Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Ὁ ἐκφυλισμὸς τοῦ νομίσματος.

τοῦ Rene Guenon




Θὰ ποῦμε λίγα λόγια γιὰ ἕνα ζήτημα ποὺ παρότι φαίνεται πολὺ ἐξειδικευμένο ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς σύγχρονης ἀντιλήψεως περ «καθημερινῆς ζωῆς» καὶ συγχρόνως μᾶς προσφέρει μιὰ ἔξοχη «σκιαγραφία» τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον αὐτὴ ἡ ἀντίληψη συνδέεται μὲ τὴν καθαρὰ ποσοτικὴ ἄποψη. Ἀναφερόμαστε στὸ ζήτημα τοῦ νομίσματος, τὸ ὁποῖο, ἂν τὸ ἐξετάσει κανεῖς ἀπὸ ἀπλὴ «οἰκονομικὴ» ἄποψη ὅπως αὐτὴ ἐννοείται στὶς μέρες μας, μοιάζει ἀσφαλῶς νὰ εἶναι κάτι ποὺ ἀνήκει σχεδὸν ὁλοκληρωτικὰ στὴ «βασιλεία τῆς ποσότητας». Αὐτὸς εἶναι ἄλλωστε ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον κατέχει, ἐμφανέστατα, τόσο κεντρικὴ θέση στὶς λειτουργίες τῆς σύγχρονης κοινωνίας. Ἐν τούτοις ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ καθαρὰ «οἰκονομικὴ» ἄποψη καὶ ἡ ἀποκλειστικὰ ποσοτικὴ σύλληψη τοῦ νομίσματος ποὺ ἐνυπάρχει σὲ αὐτήν, εἶναι προϊόντα πολὺ πρόσφατου ἐκφυλισμοῦ. Ὅταν τὸ νόμισμα παρουσιάσθηκε ἀρχικά, εἶχε, καὶ διατήρησε γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, ἕναν ἐντελὼς διαφορετικὸ χαρακτήρα καὶ μιὰ καθαρὰ ποιοτικὴ ἀξία, ὅσο ἐκπληκτικὸ κι ἂν φαίνεται αὐτὸ στὴν πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς μας.

Εὔκολα παρατηρεῖ κανεῖς, ἀρκεῖ μόνο νὰ ἔχει «μάτια γιὰ νὰ δεῖ», ὅτι τὰ ἀρχαία νομίσματα βρίθουν κυριολεκτικὰ ἀπὸ παραδοσιακὰ σύμβολα, μερικὰ ἀπὸ τὰ ὁποία ἔχουν συχνὰ ἰδιαίτερα βαθιὰ σημασία. Γιὰ παράδειγμα, στὰ νομίσματα τῶν Κελτῶν εἰκονίζονται σύμβολα ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐξηγηθοῦν ἂν δὲν συσχετισθοῦν μὲ τὶς δογματικὲς γνώσεις ποὺ κατείχαν κυρίως οἱ Δρυΐδες, κάτι ποὺ συνεπάγεται ὅτι οἱ τελευταῖοι ἐπενέβαιναν ἄμεσα στὰ νομισματικὰ ζητήματα. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ ἴδιο συνέβαινε καὶ στοὺς ἄλλους λαοὺς τῆς ἀρχαιότητας, ἀνάλογα φυσικὰ μὲ τὶς ἀντίστοιχες μορφὲς τῆς παραδοσιακῆς κοινωνικῆς τους δομῆς. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς συνάδει πλήρως μὲ τὴν ἀνυπαρξία βέβηλης ἀπόψεως στοὺς αὐστηρὰ παραδοσιακοὺς πολιτισμοὺς: τὸ νόμισμα, ὅπου ὑπῆρχε, δὲν ἦταν τὸ βέβηλο πράγμα ποὺ κατάντησε ἀργότερα. Διαφορετικά, πῶς θά μποροῦσε νά ἐξηγηθεῖ ἡ παρέμβαση τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας στά νομισματικά ζητήματα; Ἂν τὸ νόμισμα ἦταν κάτι βέβηλο, ἡ πνευματικὴ ἐξουσία δὲν θὰ ἐνδιαφερόταν καθόλου γι' αὐτό, καὶ τὰ ὅσα ἀναφέρουν οἱ διάφορες παραδόσεις, ὅτι ἦταν δηλαδὴ πραγματικὰ φορτισμένο μὲ «πνευματικὴ ἐπήρεια» ἡ ἐνέργεια τῆς ὁποίας μποροῦσε νὰ ἐκδηλωθεῖ μέσω τῶν συμβόλων ποὺ ἀποτελούσαν τὸ φυσικό της «ὑποστήριγμα», θὰ ἔμεναν κυριολεκτικὰ ἀκατάληπτα. Προσθέτουμε ὅτι ἀκὀμα καὶ σὲ πολὺ πρόσφατους καιροὺς μποροῦσε κανεῖς νὰ βρεῖ, σὰν τελευταῖο ἴχνος αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως, χαραγμένα πάνω σὲ νομίσματα θρησκευτικὰ ῥητά, τὰ ὁποία βέβαια δὲν εἶχαν καθαρὰ συμβολικὸ χαρακτήρα, ἀλλὰ ἦταν τουλάχιστον ἕνα εἶδος ἀναμνήσεως τῆς ἀρχικῆς παραδοσιακῆς ἰδέας, ποὺ ἄρχισε ἔκτοτε νὰ γίνεται λίγο-πολὺ ἀκατανόητη. Ἔτσι, ἀφοῦ πρώτα σὲ ὀρισμένες χῶρες αὐτὰ τὰ ῥητὰ περιορίστηκαν στὸ νὰ ἀναγράφονται μόνο στὴ «ῥάχη» τῶν νομισμάτων, στὸ τέλος ἐξαφανίστηκαν τελείως, καὶ πράγματι, δὲν εἶχαν κανέναν λόγο ὕπαρξης ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ νόμισμα δὲν ἀντιπροσώπευε πιὰ τίποτε ἄλλο ἀπὸ ἕνα ἀντικείμενο ἀποκλειστικὰ ὑλικῆς καὶ ποσοτικῆς τάξεως.

Ὁ ἔλεγχος τοῦ νομίσματος ἐκ μέρους τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας, μὲ ὁποιαδήποτε μορφὴ κι ἂν ἐκδηλωνόταν, δὲν παρατηρείται μόνο στοὺς ἀρχαίους χρόνους. Γιὰ νὰ παραμείνουμε στὸν κόσμο τῆς Δύσεως, ὑπάρχουν πολλὲς ἐνδείξεις ποὺ μᾶς πείθουν ὅτι ὁ ἐν λόγω ἔλεγχος πρέπει νὰ διατηρήθηκε μέχρι τὰ τέλη τοῦ Μεσαίωνα, δηλαδὴ γιὰ ὅσο καιρὸ ὁ Δυτικὸς πολιτισμὸς ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι παραδοσιακός. Εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐξηγηθεῖ διαφορετικὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὀρισμένοι ἠγεμόνες κατηγορήθηκαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη γιὰ «παραποίηση τοῦ νομίσματος». Ἂν οἱ σύγχρονοί τους τὸ θεωροῦσαν αὐτὸ σὰν ἔγκλημα, εἶναι λογικὸ νὰ συμπεράνουμε ὅτι οἱ ἠγεμόνες δὲν μποροῦσαν νὰ ἀλλάζουν κατὰ τὸ δοκοῦν τὰ νομισματικὰ δεδομένα, καὶ ὅτι ἀλλάζοντάς τα κατὰ τὶς διαθέσεις τους, ὑπερέβαιναν τὰ ἀναγνωρισμένα δικαιώματα τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας (1). Σὲ κάθε ἄλλη περίπτωση μιὰ τέτοια κατηγορία δὲν θὰ εἶχε ἀπολύτως κανένα νόημα, γιατὶ ἡ ἀξία τοῦ νομίσματος θὰ εἶχε μιὰ καθαρὰ συμβατικὴ σημασία. Θὰ ἦταν τότε ἀδιάφορα ἂν εἶχε κοπεῖ ἀπὸ τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο εἶδος μετάλλου ἢ ἀπὸ διάφορα κράματα μετάλλων, ἢ ἀκόμη νὰ τὸ ἀντικαθιστοῦσαν μὲ ἕνα ἀπλὸ κομμάτι χαρτὶ ὅπως συμβαίνει σήμερα στὰ περισσότερα μέρη τοῦ κόσμου, γιατὶ κάτι τέτοιο δὲν θὰ ἀποτελοῦσε ἐμπόδιο στὴ συνεχὴ καὶ πανομοιότυπη «ὑλική» του χρήση. Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπῆρχε στὸ νόμισμα ἕνα στοιχεῖο ἀνώτερης τάξεως, γιατὶ μόνον ἔτσι ἦταν δυνατὸ νὰ θεωρηθεῖ ἡ παραποίησή του τόσο σοβαρό ζήτημα ὥστε νὰ κλονίζει τελικὰ ἀκόμη καὶ τὴν ἴδια τὴ σταθερότητα τῆς βασιλικῆς ἰσχύος. Προχωρώντας ὅμως ἡ τελευταία σὲ τέτοιες ἀποφάσεις, σφετεριζόταν τὰ «προνόμια» τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία χωρὶς ἀμφιβολία εἶναι ἡ μοναδικὴ πηγὴ κάθε νόμιμης ἐξουσίας. Ἔτσι τὰ γεγονότα αὐτά, γιὰ τὰ ὁποία οἱ σύγχρονοι ἱστορικοὶ δείχνουν ἐλαφρῶς πελαγωμένοι, ἀποδεικνύουν καθαρὰ γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ νομίσματος, τόσο στὸν Μεσαίωνα ὅσο καὶ στὴν ἀρχαιότητα, εἶχε πλευρὲς ἐντελῶς ἄγνωστες στοὺς σημερινοὺς ἀνθρώπους.

Στὴν περίπτωση αὐτὴ λοιπὸν συνέβη τὸ ἴδιο μὲ ὅ,τι σὲ ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἐπηρεάζουν μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον τρόπο τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς δραστηριότητάς της. Ὅλα τους ἀπογυμνώθηκαν βαθμιαῖα ἀπὸ κάθε ἰερὸ ἢ παραδοσιακὸ χαρακτήρα καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη στὸ σύνολό της ἔγινε ὁλότελα βέβηλη, ὥσπου στὸ τέλος ὑποβιβάστηκε στὴν ταπεινὴ μετριότητα τῆς «καθημερινῆς ζωῆς» ὅπως αὐτὴ ἐμφανίζεται στὶς μέρες μας. Συγχρόνως, τὸ παράδειγμα τοῦ νομίσματος μᾶς δείχνει ξεκάθαρα ὅτι αὐτὴ ἡ «βεβηλοποίηση» («profanisation») - ἂν ἐπιτρέπεται νὰ χρησιμοποιήσουμε ἕναν τέτοιο νεολογισμὸ – συντελείται κυρίως μέσω τῆς ἀναγωγῆς τῶν πραγμάτων ἀποκλειστικὰ στὴν ποσοτική τους πλευρά. Πράγματι, κανένας δὲν εἶναι πλέον ἰκανὸς νὰ συλλάβει ὅτι τὸ νόμισμα μπορεῖ νὰ ἀντιπροσωπεύει κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ μιὰ ἀπλὴ ποσότητα. Ὡστόσο, μολονότι ἡ περίπτωση τοῦ νομίσματος εἶναι ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτικὴ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄποψη λόγω τοῦ ὅτι μᾶς δείχνει σὲ μεγέθυνση, θὰ λέγαμε, τὸ μέγεθος τῆς κατάπτωσης, ἀπέχει βέβαια πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι ἡ μοναδικὴ ὅπου ἡ ἀναγωγὴ στὸ ποσοτικὸ φαίνεται καθαρὰ ὅτι συμβάλλει στὸν ἐγκλεισμὸ τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως μέσα στὸν περιορισμένο ὁρίζοντα τῆς βέβηλης ἀπόψεως. Ἔπειτα ἀπ' ὅτι εἴπαμε γιὰ τὸν κατ' ἐξοχὴν ποσοτικὸ χαρακτήρα τῆς σύγχρονης βιομηχανίας καὶ ὅλων ὅσων σχετίζονται μαζί της, ἐλπίζουμε αὐτὸ νὰ ἔχει γίνει καλὰ ἀντιληπτὸ: μὲ τὸ νὰ κυκλώνεται συνεχῶς ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὰ προϊόντα τῆς βιομηχανίας, χωρὶς νὰ τοῦ ἐπιτρέπεται, γιὰ νὰ τὸ ἐκφράσουμε ἔτσι, νὰ ἀντικρύσει κάτι διαφορετικὸ – παρὰ μόνον ὑπὸ τὴ μορφὴ «ἀξιοπερίεργων» ἀντικειμένων, ὅπως τὰ μουσειακὰ ἐκθέματα λόγου χάρη, ποὺ δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὶς ὑπαρκτὲς συνθήκες ζωῆς του καὶ συνεπὼς καμιὰ οὐσιαστικὴ ἐπιρροὴ πάνω της -, ὅντως ἐξαναγκάζεται νὰ κλειστεῖ μέσα στὸν στενὸ κύκλο τοῦ «συνήθους βίου» σὰν σὲ ἀδιέξοδη φυλακή. Ἀντιθέτως, σ' ἕναν παραδοσιακὸ πολιτισμό, κάθε ἀντικείμενο, ὄχι μόνο ἦταν ἀπόλυτα κατάλληλο γιὰ τὴν ἄμεση χρήση γιὰ τὴν ὁποία προοριζόταν, ἀλλὰ ἦταν συγχρόνως κατασκευασμένο ἔτσι ὥστε ἀνὰ πάσα στιγμὴ – δεδομένου ἀκόμη ὅτι ἦταν φτιαγμένο γιὰ καθημερινὴ χρήση καὶ δὲν μεταχειριζόντουσαν σὰν νεκρὸ πράγμα ὅπως κάνουν λίγο-πολὺ οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι μὲ ὅλα ὅσα ἀποκαλοῦν «ἔργα τέχνης» - νὰ μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὡς «ὑπόβαθρο» διαλογισμοῦ, συνδέοντας τὸ ἄτομο μὲ κάτι πέραν τῆς ἀπλῆς σωματικῆς του τροπικότητας καὶ βοηθώντας ἔτσι τὸν κάθε ἄνθρωπο νὰ ὑψωθεῖ, σύμφωνα μὲ τὸ μέτρο τῶν ἰκανοτήτων του, σὲ μιὰ ἀνώτερη κατάσταση (2). Πόση ἄβυσσος χωρίζει αὐτὲς τὶς δύο συλλήψεις γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη!

Ὁ ποιοτικὸς ἐκφυλισμὸς ὅλων τῶν πραγμάτων συνδέεται στενὰ μὲ τὸν ἐκφυλισμὸ τοῦ νομίσματος, καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅτι σήμερα ἡ «ἀξία» ἑνὸς ἀντικειμένου «ἐκτιμάται» μόνο μὲ βάση τὴν τιμή του θεωρούμενη ὡς «ἄθροισμα» ἢ ἀριθμητικὴ ποσότητα χρημάτων. Πράγματι, κάθε κρίση ποὺ ἐκφέρει ἡ πλειονότητα τῶν συνανθρώπων μας γιὰ ἕνα ἀντικείμενο, σχεδὸν πάντοτε βασίζεται ἀποκλειστικὰ στὸ πόσο κοστίζει. Δώσαμε ἔμφαση στὴ λέξη «ἐκτίμηση» γιατὶ ἔχει διπλὴ ἔννοια, ποιοτικὴ καὶ ποσοτική. Στὶς μέρες μας παραβλέπουμε τὴν πρώτη, ἤ, πράγμα ποὶ εἶναι τὸ ἴδιο, τὴ θεωροῦμε ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἰσοδύναμη μὲ τὴ δεύτερη. Ἔτσι, ὄχι μόνο «ἐκτιμοῦμε» κάθε ἀντικείμενο βάσει τῆς τιμῆς του, ἀλλὰ καὶ κάθε ἄνθρωπο σύμφωνα μὲ τὰ πλούτη του (3). Τὸ ἴδιο συμβαίνει ἐπίσης, ἐντελῶς φυσικά, μὲ τὴ λέξη «ἀξία». Σημειώνουμε ἐν παρόδω ὅτι ἐδῶ βασίζεται καὶ ἡ περίεργη κατάχρηση αὐτῆς τῆς λέξεως ἐκ μέρους ὁρισμένων σύγχρονων φιλοσόφων, οἱ ὁποίοι ἔφθασαν σὲ σημεῖο νὰ ἐπινοήσουν τὴν ἔκφραση «φιλοσοφία τῶν ἀξιῶν» γιὰ νὰ περιγράψουν τὶς θεωρίες τους. Στὸ ὑποσυνείδητό τους βρίσκεται φωλιασμένη ἡ ἰδέα ὅτι τὸ κάθε τί, σὲ ὁποιαδήποτε βαθμίδα κι ἂν ἀνήκει, μπορεῖ νὰ συλληφθεῖ ποσοτικὰ καὶ νὰ ἐκφραστεῖ ἀριθμητικά. Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ἠ «ἠθικολογία», ποὺ ἔχει ἐπίσης κυρίαρχη θέση στὶς ἐνασχολήσεις τους, βρίσκεται συνυφασμένη στενὰ μὲ τὴν ποσοτικὴ ἄποψη (4). Τὰ παραπάνω παραδείγματα ἀποδεικνύουν συνάμα ὅτι ἔχει ἐπέλθει ἕνας πραγματικὸς ἐκφυλισμὸς τῆς γλώσσας, ὁ ὁποῖος ἀναπόφευκτα συνοδεύει ἢ ἀκολουθεῖ κατὰ πόδας τὸν γενικὸ ἐκφυλισμό. Πράγματι, σ' ἕναν κόσμο ὅπου τὸ σύνολο σχεδὸν τῶν προσπαθειῶν κατατείνει στὴν ἀναγωγὴ ὅλων τῶν πραγμάτων στὴν ποσότητα, εἶναι προφανῶς ἀναγκαῖο νὰ χρησιμοποιείται μιὰ γλώσσα ποὺ νὰ μὴν ἀνακαλεῖ τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ καθαρὰ ποσοτικὲς ἰδέες.

Γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε στὸ εἰδικὸ θέμα τοῦ νομίσματος, μένει ἀκόμη νὰ προσθέσουμε ὅτι σὲ σχέση μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα προέκυψε τὸ ἐξῆς ἀξιοσημείωτο φαινόμενο: ἀφότου τὸ νόμισμα ἔπαψε νὰ ἔχει κάθε δεσμὸ μὲ μιὰ ἀνώτερη τάξη, παρατηρεῖ κανεῖς ὅτι ἡ ποσοτική του ἀξία, ἢ ὅ,τι ἀποκαλείται στὸ ἀσυνάρτητο γλωσσικὸ ἰδίωμα (jargon) τῶν οἰκονομολόγων «ἀγοραστικὴ δύναμη», ἄρχισε νὰ φθίνει συνεχῶς, ἔτσι ὥστε δὲν εἶναι δύσκολο νὰ συμπεράνει κανεῖς ὅτι στὴν ὀριακὴ κατάσταση, ποὺ τὴν πλησιάζουμε ὅσο περνάει ὁ καιρὸς ὁλοένα καὶ περισσότερο, θὰ ἔχει χάσει κάθε λόγο ὕπαρξης ἀκόμη καὶ στὸ καθαρὰ «πρακτικὸ» ὴ «ὑλικὸ» πεδίο καὶ θὰ ἐξαφανιστεῖ ὡς ἀντικείμενο καθημερινῆς χρήσεως. Ἐδῶ ὑπάρχει ὀμολογουμένως ἕνα παράξενο πισωγύρισμα τῆς ῥοῆς τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ οἱ ἐξηγήσεις ποὺ δώσαμε σὲ προηγούμενα κεφάλαια μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ ἀντιληφθοῦμε εὔκολα τὶς αἰτίες του: ἀφοῦ ἡ καθαρὴ ποσότητα βρίσκεται, ἀπὸ τὴ φύση της, κάτω ἀπὸ τὴν ὅλη σφαίρα τῆς ὑπάρξεως, ὅταν ἡ ῥοπὴ πρὸς αὐτὴν ἐξωθηθεῖ στὸ ἀκραῖο σημεῖο, ὅπως συμβαίνει στὴν περίπτωση τοῦ νομίσματος – ποὺ εἶναι πιὸ ἐντυπωσιακὴ ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐπειδὴ ἐδῶ τὸ ὄριο ἔχει ἤδη σχεδὸν φθαστεῖ -, ἡ κατάληξη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ μιὰ ἀληθινὴ διάλυση. Ἐπιπλέον, αὐτὸ καὶ μόνο τὸ παράδειγμα μᾶς δείχνει ἀρκετὰ καθαρὰ ὅτι ἡ ἀσφάλεια τοῦ «συνήθους βίου» εἶναι στὴν πραγματικότητα κάτι τὸ πρόσκαιρο, θὰ δοῦμε δὲ ἀργότερα πὼς αὐτὸ γίνεται φανερὸ καὶ ἀπὸ πολλὲς ἄλλες ἀπόψεις. Σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις πάντως τὸ τελικὸ συμπέρασμα θὰ εἶναι τὸ ἴδιο: τὸ ἀληθινὸ τέρμα τῆς τάσεως ποὺ παρασύρει τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ πράγματα πρὸς τὴν καθαρὴ ποσότητα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν τελικὴ ἀποσύνθεση τοῦ παρόντος κόσμου.


______________
1.     Βλ. Autorite spirituelle et pouvoir temporel, σελ. 111, ὅπου ἀναφέρουμε εἰδικότερα τὴν περίπτωση τοῦ Φίλιππου τοῦ Ὡραίου, καὶ ὅπου ὑπαινισσόμαστε ὅτι ἡ καταστροφὴ τοῦ τάγματος τῶν Ναϊτῶν ἴσως νὰ σχετιζόταν ἀρκετὰ στενὰ μὲ τὸ ζήτημα τῆς παραποιήσεως τῶν νομισμάτων, κάτι ποὺ εὔκολα τὸ καταλαβαίνει κανεῖς ἂν δεχθεῖ, τουλάχιστον ὡς πολὺ πιθανό, ὅτι τὸ Τάγμα τοῦ Ναοῦ εἶχε, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἀσκεῖ πνευματικὸ ἔλεγχο σὲ αὐτὸν τὸν τομέα. Δὲν χρειάζεται νὰ ποῦμε περισσότερα ἐδῶ γι' αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ θὰ θυμίσουμε ὅτι ἀκριβῶς ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ χρονικὸ σημεῖο καὶ ἔπειτα ἀρχίζει νὰ ἐμφανίζεται ἡ σύγχρονη ἐκτροπή.

2.     Γι' αὐτὸ τὸ ζήτημα μποροῦμε νὰ ἀνατρέξουμε σὲ ἕνα πλῆθος μελετῶν τοῦ Ananda Coomaraswamy, ὁ ὁποῖος τὸ ἀνέπτυξε ἐκτενῶς σὲ ὅλες τὶς πτυχές του καὶ μὲ ὅλες τὶς ἀπαραίτητες λεπτομέρειες.

3.     Οἱ Ἀμερικανοὶ ἔχουν προχωρήσει τόσο πολὺ πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση, ὥστε συνηθίζουν νὰ λένε πὼς ἕνας ἄνθρωπος «ἀξίζει» τόσο, θέλοντας νὰ δείξουν ἔτσι τὸ ποσὸ στὸ ὁποῖο ἀνέρχεται ἡ περιουσία του. Ἐπίσης δὲν λένε πὼς ἕνας ἄνθρωπος ἔχει ἐπιτύχει στὶς ἀσχολίες του, ἀλλὰ πὼς «εἶναι ἐπιτυχημένος» ταυτίζοντας ἔτσι τὸ ἄτομο μὲ τὰ ὑλικά του κέρδη!

4.     Αὐτὸς ὁ συνυφασμὸς ἄλλωστε δὲν εἶναι κάτι τὸ ἐντελῶς νέο, γιατὶ χρονολογείται ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ δέκατου ὄγδοου αἰώνα, τότε ποὺ παρουσιάστηκε ἡ «ἀριθμητικὴ ἠθικὴ» τοῦ Μπένθαμ.





RENE GUENON
«Ἡ βασιλεία τῆς ποσότητας καὶ τὰ σημεία τῶν καιρῶν»  (1945)
Μετάφραση: Γιάννης Τρίγκας
Ἐκδόσεις «Πεμπτουσία»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου