Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Ὁ ἀπατηλὸς χαρακτήρας τῆς ἀναζητήσεως τοῦ ἀπόλυτου.



τοῦ Mircea Eliade



 
Στὶς ἀρχὲς τοῦ Φεβρουαρίου μία ξένη ἔφτασε μέσα στὴν καρδιὰ τῆς νύχτας, ξύπνησε τὸ φύλακα καὶ τοῦ ζήτησε ἕνα δωμάτιο σὲ μία διάλεκτο τόσο ἀκατανόητη ποὺ ἀνθρωπᾶκος ἦρθε καὶ μὲ παρακάλεσε νὰ τὸν βοηθήσω. Φόρεσα τὴ βουνίσια γούνινη κάπα μου ποὺ μὲ κάνει νὰ μοιάζω μὲ μογγόλο τῶν Ἱμαλαϊων καὶ βγῆκα. Σὲ μία σεζλόγκ τῆς βεράντας ἦταν σωριασμένη μία γυναῖκα. Ἔμοιαζε ἐξαντλημένη. Δὲν ἔβλεπα παρὰ τὰ ξανθὰ μαλλιά της καὶ τὰ κάπως μεγάλα χέρια της ποὺ ἔσφιγγαν πάνω στὸ κορμί της τὶς ἄκρες μιᾶς λεπτῆς καμπαρντίνας. Δὲν ἤξερε παρὰ μερικὲς λέξεις στὰ ἱνδουστανικὰ καὶ τὸ πρόσωπό της φωτίστηκε ὅταν μὲ εἶδε. Ἡ ἀνάσα της ἦταν λαχανιαστή. Μοῦ εἶπε ὅτι εἶχε ἀφήσει στὴν αὐλὴ ἕνα μπόυ μὲ τὶς ἀποσκευές της. Εἶχαν ἔρθει μὲ τὰ πόδια ἀπὸ τὸ Ῥανικέτ, εἶχαν χάσει πολλὲς φορὲς τὸ δρόμο τους καὶ τελικὰ ἀναγκάστηκαν νὰ διασχίσουν τὸ χείμαρρο γιὰ νὰ φτάσουν ὡς τὸ μπαγκαλόου. Ὅλα αὐτὰ μοῦ τὰ ἔλεγε ἀνατριχιάζοντας κάθε λίγο καὶ λιγάκι. Νόμισα πὼς κατάλαβα ὅτι μία δυσάρεστη περιπέτεια τὴν εἶχε ἀναγκάσει νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Ῥανικὲτ μετὰ τὸ τέλος τῆς μέρας. Τὴν ἔλεγαν Τζένη Ἄιζακ, ἐρχόταν ἀπὸ τὸ Κέηπτάουν τῆς Νότιας Ἀφρικῆς καὶ βρισκόταν ἐδῶ καὶ μερικοὺς μῆνες στὶς Ἰνδίες. Διέσχιζε τὰ Ἱμαλάια ψάχνοντας νὰ βρεῖ ἕνα μοναστῆρι ποὺ θὰ τὴ δεχόταν. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μοῦ ἔδωσε τὴν ἐντύπωση ἑνὸς ἀνθρώπου μὲ διανοητικὴ μόνον ἔξαψη ποὺ εἶχε φτάσει σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση ἀπὸ ἀπογοήτευση μᾶλλον καὶ ὄχι ἀπὸ δίψα γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ὁ φύλακας ἄναψε τὸ μεγάλο φανάρι τοῦ μπαγκαλόου καὶ μπόρεσα νὰ τὴ δῶ πιὸ προσεκτικά: ἦταν ἀρκετὰ νέα, εἶχε μάτια γαλάζια σ’ ἕνα πρόσωπο στρογγυλὸ καὶ ἀνέκφραστο καὶ ἡ λεπτή, παιδιάστικη φωνή της ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ γεροδεμένο, γεμάτο σῶμα της, τὸ ψηλό ἀνάστημά της, τὰ δυνατά μπράτσα της καὶ το μεγάλο στῆθος της. Ἦταν περίεργα ντυμένη μὲ ἕνα ἀποικιακὸ ταξιδιωτικὸ κουστοῦμι προσαρμοσμένο στὴν ὀρειβασία. Εἶχε μουσκέψει ὁλόκληρη κι ὁ φύλακας τῆς ἑτοίμασε ἄφθονο τσάι ποὺ τὸ ἤπιε λαίμαργα, μιλώντας ἀσταμάτητα, κάνοντάς μου χίλιες δυὸ ἑρωτήσεις σὰν νὰ τὴν ἀνησυχοῦσε ἡ παρουσία μου. Αὐτὴ ἡ ἐπίσκεψη μοῦ φάνηκε ἐνοχλητική. Ἡ γυναῖκα μὲ καθησύχασε ἀναγγέλοντάς μου ὅτι σὲ δύο μέρες θὰ ἔφευγε. Ἤθελε νὰ φτάσει στὸ Μπαντρινὰτ ποὺ ἀπεῖχε τουλάχιστον τριάντα μέρες μὲ τὰ πόδια, περνώντας ἀπὸ τὸ Μαϊχαλί. Χαμογέλασα ἀκούγοντας τὸ σχέδιό της αὐτό: οἱ βουνοκορφὲς ἦταν ἐντελῶς παγωμένες, τὰ μονοπάτια σκεπασμένα μὲ χιόνι καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφταναν ὅλα αὐτὰ ἔπαιρνε λάθος κατεύθυνση: ἔπρεπε νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ Χαρντβέρ. Τῆς ἔδωσα ὅλες τὶς ἀπαραίτητες ἐξηγήσεις συμβουλεύοντάς την νὰ πάει στὴν Κοντβάρα ἀπ’ ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ πάρῃ κάποιο τρένο ὡς τὸ Χαρντβέρ. Μὲ ῥώτησε ἄν ἤμουνα κι ἐγὼ περαστικὸς γιὰ κάπου ἤ ἄν σκόπευα νὰ μείνω καιρὸ στὸ μπαγκαλόου. Ἡ ἀδιακρισία της μὲ σοκάρισε. Τῆς ἀπάντησα ξερὰ ὅτι δὲν εἴχα ἰδέα, ὅτι πρὸς τὸ παρὸν εἴχα σκοπὸ νὰ μείνω γιατὶ τὸ μέρος ἦταν ἑρημικὸ καὶ ὅτι μοῦ ἄρεσε ὁ ἀέρας τοῦ πευκοδάσους… Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ βγῆκα τὸ ξημέρωμα ὅπως τὸ συνήθιζα. Περιπλανήθηκα στὸ βουνό, ἔκανα μπάνιο κάτω ἀπὸ ἕνα βρᾶχο, ἔφαγα παξιμάδια μὲ μέλι καὶ γύρισα ἀργὰ τὸ βράδυ. Ὁ φύλακας μὲ εἰδοποίησε ὅτι ἡ κυρία, ἡ μεμσαχίμπι ἦταν ἄρρωστη καὶ ζητοῦσε νὰ μὲ δεῖ. Πῶς διάβολο τὸ κατάλαβε μὲ τὰ ἐλάχιστα ἱνδουστανικά της Τζένυ Ἄιζακ; Χτύπησα τὴν πόρτα της. Μιὰ φωνὴ ἀλλοιωμένη ἀπ’ τὸν πυρετὸ μοῦ ἀπήντησε. Ἡ ὅλη ὑπόθεση μὲ ἐκνεύρισε λίγο: θὰ ‘πρεπε τώρα νὰ κάθωμαι στὸ προσκεφάλι μιᾶς ἄρρωστης, μιᾶς λευκῆς ἄρρωστης! Τὴν βρῆκα στὸ κρεβάτι μὲ πυρετὸ καὶ ῥίγη, ἀλλὰ ἀρκετὰ θαρραλέα. Μὲ παρακάλεσε νὰ τῆς γράψω στὰ ἱνδουστανικὰ μιὰ σειρὰ ἀπὸ καθημερινὲς λέξεις καὶ νὰ τῆς ἐτοιμάσω ἕνα φλιτζάνι κακάο, γιατὶ ὁ φύλακας δὲν τὰ κατάφερνε… Δὲν ἔδειξε νὰ τὴ φοβίζῃ καθόλου τὸ γεγονὸς ὅτι βρισκόταν ἄρρωστη στὴν καρδιὰ τοῦ βουνοῦ, μόνη, ἀγνοώντας τὴ γλώσσα τῶν ντοπίων καὶ μὴν ἔχοντας κανένα νὰ τὴ βοηθήσῃ. Μὲ πληροφόρησε ὅτι εἶχε πυρετὸ ἐδῶ καὶ δυὸ - τρεῖς ἑβδομᾶδες, ὅτι εἶχε μείνει κατάκοιτη, μισοπεθαμένη στὸ σπίτι ἑνὸς Μπουτανί, κοντὰ στὴν Ἁλμόρα, ἀλλὰ ὅτι δὲν εἶχε φοβηθεῖ ποτέ. Τὴν ῥώτησα τὶ τὴν ἔσπρωξε νὰ ἔρθει στὴν Ἱνδία. Κοκκίνησε λίγο καὶ μοῦ ἀπάντησε ἀπότομα: - Ζητάω τὸ ἀπόλυτο! Μὲ δυσκολία κρατήθηκα νὰ μὴ βάλω τὰ γέλια. Βρῆκα ξαφνικὰ τὸ χιοῦμορ μου κι αὐτὸ μὲ λύπησε καὶ μὲ ἠρέμησε ταυτόχρονα. Εἴχα νομίσει πὼς οὔτε ἡ συγκίνηση, οὔτε τὸ αἴσθημα τοῦ γελοίου δὲν μὲ ἄγγιζαν πιά, ὅτι εἴχα γίνει ἀδιάφορος στὶς λεπτὲς διακρίσεις καὶ ἀποχρώσεις καὶ νὰ ποὺ ξαφνικὰ ἡ σοβαρότητα αὐτῆς τῆς γυναίκας καθῶς πρόφερε τὴ λέξη «ἀπόλυτο» εἶχε ξυπνήσει μέσα μου ἕναν ὁλόκληρο κόσμο φάρσας καὶ ἀνοησίας, ἀπάτης καὶ τραγικότητας – τὸν κόσμο μέσα στὸν ὁποῖο ζούσα παλιά… Κατάφερα μὲ μεγάλη δυσκολία νὰ ἀλλάξω θέμα. Τὴ ῥώτησα γιὰ τὸν Γκάντι καὶ τὸ ἐθνικιστικὸ κίνημα - ἑρωτήσεις σκόπιμες ποὺ τὶς κάνω πάντα ὅταν θέλω νὰ κρατήσω κάποιον σὲ ἀπόσταση. Μὲ πληροφόρησε ὅτι ἦταν Βρετανὴ ὑπήκοος ἀλλὰ ὅτι ἀνῆκε σὲ οἰκογένεια Φινλανδῶν Ἑβραίων ἐγκατεστημένων ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ προηγούμενου αἰώνα στὴ Νότια Ἀφρική, ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ ὑποφέρῃ τὴν ὑποκρισία τῶν λευκῶν κι ὅτι εἶχε ἔρθει ἐδῶ ἀποφασισμένη νὰ ξεχάσῃ τὰ πάντα, νὰ μπῇ σ’ ἕνα ἀσράμ γιὰ νὰ ἀναζητήσῃ τὴν ἀλήθεια, τὴ ζωή, τὴν ἀθανασία. Ἀτάραχος τὴν ἄκουγα νὰ ἐπαναλαμβάνῃ ὅλες τὶς διαδεδομένες μυθοπλασίες πάνω στὴν Ἱνδία τῶν φακίρηδων καὶ τῶν μυστικιστῶν, ὅλες τὶς ἀηδίες τῶν βιβλίων τοῦ Ῥουματσαράκα, ὅλες τὶς ἀπλοϊκότητες τῆς ψευτοϊνδικῆς κουλτούρας ποὺ ἦταν τῆς μόδας στὶς ἀγγλοσαξωνικὲς χῶρες. Ἔβλεπε κανεῖς ὅτι εἶχε μείνει πολὺ καιρὸ μόνη της καὶ φλεγόταν ἀπὸ ἐπιθυμία νὰ μοῦ πῇ «τὰ πάντα», εὐτυχισμένη ποὺ εἶχε βρεῖ ἕναν ἄνθρωπο νὰ τὴν ἀκούσῃ καὶ νὰ τὴν «καταλάβῃ». Τίποτε δὲν τὴν σταματοῦσε στὶς ἐκμυστηρεύσεις της: ἔμαθα ὅτι εἶχε τέσσερις ἀδελφές, ὅτι ἦταν βιολοντσελίστρια στὴ δημοτικὴ ὀρχήστρα τοῦ Κέηπτάουν, κι ὅτι εἶχε δώσει κονσέρτα στὸ Γιοχάνεσμπουργκ. Κέρδιζε ἐκεῖ σαράντα λίρες τὸ μῆνα. Δὲν τὰ πήγαινε καθόλου καλὰ μὲ τὴν οἰκογένειά της – μικροαστοὶ ποὺ δὲν σκέφτονταν παρὰ τὸ γάμο! Εἶχε ἀποτραβηχτεῖ σ’ ἕνα μικρὸ ἀγρόχτημα στὰ περίχωρα στὸ ὁποῖο γύριζε κάθε βράδυ, μετὰ τὸ κονσέρτο, μ’ ἕνα μικρό αὐτοκίνητο ποὺ εἶχε ἀγοράσει μὲ τὶς οἰκονομίες της… Εἶχε διάθεση νὰ συνεχίσῃ γιὰ πολλὴ ὥρα τὸν ἀπατηλὸ χαρακτῆρα αὐτοῦ τοὺ ἀπόλυτου ποὺ ἀναζητοῦσε ἡ φτωχὴ βιολοντσελίστρια. Ἔνιωθα τεράστιο οἶκτο γιὰ αὐτὴν καθῶς σκεφτόμουν ὅτι εἶχε ἐγκαταλείψει τὸ σπίτι της καὶ τὴν ἑλευθερία τῆς πολιτισμένης ζωῆς - ἀπλῶς καὶ μόνο γιατὶ διάβασε τὰ βιβλία αὐτοῦ τοῦ Ἄγγλου τσαρλατάνου μὲ τὸ ψευδώνυμο Ῥαματσαράκα. Ἀργότερα μὲ πληροφόρησε ὅτι ἀκόμη καὶ ἡ ἀνακάλυψη αὐτῶν τῶν βιβλίων «ποὺ τῆς ἀπεκάλυπταν ἕναν ἄλλο κόσμο, πέρα ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις» περιβαλλόταν μὲ μυστήριο: ἕνα βράδυ εἶχε δεῖ στὸ ὄνειρό της τὸ ὄνομα ἑνὸς βιβλιοπωλείου ποὺ δὲν τὸ γνώριζε. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ αὐτοκίνητό της ἔπαθε ἕνα ἀτύχημα σ’ ἕνα λιγοσύχναστο δρόμο τοῦ Κέηπτάουν κι ὅταν σήκωσε τὰ μάτια της εἶδε ὅτι βρισκόταν μπροστά στὸ βιβλιοπωλεῖο τοῦ ὀνείρου της! Μπῆκε μέσα καὶ πλησίασε ἕνα ῥᾶφι γεμάτο μὲ βιβλία πάνω στὴ θεοσοφία, τὸν ἀποκρυφισμὸ καὶ τὴ γιόγκα. Ἀγόρασε μόνο τὰ βιβλία τοῦ Ῥαματσαράκα ποὺ τῆς χάρισαν τὴν «ἀποκάλυψη τῆς Ἱνδίας». Γιὰ δύο μέρες ἀναγκάστηκα νὰ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τοὺς μακρινοὺς μου περιπάτους καὶ δὲν μπόρεσα οὔτε νὰ συλλογιστῶ οὔτε νὰ ὀνειρευτῶ ὅπως ἔκανα τόσους μῆνες τώρα… Ἡ Τζένυ ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι ἄρρωστη καὶ ἡ παρουσία μου ἦταν ἀναγκαία σχεδὸν συνεχῶς. Εἶχε καταλάβει ὅτι μὲ κούραζε ἀλλὰ ἔνιωθε τόσο μόνη καὶ δυστυχισμένη πού, βάζοντας κατὰ μέρος τὸν ἐγωισμό της ἔστελνε κάθε λίγο καὶ λιγάκι τὸ φύλακα νὰ μὲ φωνάξῃ βρίσκοντας μιὰ καινούρια πρόφαση. Συνέχισε νὰ μοῦ ἐξομολογῆται γιὰ ὧρες σὰν νὰ ἔνιωθε τὴν ἀνάγκη νὰ μοῦ γνωρίσῃ ὁλόκληρη τὴ ζωή της πρὶν ἐπικοινωνήσῃ πνευματικὰ μαζί μου. Ἔπρεπε πρώτα νὰ μοῦ δείξῃ ὅλες τὶς γωνιὲς τῆς ψυχῆς της. Νόμιζε τὸν ἐαυτό της διαφορετικὸ ἀπὸ τὶς ἄλλες γυναῖκες παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ζοῦσε, ὅπως καὶ τόσες ἄλλες μέσα σ’ ἕνα διαρκῆ μποβαρισμό, συντηρώντας ἰδέες ἀπελπιστικὰ ὑψηλὲς καὶ ἀλήθειες μὲ κεφαλαῖο α. Ἔτσι μοῦ ἐκμυστηρεύτηκε τὴν ἀποστροφή της γιὰ τὸν κόσμο, τὴν κοινωνία, τὴν οἰκογένεια, τὸν ἔρωτα. Μοῦ μίλησε γιὰ τὶς τρομερὲς δοκιμασίες ποὺ χρειάστηκε νὰ περάσῃ γιὰ νὰ βρῇ τὴν ἐλευθερία της ἀπαρνούμενη τὰ πάντα. Ἡ παραίτησή της ἀπὸ τὴ μουσικὴ, τὴν τέχνη, ἦταν ἡ πιὸ ὀδυνηρή. Ὅσο γιὰ τὸν ἔρωτα οἱ γνώσεις της ἦταν πολὺ λίγες γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ μιλάει γιὰ αὐτόν… ποτὲ δὲν εἶχε ἑρωτευτεῖ κανέναν: ὁ ἄντρας ποὺ νόμιζε ὅτι θὰ ἀγαποῦσε εἶχε ἀρραβωνιαστεῖ μὲ μίαν ἄλλη. Κατάλαβε τότε ὅτι ὁ ἕρωτάς της γιὰ αὐτὸν ἦταν μία αὐταπάτη. Εἶχε θελήσει νὰ γνωρίσῃ τὴν ἐμπειρία τοῦ σωματικοῦ ἕρωτα πρὶν νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐφήμερη ζωή, καὶ νὰ ξεκινήσῃ πρὸς ἀναζήτηση τοῦ ἀπολύτου. Ἔτσι, δύο ἑβδομᾶδες πρὶν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Ἀφρική, εἶχε δοθεῖ σὲ ἕνα Γερμανὸ φίλο της, ἕνα παιδὶ συμπαθητικὸ καὶ ἐξαίρετο χορευτὴ ποὺ τὴν εἶχε φλερτάρει κάπως. Δὲν θέλησε νὰ τὴν πιστέψῃ ὅταν τοῦ εἶπε πὼς ἦταν παρθένα καὶ ἡ ἀδέξια βαρβαρότητά του τὴν ἀηδίασε ὁριστικὰ γιὰ κάθε σαρκικὴ ἐπαφή. Ἕνα πράγμα τὴ χαροποιοῦσε στὴ ζωὴ ποὺ ἐτοιμαζόταν νὰ ζήσῃ. Ἦταν ὅτι δὲν θὰ μποροῦσε πιὰ οὔτε νὰ ἀγαπήσῃ, οὔτε νὰ ἀγαπηθῇ. Εἶχε καταλήξει νὰ πιστεύῃ ὅτι οἱ ἄντρες εἶναι κτήνη, γουρούνια ἤ ἠλίθιοι, καὶ πὼς οἱ μόνοι ἀρσενικοὶ ποὺ ἀξίζουν κάτι εἶναι αὐτοὶ ποὺ παραιτοῦνται ἀπὸ τὶς «ἡδονές» τοῦ κόσμου, δηλαδὴ οἱ ἀναχωρητές, οἱ φιλόσοφοι, οἱ μυστικιστές. Μέσα στὸ κεφάλι τῆς Τζένυ κυκλοφοροῦσαν ἕνα σωρὸ ἀσυνάρτητες ἰδέες ποὺ ἀνακατεύονταν μὲ τὶς συναισθηματικὲς ἀπογοητεύσεις καὶ τὶς τρέχουσες προκαταλήψεις τῶν γυναικῶν, ὅπως εἶναι ὁ φετιχισμὸς τοῦ «ἀνώτερου ἀνθρώπου», τοῦ «μοναχικοῦ ἀνθρώπου», καὶ ἡ λατρεία τῆς μοναξιᾶς, τῆς περιπέτειας, τῆς παραίτησης… Τὰ λόγια της μὲ ἔκαναν ἔξω φρενῶν. Ἀπὸ τότε ποὺ εἴχα ἀποσυρθεῖ στὰ βουνά εἴχα ἀσκηθεῖ νὰ προχωρῶ ὡς τὴν ἄκρη τὴ σκέψη μου πάνω σ’ ἕνα θέμα, νὰ ξεψαχνίζω μία ἰδέα διεισδύοντας σὲ ὅλες τὶς συνέπειές της. Αὐτὴ ἡ νέα κοπέλα ποὺ ἀναζητοῦσε ἀορίστως τὸ ἀπόλυτο, μ’ ἔκανε πραγματικὰ νὰ ὑποφέρω μὲ τὴν ἀσυναρτησία τῶν λόγων της καὶ τὸν συρφετὸ τῶν θολῶν ἰδεῶν ποὺ γέμιζαν τὸ κεφάλι της. Κάθε φορὰ ποὺ γύριζα στὸ δωμάτιό μου σημείωνα στὸ ἡμερολόγιό μου τὶς κρίσεις καὶ τὶς ἐντυπώσεις μου. Μοῦ φαινόταν ὅτι ἡ παρουσία τῆς Τζένυ δὲν εἶχε γιὰ μένα τὴν κοινὴ σημασία ἑνὸς τυχαίου γεγονότος. Αὐτὴ ἡ παρουσία ἀποτελοῦσε τὴν ἐπανασύνδεση τῆς ἐπαφῆς μου μὲ ἕναν κόσμο κι ἕνα τρόπο σκέψης τὴν ἐπίδραση τοῦ ὁποίου εἴχα θεληματικὰ ἀποφύγει. Μέσα σὲ μία ἑβδομάδα εἶχε γίνει καλὰ καὶ εἶχε ἀνακτήσει τὶς δυνάμεις της. Δὲν ἀποφάσιζε ἀκόμη νὰ φύγῃ. Στὸ μεταξὺ ἡ στάση μου ἀπέναντί της εἶχε ἀλλάξει ὁλοκληρωτικά. Στὴν ἀρχὴ μὲ κούραζε καὶ μὲ νευρίαζε. Τώρα μὲ ἐνδιέφερε σὰν θέαμα, καὶ μὲ βοηθοῦσε νὰ ἀξιολογήσω σωστὰ ὁρισμένα πράγματα – καὶ κατ’ ἀρχὴν νὰ ἐξετάσω μέσα ἀπ’ αὐτὴν τὸν εὐρωπαϊκὸ κόσμο ποὺ εἴχα ἐγκαταλείψει καὶ στὸν ὁποῖο ἔπρεπε γρήγορα ἤ ἀργὰ νὰ ἐπιστρέψω – κυρίως ὅμως, κι αὐτὸ τὸ μέτρημα ἦταν τὸ πιὸ σοβαρό, νὰ ζυγίσω σωστὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ νεότητά μου. Πρέπει νὰ πῶ ὅτι σχεδὸν τρομοκρατήθηκα τὴν ἡμέρα πού, πετυχαίνοντας τὴν Τζένυ μισόγυμνη στὴν κάμαρά της, συνειδητοποίησα ὅτι δὲν ἔνιωθα τὴν παραμικρὴ συγκίνηση. Ἦταν γιὰ μένα σὰν ἕνα ὁποιοδήποτε ἀντικείμενο… Ἐκείνη τὴ νύχτα σκέφτηκα πολλὰ πράγματα. Ἀναρωτήθηκα μήπως ὁ παράφορός μου ἔρωτας μὲ τὴ Μαϊτρέγι καὶ τὸ σκληρὸ σὸκ τοῦ χωρισμοῦ μας, καθῶς καὶ ἡ τωρινὴ μοναξιά μου, εἶχαν σβήσει μέσα μου κάθε ἀντρικὴ ὁρμή, μήπως μὲ εἶχαν μετατρέψει σ’ ἕνα εἶδος συναισθηματικοῦ καὶ ψυχικοῦ εὐνούχου. Ἀναρωτήθηκα μήπως ἡ ἐπιλογή μου νὰ ζήσω μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο ξεκινοῦσε ἀπλῶς ἀπὸ τὴν ἀνικανότητά μου νὰ τὸν ἀντιμετωπίσω. Εἶχα ἀποφασίσει νὰ ἀπαρνηθῶ τὸν ἕρωτα καὶ τὶς γυναῖκες. Μήπως ὅμως το εἶχα ἀποφασίσει γιά τόν ἁπλό λόγο ὅτι οὔτε ὁ ἔρωτας, οὔτε οἱ γυναῖκες δέν μὲ τραβοῦσαν πιά; Πέρασα τὴ νύχτα αὐτὴ ὧρες τρομερῆς ἀγωνίας. Φοβόμουνα μήπως ἔχω γίνει πιὰ ἕνα ναυάγιο μὲ αὐτοματικὲς ἀντιδράσεις, μήπως θὰ ἔφερνα σ’ ὅλη τὴ ζωή μου τὴ σφραγίδα αὐτῆς τῆς πρώτης καταστροφῆς. Ἦταν ἀλήθεια ὅτι οἱ γυναῖκες, ὁ κόσμος μὲ τοὺς ἀγῶνες, τὶς αὐταπᾶτες καὶ τὶς πραγματικότητές του δὲν μὲ ἐνδιέφεραν πιά. Εἶχα ὅμως ἀνάγκη νὰ μάθω, σπρωγμένος ἀπὸ μία ἀκατανίκητη περιέργεια ἂν ὁ κόσμος καὶ οἱ γυναῖκες μποροῦσαν ἀκόμη νὰ κεντρίσουν τὸ ἐνδιαφέρον μου. Μήπως ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀπόσυρσης καί ἡ ἀποστροφή μου προέρχονταν ἀπό τήν κατάστασή μου; Μήπως ἤμουν ἀναγκασμένος, παρά τή θέλησή μου, νά παραιτηθῶ ἀπό τά πᾶντα καί νά χαθῶ; Ἤ ἤμουν ἀκόμη ἐλεύθερος νά ἀποφασίσω; Θέλησα νὰ ξαναδῶ τὴ Τζένυ μὲ καινούριο μάτι, μὰ δὲν αἰσθάνθηκα μπροστά της καμιὰ συγκίνηση, τίποτε ποὺ νὰ μοιάζῃ μὲ μιὰ ἀρχὴ πάθους. Δὲν εἴχα ξαναβρεῖ τὴν ἐλευθερία μου. Ἄρχισα τότε νὰ τῆς στήνω παγίδες, νὰ τὴν σπρώχνω νὰ φανῇ πιὸ θηλυκιὰ, ὅπως ἦταν, χωρὶς ἀμφιβολία πρὶν νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ Κέηπτάουν. Ἴσως νὰ κατάφερνε νὰ μὲ τραβήξῃ… Ἂν ἔπαιρνα μαζί της, χάρη σ’ αὐτήν, τὴν ἀπόδειξη πὼς ὁ ἄντρας μέσα μου δὲν εἶχε πεθάνει, πὼς εἴχα μείνει ὁ ἴδιος μὲ τὰ λάθη μου, τὶς μικρότητες, τὰ πάθη μου – τότε θὰ μπορούσα νὰ ἀποσυρθῶ ἀπ’ τὸν κόσμο, θὰ ἤμουνα ἑλεύθερος νὰ κάνω ὁτιδήποτε, ἀφοῦ θὰ εἴχα τὴ δυνατότητα νᾶ κάνω καὶ τὸ ἀντίθετο. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ παρουσία μου ἔκανε πολλὲς φορὲς τὴ Τζένυ νὰ φέρεται γυναικεῖα. Τῆς ἄρεσε νὰ μοῦ μιλάῃ γιὰ τὴ θεοσοφία καὶ τὰ «μυστικὰ τοῦ Θιβέτ» - ἕνα σωρὸ μύθους ποὺ τοὺς πίστευε μὲ ἀφέλεια. Μισόκλεινε τὰ μάτια καὶ ἡ φωνή της ἔπαιρνε μιὰ ἀπόχρωση πιὸ ζεστὴ καὶ μυστηριακή. Ἄλλες φορὲς ἀντίθετα ξεσποῦσε σὲ γέλια, μοῦ πρόσφερε τρυφερὰ ἕνα φλυτζάνι σοκολάτα – καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶχε ἀπαρνηθεῖ τὸ βάψιμο ἀπ’ ὅταν ἔφτασε στὴ χώρα τῶν βουνῶν, ἄρχισε πάλι νὰ πουδράρει τὸ πρόσωπό της καὶ νὰ μακιγιάρεται ἐλαφρά. Προσπαθοῦσε συνεχῶς νὰ μὲ κάνει νὰ τῆς πῶ πῶς βρέθηκα κι ἐγὼ σ’ αὐτὴ τὴ μοναξιὰ καὶ ποιὸ ἦταν τὸ κρυφὸ νόημα τοῦ δαχτυλιδιοῦ μου μὲ τὴ μαύρη πέτρα. Τὸ περίεργο εἶναι ὅτι σκεφτόμουν πολὺ τὴ Μαϊτρέγι κοιτάζοντας τὴ Τζένυ καὶ μιλώντας μαζί της. Διατηρούσα συνεχῶς στὸ μυαλό μου τὴν παρουσία τῆς Μαϊτρέγι, μόνον ἐκείνης. Καμιὰ φορὰ φανταζόμουν ὅτι ἀγκάλιαζα μιὰ γυναίκα, αὐτὴ τὴ Τζένη γιὰ παράδειγμα, καὶ ξαφνιαζόμουν ἀπὸ τὴν ἴδια μου τὴ βεβαιότητα ὅτι κάτι τέτοιο ἦταν ἀδύνατο. Ἡ ἰδέα μίας ἐρωτικῆς περιπέτειας μοῦ φαινόταν κάτι τὸ ἐντελῶς ἀδιανόητο. Ἦταν φανερὸ ὅτι ἀγαπούσα τόσο παράφορα τὴ Μαϊτρέγι, ἡ ἀνάμνησή της ἔσβηνε σὲ τέτοιο βαθμὸ κάθε ξένη παρουσία μέσα μου ποὺ ἡ ζωή μου, βυθισμένη ἀμετάκλητα σ’ ἕνα βασανιστικὸ παρελθόν, ἔμοιαζε νὰ ἔχει χάσῃ κάθε ἀξία, σὰν νὰ εἴχα πάθει ἕναν ὁριστικὸ ἐκφυλισμό. Τὶ θὰ γινόμουνα; Θὰ ἐπαναλάμβανα τὴν περιπέτεια τοῦ Ἀβελάρδου καὶ τῆς Ἐλοϊζας; Ἤθελα νὰ ξανααισθανθῶ ἑλεύθερος, νὰ ἐπαληθεύσω μιὰ καὶ καλὴ τὴν ἑλευθερία μου γιὰ νὰ συνεχίσω μετὰ νὰ ἀγαπῶ τὴ Μαϊτρέγι χωρὶς νὰ φοβᾶμαι ὅτι ὁ ἕρωτάς μου θὰ μὲ βγάλει στὸ περιθώριο τῆς ζωῆς. Εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ξεμπερδέψω σήμερα τὸ μπερδεμένο κουφάρι τῶν σκοτεινῶν συναισθημάτων ποὺ μὲ ἔσπρωχναν νὰ διακινδυνεύσω μία νέα ἐμπειρία προκειμένου νὰ σπάσω τὰ δεσμά μου. Ὑπάρχει κάτι πού νά τό καταλαβαίνω;… Ἡ Τζένυ εἶχε ὁρίσει τὴν ἀναχώρησή της γιὰ τὴν ἐπόμενη Δευτέρα. Εἶχε γράψει στὸ Ῥανιχὲτ νὰ τῆς στείλουν ἕνα βαστάζο. Τὶς τελευταῖες μέρες πολλαπλασίασε τοὺς ὑπαινιγμούς, παίρνοντας τὴν εὐκαιρία ἀπὸ κάθε παραμικρὴ κουβέντα μου γιὰ νὰ μοῦ χαμογελάσει συνωμοτικά, παραπονούμενη ὅτι ἐγκατέλειπε μία ζωὴ ποὺ γνώριζε ἐλάχιστα, ὑποστηρίζοντας ὅτι δὲν ζητοῦσε παρὰ μία μοναδικὴ ἐμπειρία γιατὶ τίποτε δὲν ἀξίζει νὰ ἐπαναλαμβάνεται στὸν ἕρωτα. Αὐτὴ ἡ ἐπιστροφὴ τῆς θηλυκότητας μὲ διασκέδαζε. Τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου εἶχε ἕνα θαυμάσιο φεγγαρόφωτο κι ἔνιωσα τὴν ἐπιθυμία νὰ μιλήσω, γιὰ νὰ καταλάβω καλύτερα τὶ συνέβαινε μέσα μου, νὰ καταλάβω γιατὶ ἔκρυβα τόσα πράγματα καὶ σιωπούσα τόσο ἐπίμονα. Πήρα τὴν ἀπόφαση νὰ μείνω μαζί της κάτω ἀπ’ τὴ βεράντα καὶ νὰ τῆς διηγηθῶ ὁλόκληρη τὴν ἱστορία τῆς Μαϊτρέγι. Γύρω στὰ μεσάνυχτα μᾶς ἔπιασε τὸ κρῦο καὶ μπήκαμε στὸ δωμάτιό της νὰ πιοῦμε ἕνα φλιτζᾶνι τσάι. Τέλειωσα τὴ διήγησή μου μιλώντας γιὰ τὸ γράμμα τοῦ Χόχα καὶ τὴν ἀπόφασή μου νὰ ξεχάσω τὴ Μαϊτρέγι γιὰ νὰ μὴν τὴν κάνω νὰ ὑποφέρῃ. Οὔτε κι ἐγὼ καταλάβαινα τὶ ἀκριβῶς σήμαινε αὐτὴ ἡ ἀπόφαση, ἡ πρόταση ὅμως ἠχοῦσε ὡραῖα καὶ τὴν πρόφερα… Ἐγὼ ποὺ συνήθως φτάνω τὴν εἰλικρίνια ὡς τὴν ἠλιθιότητα, ἐκεῖνο τὸ βράδυ ἔπαιξα λίγο κωμωδία. Ἡ Τζένυ ἔμεινε σιωπηλὴ καὶ θλιμμένη μ’ ἕνα δάκρυ στὴ γωνιὰ τοῦ ματιοῦ. Τὴν ῥώτησα γιατὶ δάκρυζε. Δὲν μοῦ ἀπήντησε. Τὴν πλησίασα, ἔπιασα τὰ χέρια της στὰ δικά μου, τῆς ἔσφιξα τὰ μπράτσα καὶ τὴν ξαναρώτησα. Δὲν μιλοῦσε. Τὸ πρόσωπό μου ἦταν κοντὰ στὸ δικό της, οἱ ἀνᾶσες μας ζέσταιναν ἡ μία τὴν ἄλλη καὶ μὲ μιὰ φωνὴ ὅλο καὶ πιὸ χαμηλὴ καὶ χαϊδευτικὴ ἐπανέλαβα τὴν ἐρώτησή μου. Ἔβγαλε ξαφνικὰ ἕνα βαθὺ ἀναστεναγμό, ἔκλεισε τὰ μάτια, μὲ ἀγκάλιασε ἀπὸ τοὺς ὤμους καὶ μὲ φίλησε στὸ στόμα μὲ ἄγριο πᾶθος. Ἔνιωσα μία ὑπέροχη χαρὰ καθῶς τραβούσα τὸ σύρτη τοῦ δωματίου. Οἱ προηγούμενες σελίδες μοιάζουν ἄσχετες μὲ τὴν ἱστορία τῆς Μαϊτρέγι κι ὡστόσο τὴν συνεχίζουν. Μόνο τὴ Μαϊτρέγι σκεφτόμουν σφίγγοντας στὴν ἀγκαλιά μου τὸ ξανθὸ καὶ γεροδεμένο κορμὶ τῆς Φινλανδέζας Ἑβραίας. Τὴ Μαϊτρέγι ἀναζητούσα σὲ καθένα ἀπὸ τὰ φιλιά της καὶ ταυτόχρονα ἤθελα νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὴν ἀνάμνησή της καὶ νὰ τὴ σβήσω ἀπὸ μέσα μου. Πάνω σ’ αὐτό τό λευκό σάν τό γάλα σῶμα πού τό ἐπισκέφτηκε κάποτε ὁ ἕρωτας καί τό ἐγκατέλειψε, ἀναζητούσα ἔστω καί μία λεπτομέρεια πού νά μοῦ θυμίζει τή Μαϊτρέγι ἤ νά ἀποδείξω ἀπλῶς στόν ἐαυτό μου ὅτι μόνον ἐκείνην ἀγαπούσα κι ὅτι κάθε ἄλλος ἕρωτας ἦταν πιά ἀδύνατος; Δὲν ἤξερα ἄν ἦταν μία πραγματικὴ ἐπαλήθευση ἤ ἡ πρώτη διαφυγή, τὸ πρῶτο κύλισμα στὴ λάσπη… Δὲν μπορούσα νὰ πιστέψω ὅτι μνῆμες σὰν τὶς δικές μου κινδύνευαν νὰ σβήσουν. Δὲν μπορούσα νὰ παραδεχτῶ ὅτι ἤμουν ἴδιος μ’ αὐτὲς τὶς χιλιᾶδες τῶν δυστυχισμένων ἀνθρώπων ποὺ ἀγαποῦν καὶ ξεχνοῦν καὶ ποὺ πεθαίνουν χωρὶς νὰ ἔχουν ζήσει ποτὲ κάτι ὁριστικὸ καὶ αἰώνιο. Πρὶν ἀπὸ μερικὲς ἑβδομᾶδες ἔνιωθα τόσο ἀλυσοδεμένος ἀπὸ τὸ πᾶθος μου καὶ τόσο σίγουρος γιὰ τὴν παντοδυναμία του!... Μήπως ὅμως ὁλόκληρη ἡ ζωή δέν ἦταν παρά μία μεγάλη φάρσα, ἀνάλογη μέ τό πᾶθος μου;… Ἔβαλα ὅλα αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα γιατὶ ἀκριβῶς φοβόμουν νὰ παραδεχτῶ τὴν ἀκατάλυτη δύναμη τοῦ ἔρωτά μου γιὰ τὴ Μαϊτρέγι. Χωρὶς καμιὰ ἀμφιβολία τὸ ἀγκάλιασμα τῆς Τζένυ μὲ εἶχε ἀηδιάσει βαθιά. Ἤξερα πὼς θὰ χρειαζόταν πολὺς καιρὸς γιὰ νὰ βρῶ ξανὰ τὸ κουράγιο νὰ πλησιάσω μία ἄλλη γυναίκα! Χρειάζονταν συνθῆκες διαφορετικές. Τὴ Μαϊτρέγι ἀγαπούσα! Τὴ Μαϊτρέγι καὶ μόνο! Ἔσφιγγα τὰ δόντια ἐπινοώντας ἕνα σωρὸ χάδια ποὺ λίγωναν τὴν ἀπλοϊκὴ Τζένυ, ἀλλὰ ποὺ μὲ μεγάλωναν τὴ λύσσα μου γιατὶ δὲν κατάφερναν νὰ μὲ παρασύρουν ὅσο θὰ ἤθελα, οὔτε νὰ σβήσουν μέσα ἀπὸ τὴ ζωντανὴ μνήμη τῶν αἰσθήσεων τὴ θύμηση τῆς ἄλλης, τῆς μοναδικῆς, τῆς Μαϊτρέγι. «Γιατί πέσατε ἔτσι στήν ἀγκαλιά μου πρίν ἀπό λίγο;» ῥώτησα τὴ νεαρὴ κοπέλα. «Ἤθελα νὰ ἀγαπηθῶ κι ἐγὼ σὰν τὴ Μαϊτρέγι, μοῦ εἶπε κοιτάζοντάς με μὲ τὰ γαλάζια, ἀνέκφραστα μάτια της. Δὲν εἴπα τίποτε. Ἦταν λοιπόν δυνατή μία τέτοια δίψα γιά αὐταπάτη; Μία τέτοια ἐπιθυμία γιά ἔρωτα; «Μοῦ διηγόσαστε πόσο τὴν ἀγαπούσατε κι ἐγὼ αἰσθάνθηκα μόνη καὶ δυστυχισμένη. Ἤθελα νὰ κλάψω». Κατάλαβε, νομίζω, πὼς δὲν θὰ μπορούσα ποτὲ νὰ τὴν ἀγαπήσω, οὔτε κὰν μ’ ἕναν ἕρωτα σαρκικό. Βγὴκα ἀπὸ τὸ δωμάτιό της τὴν αὐγὴ μὲ μία φοβερὴ διαύγεια. Ἐκείνη ἔμεινε ξαπλωμένη στὸ ἀναστατωμένο κρεβάτι ποὺ ἡ ἀπερίγραπτη ἀταξία του μαρτυροῦσε τὴ λυσσασμένη μου προσπάθεια νὰ ξεχάσω τὴ Μαϊτρέγι… Τὴ συνόδευσα τῆ Δευτέρα, ὡς τὸ χείμαρρο ποὺ ἀρχίζει τὸ πευκοδάσος. Γιατί τήν ἔστειλε στό δρόμο μου ὁ Θεός; Τζένυ Ἄιζακ, θά σᾶς ξαναδῶ ἄραγε, μιά μέρα; Ἔμεινα καὶ πάλι μόνος, ἀηδιασμένος ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου, χαμένος, προσπαθώντας νὰ βρῶ τὶ θ’ ἀπογίνω, προσπαθώντας νὰ ξαναπιάσω τὸ νῆμα τοῦ ὀνείρου μου μὲ τὴν Μαϊτρέγι. Ἀπὸ ὅλη αὐτὴν τὴν περίοδο ἔχω κρατήσει μιὰ ἀνάμνηση πολὺ θολή… Αϋπνίες καὶ ἄδειες μέρες… Καὶ ξαφνικὰ πέρασαν ὅλα. Μιὰ μέρα ξύπνησα πιὸ νωρὶς ἀπὸ το συνηθισμένο. Ἔκπληκτος κοίταξα τὸν ἥλιο κατάματα, τὸ φῶς, τὴν πρασινάδα. Εἴχα σωθεῖ. Εἶχε φύγει ἀπὸ πάνω μου ἕνα βάρος ἀσήκωτο, μιὰ ἀπειλὴ θανάτου. Ἔνιωθα τὴν ἀνἀγκη νὰ τραγουδήσω, νὰ τρέξω. Δὲν ξέρω πῶς ἔγινε αὐτὸ τὸ θαῦμα. Κάτι εἶχε μπεῖ μέσα μου καὶ μὲ εἶχε κατακλύσει ὁλόκληρο. Τότε ἔφυγα ἀπὸ τὸ βουνό.




MIRCEA ELIADE  
Ἡ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΒΕΓΓΑΛΗΣ  
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΝΑ ΛΩΜΗ  
ἘΚΔΟΣΕΙΣ ἈΡΣΕΝΙΔΗΣ, 1988

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου