πλήρως τὶς ἐντολὲς τοῦ Διδασκάλου αὐτοῦ.

Στὸ ἄκουσµα τῆς τριπλῆς αὐτῆς ὁµολογίας ὁ Σωκράτης ἐπαναλαµβάνει ὅτι ὁ Ἀναµενόµενος «ἔχει ἀξιοθαύµαστη προθυµία γιὰ σένα». Ἡ χρῆσι τοῦ ἐνεστῶτος «ἔχει» ἐδῶ δείχνει τὴν βεβαιότητα, τὸ θεωρεῖ τετελεσµένο, εἶναι προφητική: ἔχει ἀξιοθαύµαστη φροντίδα γιὰ τὸν Ἀλκιβιάδη καὶ γιὰ ὅλους τους ἀνθρώπους ὁ Ἀναµενόµενος ἀκόµη καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐµφάνισί του στὸν κόσµο.

Αὐτὸ σηµαίνει - λέγει ὁ Ἀλκιβιάδης καὶ συµφωνεῖ ὁ Σωκράτης - ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλουµε τὴν προσφορὰ θυσίας «γιὰ τότε», µέχρι δηλαδὴ ὁ Ἀναµενόµενος νὰ µᾶς διδάξη πῶς πρέπει νὰ προσευχώµαστε καὶ νὰ προσφέρουµε θυσίες. Καὶ παρατηρεῖ συµπερασµατικὰ ὁ Ἀλκιβιάδης: «τοῖς θεοῖς δὲ καὶ στεφάνους καὶ τἄλλα πάντα νοµιζόµενα τότε δώσοµεν, ὅταν ἐκείνην τὴν ἡµέραν ἐλθοῦσαν ἴδω˙ ἤξει δ’ οὐ διὰ µακροῦ, τούτων θελόντων»- δηλαδὴ πρὸς τὸ παρὸν θὰ διακόψουµε τὴν λατρεία καὶ «θὰ προσφέρουµε στοὺς θεοὺς καὶ στεφάνια καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, ὅταν δῶ νὰ ἔλθη ἐκείνη ἡ µέρα - καὶ δὲν θ’ ἀργήση νὰ ἔλθη, ἐὰν αὐτοί τὸ θέλουν». Δὲν φανερώνεται ὁ φωτισµὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος κι ἐδῶ ὅπως καὶ στὸν Ἀββακοὺµ ποὺ προφήτευσε «ἐὰν καθυστερήση, περίµενέ τον µὲ ὑποµονή, διότι θὰ ἔλθη σίγουρα καὶ δὲν θ’ ἀργήση» (β’ 3);

Στὸ τέλος δὲ τοῦ διαλόγου ὁ Σωκράτης λέγει ὅτι διατρέχουν περίοδο «κλύδωνος» (τρικυµίας).

Ἀπὸ τὸν διάλογο αὐτὸ προκύπτουν τὰ ἑξῆς συµπεράσµατα:

1) ὑπῆρχε ἔντονη ἡ προσδοκία ἑνὸς ξεχωριστοῦ στὴν δύναµι καὶ στὸν φωτισµὸ ἀνθρώπου, µὲ ἐντελῶς διαφορετικὲς ἰδιότητες, ποὺ θὰ ἔχη δικό του κῦρος καὶ θὰ εἶναι αὐθεντικὸς Παιδαγωγός· θὰ διδάξη τοὺς ἀνθρώπους ὅ,τι δὲν µποροῦσε νὰ τοὺς διδάξη κανεὶς µέχρι τότε. Θὰ τοὺς ἀπεκάλυπτε τὴν ἀληθινὴ Θρησκεία (πῶς πρέπει νὰ φερώµαστε στὸν Θεό) καὶ τὴν ἀληθινὴ Ἠθικὴ (πῶς πρέπει νὰ φερώµαστε στοὺς ἀνθρώπους),

2) ἡ ἔντονη αὐτή προσδοκία  τοῦ ὑπερανθρώπου Διδασκάλου ὠφειλόταν στὴν συναίσθησι τοῦ ἀνθρώπου ὅτι βρίσκεται µέσα στὴν ζωὴ σὰν σὲ τρικυµισµένη θάλασσα, στὴν ὁποία ἐπικρατεῖ τέτοια ὁµίχλη ποὺ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ δῆ τὴν ἀλήθεια - εἶναι ἕνα συναίσθηµα ἀνάλογο µὲ τοῦ µεγάλου Θεολόγου καὶ ἡσυχαστοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαµᾶ, ὁ ὁποῖος ἐναγωνίως ἀπευθυνόταν πρὸς τὸν Θεὸ µὲ τὰ λόγια «φώτισόν µου τὸ σκότος, φώτισόν µου τὸ σκότος» ἔχοντας βαθιὰ πιστέψει ὅτι µόνον Αὐτός, ἡ Πηγὴ τοῦ ἄκτιστου Φωτός, µπορεῖ νὰ διαλύση τὴν ὁµίχλη ποὺ ἐπικρατεῖ µέσα στὸν ἄνθρωπο,

3) ὅτι ὁ Ἀναµενόµενος ὅπου νὰ εἶναι θὰ ἔλθη - καὶ µέχρι τότε πρέπει νὰ µὴ συνεχίζεται ἡ λατρεία, ἀφοῦ δὲν τελεῖται σωστά, ἀλλὰ κάθε λατρευτικὴ ἐκδήλωσι νὰ ἀναβληθῆ µέχρι νὰ ἔλθη ὁ Προσδοκώµενος Ὑπεράνθρωπος Διδάσκαλος καὶ νὰ διαφώτιση τὸν ἄνθρωπο πῶς νὰ τελῆ τὴν ἀληθινὴ καὶ Θεοπρεπῆ λατρεία.

Τὴν ἴδια ἀνησυχία εἶχε καὶ ἡ «αἱρετική» Σαµαρεῖτις, ὅταν ἀπηύθηνε στὸν Κύριο τούς θαυµαστοὺς λόγους: «οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται, ὁ λεγόµενος Χριστὸς. Ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡµῖν πάντα»(Ἰωαν. δ’ 25), ἀφοῦ προηγουµένως εἶχε προηγηθῆ ἡ ἐρώτησί της καὶ ἡ ἀπάντησί Του γιὰ τὴν ἀληθινὴ λατρεία. Καὶ στὸ τέλος τὴν τιµᾶ µὲ τὴν ἀποκάλυψι τῆς ταυτότητός Του, πρᾶγµα ποὺ συστηµατικὰ ἀπέφευγε νὰ τὸ κάνη ἄµεσα σὲ ἄλλες περιπτώσεις: «Λέγει αὐτῆ ὁ Ἰησοῦς, Ἐγώ εἰµι ὁ λαλῶν σοι» (Ἰωαν. δ’ 25).

Εὔλογα λοιπὸν ἀναφωνεῖ ὁ Κλήµης ὁ Ἀλεξανδρεὺς στοὺς Στρωµατεῖς (5, 13): «Δὲν εἶναι δυνατόν, νοµίζω, νὰ προαναγγελθῆ σαφέστερα ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ὁ Σωτῆρας µας».




Πλάτωνος, «Ἀλκιβιάδης δεύτερος».

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Ἕνας ἀϊτὸς περήφανος.





Ἕνας ἀϊτὸς περήφανος, ἕνας ἀϊτὸς λεβέντης
Ἀπὸ τὴν περηφάνια του, κι ἀπὸ τὴ λεβεντιά του
Δὲν πάει τὰ κατώμερα, νὰ καλοξεχειμωνιάσει
Μόν᾿ μένει πάνω στὰ βουνά, ψηλὰ στὰ κορφοβούνια
Κι ἔριξε χιόνι στὰ βουνὰ καὶ κρούσταλλα στοὺς κάμπους
Ἐμάργωσαν τὰ νύχια του κι ἐπέσαν τὰ φτερά του
Κι ἀγνάντια βγῆκε κι ἔκατσε, σ᾿ ἕνα ψηλὸ λιθάρι
Καὶ μὲ τὸν ἥλιο μάλωνε καὶ μὲ τὸν ἥλιο λέει:
«Ἥλιε, γιὰ δὲ βαρεῖς κι ἐδῶ σὲ τούτ᾿ τὴν ἀποσκιούρα
νὰ λιώσουνε τὰ κρούσταλλα, νὰ λιώσουνε τὰ χιόνια
νὰ γίνει μία ἄνοιξη καλή, νὰ γίνει καλοκαίρι
νὰ ζεσταθοῦν τὰ νύχια μου, νὰ γιάνουν τὰ φτερά μου

νὰ ρθοῦνε τ᾿ ἄλλα τὰ πουλιὰ καὶ τ᾿ ἄλλα μου τ᾿ ἀδέρφια.

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Ἡ Πίνδος.

(Ποίηση: Σπύρου Σπεράντζα)



Πάνω κεῖ στῆς Πίνδου μας τὶς κορφὲς
ποὺ θαρρεῖς τ᾿ ἀστέρια φιλοῦνε
κάθε νύχτα χίλιες ἁγνὲς μορφὲς
τὰ πυκνὰ σκοτάδια ἐρευνοῦν.

Τῆς Πατρίδας πάντα πιστοὶ φρουροὶ
τὸν ἐχθρὸ νἀρθεῖ καρτεροῦνε
τὸν ἐχθρὸ ποὺ πίστευε πὼς μπορεῖ
στὴν Ἑλλάδα νικητὴς νὰ μπεῖ.

Ἡ νύχτα φεύγει, σβήνουν τ΄ ἀστέρια,
τ΄ ἀγρίμια πᾶνε νὰ κρυφτοῦν,
μὰ τοῦ Δαβάκη μας τὰ ξεφτέρια
δὲν θεν΄ νὰ πᾶν΄ ν΄ ἀναπαυθοῦν.

Ἐχθροὶ μιλούνια, -ντροπὴ αἰώνια-
τ΄ ἄγια ΄μας σύνορα περνοῦν
καὶ μὲ ντουφέκια καὶ μὲ κανόνια
σίδερο καὶ φωτιὰ σκορποῦν.

Οἱ γενναῖοι μας μὲ τὴ λόγχη ὁρμοῦν,
τὸν ἐχθρὸ μὲ λύσσα χτυποῦνε
εἶναι λίγοι μὰ τοὺς πολλοὺς νικοῦν
κι ἀπ᾿ τὴ γῆ μας πέρα τοὺς πετοῦν.

Εἰς τὴν Πίνδο τραγουδοῦνε
τοῦ Δαβάκη τ΄ ἄξια παληκάρια
κι ὅλο δόξες ἀντηχοῦνε
τ΄ ἄλλα τὰ βουνά.
Τὴν Ἑλλάδα μας ὑμνοῦνε
καὶ τ΄ ἀντρειωμένα της βλαστάρια
ποὺ τὸν κάθε ἐχθρὸ νικοῦνε
σὰν παντοτεινά.


Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Γουλιέλμος Τέλλος Πράξη Α, Σκηνή Α.

τοῦ Friedrich Schiller
(Μετάφραση: Λορέντζος Μαβίλης)



(Τὸ ψαρόπαιδο τραγουδάει στὴ βάρκα.)

Ἡ λίμνη στὸ λουτρὸ καλεῖ μὲ γελαστὴ λαμπράδα,
στῆς ἄκρης ἐκοιμήθηκεν ὁ νιὸς τὴν πρασινάδα,
μὲ μιᾶς ἕνα κουδούνισμα γροικᾷ,
ποῦ σὰν φλογέρα ἠχάει γλυκά,
σὰν τῶν ἀγγέλων ψάλσιμο τερπνὸ
στὸν οὐρανό.

Κ' ἐκεῖ ποῦ μ' ἀναγάλλιαση γλυκύτατη ξυπνάει,
βρέχει τὸ στῆθος του νερὸ κι' ὁλόγυρά του πάει
καὶ μιὰ φωνὴ τοῦ λέγει ἀπὸ τὸν πάτο:
Εἶσαι δικό μου, ἀγόρι ἀγαπημένο,
μαυλίζω ἐγὼ τὸν ἀποκοιμισμένο
καὶ τὸν τραβῶ ἐδὼ κάτω.


(Ὁ βοσκὸς ἀπάνου στὸ βουνό.)

Ἔχετε γειά, προσηλιακὰ λιβάδια,
καὶ σεῖς πράσινα σιάδια·
τὸ καλοκαίρι πάει,
φεύγοντας ὁ βοσκὸς σᾶς χαιρετάει.
Στὰ βουνὰ τώρα πᾶμε,
ἀλλὰ πάλι γυρνᾶμε,
ἅμα ὁ κοῦκος λαλεῖ,
σὰν κανούρια στολὴ
βάνει ἡ γῆ τὰ λουλούδια,
ὅταν κάθε βρυσούλας τὰ νερὰ
τὸν καλὸν Μάη τρέχουν λαμπερά.
Ἐχετε γειά, προσήλιακὰ λιβάδια,
καὶ σεῖς πράσινα σιάδια,
τὸ καλοκαὶρι πάει,
φεύγοντας ὁ βοσκὸς σᾶς χαιρετάει.


(Ὁ κυνηγὸς φανερόνεται στὲς κορφὲς τῶν βράχων.)

Βροντολογοῦν οἱ κορυφὲς καὶ τὸ γιοφύρι τρίζει,
τὸν κυνηγὸ τὸ ψήλωμα δὲ σκιάζει δὲ ζαλίζει,
ἄφοβος προχωρεῖ
ἐκεῖ ποῦ ἀσπρολογοῦν τοῦ πάγου οἱ κάμποι,
ὅπου ἄνοιξη γλυκειὰ ποτὲ δὲ λάμπει,
ὅπου δὲν πρασινίζει ἕνα κλαρί,
καὶ θάλασσα ἀπὸ καταχνιὰ γύρω του πλημμυρίζει,
ταῖς χώραις τῶν ἀνθρώπων πλιὸ κεῖθε δὲν ξεχωρίζει,
μόνο ἀπ' τοῦ σύγνεφου τὴ σκισματιὰ
ρίχνει στὸν κόσμο καμιὰ ματιά,
καὶ βαθειὰ κάτουθ' ἀπ' τὸ νερὸ
βλέπει τὸν πράσινο ἀφρό.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Γλήγωρα, Γέννη, τράβα μέσα τὸ καΐκι,
φουρτούνα φτάνει ἀπ' τὸ λαγκάδ', ἡ κορφή βόγγει,
βάνει τὸ σκοῦφο ὁ Νύθεν στὸ κεφάλι, κρύος
ἀγέρας ἀπ' τὴν Ἀνεμότρυπα φυσάει.
Θαρρῶ πῶς θὰ ξεσπάσῃ, πρὶν τὸ στοχαστοῦμε.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Θἄρθῃ βροχή, βαρκάρη. Ἀλαίμαργα γρασίδι
τρώγουν τὰ πρόβατά μου· ὁ Φύλακας σκαλίζει.

ΒΕΡΝΗΣ
Πηδοῦν τὰ ψάρια καὶ βουτᾷ τὸ νεροποῦλι,
φουρτοῦνα δυνατὴ θὰ κατεβῇ.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Γιὰ κύττα,

ΣΕΠΠΗΣ
Τῆς μαύρης Λίζας τὸ κουδοῦνι ἐδῶθε ἀκούω.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Καμιὰ δὲ λείπει· Ἐκείνη ἀπ' ὅλες πλιὰ μακραίνει.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Καλὸν ἠχό, βοσκέ, σοῦ βγάζουν τὰ κουδούνια.

ΒΕΡΝΗΣ
Νόστιμα ζᾶ! Δικά σου εἶναι, πατριώτη;

ΚΟΥΟΝΗΣ
Δὲν εἶμαι τόσο πλούσιος. Εἶναι τ' ἄρχοντός μου,
τ' Ἀτιγκχάουζεν, ὁποῦ σ' ἐμένα τὰ μπιστεύτη.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Ὤμορφα ποῦ ἡ κορδέλα πάει στὴν ἀγελάδα.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Τὸ ξέρει ποὖναι ἡ πρώτη σ' ὅλο τὸ κοπάδι.
Κι' ἂν τῆς τὴν ἔπαιρνα θὲ νἄπαυε νὰ βόσκῃ.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Στὰ καλά σου δὲν εἶσαι! Ζῶ' μὲ δίχως κρίσι...

ΒΕΡΝΗΣ
Ἔτσι μὴ λέγεις. Κρίσιν ἔχει καὶ τὸ ζῶο,
τὸ λέμ' ἐμεῖς ποῦ κυνηγᾶμε ἀγριοκατσίκια.
Ὅταν αὐτὰ πᾶν στὴ βοσκή, φρόνιμα βάνουν
ἐμπροσθοφυλακὴ ποῦ αὐτιάζεται καὶ στέλνει
μήνυμα, σφουριξιὰ σὰν κυνηγὸς ζυγόνει.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ ΣΤΟ ΒΟΣΚΟ.
Πᾷς στὸ χωριό σου;

ΚΟΥΟΝΗΣ
Ἡ Ἄλπις πλειὰ βοσκὴ δὲν ἔχει.

ΒΕΡΝΗΣ
Καλῶς στὸ σπίτι νὰ γυρίσῃς.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Παρομοίως.
Εἰς μέρη ἐσὺ θὰ πᾷς ὅθε δὲ γέρνουν ὅλοι.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Βιαστικὰ τρέχοντας ἐδῶθε ἔρχεται κάποιος.

ΒΕΡΝΗΣ
Τὸν γνώρισα. Εἶναι ὁ Βάουμγκαρτ ἀπ' τ' Ἀλτσέλλεν.


(Ὁ Κονράδος Βάουμγκαρτ ὁρμάει λαχανιασμένος.)

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Στ' ὄνομα τοῦ Θεοῦ, βαρκάρη! Τὸ καΐκι.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Πῶς, πῶς; Τί τόση βία;

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Λύσε τὸ καΐκι.
Ὢ γλύτωσέ μου τὴ ζωή! Βγάλε με πέρα!

ΚΟΥΟΝΗΣ
Τί ἔχεις πατριώτη;

ΒΕΡΝΗΣ
Ποιός σὲ κυνηγάει;

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ 'Σ ΤΟΝ ΨΑΡΑ
Γλήγωρα, γλήγωρα, τοὺς ἔχω στὰ ποδάρια.
Τοῦ Βάϊλου μὲ ξατρέχουν οἱ καβαλλαρέοι,
ἐγὦμαι τοῦ θανάτου ἂν τύχῃ καὶ μὲ πιάσουν.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Καὶ γιατὶ σὲ ξατρέχουν οἱ καβαλλαρέοι;

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Σώσετε τώρα ἐσεῖς κ' ἔπειτα ἐγὼ σᾶς κρένω.

ΒΕΡΝΗΣ
Ἐσὺ 'σαι ματωμένος· πές μας, τί συνέβη;

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Ὁ αὐτοκρατορικὸς τοῦ Ρόσβερκ καστελλάνος...

ΚΟΥΟΝΗΣ
Ὁ Βολφενσχὶς αὐτὸς εἶναι ποῦ σὲ ξατρέχει;

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Αὐτὸς δὲν βλάβει πλειά· τὸν σκότωσα ἐγὼ ὁ ἴδιος.

'ΟΛΟΙ
Θεὸς νὰ σὲ σχωρέσῃ. Τί πῆγες νὰ κάμῃς;

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Κάθε ἐλεύθερος ἄντρας θὲ νὰ τὄχε κάμῃ
στὴ θέση μου. Τὸ δίκαιο τοῦ σπιτιοῦ μου ἐνάντια
'ς αὐτόν, ποῦ ν' ἀτιμάσῃ ἤθελε τὴν τιμή μου
κι' αὐτὴν τῆς γυναικός μου, ἑχτέλεσα μονάχα.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Ὤ πές μας γιὰ νὰ μάθουμ'· ἔχεις ὥρα ὣς ὅτου
αὐτὸς νὰ λύσῃ ἀπὸ τὴν ἄκρη τὸ καΐκι.

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Εἶχα τὸ δάσος κόψῃ ξύλα, καὶ νά, φθάνει
τρέχοντας ἡ γυναῖκα μου ὅλη τρομασμένη
καὶ μοῦ λέγει: ὁ τοπάρχης θρόνιασε στὸ σπίτι,
καὶ τῆς παράγγειλε λουτρὸ νὰ τοῦ ἑτοιμάσῃ
κ' ἔπειτ' ἄπρεπο πρᾶμα τῆς ζητᾷ. Κ' ἐκείνη
τὤφυγε κ' ἦρθ' ἐκεῖ γιὰ νὰ ζητήσῃ ἐμένα.
Γοργὰ τότ' ἔτρεξα στὸ σπίτι μοτ ὅπως ἤμουν,
καὶ τὄφτιασα μὲ τὴν ἀξίνα τὸ λουτρό του.

ΒΕΡΝΗΣ
Καλὰ ἔπραξες· κανεὶς δὲ υὰ σὲ κατακρίνῃ.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Ἄξιον ηὗρε μισθὸν ὁ ἀνέσπλαχνος ποῦ τόσο
ἔχει παθιάσῃ τὸν λαὸν τοῦ Οὐντερβάλδεν.

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Μυρισθῆκαν τὴν πράξη· τρέχουν νὰ μὲ πιάσουν.
Θεέ μου, ἐμεῖς μιλοῦμ'· ὡς τόσο ὁ καιρὸς φεύγει.


(Ἀρχίζει νὰ βροντᾷ.)

ΚΟΥΟΝΗΣ
Σβέλτα, βαρκάρη, πέρνα τον στὴν ἄλλην ὄχθη.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Δὲ γένεται· βαρειὰ φουρτοῦνα θὰ πλακώσῃ.
Νὰ περιμείνῃς.

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Ὢ θεέ! νὰ περιμείνω
δὲ δύναμαι· ἂν ἀργοῦμε, θάνατος θὰ μ' εὕρῃ.

ΚΟΥΟΝΗΣ 'Σ ΤΟΝ ΨΑΡΑ
Ἔλα μὲ τὸ Θεό! Βόηθα τὸν ὅμοιό σου.
Αὔριο μπορεῖ νὰ τύχῃ καὶ σὲ μᾶς τὸ ἴδιο.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Ἐχύθη ὁ Φέν· ἰδέτε πῶς φουσκόν' ἡ λίμνη·
νὰ τιμονεύσω δὲν μπορῶ μὲ τὸν ἀγέρα
ἐνάντιο καὶ μὲ τέτοια κύματα.

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Ἔτσι ἐσένα
νὰ σὲ βοηθήσῃ ὁ Θεὸς καθὼς θὰ μ' ἐλεήσῃς.

ΒΕΡΝΗΣ
Μιὰ ζωὴ κιντυνεύει· ἐλεήσου τον, βαρκάρη.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Ἔχει γυναῖκα αὐτός, ἔχει παιδιὰ στὸ σπίτι.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Πῶς; μὴ δὲν ἔχω μιὰ ζωὴ καὶ γὼ νὰ χάσω;
Ἔχω καὶ 'γὼ γυναῖκα καὶ παιδιά. Κυττᾶχτε
πῶς ἀγριεύει καὶ πῶς στρίφεται τὸ κῦμα
κι' ὅλην τὴν λίμνη ὣς τὸ βάθος ἀναδεύει.
Τὸν τίμιον ἄνθρωπο θὰ ἐγλύτονα εὐχαρίστως,
βλέπετε ὅμως καὶ σεῖς ποῦ βολετὸ δὲν εἶναι.

ΒΑΟΥΜΓΚΑΡΤ
Πρέπει λοιπὸν στοῦ ἐχθροῦ τὸ χέρι ἐγὼ νὰ πέσω,
ἐνῷ βλέπω ἀπ' ἐδῶ τὴ γῆ τῆς σωτηρίας;
Νά την! τὸ βλέμμα μου τὴν φθάνει κ' ἐκεῖ πέρα
ὁ ἦχος τῆς φωνῆς μου θἄφθανε. Νὰ ἡ βάρκα
ποῦ ἐκεῖ θὰ μ' ἔφερνε· καὶ ὅμως ἐδῶ πρέπει
νὰ κείτομ' ἔρμος κι' ἀπ' τὸ φόβο μου νὰ λυόνω.

ΚΟΥΟΝΗΣ
Ποιὸς ἔρχεται γιὰ ἰδές.

ΒΕΡΝΗΣ
Ὁ Τέλλος ἀπ' τὸ Βύργκλεν.


(Ἔρχεται ὁ Τέλλος ἀρματωμένος.)

ΤΕΛΛΟΣ
Ποιὸς βοήθεια ζητῶντας μύρεται ἐδῶ πέρα;

ΚΟΥΟΝΗΣ
Εἶν' ἀπ' τ' Ἀλτσέλλεν, τὴν τιμή του ὑπερασπίσθη
αὐτὸς τὸ Βολφενσχὶς φονεύοντας, ποῦ εἶναι
τοῦ βασιλέως καστελλάνος εἰς τὸ Ρόσβεργ.
Δέεται τοῦ βαρκάρη ἐκεῖ νὰ τὸν περάσῃ.
Τοῦτον τρομάζ' ἡ χειμωνιὰ καὶ δὲν πηγαίνει.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Ὁ Τέλλος εἶν' ἐδῶ, κι' αὐτὸς ξέρει νὰ λάμνῃ·
ἂς γίνῃ μάρτυράς μου ἂν πρέπει νὰ τὸ κάμω.

ΤΕΛΛΟΣ
Ὅταν ἡ ἀνάγκη τὸ καλεῖ, καραβοκύρη,
νὰ τολμήσῃ μπορεῖ καθεῖς ὅ,τι κι' ἂν εἶναι.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Ἐγὼ νὰ βυθισθῶ στῆς κόλασης τὸ στόμα;
Κανεὶς δὲ θὰ τὸ κάμῃ ἂν εἶναι στὰ σωστά του.

ΤΕΛΛΟΣ
Ὕστερο τὸν ἑαυτό του σκέφτεται ὁ γενναῖος.
Στὸν Θεὸν ἔχε πίστιν, σῶσε τὸν καϋμένον.

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Εὔκολ' ἀπ' τὴ στεριὰ καθένας ὁρμηνεύει.
Ἐδῶ εἶν' ἡ βάρκα, ἐδῶ κ' ἡ λίμνη. Δοκιμᾶστε.

ΤΕΛΛΟΣ
Ἴσως ἡ λίμνη θὰ τὸν ἐλεήσῃ, ἀλλ' ὄχι
ὁ τοπάρχης ποτέ. Δοκίμασε, βαρκάρη.

ΒΟΣΚΟΙ ΚΑΙ ΚΥΝΗΓΟΙ
Σῶσε τον, γλύτωσέ τον, σῶσε τον!

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Κι' ἂν ἦταν
ἀδερφός μου, παιδί μου, δὲν θὲ νὰ μποροῦσα.
Σήμερις εἶν' ἑορτὴ τοῦ Σίμωνος τοῦ Ἰούδα,
φυσομανᾷ ζητῶντας ἕνα θῦμα ἡ λίμνη.

ΤΕΛΛΟΣ
Μὲ λόγια στὸν ἀγέρα τίποτε δὲν γένεται.
Φεύγει ὁ καιρὸς κι' ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ ἔχει χρεία
νὰ τὸν βοηθήσουμε. Λοιπὸν θὰ τὸν περάσῃς;

ΡΟΥΟΝΤΗΣ
Ὄχι. Ἐγὼ ὄχι.

ΤΕΛΛΟΣ
Δός μου ἐδὼ τότε τὴ βάρκα.

Μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ ταῖς λίγαις δύναμαίς μου...