Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Εἴμαστε ἕνας λαὸς χωρὶς ταυτότητα.


τοῦ Δημητρίου Λιαντίνη


Εἴμαστε ἕνας λαὸς χωρὶς ταυτότητα. Μὲ μιὰ ἱστορία ποὺ ὁ ἴδιος τὴ νομίζει λαμπρή. Καὶ ἀπορεῖ, πῶς καὶ δὲν πέφτουν οἱ ξένοι ξεροὶ μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο της. Οἱ ξένοι ὅμως, σὰν συλλογιούνται τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, τὴν ἀρχαία ἐννοῶ, γιατὶ γιὰ τὴ νέα δὲν τὴν ἔχουν ἀκούσει καὶ βάλουν ἀπέναντί της ἐμᾶς τοὺς Νεοέλληνες, φέρνουν στὸ μυαλό τους ἄλλες παραστάσεις. Φέρνουν στὸ μυαλό τους κάποιους καμηλιέρηδες ποὺ περπατοῦν στὸ Καρνὰκ καὶ στὴ Γκίζα. Τί σχέση ἠμπορεῖ νά ‘χουν, συλλογιούνται, ἐτούτοι οἱ φελλάχοι τοῦ Μισιριοῦ σήμερα μἐ τούς ἀρχαίους Φαραώ, καί τό βασιλικό ἤθος τῶν πυραμίδων τους; Τὴν ἴδια σχέση βρίσκουν οἱ ξένοι στοὺς σημερινοὺς Ἕλληνες μὲ τοὺς ἀρχαίους. Οἱ θεωρίες τῶν διαφόρων Φαλμεράυερ ἔχουν περάσει στοὺς Φράγκους. Ἐμεῖς θέλουμε νὰ πιστεύουμε ὅτι τοὺς ἀποσβολώσαμε μὲ τοὺς ἱστορικούς, τοὺς γλωσσολόγους, καὶ τοὺς λαογράφους μας. Λάθος. Κρύβουμε τὸ κεφάλι μὲ τὸ λιανό μας δάχτυλο. Καὶ βέβαια. Πῶς μπορούσε νά γίνει ἀλλιώς, ἀφοῦ ὁ μέγας γλωσσολόγος Γ. Χατζιδάκις ἔλεγε αὐτά πού ἔλεγε, -ὀρθά- κι ἀπό τήν ἄλλη ἔβριζε τό Σολωμό μας ἀγράμματο, καί τή γλώσσα του σκύβαλα καί μαλλιαρά μαλλιά;

Σχέση μὲ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ἔχουμε ἐμεῖς, λένε οἱ Γάλλοι, οἱ Ἐγγλέζοι καὶ οἱ Γερμανοί. Ἐμεῖς, ποὺ τοὺς ἀνακαλύψαμε, τοὺς ἀναστυλώσαμε, τοὺς ἐξηγήσαμε. Γιὰ τοὺς Εὐρωπαίους οἱ Νεοέλληνες εἴμαστε μιὰ δράκα ἀνθρώπων ἀπρόσωπη, ἀνάμεσα σὲ βαλκανιλίκι, τουρκολογιὰ καὶ ἀράπηδες. Εἴμαστε οἱ ὀρτοντόξ. Μὲ τὸ ῥούσικο τυπικὸ στὴ γραφή, μὲ τοὺς κουμπέδες καὶ τοὺς τρούλλους πάνω ἀπὸ τὰ σπίτια τῶν χωριῶν μας, μὲ ἀκτινογραφίες σωμάτων καὶ σκουληκόμορφες φιγοῦρες ἀγίων στοὺς τοίχους τῶν ἐκκλησιῶν. Οἱ Εὐρωπαίοι βλέπουνε τοὺς πολιτικούς μας νὰ ψηφίζουν στὴ Βουλὴ νὰ μπεῖ τὸ «ὀρθόδοξος» στὴν εὐρωπαϊκή μας ταυτότητα, κατὰ τὴ διαταγὴ τῶν παπάδων, καὶ κοιτᾶνε ἀνακατωμένοι καὶ ναυτιάζοντας κατὰ τὸ θεοκρατικὸ Ἰρὰν καὶ τοὺς Ἀγιατολάχους. Τέτοιοι οἱ βουλευτές μας, ἀκόμη καὶ τῆς ἀριστερᾶς. «Αὐτοὶ οἱ πολιτικοί, αὐτοὶ οἱ βουλεπταὶ (sic) ἐκατάστρεψαν τὸ ἔθνος». Ἔτσι γράφει ὁ Παπαδιαμάντης. Θέλεις νὰ ‘χεις πιστὴ τὴν εἰκόνα τοῦ Νεοέλληνα; Λάβε τὸ ῥάσο τοῦ γύπα καὶ τοῦ κόρακα. Λάβε τὶς ἀσπιδωτὲς κοιλιὲς τῶν ἰερέων, τὸ καλυμμαύκι τοῦ Μακαρίου Β’ τῆς Κύπρου. Καὶ τὰ γένεια τὰ καλογερικά, ποὺ κρύβουν τὸ πρόσωπο, καθὼς ἄκοσμοι ἀγκαθεροὶ φράχτες τοὺς ἀγρούς. Καὶ τὶς κουκουλωμένες καλόγριες, τὴν ἄλλη ἔκδοση τοῦ φερετζὲ τῆς Τούρκισσας, καὶ ἔχεις τὸν Νεοέλληνα φωτογραφία στὸν τοῖχο…

Ἀπέναντι σὲ τούτη τὴ μελανὴ καὶ γανιασμένη φοβέρα, φέρε τὴν εἰκόνα τοῦ ἀρχαίου Ἕλληνα, γιὰ νὰ μετρήσεις τὴ διαφορά. Φέρε τὶς μορφὲς τῶν νέων σωμάτων, τὶς εὐσταλεὶς καὶ τὶς διακριτές. Νὰ ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὴν Ὀλυμπία καὶ τοὺς Δελφούς, καθὼς λευκοὶ ἀργυρόηχοι κρότοι κυμβάλων. Τοὺς ὡραίους χιτῶνες τοὺς χειριδωτούς, καὶ τὰ λευκὰ ἰμάτια τὰ πτυχωτὰ καὶ τὰ ποδήρη. Τὰ πέδιλα ἀπὸ δέρματα μαροκινά, ἀρμοσμένα στὶς δυνατὲς φτέρνες. Φέρε τὴν εἰκόνα ποὺ μᾶς ἀφήσανε οἱ γυναῖκες τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας. Οἱ κοντυλογραμμένες, μὲ τὶς λεπτὲς ζῶνες, τὸν κυανὸ κεφαλόδεσμο, καὶ τὸ ζαρκαδένιο τόνο τοῦ κορμιοῦ. Οἱ Ἐλληνίδες τοῦ Ἀργοῦς καὶ τῆς Ἰωνίας, οἱ λινὲς καὶ οἱ φαινομηρίδες. Τρέχουνε στὰ ὅρη μαζὶ μὲ τὴν Ἀταλάντη. Καὶ κοιμούνται στὰ κοιμητήρια σὰν τὴν Κόρη τοῦ Εὐθυδίκου. Ὅλες καὶ ὅλοι στηριγμένοι χαρούμενα σὲ κάποια μαρμάρινη στήλη, σ’ ἕνα λιτὸ κιονόκρανο, σὲ μιὰ κρήνη λευκὴ τῆς Ἀγορᾶς. Μὲ περίγυρα τοὺς ὡραίους γεωμετρημένους ναούς, ἀναπαμένους στὸ φῶς καὶ στὴν αἰθρία. Ἄνθρωποι, καὶ θεοί, καὶ ἀγάλματα ἕνα. Ὅλα ἐτούτα, γιὰ νὰ συγκρίνεις τὴν παλαιὴ καὶ τὴ νέα Ἑλλάδα, νὰ τὰ βάλεις καὶ νὰ τὰ παραβάλεις. Καὶ στήσε τὸν Φράγκο ἀπὸ δίπλα, νὰ τὰ κοιτάει καὶ νὰ τὰ ἀποτιμά. Μὲ τὸ δίκιο του θὰ ‘χει νὰ σοῦ εἰπεῖ: ἄλλο πράμα ἡ μέρα καὶ τὸ φῶς, καὶ ἄλλο ἡ νύχτα καὶ οἱ μαύροι βρυκολάκοι. Δὲ γίνεται νὰ βάλεις στὸ ἴδιο βάζο ὑάκινθους καὶ βάτα. Καὶ κάπου θὰ ἀποσώσουν ἐπιτιμητικὰ τὴν κρίση τους: Ἀκοῦς ἀναίδεια; Νά μᾶς ζητοῦν κι ἀπό πάνω τά ἐλγίνεια μάρμαρα. Ποιοί μωρέ; Οἱ χριστιανοχομεΐνηδες;

Ἀλλὰ εἶναι καιρὸς ἀπὸ τὶς ἀσκήσεις ἐπὶ χάρτου νὰ περάσουμε στὰ πεδία τῶν ἐπιχειρήσεων. Νὰ κοιτάξουμε τὴν πυρκαγιὰ ποὺ ἀποτεφρώνει τὸ σπιτάκι μας.

- Γιατί εἴμαστε σβησμένοι ἀπό τόν κατάλογο τῶν ἐθνῶν;

- Γιατί ἡ Μακεδονία γίνεται Σκόπια, ἡ Κύπρος γίνεται τουρκιά, τό Αἰγαῖο διεκδικιέται ὡς τὸ mare nostrum τῶν Ὀθωμανῶν;

- Γιατί ὁ πρόεδρος τῆς Τουρκίας εἶπε πρόσφατα στήν Ἀθήνα, ὅτι εἴμαστε μιά ἐπαρχία τοῦ παλιοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους, πού ἀποσχίσθηκε καί πρέπει νά μᾶς ξαναπροσαρτήσουν;

- Γιατί ὁ Μπερίσα τῆς Ἀλβανίας ἔχει νά λέει πώς οἱ Ἕλληνες κάνουν διπλωματία πού ἔρχεται ἀπό τό Μεσαίωνα καί τούς παπάδες;

- Γιατί ὁ Ἀλέξανδρος βαφτίζεται Ἰσκεντέρ, καί ὁ Ὁμηρος Ὁμέρ Βρυώνης;

- Γιατί οἱ διακόσιες χιλιάδες Ἕλληνες τῆς Πόλης γίνανε χίλιοι, καί οἱ Τούρκοι τῆς Δυτικῆς Θράκης θρασομανοῦν, καί γίνουνται ὄγκος κακοήθης πού ‘τοιμάζει μεταστάσεις;

- Γιατί δύο ἀπό τούς πιό σημαντικούς ποιητές μας, ὁ μέτριος Σεφέρης κι ὁ μεγάλος Καβάφης, καταγράφουνται στίς διεθνεῖς ἀνθολογίες καί τούς ποιητικούς καταλόγους μισό Ἕλληνες μισό Τούρκοι;
 
- Γιατί ὅλα τά αὐτονόητα ἐθνικά μας δίκαια Εὐρωπαίοι καί Ἀλβανοί, Βούλγαροι καί Ἑβραίοι, ὀρθόδοξοι καί Ῥούσοι, Τούρκοι καί Βουσμανοαμερικανοί τά βλέπουν σάν ἀνόητες καί μίζερες προκλήσεις, σάν ὑλακές καί κλεφτοεπαιτείες;

Ποιά τύφλωση μᾶς φέρνει νά μή βλέπουμε ὅτι στά μάτια τῶν ξένων ἐκαταντήσαμε πάλι οἱ παλαιοί ἐκείνοι γραικολιγούρηδες; Οἱ esurientes graeculi τοῦ Γιουβενάλη καί τοῦ Κικέρωνα; Τὸ πράγμα ἔχει καὶ περιγραφὴ καὶ ἐρμηνεία. Μέσα στὴ χώρα, μέσα στὴν παιδεία δηλαδὴ καὶ τὴν παράδοσή μας, ἐμεῖς περνάμε τοὺς ἐαυτούς μας λιοντάρια, ἐκεῖ ποὺ οἱ ἔξω ἀπὸ τὴ χώρα μᾶς βλέπουνε ποντίκια. Θαρροῦμε πὼς εἴμαστε τὰ παιδόγγονα τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ τοῦ Ἀλέξανδρου. Οἱ ξένοι ὅμως σὲ μᾶς βλέπουνε τὶς μούμιες ποὺ βρεθήκανε σὲ κάποια ἀσήμαντα Μασταβά. Γιατί; Τὰ διότι εἶναι πολλά. Ὅλα ὅμως συρρέουν σὲ μιὰ κοίτη. Σὲ μιὰ ἀπλὴ ἐξίσωση μὲ δύο ὄρους καὶ ἕνα ἴσον. Εἶναι ἡ: Νεοέλληνες ἴσον Ἑλληνοεβραίοι. Ἂν ἐφαρμόσουμε αὐτὴ τὴν ἐξίσωση στὰ πράγματα, θὰ μᾶς δώσει δύο γινόμενα.

- Τὸ πρῶτο εἶναι ὅτι ζοῦμε σὲ ἐθνικὴ πόλωση.

- Τὸ δεύτερο, ἀκολουθία τοῦ πρώτου, ὅτι ζοῦμε χωρὶς ἐθνικὴ ταυτότητα. Οἱ Νεοέλληνες εἴμαστε ἕνα γέννημα μπασταρδεμένο καὶ νόθο. Οὕτε ἵπποι οὔτε ὄνοι, οὔτε ὄνισσες οὔτε φοράδες. Εἴμαστε μούλοι. Δηλαδὴ μουλάρια. Καὶ τὰ μουλάρια δὲ γεννοῦν. Ὅτι οἱ Νεοέλληνες εἴμαστε Ἑλληνοεβραίοι σημαίνει τὸ ἑξῆς: Ἐνῶ λέμε καὶ φωνάζουμε καὶ κηρύχνουμε ὅτι εἴμαστε Ἕλληνες, στὴν οὐσία κινιόμαστε καὶ ὑπάρχουμε καὶ μιλάμε σὰ νὰ εἴμαστε Ἑβραίοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίφαση. Εἶναι ἡ σύγκρουση καὶ ἡ ἀντινομία ποὺ παράγει τὴν πόλωση. Καὴ ἡ πόλωση στὴν πράξη γίνεται ἀπώλεια τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας. Καὶ τὸ τελευταῖο τοῦτο σημαίνει πολλά. Στὴν πιὸ ἀπλὴ διατύπωση, σημαίνει νὰ ‘σαι τουρκόγυφτας, καὶ νὰ ζητᾶς νὰ σὲ βλέπουν οἱ ἄλλοι πρίγκιπα. Σημαίνει νὰ ‘σαι ἡ μούμια τῶν Μασταβᾶ, καὶ νὰ ζητᾶς ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους νὰ σὲ βλέπουν ἰδιοκτήτη τῆς Ἀκροπόλεως. Σημαίνει νὰ σὲ θωρεῖς λιοντάρι, καὶ οἱ ξένοι νὰ σὲ λογαριάζουνε πόντικα.

Εἶναι μεγάλη ἱστορία νὰ πιαστῶ νὰ σὲ πείσω, ὅτι οἱ νεοέλληνες ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἔχουμε μόνο τὸ τομάρι ποὺ κρέμεται στὸ τσιγκέλι τοῦ σφαγέα. Θέλει κότσια τὸ πράμα. Θέλει καιρὸ καὶ κόπο. Θέλει σκύψιμο μέσα μας, καὶ σκάψιμο βαθύ. Καὶ κυρίως αὐτὸ: θέλει τὸν μεγάλο πόνο.

Θὰ σὲ καλέσω ὅμως σ’ ἕναν ἀπλὸ περίπατο. Θὰ κάνουμε ἕνα πείραμα, ποὺ λένε οἱ φυσικοί. Για νὰ ‘χουμε ἀποτέλεσμα ἔμπεδο. Καὶ ἡ γνώση ποὺ θὰ κερδίσουμε νὰ ‘ναι σίγουρη.

Θὰ ἐπιχειρήσουμε μιὰ στατιστικὴ ἔρευνα. Θὰ διατρέξουμε τὴ χώρα ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη. Ἀπὸ τὸ χωριὸ Πυρσόγιαννη τῆς Ἠπείρου ὡς τὴν ἐπαρχία Βιάνου τῆς Κρήτης. Ἀπὸ τὴ Νίψα καὶ τὶς Σᾶππες τῆς Θράκης ὡς τὸ Παραλίμνι τῆς Κύπρου, κι ὡς τὴν ἄκρη τὸ Ταίναρο.

Θὰ ῥωτήσουμε νεοέλληνες ἀπ’ ὅλες τὶς τάξεις καὶ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Γυναῖκες καὶ ἄντρες, γερόντους καὶ παιδιά, ἀγράμματους καὶ ἐπιστήμονες, φτωχοὺς καὶ πλούσιους, ἀκοινώνητους καὶ ἀριστοκράτες, πουτάνες καὶ καλόγριες, ξωχάρηδες καὶ ἀστούς, φιλέρημους καὶ χαροκόπους. Γιὰ νά ‘ναι τὸ δείγμα μας εὐρὺ καὶ πλῆρες, ποὺ λένε οἱ γραφειοκράτες.

Ὅλα ἐτούτα τὰ ἀθῶα καὶ ἀνυποψίαστα πλήθη θὰ τὰ ῥωτήσουμε δυὸ τρεῖς ἐρωτήσεις ἀπὸ τὸ Ἑλληνικό, κι ἄλλες τόσες ἀπὸ τὸ Ἑβραίικο.

Στὸ Ἑλληνικὸ λοιπόν. Νὰ μᾶς εἰποῦν τὶ γνωρίζουν γιὰ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Ζητοῦμε μιὰ γνώση σοβαρὴ καὶ ὑποψιασμένη. Ὄχι φολκλὸρ καὶ γραφικότητες.

Γιατὶ γνώση τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ξέρουμε νὰ τὸ ζοῦμε κιόλας. Ὄχι δηλαδὴ ὁ Ἡρακλὴς μωρὸ ἔπνιξε τὰ φίδια· ὅτι ὁ Ἀρχιμήδης ἐχάραζε κύκλους στὴν ἄμμο· οὔτε τᾶν ἢ ἐπί τᾶς, μέτρον ἄριστον, ὁ Μινώταυρος στὴν Κρήτη καὶ τὸ πιθάρι τοῦ Διογένη· οὔτε ἂν ξέρουν πὼς ἡ ψωλὴ τοῦ Διὸς ἐγίνηκε κεραυνὸς καὶ χτύπησε τοὺς σχιστοὺς λειμῶνες τῆς Ὀλυμπιάδας, γιὰ νὰ γεννήσει στὸ Φίλιππο τὸν Ἀλέξανδρο*.

Τέτοια γνώση τῆς κλασικῆς Ἑλλάδας θὰ ‘τανε τουρισμὸς στὴν Τυνησία. Ἡ φουστανέλα καὶ τὸ κόκκινο φέσι στὴ Μελβούρνη καὶ στὴν Πέμπτη Λεωφόρο κατὰ τὶς ἐθνικὲς γιορτές. Θὰ ζητήσουμε γνώση οὐσίας.

Νὰ μᾶς εἰποῦνε, δηλαδή, ἂν ἔχουνε ἀκουστὰ τὰ ὀνόματα Ἐμπεδοκλής, Ἀναξίμανδρος, Ἀριστόξενος ὁ Ταραντίνος, Διογένης Λαέρτιος, Ἀγελάδας, Λεύκιππος, Πυθαγόρας ὁ Ῥηγίνος, Πυθέας, ποὺ στὸν καιρό μας ἀντίστοιχα σημαίνουν Ἀινστάιν, Δαρβίνος, Μπετόβεν, Ἔγελος, Μιχαήλ Ἄγγελος, Μὰξ Πλάνκ, Ῥοντέν, Κολόμβος.

Νὰ μᾶς μιλήσουν γιὰ κάποιους ὄρους σειρᾶς καὶ βάσης, ὁπως «σφαῖρος» στὸν Ἐμπεδοκλή, «κενὸ» στὸ Δημόκριτο, «ἐκπύρωση» στὸν Ἡράκλειτο, «μηδὲν» στὸν Παρμενίδη, «κατηγορία» στὸν Ἀριστοτέλη, «τόνος» στοὺς Στωικούς.

Νὰ μᾶς εἰποῦν οἱ κάθε λογῆς ἕλληνες ἐπιστήμονες τὶ τοὺς λέει ἡ λέξη «ψυχρᾷ φλογί» στὸν Πίνδαρο, «μεταβάλλον ἀναπαύεται» στὸν Ἡράκλειτο, «δακρυόεν γελάσασα» στὸν Ὅμηρο, «χαλεπῶς μετεχείρισαν» στὸ Θουκυδίδη.

Νὰ μᾶς εἰποῦνε, πόσοι φιλόλογοι, ἔξω ἀπὸ τὰ σχολικὰ κολυβογράμματα, ἔχουν διαβάσει στὸ πρωτότυπο τρεῖς διαλόγους τοῦ Πλάτωνα, δύο Νεμεόνικους τοῦ Πινδάρου, τὴν Ὠδὴ στὴν ἀρετὴ τοῦ Ἀριστοτέλη, ἕναν Ὁμηρικὸ Ὕμνο. (Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ῥαψωδία).

Καὶ γιὰ νὰ μᾶς πιάσει τεταρταῖος καὶ καλπάζουσα, νὰ μᾶς εἰπεῖ ποιὸς γνωρίζει καὶ διδάσκει ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς προφεσσόρους στὰ πανεπιστήμια ὅτι οἱ τρεῖς τραγικοὶ ποιητές μας στὴ βάση τους εἶναι φυσικοὶ ἐπιστήμονες· ὅτι στὴ διάλεξή του γιὰ τὴν ἀρετὴ ὁ Πλάτων ἔκαμε στοὺς ἀκροατές του ἕνα μάθημα γεωμετρίας**· ὅτι ἡ Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν εἶναι δωρικό, καὶ ὅχι ἰωνικὸ καλλιτέχνημα· ὅτι ἡ διδασκαλία τραγωδίας στὸ θέατρο ἦταν κήρυγμα ἀπὸ ἄμβωνος· ὅτι ἡ θρησκεία τῶν ἑλλήνων ἦταν αἰσθητικὴ προσέγγιση τῶν φυσικῶν φαινομένων.

Δὲ νομίζω, ἀναγνώστη μου, ὅτι σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπίπεδα ἡ ἔρευνά μας θὰ δώσει ποσοστὰ γνώσεως καὶ κατοχῆς σὲ βάθος τοῦ κλασικοῦ κόσμου ἀπὸ τοὺς νεοέλληνες ποὺ νὰ ὑπερβαίνουν τοὺς δύο στοὺς χίλιους.

Τί φωνάζουμε τότε, καί φουσκώνουμε, καί χτυπᾶμε τό κούτελο στό μάρμαρο ὅτι εἴμαστε ἕλληνες; Γιὰ τὸ θεὸ δηλαδή. Παράκρουση καὶ παραφροσύνη.

Θὰ μοῦ εἰπεῖτε:

- Μήπως καὶ οἱ Εὐρωπαίοι γνωρίζουν σὲ τέτοιο βάθος τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα;
Θὰ σᾶς εἰπῶ:

- Ὄχι. Ἀλλὰ οἱ Εὐρωπαίοι δὲν καυχιούνται ὅτι εἶναι Ἕλληνες, ὅπως ἐμεῖς. Καυχιούνται ὅτι εἶναι Γάλλοι, καὶ Ἰταλοί, καὶ Βέλγοι. Γιατὶ αὐτὸ εἶναι στὴν οὐσία της ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι τὰ πασουμάκια τοῦ Ἡρακλέως στὸ παλάτι τῆς Ὀμφάλης. Οὔτε ὁ Ὀδυσσέας μὲ τὸ παλούκι του στὴ σπηλιὰ τοῦ Κύκλωπα. Ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα εἶναι ἕνας πολιτισμὸς ἀσύγκριτος. Μιὰ κοσμοθεωρία πλήρης. Ἕνας τρόπος ζωῆς ὁλοκληρωμένος καὶ τέλειος. Εἶναι ἡ πιὸ κοντὰ στὴ φύση καὶ στὴ φυσικὴ ἰδιότητα κοινωνία, ποὺ ἔσωσε νὰ δημιουργήσει ὁ ἄνθρωπος. Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ λέξεις ἐλληνικές, ὅπως μουσική, θέατρο, ὁργασμός, φιλοσοφία, μαθηματικά, φυσική, δημοκρατία, γεωμετρία, πολιτική, περάσανε σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες τῶν ἐθνῶν τοῦ OHE σήμερα. Καὶ μὲ τὶς λέξεις αὐτὲς ζοῦν καὶ δηλώνουν τὶς βαθύτερες οὐσίες τοῦ ἀνθρώπινου βίου τὰ δισεκατομμύρια τοῦ πλανήτη. Δὲν εἶναι τυχαῖο, ποὺ ὄχι μόνο ὁ πλανήτης ἀλλὰ καὶ ὁ οὐρανός, τὸ σύμπαν ὁλόκληρο εἶναι κατάσπαρτο μὲ τὶς ἐλληνικὲς λέξεις καὶ μὲ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα ποὺ ὀνομάζουν διεθνῶς τοὺς ἀστερισμούς, καὶ τοὺς φωτεινότερους ἀστέρες τοῦ κάθε ἀστερισμοῦ. Ὄχι. Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο. Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τυχαῖο, εἶναι πὼς ὁ λαὸς ποὺ κατοικεῖ σήμερα στὴ χώρα ποὺ παλαιὰ τὴν ἐκατοίκησαν οἱ Ἕλληνες, ὀνομάζουνται Ἕλληνες. Ἡ ἔρευνα μᾶς ἔδειξε ὅτι μόνο Ἕλληνες δὲν εἶναι. Γιατὶ τοὺς Ἕλληνες οὔτε τοὺς βλέπουν οὔτε τοὺς γνωρίζουν.

Ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸ ἐρχόμαστε στὸ Ἑβραίικο. Ἐρωτᾶμε τὸ ἴδιο στατιστικὸ δείγμα, τὸ εὐρὺ καὶ τὸ πλῆρες, ἂν ἔχουν ἀκουστὰ τὰ ὀνόματα Μωυσής, Ἀβραάμ, Ἠσαΐας, Ἠλίας μὲ τὸ ἄρμα, Νῶε, Βαφτιστής, Εὔα ἡ πρωτόπλαστη, Ἰώβ, ὁ Δανιὴλ στὸ λᾶκκο, ἡ Σάρα ποὺ γέννησε μὲ ἐξωσωματική. Καὶ ὄχι μόνο τὰ ὀνόματα, ἀλλὰ καὶ τὶς πράξεις ἢ τὶς ἀξίες ποὺ ἐκφράζουν αὐτὰ τὰ ὀνόματα.

Ὑπάρχει γριὰ στὴν ἐπικράτεια ποὺ νὰ μὴν τοὺς ξεύρει τούτους τοὺς ἑβραίους; Δὲν ὑπάρχει οὔτε γριά, οὔτε ὀρνιθοκλόπος στὶς Σποράδες, οὔτε κλεφτογιδὰς στὴν Κρήτη. Ἐδῶ τὰ ποσοστὰ ἀντιστρέφουνται. Στοὺς χίλιους νεοέλληνες τὰ ναὶ γίνουνται ἐννιακόσια τόσα, καὶ τὰ ὄχι δύο. Καὶ δὲν ξεύρουν μόνο τὰ ὀνόματα, ἀλλὰ εἶναι ἔτοιμοι νὰ σοῦ κάνουν ἀναλύσεις στὴν οὐνιβερσιτὰ καὶ στὴν ἀκαντέμια γιὰ τὶς ἠθικὲς καὶ ἄλλες ἀξίες ποὺ ἐκφράζει τὸ κάθε ὄνομα.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ γιὰ φράσεις ὅπως «Πρὸς Κολασσαεῖς», «Πρὸς Κορινθίους», «Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν». Ἐδῶ μάλιστα μεγάλος ἀριθμὸς νεοελλήνων ξέρει ἀπόξω ὁλόκληρα χωρία καὶ περικοπές.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει, ἂν τοὺς εἰπεῖς γιὰ τόπους ὅπως Ἰορδάνης, Γαλιλαία, Γεσθημανή (sic), Ὅρος Σινά, Καπερναούμ, Τιβεριάς. Ἂν ὅμως τοὺς εἰπεῖς γιὰ Βάσσες ἢ Φιγαλία, γιὰ Ἀργινοῦσες ἢ Πλημμύριον, γιὰ Περίπατο ἢ Κήπο (περιπατητικοί, ἐπικούρειοι), σοῦ ἀπαντοῦν, ὅπως ὁ Μακρυγιάννης. Ὅταν εἶδε τὸ Σκούρτη καὶ τοὺς ἄλλους ναυάρχους στὰ ὅρη νὰ ὁδηγοῦν σὲ μάχη τοὺς στρατιῶτες τοῦ Νικηταρᾶ μὲ ναυτικὰ παραγγέλματα:

- Τί ὄρτζα, πότζα, καί γαμῶ τό καυλί του μᾶς λέει ὁ κερατάς;***

Τὸ ἴδιο συμβαίνει, ἂν ζητήσεις νὰ σοῦ ἀναλύσουν τὴν ἐπὶ τοῦ Ὅρους Ὀμιλία, ἢ νὰ σοῦ τραβήξουνε διάλεξη περὶ νηστείας, περὶ προσευχῆς, περὶ τοῦ «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι…». Ὁ κάθε Νεοέλληνας ἐδῶ εἶναι πτυχιοῦχος καὶ εἰδήμονας. Εἶναι κληρονόμος καὶ καθηγητής. Ξέρει νὰ ταΐσει ἄχυρα τὸ σκυλί του, καὶ κόκαλα τὸ γαϊδούρι του. Γνώση καὶ πίστη καὶ σοφία, ποὺ νὰ ἰδοῦν τὰ μάτια σου καὶ νὰ μὴν πιστεύει ὁ νοῦς σου.





Δημήτρης Λιαντίνης - «Γκέμμα» (κεφάλαιο «Ὁ Ἑλληνοέλληνας»).


_____________________________________
* Δὲν ἀναφέρομαι στὸν «ψολόεντα κεραυνὸν» τοῦ Ἠσιόδου (Θεογ. 515), ἀλλὰ στὴ διήγηση τοῦ Πλούταρχου (Αλέξανδ., 2), ὅτι ἡ Ὀλυμπιάδα δέχτηκε στὸ κρεββάτι της τὸ Δία μὲ τὴ μορφὴ τοῦ κεραυνοῦ. Ὅταν ἀργότερα στὴν Αἴγυπτο ὁ ἰερέας τοῦ Ἄμμωνα προσφώνησε τὸν Ἀλέξανδρο παιδίος ἀντὶ παιδίον, λαθεύοντας τὸ νῦ σὲ σῖγμα, ὁ Ἀλέξανδρος ἄκουσε Παῖ Διός, δηλαδὴ παιδὶ τοῦ Δία. (Πλουτ., Ἀλέξανδρ. 27).
** Τὴν πληροφορία, ἂν θυμάμαι, τὴ βρίσκουμε στὸν Ἀριστόξενο τὸν Ταραντίνο.
*** Μακρυγιάννη, Ἀπομνημονεύματα. Στὸ ἕβδομο κεφάλαιο τοῦ πρώτου βιβλίου.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου