Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Εἴμαστε ἕνας λαὸς χωρὶς ταυτότητα.


τοῦ Δημητρίου Λιαντίνη


Εἴμαστε ἕνας λαὸς χωρὶς ταυτότητα. Μὲ μιὰ ἱστορία ποὺ ὁ ἴδιος τὴ νομίζει λαμπρή. Καὶ ἀπορεῖ, πῶς καὶ δὲν πέφτουν οἱ ξένοι ξεροὶ μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο της. Οἱ ξένοι ὅμως, σὰν συλλογιούνται τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, τὴν ἀρχαία ἐννοῶ, γιατὶ γιὰ τὴ νέα δὲν τὴν ἔχουν ἀκούσει καὶ βάλουν ἀπέναντί της ἐμᾶς τοὺς Νεοέλληνες, φέρνουν στὸ μυαλό τους ἄλλες παραστάσεις. Φέρνουν στὸ μυαλό τους κάποιους καμηλιέρηδες ποὺ περπατοῦν στὸ Καρνὰκ καὶ στὴ Γκίζα. Τί σχέση ἠμπορεῖ νά ‘χουν, συλλογιούνται, ἐτούτοι οἱ φελλάχοι τοῦ Μισιριοῦ σήμερα μἐ τούς ἀρχαίους Φαραώ, καί τό βασιλικό ἤθος τῶν πυραμίδων τους; Τὴν ἴδια σχέση βρίσκουν οἱ ξένοι στοὺς σημερινοὺς Ἕλληνες μὲ τοὺς ἀρχαίους. Οἱ θεωρίες τῶν διαφόρων Φαλμεράυερ ἔχουν περάσει στοὺς Φράγκους. Ἐμεῖς θέλουμε νὰ πιστεύουμε ὅτι τοὺς ἀποσβολώσαμε μὲ τοὺς ἱστορικούς, τοὺς γλωσσολόγους, καὶ τοὺς λαογράφους μας. Λάθος. Κρύβουμε τὸ κεφάλι μὲ τὸ λιανό μας δάχτυλο. Καὶ βέβαια. Πῶς μπορούσε νά γίνει ἀλλιώς, ἀφοῦ ὁ μέγας γλωσσολόγος Γ. Χατζιδάκις ἔλεγε αὐτά πού ἔλεγε, -ὀρθά- κι ἀπό τήν ἄλλη ἔβριζε τό Σολωμό μας ἀγράμματο, καί τή γλώσσα του σκύβαλα καί μαλλιαρά μαλλιά;

Σχέση μὲ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ἔχουμε ἐμεῖς, λένε οἱ Γάλλοι, οἱ Ἐγγλέζοι καὶ οἱ Γερμανοί. Ἐμεῖς, ποὺ τοὺς ἀνακαλύψαμε, τοὺς ἀναστυλώσαμε, τοὺς ἐξηγήσαμε. Γιὰ τοὺς Εὐρωπαίους οἱ Νεοέλληνες εἴμαστε μιὰ δράκα ἀνθρώπων ἀπρόσωπη, ἀνάμεσα σὲ βαλκανιλίκι, τουρκολογιὰ καὶ ἀράπηδες. Εἴμαστε οἱ ὀρτοντόξ. Μὲ τὸ ῥούσικο τυπικὸ στὴ γραφή, μὲ τοὺς κουμπέδες καὶ τοὺς τρούλλους πάνω ἀπὸ τὰ σπίτια τῶν χωριῶν μας, μὲ ἀκτινογραφίες σωμάτων καὶ σκουληκόμορφες φιγοῦρες ἀγίων στοὺς τοίχους τῶν ἐκκλησιῶν. Οἱ Εὐρωπαίοι βλέπουνε τοὺς πολιτικούς μας νὰ ψηφίζουν στὴ Βουλὴ νὰ μπεῖ τὸ «ὀρθόδοξος» στὴν εὐρωπαϊκή μας ταυτότητα, κατὰ τὴ διαταγὴ τῶν παπάδων, καὶ κοιτᾶνε ἀνακατωμένοι καὶ ναυτιάζοντας κατὰ τὸ θεοκρατικὸ Ἰρὰν καὶ τοὺς Ἀγιατολάχους. Τέτοιοι οἱ βουλευτές μας, ἀκόμη καὶ τῆς ἀριστερᾶς. «Αὐτοὶ οἱ πολιτικοί, αὐτοὶ οἱ βουλεπταὶ (sic) ἐκατάστρεψαν τὸ ἔθνος». Ἔτσι γράφει ὁ Παπαδιαμάντης. Θέλεις νὰ ‘χεις πιστὴ τὴν εἰκόνα τοῦ Νεοέλληνα; Λάβε τὸ ῥάσο τοῦ γύπα καὶ τοῦ κόρακα. Λάβε τὶς ἀσπιδωτὲς κοιλιὲς τῶν ἰερέων, τὸ καλυμμαύκι τοῦ Μακαρίου Β’ τῆς Κύπρου. Καὶ τὰ γένεια τὰ καλογερικά, ποὺ κρύβουν τὸ πρόσωπο, καθὼς ἄκοσμοι ἀγκαθεροὶ φράχτες τοὺς ἀγρούς. Καὶ τὶς κουκουλωμένες καλόγριες, τὴν ἄλλη ἔκδοση τοῦ φερετζὲ τῆς Τούρκισσας, καὶ ἔχεις τὸν Νεοέλληνα φωτογραφία στὸν τοῖχο…

Ἀπέναντι σὲ τούτη τὴ μελανὴ καὶ γανιασμένη φοβέρα, φέρε τὴν εἰκόνα τοῦ ἀρχαίου Ἕλληνα, γιὰ νὰ μετρήσεις τὴ διαφορά. Φέρε τὶς μορφὲς τῶν νέων σωμάτων, τὶς εὐσταλεὶς καὶ τὶς διακριτές. Νὰ ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὴν Ὀλυμπία καὶ τοὺς Δελφούς, καθὼς λευκοὶ ἀργυρόηχοι κρότοι κυμβάλων. Τοὺς ὡραίους χιτῶνες τοὺς χειριδωτούς, καὶ τὰ λευκὰ ἰμάτια τὰ πτυχωτὰ καὶ τὰ ποδήρη. Τὰ πέδιλα ἀπὸ δέρματα μαροκινά, ἀρμοσμένα στὶς δυνατὲς φτέρνες. Φέρε τὴν εἰκόνα ποὺ μᾶς ἀφήσανε οἱ γυναῖκες τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας. Οἱ κοντυλογραμμένες, μὲ τὶς λεπτὲς ζῶνες, τὸν κυανὸ κεφαλόδεσμο, καὶ τὸ ζαρκαδένιο τόνο τοῦ κορμιοῦ. Οἱ Ἐλληνίδες τοῦ Ἀργοῦς καὶ τῆς Ἰωνίας, οἱ λινὲς καὶ οἱ φαινομηρίδες. Τρέχουνε στὰ ὅρη μαζὶ μὲ τὴν Ἀταλάντη. Καὶ κοιμούνται στὰ κοιμητήρια σὰν τὴν Κόρη τοῦ Εὐθυδίκου. Ὅλες καὶ ὅλοι στηριγμένοι χαρούμενα σὲ κάποια μαρμάρινη στήλη, σ’ ἕνα λιτὸ κιονόκρανο, σὲ μιὰ κρήνη λευκὴ τῆς Ἀγορᾶς. Μὲ περίγυρα τοὺς ὡραίους γεωμετρημένους ναούς, ἀναπαμένους στὸ φῶς καὶ στὴν αἰθρία. Ἄνθρωποι, καὶ θεοί, καὶ ἀγάλματα ἕνα. Ὅλα ἐτούτα, γιὰ νὰ συγκρίνεις τὴν παλαιὴ καὶ τὴ νέα Ἑλλάδα, νὰ τὰ βάλεις καὶ νὰ τὰ παραβάλεις. Καὶ στήσε τὸν Φράγκο ἀπὸ δίπλα, νὰ τὰ κοιτάει καὶ νὰ τὰ ἀποτιμά. Μὲ τὸ δίκιο του θὰ ‘χει νὰ σοῦ εἰπεῖ: ἄλλο πράμα ἡ μέρα καὶ τὸ φῶς, καὶ ἄλλο ἡ νύχτα καὶ οἱ μαύροι βρυκολάκοι. Δὲ γίνεται νὰ βάλεις στὸ ἴδιο βάζο ὑάκινθους καὶ βάτα. Καὶ κάπου θὰ ἀποσώσουν ἐπιτιμητικὰ τὴν κρίση τους: Ἀκοῦς ἀναίδεια; Νά μᾶς ζητοῦν κι ἀπό πάνω τά ἐλγίνεια μάρμαρα. Ποιοί μωρέ; Οἱ χριστιανοχομεΐνηδες;

Ἀλλὰ εἶναι καιρὸς ἀπὸ τὶς ἀσκήσεις ἐπὶ χάρτου νὰ περάσουμε στὰ πεδία τῶν ἐπιχειρήσεων. Νὰ κοιτάξουμε τὴν πυρκαγιὰ ποὺ ἀποτεφρώνει τὸ σπιτάκι μας.

- Γιατί εἴμαστε σβησμένοι ἀπό τόν κατάλογο τῶν ἐθνῶν;

- Γιατί ἡ Μακεδονία γίνεται Σκόπια, ἡ Κύπρος γίνεται τουρκιά, τό Αἰγαῖο διεκδικιέται ὡς τὸ mare nostrum τῶν Ὀθωμανῶν;

- Γιατί ὁ πρόεδρος τῆς Τουρκίας εἶπε πρόσφατα στήν Ἀθήνα, ὅτι εἴμαστε μιά ἐπαρχία τοῦ παλιοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους, πού ἀποσχίσθηκε καί πρέπει νά μᾶς ξαναπροσαρτήσουν;

- Γιατί ὁ Μπερίσα τῆς Ἀλβανίας ἔχει νά λέει πώς οἱ Ἕλληνες κάνουν διπλωματία πού ἔρχεται ἀπό τό Μεσαίωνα καί τούς παπάδες;

- Γιατί ὁ Ἀλέξανδρος βαφτίζεται Ἰσκεντέρ, καί ὁ Ὁμηρος Ὁμέρ Βρυώνης;

- Γιατί οἱ διακόσιες χιλιάδες Ἕλληνες τῆς Πόλης γίνανε χίλιοι, καί οἱ Τούρκοι τῆς Δυτικῆς Θράκης θρασομανοῦν, καί γίνουνται ὄγκος κακοήθης πού ‘τοιμάζει μεταστάσεις;

- Γιατί δύο ἀπό τούς πιό σημαντικούς ποιητές μας, ὁ μέτριος Σεφέρης κι ὁ μεγάλος Καβάφης, καταγράφουνται στίς διεθνεῖς ἀνθολογίες καί τούς ποιητικούς καταλόγους μισό Ἕλληνες μισό Τούρκοι;
 
- Γιατί ὅλα τά αὐτονόητα ἐθνικά μας δίκαια Εὐρωπαίοι καί Ἀλβανοί, Βούλγαροι καί Ἑβραίοι, ὀρθόδοξοι καί Ῥούσοι, Τούρκοι καί Βουσμανοαμερικανοί τά βλέπουν σάν ἀνόητες καί μίζερες προκλήσεις, σάν ὑλακές καί κλεφτοεπαιτείες;

Ποιά τύφλωση μᾶς φέρνει νά μή βλέπουμε ὅτι στά μάτια τῶν ξένων ἐκαταντήσαμε πάλι οἱ παλαιοί ἐκείνοι γραικολιγούρηδες; Οἱ esurientes graeculi τοῦ Γιουβενάλη καί τοῦ Κικέρωνα; Τὸ πράγμα ἔχει καὶ περιγραφὴ καὶ ἐρμηνεία. Μέσα στὴ χώρα, μέσα στὴν παιδεία δηλαδὴ καὶ τὴν παράδοσή μας, ἐμεῖς περνάμε τοὺς ἐαυτούς μας λιοντάρια, ἐκεῖ ποὺ οἱ ἔξω ἀπὸ τὴ χώρα μᾶς βλέπουνε ποντίκια. Θαρροῦμε πὼς εἴμαστε τὰ παιδόγγονα τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ τοῦ Ἀλέξανδρου. Οἱ ξένοι ὅμως σὲ μᾶς βλέπουνε τὶς μούμιες ποὺ βρεθήκανε σὲ κάποια ἀσήμαντα Μασταβά. Γιατί; Τὰ διότι εἶναι πολλά. Ὅλα ὅμως συρρέουν σὲ μιὰ κοίτη. Σὲ μιὰ ἀπλὴ ἐξίσωση μὲ δύο ὄρους καὶ ἕνα ἴσον. Εἶναι ἡ: Νεοέλληνες ἴσον Ἑλληνοεβραίοι. Ἂν ἐφαρμόσουμε αὐτὴ τὴν ἐξίσωση στὰ πράγματα, θὰ μᾶς δώσει δύο γινόμενα.

- Τὸ πρῶτο εἶναι ὅτι ζοῦμε σὲ ἐθνικὴ πόλωση.

- Τὸ δεύτερο, ἀκολουθία τοῦ πρώτου, ὅτι ζοῦμε χωρὶς ἐθνικὴ ταυτότητα. Οἱ Νεοέλληνες εἴμαστε ἕνα γέννημα μπασταρδεμένο καὶ νόθο. Οὕτε ἵπποι οὔτε ὄνοι, οὔτε ὄνισσες οὔτε φοράδες. Εἴμαστε μούλοι. Δηλαδὴ μουλάρια. Καὶ τὰ μουλάρια δὲ γεννοῦν. Ὅτι οἱ Νεοέλληνες εἴμαστε Ἑλληνοεβραίοι σημαίνει τὸ ἑξῆς: Ἐνῶ λέμε καὶ φωνάζουμε καὶ κηρύχνουμε ὅτι εἴμαστε Ἕλληνες, στὴν οὐσία κινιόμαστε καὶ ὑπάρχουμε καὶ μιλάμε σὰ νὰ εἴμαστε Ἑβραίοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίφαση. Εἶναι ἡ σύγκρουση καὶ ἡ ἀντινομία ποὺ παράγει τὴν πόλωση. Καὴ ἡ πόλωση στὴν πράξη γίνεται ἀπώλεια τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας. Καὶ τὸ τελευταῖο τοῦτο σημαίνει πολλά. Στὴν πιὸ ἀπλὴ διατύπωση, σημαίνει νὰ ‘σαι τουρκόγυφτας, καὶ νὰ ζητᾶς νὰ σὲ βλέπουν οἱ ἄλλοι πρίγκιπα. Σημαίνει νὰ ‘σαι ἡ μούμια τῶν Μασταβᾶ, καὶ νὰ ζητᾶς ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους νὰ σὲ βλέπουν ἰδιοκτήτη τῆς Ἀκροπόλεως. Σημαίνει νὰ σὲ θωρεῖς λιοντάρι, καὶ οἱ ξένοι νὰ σὲ λογαριάζουνε πόντικα.

Εἶναι μεγάλη ἱστορία νὰ πιαστῶ νὰ σὲ πείσω, ὅτι οἱ νεοέλληνες ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἔχουμε μόνο τὸ τομάρι ποὺ κρέμεται στὸ τσιγκέλι τοῦ σφαγέα. Θέλει κότσια τὸ πράμα. Θέλει καιρὸ καὶ κόπο. Θέλει σκύψιμο μέσα μας, καὶ σκάψιμο βαθύ. Καὶ κυρίως αὐτὸ: θέλει τὸν μεγάλο πόνο.

Θὰ σὲ καλέσω ὅμως σ’ ἕναν ἀπλὸ περίπατο. Θὰ κάνουμε ἕνα πείραμα, ποὺ λένε οἱ φυσικοί. Για νὰ ‘χουμε ἀποτέλεσμα ἔμπεδο. Καὶ ἡ γνώση ποὺ θὰ κερδίσουμε νὰ ‘ναι σίγουρη.

Θὰ ἐπιχειρήσουμε μιὰ στατιστικὴ ἔρευνα. Θὰ διατρέξουμε τὴ χώρα ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη. Ἀπὸ τὸ χωριὸ Πυρσόγιαννη τῆς Ἠπείρου ὡς τὴν ἐπαρχία Βιάνου τῆς Κρήτης. Ἀπὸ τὴ Νίψα καὶ τὶς Σᾶππες τῆς Θράκης ὡς τὸ Παραλίμνι τῆς Κύπρου, κι ὡς τὴν ἄκρη τὸ Ταίναρο.

Θὰ ῥωτήσουμε νεοέλληνες ἀπ’ ὅλες τὶς τάξεις καὶ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Γυναῖκες καὶ ἄντρες, γερόντους καὶ παιδιά, ἀγράμματους καὶ ἐπιστήμονες, φτωχοὺς καὶ πλούσιους, ἀκοινώνητους καὶ ἀριστοκράτες, πουτάνες καὶ καλόγριες, ξωχάρηδες καὶ ἀστούς, φιλέρημους καὶ χαροκόπους. Γιὰ νά ‘ναι τὸ δείγμα μας εὐρὺ καὶ πλῆρες, ποὺ λένε οἱ γραφειοκράτες.

Ὅλα ἐτούτα τὰ ἀθῶα καὶ ἀνυποψίαστα πλήθη θὰ τὰ ῥωτήσουμε δυὸ τρεῖς ἐρωτήσεις ἀπὸ τὸ Ἑλληνικό, κι ἄλλες τόσες ἀπὸ τὸ Ἑβραίικο.

Στὸ Ἑλληνικὸ λοιπόν. Νὰ μᾶς εἰποῦν τὶ γνωρίζουν γιὰ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Ζητοῦμε μιὰ γνώση σοβαρὴ καὶ ὑποψιασμένη. Ὄχι φολκλὸρ καὶ γραφικότητες.

Γιατὶ γνώση τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ξέρουμε νὰ τὸ ζοῦμε κιόλας. Ὄχι δηλαδὴ ὁ Ἡρακλὴς μωρὸ ἔπνιξε τὰ φίδια· ὅτι ὁ Ἀρχιμήδης ἐχάραζε κύκλους στὴν ἄμμο· οὔτε τᾶν ἢ ἐπί τᾶς, μέτρον ἄριστον, ὁ Μινώταυρος στὴν Κρήτη καὶ τὸ πιθάρι τοῦ Διογένη· οὔτε ἂν ξέρουν πὼς ἡ ψωλὴ τοῦ Διὸς ἐγίνηκε κεραυνὸς καὶ χτύπησε τοὺς σχιστοὺς λειμῶνες τῆς Ὀλυμπιάδας, γιὰ νὰ γεννήσει στὸ Φίλιππο τὸν Ἀλέξανδρο*.

Τέτοια γνώση τῆς κλασικῆς Ἑλλάδας θὰ ‘τανε τουρισμὸς στὴν Τυνησία. Ἡ φουστανέλα καὶ τὸ κόκκινο φέσι στὴ Μελβούρνη καὶ στὴν Πέμπτη Λεωφόρο κατὰ τὶς ἐθνικὲς γιορτές. Θὰ ζητήσουμε γνώση οὐσίας.

Νὰ μᾶς εἰποῦνε, δηλαδή, ἂν ἔχουνε ἀκουστὰ τὰ ὀνόματα Ἐμπεδοκλής, Ἀναξίμανδρος, Ἀριστόξενος ὁ Ταραντίνος, Διογένης Λαέρτιος, Ἀγελάδας, Λεύκιππος, Πυθαγόρας ὁ Ῥηγίνος, Πυθέας, ποὺ στὸν καιρό μας ἀντίστοιχα σημαίνουν Ἀινστάιν, Δαρβίνος, Μπετόβεν, Ἔγελος, Μιχαήλ Ἄγγελος, Μὰξ Πλάνκ, Ῥοντέν, Κολόμβος.

Νὰ μᾶς μιλήσουν γιὰ κάποιους ὄρους σειρᾶς καὶ βάσης, ὁπως «σφαῖρος» στὸν Ἐμπεδοκλή, «κενὸ» στὸ Δημόκριτο, «ἐκπύρωση» στὸν Ἡράκλειτο, «μηδὲν» στὸν Παρμενίδη, «κατηγορία» στὸν Ἀριστοτέλη, «τόνος» στοὺς Στωικούς.

Νὰ μᾶς εἰποῦν οἱ κάθε λογῆς ἕλληνες ἐπιστήμονες τὶ τοὺς λέει ἡ λέξη «ψυχρᾷ φλογί» στὸν Πίνδαρο, «μεταβάλλον ἀναπαύεται» στὸν Ἡράκλειτο, «δακρυόεν γελάσασα» στὸν Ὅμηρο, «χαλεπῶς μετεχείρισαν» στὸ Θουκυδίδη.

Νὰ μᾶς εἰποῦνε, πόσοι φιλόλογοι, ἔξω ἀπὸ τὰ σχολικὰ κολυβογράμματα, ἔχουν διαβάσει στὸ πρωτότυπο τρεῖς διαλόγους τοῦ Πλάτωνα, δύο Νεμεόνικους τοῦ Πινδάρου, τὴν Ὠδὴ στὴν ἀρετὴ τοῦ Ἀριστοτέλη, ἕναν Ὁμηρικὸ Ὕμνο. (Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ῥαψωδία).

Καὶ γιὰ νὰ μᾶς πιάσει τεταρταῖος καὶ καλπάζουσα, νὰ μᾶς εἰπεῖ ποιὸς γνωρίζει καὶ διδάσκει ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς προφεσσόρους στὰ πανεπιστήμια ὅτι οἱ τρεῖς τραγικοὶ ποιητές μας στὴ βάση τους εἶναι φυσικοὶ ἐπιστήμονες· ὅτι στὴ διάλεξή του γιὰ τὴν ἀρετὴ ὁ Πλάτων ἔκαμε στοὺς ἀκροατές του ἕνα μάθημα γεωμετρίας**· ὅτι ἡ Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν εἶναι δωρικό, καὶ ὅχι ἰωνικὸ καλλιτέχνημα· ὅτι ἡ διδασκαλία τραγωδίας στὸ θέατρο ἦταν κήρυγμα ἀπὸ ἄμβωνος· ὅτι ἡ θρησκεία τῶν ἑλλήνων ἦταν αἰσθητικὴ προσέγγιση τῶν φυσικῶν φαινομένων.

Δὲ νομίζω, ἀναγνώστη μου, ὅτι σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπίπεδα ἡ ἔρευνά μας θὰ δώσει ποσοστὰ γνώσεως καὶ κατοχῆς σὲ βάθος τοῦ κλασικοῦ κόσμου ἀπὸ τοὺς νεοέλληνες ποὺ νὰ ὑπερβαίνουν τοὺς δύο στοὺς χίλιους.

Τί φωνάζουμε τότε, καί φουσκώνουμε, καί χτυπᾶμε τό κούτελο στό μάρμαρο ὅτι εἴμαστε ἕλληνες; Γιὰ τὸ θεὸ δηλαδή. Παράκρουση καὶ παραφροσύνη.

Θὰ μοῦ εἰπεῖτε:

- Μήπως καὶ οἱ Εὐρωπαίοι γνωρίζουν σὲ τέτοιο βάθος τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα;
Θὰ σᾶς εἰπῶ:

- Ὄχι. Ἀλλὰ οἱ Εὐρωπαίοι δὲν καυχιούνται ὅτι εἶναι Ἕλληνες, ὅπως ἐμεῖς. Καυχιούνται ὅτι εἶναι Γάλλοι, καὶ Ἰταλοί, καὶ Βέλγοι. Γιατὶ αὐτὸ εἶναι στὴν οὐσία της ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι τὰ πασουμάκια τοῦ Ἡρακλέως στὸ παλάτι τῆς Ὀμφάλης. Οὔτε ὁ Ὀδυσσέας μὲ τὸ παλούκι του στὴ σπηλιὰ τοῦ Κύκλωπα. Ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα εἶναι ἕνας πολιτισμὸς ἀσύγκριτος. Μιὰ κοσμοθεωρία πλήρης. Ἕνας τρόπος ζωῆς ὁλοκληρωμένος καὶ τέλειος. Εἶναι ἡ πιὸ κοντὰ στὴ φύση καὶ στὴ φυσικὴ ἰδιότητα κοινωνία, ποὺ ἔσωσε νὰ δημιουργήσει ὁ ἄνθρωπος. Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ λέξεις ἐλληνικές, ὅπως μουσική, θέατρο, ὁργασμός, φιλοσοφία, μαθηματικά, φυσική, δημοκρατία, γεωμετρία, πολιτική, περάσανε σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες τῶν ἐθνῶν τοῦ OHE σήμερα. Καὶ μὲ τὶς λέξεις αὐτὲς ζοῦν καὶ δηλώνουν τὶς βαθύτερες οὐσίες τοῦ ἀνθρώπινου βίου τὰ δισεκατομμύρια τοῦ πλανήτη. Δὲν εἶναι τυχαῖο, ποὺ ὄχι μόνο ὁ πλανήτης ἀλλὰ καὶ ὁ οὐρανός, τὸ σύμπαν ὁλόκληρο εἶναι κατάσπαρτο μὲ τὶς ἐλληνικὲς λέξεις καὶ μὲ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα ποὺ ὀνομάζουν διεθνῶς τοὺς ἀστερισμούς, καὶ τοὺς φωτεινότερους ἀστέρες τοῦ κάθε ἀστερισμοῦ. Ὄχι. Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο. Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τυχαῖο, εἶναι πὼς ὁ λαὸς ποὺ κατοικεῖ σήμερα στὴ χώρα ποὺ παλαιὰ τὴν ἐκατοίκησαν οἱ Ἕλληνες, ὀνομάζουνται Ἕλληνες. Ἡ ἔρευνα μᾶς ἔδειξε ὅτι μόνο Ἕλληνες δὲν εἶναι. Γιατὶ τοὺς Ἕλληνες οὔτε τοὺς βλέπουν οὔτε τοὺς γνωρίζουν.

Ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸ ἐρχόμαστε στὸ Ἑβραίικο. Ἐρωτᾶμε τὸ ἴδιο στατιστικὸ δείγμα, τὸ εὐρὺ καὶ τὸ πλῆρες, ἂν ἔχουν ἀκουστὰ τὰ ὀνόματα Μωυσής, Ἀβραάμ, Ἠσαΐας, Ἠλίας μὲ τὸ ἄρμα, Νῶε, Βαφτιστής, Εὔα ἡ πρωτόπλαστη, Ἰώβ, ὁ Δανιὴλ στὸ λᾶκκο, ἡ Σάρα ποὺ γέννησε μὲ ἐξωσωματική. Καὶ ὄχι μόνο τὰ ὀνόματα, ἀλλὰ καὶ τὶς πράξεις ἢ τὶς ἀξίες ποὺ ἐκφράζουν αὐτὰ τὰ ὀνόματα.

Ὑπάρχει γριὰ στὴν ἐπικράτεια ποὺ νὰ μὴν τοὺς ξεύρει τούτους τοὺς ἑβραίους; Δὲν ὑπάρχει οὔτε γριά, οὔτε ὀρνιθοκλόπος στὶς Σποράδες, οὔτε κλεφτογιδὰς στὴν Κρήτη. Ἐδῶ τὰ ποσοστὰ ἀντιστρέφουνται. Στοὺς χίλιους νεοέλληνες τὰ ναὶ γίνουνται ἐννιακόσια τόσα, καὶ τὰ ὄχι δύο. Καὶ δὲν ξεύρουν μόνο τὰ ὀνόματα, ἀλλὰ εἶναι ἔτοιμοι νὰ σοῦ κάνουν ἀναλύσεις στὴν οὐνιβερσιτὰ καὶ στὴν ἀκαντέμια γιὰ τὶς ἠθικὲς καὶ ἄλλες ἀξίες ποὺ ἐκφράζει τὸ κάθε ὄνομα.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ γιὰ φράσεις ὅπως «Πρὸς Κολασσαεῖς», «Πρὸς Κορινθίους», «Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν». Ἐδῶ μάλιστα μεγάλος ἀριθμὸς νεοελλήνων ξέρει ἀπόξω ὁλόκληρα χωρία καὶ περικοπές.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει, ἂν τοὺς εἰπεῖς γιὰ τόπους ὅπως Ἰορδάνης, Γαλιλαία, Γεσθημανή (sic), Ὅρος Σινά, Καπερναούμ, Τιβεριάς. Ἂν ὅμως τοὺς εἰπεῖς γιὰ Βάσσες ἢ Φιγαλία, γιὰ Ἀργινοῦσες ἢ Πλημμύριον, γιὰ Περίπατο ἢ Κήπο (περιπατητικοί, ἐπικούρειοι), σοῦ ἀπαντοῦν, ὅπως ὁ Μακρυγιάννης. Ὅταν εἶδε τὸ Σκούρτη καὶ τοὺς ἄλλους ναυάρχους στὰ ὅρη νὰ ὁδηγοῦν σὲ μάχη τοὺς στρατιῶτες τοῦ Νικηταρᾶ μὲ ναυτικὰ παραγγέλματα:

- Τί ὄρτζα, πότζα, καί γαμῶ τό καυλί του μᾶς λέει ὁ κερατάς;***

Τὸ ἴδιο συμβαίνει, ἂν ζητήσεις νὰ σοῦ ἀναλύσουν τὴν ἐπὶ τοῦ Ὅρους Ὀμιλία, ἢ νὰ σοῦ τραβήξουνε διάλεξη περὶ νηστείας, περὶ προσευχῆς, περὶ τοῦ «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι…». Ὁ κάθε Νεοέλληνας ἐδῶ εἶναι πτυχιοῦχος καὶ εἰδήμονας. Εἶναι κληρονόμος καὶ καθηγητής. Ξέρει νὰ ταΐσει ἄχυρα τὸ σκυλί του, καὶ κόκαλα τὸ γαϊδούρι του. Γνώση καὶ πίστη καὶ σοφία, ποὺ νὰ ἰδοῦν τὰ μάτια σου καὶ νὰ μὴν πιστεύει ὁ νοῦς σου.





Δημήτρης Λιαντίνης - «Γκέμμα» (κεφάλαιο «Ὁ Ἑλληνοέλληνας»).


_____________________________________
* Δὲν ἀναφέρομαι στὸν «ψολόεντα κεραυνὸν» τοῦ Ἠσιόδου (Θεογ. 515), ἀλλὰ στὴ διήγηση τοῦ Πλούταρχου (Αλέξανδ., 2), ὅτι ἡ Ὀλυμπιάδα δέχτηκε στὸ κρεββάτι της τὸ Δία μὲ τὴ μορφὴ τοῦ κεραυνοῦ. Ὅταν ἀργότερα στὴν Αἴγυπτο ὁ ἰερέας τοῦ Ἄμμωνα προσφώνησε τὸν Ἀλέξανδρο παιδίος ἀντὶ παιδίον, λαθεύοντας τὸ νῦ σὲ σῖγμα, ὁ Ἀλέξανδρος ἄκουσε Παῖ Διός, δηλαδὴ παιδὶ τοῦ Δία. (Πλουτ., Ἀλέξανδρ. 27).
** Τὴν πληροφορία, ἂν θυμάμαι, τὴ βρίσκουμε στὸν Ἀριστόξενο τὸν Ταραντίνο.
*** Μακρυγιάννη, Ἀπομνημονεύματα. Στὸ ἕβδομο κεφάλαιο τοῦ πρώτου βιβλίου.



Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Ὁ ἀπατηλὸς χαρακτήρας τῆς ἀναζητήσεως τοῦ ἀπόλυτου.



τοῦ Mircea Eliade



 
Στὶς ἀρχὲς τοῦ Φεβρουαρίου μία ξένη ἔφτασε μέσα στὴν καρδιὰ τῆς νύχτας, ξύπνησε τὸ φύλακα καὶ τοῦ ζήτησε ἕνα δωμάτιο σὲ μία διάλεκτο τόσο ἀκατανόητη ποὺ ἀνθρωπᾶκος ἦρθε καὶ μὲ παρακάλεσε νὰ τὸν βοηθήσω. Φόρεσα τὴ βουνίσια γούνινη κάπα μου ποὺ μὲ κάνει νὰ μοιάζω μὲ μογγόλο τῶν Ἱμαλαϊων καὶ βγῆκα. Σὲ μία σεζλόγκ τῆς βεράντας ἦταν σωριασμένη μία γυναῖκα. Ἔμοιαζε ἐξαντλημένη. Δὲν ἔβλεπα παρὰ τὰ ξανθὰ μαλλιά της καὶ τὰ κάπως μεγάλα χέρια της ποὺ ἔσφιγγαν πάνω στὸ κορμί της τὶς ἄκρες μιᾶς λεπτῆς καμπαρντίνας. Δὲν ἤξερε παρὰ μερικὲς λέξεις στὰ ἱνδουστανικὰ καὶ τὸ πρόσωπό της φωτίστηκε ὅταν μὲ εἶδε. Ἡ ἀνάσα της ἦταν λαχανιαστή. Μοῦ εἶπε ὅτι εἶχε ἀφήσει στὴν αὐλὴ ἕνα μπόυ μὲ τὶς ἀποσκευές της. Εἶχαν ἔρθει μὲ τὰ πόδια ἀπὸ τὸ Ῥανικέτ, εἶχαν χάσει πολλὲς φορὲς τὸ δρόμο τους καὶ τελικὰ ἀναγκάστηκαν νὰ διασχίσουν τὸ χείμαρρο γιὰ νὰ φτάσουν ὡς τὸ μπαγκαλόου. Ὅλα αὐτὰ μοῦ τὰ ἔλεγε ἀνατριχιάζοντας κάθε λίγο καὶ λιγάκι. Νόμισα πὼς κατάλαβα ὅτι μία δυσάρεστη περιπέτεια τὴν εἶχε ἀναγκάσει νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Ῥανικὲτ μετὰ τὸ τέλος τῆς μέρας. Τὴν ἔλεγαν Τζένη Ἄιζακ, ἐρχόταν ἀπὸ τὸ Κέηπτάουν τῆς Νότιας Ἀφρικῆς καὶ βρισκόταν ἐδῶ καὶ μερικοὺς μῆνες στὶς Ἰνδίες. Διέσχιζε τὰ Ἱμαλάια ψάχνοντας νὰ βρεῖ ἕνα μοναστῆρι ποὺ θὰ τὴ δεχόταν. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μοῦ ἔδωσε τὴν ἐντύπωση ἑνὸς ἀνθρώπου μὲ διανοητικὴ μόνον ἔξαψη ποὺ εἶχε φτάσει σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση ἀπὸ ἀπογοήτευση μᾶλλον καὶ ὄχι ἀπὸ δίψα γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ὁ φύλακας ἄναψε τὸ μεγάλο φανάρι τοῦ μπαγκαλόου καὶ μπόρεσα νὰ τὴ δῶ πιὸ προσεκτικά: ἦταν ἀρκετὰ νέα, εἶχε μάτια γαλάζια σ’ ἕνα πρόσωπο στρογγυλὸ καὶ ἀνέκφραστο καὶ ἡ λεπτή, παιδιάστικη φωνή της ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ γεροδεμένο, γεμάτο σῶμα της, τὸ ψηλό ἀνάστημά της, τὰ δυνατά μπράτσα της καὶ το μεγάλο στῆθος της. Ἦταν περίεργα ντυμένη μὲ ἕνα ἀποικιακὸ ταξιδιωτικὸ κουστοῦμι προσαρμοσμένο στὴν ὀρειβασία. Εἶχε μουσκέψει ὁλόκληρη κι ὁ φύλακας τῆς ἑτοίμασε ἄφθονο τσάι ποὺ τὸ ἤπιε λαίμαργα, μιλώντας ἀσταμάτητα, κάνοντάς μου χίλιες δυὸ ἑρωτήσεις σὰν νὰ τὴν ἀνησυχοῦσε ἡ παρουσία μου. Αὐτὴ ἡ ἐπίσκεψη μοῦ φάνηκε ἐνοχλητική. Ἡ γυναῖκα μὲ καθησύχασε ἀναγγέλοντάς μου ὅτι σὲ δύο μέρες θὰ ἔφευγε. Ἤθελε νὰ φτάσει στὸ Μπαντρινὰτ ποὺ ἀπεῖχε τουλάχιστον τριάντα μέρες μὲ τὰ πόδια, περνώντας ἀπὸ τὸ Μαϊχαλί. Χαμογέλασα ἀκούγοντας τὸ σχέδιό της αὐτό: οἱ βουνοκορφὲς ἦταν ἐντελῶς παγωμένες, τὰ μονοπάτια σκεπασμένα μὲ χιόνι καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφταναν ὅλα αὐτὰ ἔπαιρνε λάθος κατεύθυνση: ἔπρεπε νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ Χαρντβέρ. Τῆς ἔδωσα ὅλες τὶς ἀπαραίτητες ἐξηγήσεις συμβουλεύοντάς την νὰ πάει στὴν Κοντβάρα ἀπ’ ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ πάρῃ κάποιο τρένο ὡς τὸ Χαρντβέρ. Μὲ ῥώτησε ἄν ἤμουνα κι ἐγὼ περαστικὸς γιὰ κάπου ἤ ἄν σκόπευα νὰ μείνω καιρὸ στὸ μπαγκαλόου. Ἡ ἀδιακρισία της μὲ σοκάρισε. Τῆς ἀπάντησα ξερὰ ὅτι δὲν εἴχα ἰδέα, ὅτι πρὸς τὸ παρὸν εἴχα σκοπὸ νὰ μείνω γιατὶ τὸ μέρος ἦταν ἑρημικὸ καὶ ὅτι μοῦ ἄρεσε ὁ ἀέρας τοῦ πευκοδάσους… Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ βγῆκα τὸ ξημέρωμα ὅπως τὸ συνήθιζα. Περιπλανήθηκα στὸ βουνό, ἔκανα μπάνιο κάτω ἀπὸ ἕνα βρᾶχο, ἔφαγα παξιμάδια μὲ μέλι καὶ γύρισα ἀργὰ τὸ βράδυ. Ὁ φύλακας μὲ εἰδοποίησε ὅτι ἡ κυρία, ἡ μεμσαχίμπι ἦταν ἄρρωστη καὶ ζητοῦσε νὰ μὲ δεῖ. Πῶς διάβολο τὸ κατάλαβε μὲ τὰ ἐλάχιστα ἱνδουστανικά της Τζένυ Ἄιζακ; Χτύπησα τὴν πόρτα της. Μιὰ φωνὴ ἀλλοιωμένη ἀπ’ τὸν πυρετὸ μοῦ ἀπήντησε. Ἡ ὅλη ὑπόθεση μὲ ἐκνεύρισε λίγο: θὰ ‘πρεπε τώρα νὰ κάθωμαι στὸ προσκεφάλι μιᾶς ἄρρωστης, μιᾶς λευκῆς ἄρρωστης! Τὴν βρῆκα στὸ κρεβάτι μὲ πυρετὸ καὶ ῥίγη, ἀλλὰ ἀρκετὰ θαρραλέα. Μὲ παρακάλεσε νὰ τῆς γράψω στὰ ἱνδουστανικὰ μιὰ σειρὰ ἀπὸ καθημερινὲς λέξεις καὶ νὰ τῆς ἐτοιμάσω ἕνα φλιτζάνι κακάο, γιατὶ ὁ φύλακας δὲν τὰ κατάφερνε… Δὲν ἔδειξε νὰ τὴ φοβίζῃ καθόλου τὸ γεγονὸς ὅτι βρισκόταν ἄρρωστη στὴν καρδιὰ τοῦ βουνοῦ, μόνη, ἀγνοώντας τὴ γλώσσα τῶν ντοπίων καὶ μὴν ἔχοντας κανένα νὰ τὴ βοηθήσῃ. Μὲ πληροφόρησε ὅτι εἶχε πυρετὸ ἐδῶ καὶ δυὸ - τρεῖς ἑβδομᾶδες, ὅτι εἶχε μείνει κατάκοιτη, μισοπεθαμένη στὸ σπίτι ἑνὸς Μπουτανί, κοντὰ στὴν Ἁλμόρα, ἀλλὰ ὅτι δὲν εἶχε φοβηθεῖ ποτέ. Τὴν ῥώτησα τὶ τὴν ἔσπρωξε νὰ ἔρθει στὴν Ἱνδία. Κοκκίνησε λίγο καὶ μοῦ ἀπάντησε ἀπότομα: - Ζητάω τὸ ἀπόλυτο! Μὲ δυσκολία κρατήθηκα νὰ μὴ βάλω τὰ γέλια. Βρῆκα ξαφνικὰ τὸ χιοῦμορ μου κι αὐτὸ μὲ λύπησε καὶ μὲ ἠρέμησε ταυτόχρονα. Εἴχα νομίσει πὼς οὔτε ἡ συγκίνηση, οὔτε τὸ αἴσθημα τοῦ γελοίου δὲν μὲ ἄγγιζαν πιά, ὅτι εἴχα γίνει ἀδιάφορος στὶς λεπτὲς διακρίσεις καὶ ἀποχρώσεις καὶ νὰ ποὺ ξαφνικὰ ἡ σοβαρότητα αὐτῆς τῆς γυναίκας καθῶς πρόφερε τὴ λέξη «ἀπόλυτο» εἶχε ξυπνήσει μέσα μου ἕναν ὁλόκληρο κόσμο φάρσας καὶ ἀνοησίας, ἀπάτης καὶ τραγικότητας – τὸν κόσμο μέσα στὸν ὁποῖο ζούσα παλιά… Κατάφερα μὲ μεγάλη δυσκολία νὰ ἀλλάξω θέμα. Τὴ ῥώτησα γιὰ τὸν Γκάντι καὶ τὸ ἐθνικιστικὸ κίνημα - ἑρωτήσεις σκόπιμες ποὺ τὶς κάνω πάντα ὅταν θέλω νὰ κρατήσω κάποιον σὲ ἀπόσταση. Μὲ πληροφόρησε ὅτι ἦταν Βρετανὴ ὑπήκοος ἀλλὰ ὅτι ἀνῆκε σὲ οἰκογένεια Φινλανδῶν Ἑβραίων ἐγκατεστημένων ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ προηγούμενου αἰώνα στὴ Νότια Ἀφρική, ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ ὑποφέρῃ τὴν ὑποκρισία τῶν λευκῶν κι ὅτι εἶχε ἔρθει ἐδῶ ἀποφασισμένη νὰ ξεχάσῃ τὰ πάντα, νὰ μπῇ σ’ ἕνα ἀσράμ γιὰ νὰ ἀναζητήσῃ τὴν ἀλήθεια, τὴ ζωή, τὴν ἀθανασία. Ἀτάραχος τὴν ἄκουγα νὰ ἐπαναλαμβάνῃ ὅλες τὶς διαδεδομένες μυθοπλασίες πάνω στὴν Ἱνδία τῶν φακίρηδων καὶ τῶν μυστικιστῶν, ὅλες τὶς ἀηδίες τῶν βιβλίων τοῦ Ῥουματσαράκα, ὅλες τὶς ἀπλοϊκότητες τῆς ψευτοϊνδικῆς κουλτούρας ποὺ ἦταν τῆς μόδας στὶς ἀγγλοσαξωνικὲς χῶρες. Ἔβλεπε κανεῖς ὅτι εἶχε μείνει πολὺ καιρὸ μόνη της καὶ φλεγόταν ἀπὸ ἐπιθυμία νὰ μοῦ πῇ «τὰ πάντα», εὐτυχισμένη ποὺ εἶχε βρεῖ ἕναν ἄνθρωπο νὰ τὴν ἀκούσῃ καὶ νὰ τὴν «καταλάβῃ». Τίποτε δὲν τὴν σταματοῦσε στὶς ἐκμυστηρεύσεις της: ἔμαθα ὅτι εἶχε τέσσερις ἀδελφές, ὅτι ἦταν βιολοντσελίστρια στὴ δημοτικὴ ὀρχήστρα τοῦ Κέηπτάουν, κι ὅτι εἶχε δώσει κονσέρτα στὸ Γιοχάνεσμπουργκ. Κέρδιζε ἐκεῖ σαράντα λίρες τὸ μῆνα. Δὲν τὰ πήγαινε καθόλου καλὰ μὲ τὴν οἰκογένειά της – μικροαστοὶ ποὺ δὲν σκέφτονταν παρὰ τὸ γάμο! Εἶχε ἀποτραβηχτεῖ σ’ ἕνα μικρὸ ἀγρόχτημα στὰ περίχωρα στὸ ὁποῖο γύριζε κάθε βράδυ, μετὰ τὸ κονσέρτο, μ’ ἕνα μικρό αὐτοκίνητο ποὺ εἶχε ἀγοράσει μὲ τὶς οἰκονομίες της… Εἶχε διάθεση νὰ συνεχίσῃ γιὰ πολλὴ ὥρα τὸν ἀπατηλὸ χαρακτῆρα αὐτοῦ τοὺ ἀπόλυτου ποὺ ἀναζητοῦσε ἡ φτωχὴ βιολοντσελίστρια. Ἔνιωθα τεράστιο οἶκτο γιὰ αὐτὴν καθῶς σκεφτόμουν ὅτι εἶχε ἐγκαταλείψει τὸ σπίτι της καὶ τὴν ἑλευθερία τῆς πολιτισμένης ζωῆς - ἀπλῶς καὶ μόνο γιατὶ διάβασε τὰ βιβλία αὐτοῦ τοῦ Ἄγγλου τσαρλατάνου μὲ τὸ ψευδώνυμο Ῥαματσαράκα. Ἀργότερα μὲ πληροφόρησε ὅτι ἀκόμη καὶ ἡ ἀνακάλυψη αὐτῶν τῶν βιβλίων «ποὺ τῆς ἀπεκάλυπταν ἕναν ἄλλο κόσμο, πέρα ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις» περιβαλλόταν μὲ μυστήριο: ἕνα βράδυ εἶχε δεῖ στὸ ὄνειρό της τὸ ὄνομα ἑνὸς βιβλιοπωλείου ποὺ δὲν τὸ γνώριζε. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ αὐτοκίνητό της ἔπαθε ἕνα ἀτύχημα σ’ ἕνα λιγοσύχναστο δρόμο τοῦ Κέηπτάουν κι ὅταν σήκωσε τὰ μάτια της εἶδε ὅτι βρισκόταν μπροστά στὸ βιβλιοπωλεῖο τοῦ ὀνείρου της! Μπῆκε μέσα καὶ πλησίασε ἕνα ῥᾶφι γεμάτο μὲ βιβλία πάνω στὴ θεοσοφία, τὸν ἀποκρυφισμὸ καὶ τὴ γιόγκα. Ἀγόρασε μόνο τὰ βιβλία τοῦ Ῥαματσαράκα ποὺ τῆς χάρισαν τὴν «ἀποκάλυψη τῆς Ἱνδίας». Γιὰ δύο μέρες ἀναγκάστηκα νὰ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τοὺς μακρινοὺς μου περιπάτους καὶ δὲν μπόρεσα οὔτε νὰ συλλογιστῶ οὔτε νὰ ὀνειρευτῶ ὅπως ἔκανα τόσους μῆνες τώρα… Ἡ Τζένυ ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι ἄρρωστη καὶ ἡ παρουσία μου ἦταν ἀναγκαία σχεδὸν συνεχῶς. Εἶχε καταλάβει ὅτι μὲ κούραζε ἀλλὰ ἔνιωθε τόσο μόνη καὶ δυστυχισμένη πού, βάζοντας κατὰ μέρος τὸν ἐγωισμό της ἔστελνε κάθε λίγο καὶ λιγάκι τὸ φύλακα νὰ μὲ φωνάξῃ βρίσκοντας μιὰ καινούρια πρόφαση. Συνέχισε νὰ μοῦ ἐξομολογῆται γιὰ ὧρες σὰν νὰ ἔνιωθε τὴν ἀνάγκη νὰ μοῦ γνωρίσῃ ὁλόκληρη τὴ ζωή της πρὶν ἐπικοινωνήσῃ πνευματικὰ μαζί μου. Ἔπρεπε πρώτα νὰ μοῦ δείξῃ ὅλες τὶς γωνιὲς τῆς ψυχῆς της. Νόμιζε τὸν ἐαυτό της διαφορετικὸ ἀπὸ τὶς ἄλλες γυναῖκες παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ζοῦσε, ὅπως καὶ τόσες ἄλλες μέσα σ’ ἕνα διαρκῆ μποβαρισμό, συντηρώντας ἰδέες ἀπελπιστικὰ ὑψηλὲς καὶ ἀλήθειες μὲ κεφαλαῖο α. Ἔτσι μοῦ ἐκμυστηρεύτηκε τὴν ἀποστροφή της γιὰ τὸν κόσμο, τὴν κοινωνία, τὴν οἰκογένεια, τὸν ἔρωτα. Μοῦ μίλησε γιὰ τὶς τρομερὲς δοκιμασίες ποὺ χρειάστηκε νὰ περάσῃ γιὰ νὰ βρῇ τὴν ἐλευθερία της ἀπαρνούμενη τὰ πάντα. Ἡ παραίτησή της ἀπὸ τὴ μουσικὴ, τὴν τέχνη, ἦταν ἡ πιὸ ὀδυνηρή. Ὅσο γιὰ τὸν ἔρωτα οἱ γνώσεις της ἦταν πολὺ λίγες γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ μιλάει γιὰ αὐτόν… ποτὲ δὲν εἶχε ἑρωτευτεῖ κανέναν: ὁ ἄντρας ποὺ νόμιζε ὅτι θὰ ἀγαποῦσε εἶχε ἀρραβωνιαστεῖ μὲ μίαν ἄλλη. Κατάλαβε τότε ὅτι ὁ ἕρωτάς της γιὰ αὐτὸν ἦταν μία αὐταπάτη. Εἶχε θελήσει νὰ γνωρίσῃ τὴν ἐμπειρία τοῦ σωματικοῦ ἕρωτα πρὶν νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐφήμερη ζωή, καὶ νὰ ξεκινήσῃ πρὸς ἀναζήτηση τοῦ ἀπολύτου. Ἔτσι, δύο ἑβδομᾶδες πρὶν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Ἀφρική, εἶχε δοθεῖ σὲ ἕνα Γερμανὸ φίλο της, ἕνα παιδὶ συμπαθητικὸ καὶ ἐξαίρετο χορευτὴ ποὺ τὴν εἶχε φλερτάρει κάπως. Δὲν θέλησε νὰ τὴν πιστέψῃ ὅταν τοῦ εἶπε πὼς ἦταν παρθένα καὶ ἡ ἀδέξια βαρβαρότητά του τὴν ἀηδίασε ὁριστικὰ γιὰ κάθε σαρκικὴ ἐπαφή. Ἕνα πράγμα τὴ χαροποιοῦσε στὴ ζωὴ ποὺ ἐτοιμαζόταν νὰ ζήσῃ. Ἦταν ὅτι δὲν θὰ μποροῦσε πιὰ οὔτε νὰ ἀγαπήσῃ, οὔτε νὰ ἀγαπηθῇ. Εἶχε καταλήξει νὰ πιστεύῃ ὅτι οἱ ἄντρες εἶναι κτήνη, γουρούνια ἤ ἠλίθιοι, καὶ πὼς οἱ μόνοι ἀρσενικοὶ ποὺ ἀξίζουν κάτι εἶναι αὐτοὶ ποὺ παραιτοῦνται ἀπὸ τὶς «ἡδονές» τοῦ κόσμου, δηλαδὴ οἱ ἀναχωρητές, οἱ φιλόσοφοι, οἱ μυστικιστές. Μέσα στὸ κεφάλι τῆς Τζένυ κυκλοφοροῦσαν ἕνα σωρὸ ἀσυνάρτητες ἰδέες ποὺ ἀνακατεύονταν μὲ τὶς συναισθηματικὲς ἀπογοητεύσεις καὶ τὶς τρέχουσες προκαταλήψεις τῶν γυναικῶν, ὅπως εἶναι ὁ φετιχισμὸς τοῦ «ἀνώτερου ἀνθρώπου», τοῦ «μοναχικοῦ ἀνθρώπου», καὶ ἡ λατρεία τῆς μοναξιᾶς, τῆς περιπέτειας, τῆς παραίτησης… Τὰ λόγια της μὲ ἔκαναν ἔξω φρενῶν. Ἀπὸ τότε ποὺ εἴχα ἀποσυρθεῖ στὰ βουνά εἴχα ἀσκηθεῖ νὰ προχωρῶ ὡς τὴν ἄκρη τὴ σκέψη μου πάνω σ’ ἕνα θέμα, νὰ ξεψαχνίζω μία ἰδέα διεισδύοντας σὲ ὅλες τὶς συνέπειές της. Αὐτὴ ἡ νέα κοπέλα ποὺ ἀναζητοῦσε ἀορίστως τὸ ἀπόλυτο, μ’ ἔκανε πραγματικὰ νὰ ὑποφέρω μὲ τὴν ἀσυναρτησία τῶν λόγων της καὶ τὸν συρφετὸ τῶν θολῶν ἰδεῶν ποὺ γέμιζαν τὸ κεφάλι της. Κάθε φορὰ ποὺ γύριζα στὸ δωμάτιό μου σημείωνα στὸ ἡμερολόγιό μου τὶς κρίσεις καὶ τὶς ἐντυπώσεις μου. Μοῦ φαινόταν ὅτι ἡ παρουσία τῆς Τζένυ δὲν εἶχε γιὰ μένα τὴν κοινὴ σημασία ἑνὸς τυχαίου γεγονότος. Αὐτὴ ἡ παρουσία ἀποτελοῦσε τὴν ἐπανασύνδεση τῆς ἐπαφῆς μου μὲ ἕναν κόσμο κι ἕνα τρόπο σκέψης τὴν ἐπίδραση τοῦ ὁποίου εἴχα θεληματικὰ ἀποφύγει. Μέσα σὲ μία ἑβδομάδα εἶχε γίνει καλὰ καὶ εἶχε ἀνακτήσει τὶς δυνάμεις της. Δὲν ἀποφάσιζε ἀκόμη νὰ φύγῃ. Στὸ μεταξὺ ἡ στάση μου ἀπέναντί της εἶχε ἀλλάξει ὁλοκληρωτικά. Στὴν ἀρχὴ μὲ κούραζε καὶ μὲ νευρίαζε. Τώρα μὲ ἐνδιέφερε σὰν θέαμα, καὶ μὲ βοηθοῦσε νὰ ἀξιολογήσω σωστὰ ὁρισμένα πράγματα – καὶ κατ’ ἀρχὴν νὰ ἐξετάσω μέσα ἀπ’ αὐτὴν τὸν εὐρωπαϊκὸ κόσμο ποὺ εἴχα ἐγκαταλείψει καὶ στὸν ὁποῖο ἔπρεπε γρήγορα ἤ ἀργὰ νὰ ἐπιστρέψω – κυρίως ὅμως, κι αὐτὸ τὸ μέτρημα ἦταν τὸ πιὸ σοβαρό, νὰ ζυγίσω σωστὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ νεότητά μου. Πρέπει νὰ πῶ ὅτι σχεδὸν τρομοκρατήθηκα τὴν ἡμέρα πού, πετυχαίνοντας τὴν Τζένυ μισόγυμνη στὴν κάμαρά της, συνειδητοποίησα ὅτι δὲν ἔνιωθα τὴν παραμικρὴ συγκίνηση. Ἦταν γιὰ μένα σὰν ἕνα ὁποιοδήποτε ἀντικείμενο… Ἐκείνη τὴ νύχτα σκέφτηκα πολλὰ πράγματα. Ἀναρωτήθηκα μήπως ὁ παράφορός μου ἔρωτας μὲ τὴ Μαϊτρέγι καὶ τὸ σκληρὸ σὸκ τοῦ χωρισμοῦ μας, καθῶς καὶ ἡ τωρινὴ μοναξιά μου, εἶχαν σβήσει μέσα μου κάθε ἀντρικὴ ὁρμή, μήπως μὲ εἶχαν μετατρέψει σ’ ἕνα εἶδος συναισθηματικοῦ καὶ ψυχικοῦ εὐνούχου. Ἀναρωτήθηκα μήπως ἡ ἐπιλογή μου νὰ ζήσω μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο ξεκινοῦσε ἀπλῶς ἀπὸ τὴν ἀνικανότητά μου νὰ τὸν ἀντιμετωπίσω. Εἶχα ἀποφασίσει νὰ ἀπαρνηθῶ τὸν ἕρωτα καὶ τὶς γυναῖκες. Μήπως ὅμως το εἶχα ἀποφασίσει γιά τόν ἁπλό λόγο ὅτι οὔτε ὁ ἔρωτας, οὔτε οἱ γυναῖκες δέν μὲ τραβοῦσαν πιά; Πέρασα τὴ νύχτα αὐτὴ ὧρες τρομερῆς ἀγωνίας. Φοβόμουνα μήπως ἔχω γίνει πιὰ ἕνα ναυάγιο μὲ αὐτοματικὲς ἀντιδράσεις, μήπως θὰ ἔφερνα σ’ ὅλη τὴ ζωή μου τὴ σφραγίδα αὐτῆς τῆς πρώτης καταστροφῆς. Ἦταν ἀλήθεια ὅτι οἱ γυναῖκες, ὁ κόσμος μὲ τοὺς ἀγῶνες, τὶς αὐταπᾶτες καὶ τὶς πραγματικότητές του δὲν μὲ ἐνδιέφεραν πιά. Εἶχα ὅμως ἀνάγκη νὰ μάθω, σπρωγμένος ἀπὸ μία ἀκατανίκητη περιέργεια ἂν ὁ κόσμος καὶ οἱ γυναῖκες μποροῦσαν ἀκόμη νὰ κεντρίσουν τὸ ἐνδιαφέρον μου. Μήπως ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀπόσυρσης καί ἡ ἀποστροφή μου προέρχονταν ἀπό τήν κατάστασή μου; Μήπως ἤμουν ἀναγκασμένος, παρά τή θέλησή μου, νά παραιτηθῶ ἀπό τά πᾶντα καί νά χαθῶ; Ἤ ἤμουν ἀκόμη ἐλεύθερος νά ἀποφασίσω; Θέλησα νὰ ξαναδῶ τὴ Τζένυ μὲ καινούριο μάτι, μὰ δὲν αἰσθάνθηκα μπροστά της καμιὰ συγκίνηση, τίποτε ποὺ νὰ μοιάζῃ μὲ μιὰ ἀρχὴ πάθους. Δὲν εἴχα ξαναβρεῖ τὴν ἐλευθερία μου. Ἄρχισα τότε νὰ τῆς στήνω παγίδες, νὰ τὴν σπρώχνω νὰ φανῇ πιὸ θηλυκιὰ, ὅπως ἦταν, χωρὶς ἀμφιβολία πρὶν νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ Κέηπτάουν. Ἴσως νὰ κατάφερνε νὰ μὲ τραβήξῃ… Ἂν ἔπαιρνα μαζί της, χάρη σ’ αὐτήν, τὴν ἀπόδειξη πὼς ὁ ἄντρας μέσα μου δὲν εἶχε πεθάνει, πὼς εἴχα μείνει ὁ ἴδιος μὲ τὰ λάθη μου, τὶς μικρότητες, τὰ πάθη μου – τότε θὰ μπορούσα νὰ ἀποσυρθῶ ἀπ’ τὸν κόσμο, θὰ ἤμουνα ἑλεύθερος νὰ κάνω ὁτιδήποτε, ἀφοῦ θὰ εἴχα τὴ δυνατότητα νᾶ κάνω καὶ τὸ ἀντίθετο. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ παρουσία μου ἔκανε πολλὲς φορὲς τὴ Τζένυ νὰ φέρεται γυναικεῖα. Τῆς ἄρεσε νὰ μοῦ μιλάῃ γιὰ τὴ θεοσοφία καὶ τὰ «μυστικὰ τοῦ Θιβέτ» - ἕνα σωρὸ μύθους ποὺ τοὺς πίστευε μὲ ἀφέλεια. Μισόκλεινε τὰ μάτια καὶ ἡ φωνή της ἔπαιρνε μιὰ ἀπόχρωση πιὸ ζεστὴ καὶ μυστηριακή. Ἄλλες φορὲς ἀντίθετα ξεσποῦσε σὲ γέλια, μοῦ πρόσφερε τρυφερὰ ἕνα φλυτζάνι σοκολάτα – καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶχε ἀπαρνηθεῖ τὸ βάψιμο ἀπ’ ὅταν ἔφτασε στὴ χώρα τῶν βουνῶν, ἄρχισε πάλι νὰ πουδράρει τὸ πρόσωπό της καὶ νὰ μακιγιάρεται ἐλαφρά. Προσπαθοῦσε συνεχῶς νὰ μὲ κάνει νὰ τῆς πῶ πῶς βρέθηκα κι ἐγὼ σ’ αὐτὴ τὴ μοναξιὰ καὶ ποιὸ ἦταν τὸ κρυφὸ νόημα τοῦ δαχτυλιδιοῦ μου μὲ τὴ μαύρη πέτρα. Τὸ περίεργο εἶναι ὅτι σκεφτόμουν πολὺ τὴ Μαϊτρέγι κοιτάζοντας τὴ Τζένυ καὶ μιλώντας μαζί της. Διατηρούσα συνεχῶς στὸ μυαλό μου τὴν παρουσία τῆς Μαϊτρέγι, μόνον ἐκείνης. Καμιὰ φορὰ φανταζόμουν ὅτι ἀγκάλιαζα μιὰ γυναίκα, αὐτὴ τὴ Τζένη γιὰ παράδειγμα, καὶ ξαφνιαζόμουν ἀπὸ τὴν ἴδια μου τὴ βεβαιότητα ὅτι κάτι τέτοιο ἦταν ἀδύνατο. Ἡ ἰδέα μίας ἐρωτικῆς περιπέτειας μοῦ φαινόταν κάτι τὸ ἐντελῶς ἀδιανόητο. Ἦταν φανερὸ ὅτι ἀγαπούσα τόσο παράφορα τὴ Μαϊτρέγι, ἡ ἀνάμνησή της ἔσβηνε σὲ τέτοιο βαθμὸ κάθε ξένη παρουσία μέσα μου ποὺ ἡ ζωή μου, βυθισμένη ἀμετάκλητα σ’ ἕνα βασανιστικὸ παρελθόν, ἔμοιαζε νὰ ἔχει χάσῃ κάθε ἀξία, σὰν νὰ εἴχα πάθει ἕναν ὁριστικὸ ἐκφυλισμό. Τὶ θὰ γινόμουνα; Θὰ ἐπαναλάμβανα τὴν περιπέτεια τοῦ Ἀβελάρδου καὶ τῆς Ἐλοϊζας; Ἤθελα νὰ ξανααισθανθῶ ἑλεύθερος, νὰ ἐπαληθεύσω μιὰ καὶ καλὴ τὴν ἑλευθερία μου γιὰ νὰ συνεχίσω μετὰ νὰ ἀγαπῶ τὴ Μαϊτρέγι χωρὶς νὰ φοβᾶμαι ὅτι ὁ ἕρωτάς μου θὰ μὲ βγάλει στὸ περιθώριο τῆς ζωῆς. Εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ξεμπερδέψω σήμερα τὸ μπερδεμένο κουφάρι τῶν σκοτεινῶν συναισθημάτων ποὺ μὲ ἔσπρωχναν νὰ διακινδυνεύσω μία νέα ἐμπειρία προκειμένου νὰ σπάσω τὰ δεσμά μου. Ὑπάρχει κάτι πού νά τό καταλαβαίνω;… Ἡ Τζένυ εἶχε ὁρίσει τὴν ἀναχώρησή της γιὰ τὴν ἐπόμενη Δευτέρα. Εἶχε γράψει στὸ Ῥανιχὲτ νὰ τῆς στείλουν ἕνα βαστάζο. Τὶς τελευταῖες μέρες πολλαπλασίασε τοὺς ὑπαινιγμούς, παίρνοντας τὴν εὐκαιρία ἀπὸ κάθε παραμικρὴ κουβέντα μου γιὰ νὰ μοῦ χαμογελάσει συνωμοτικά, παραπονούμενη ὅτι ἐγκατέλειπε μία ζωὴ ποὺ γνώριζε ἐλάχιστα, ὑποστηρίζοντας ὅτι δὲν ζητοῦσε παρὰ μία μοναδικὴ ἐμπειρία γιατὶ τίποτε δὲν ἀξίζει νὰ ἐπαναλαμβάνεται στὸν ἕρωτα. Αὐτὴ ἡ ἐπιστροφὴ τῆς θηλυκότητας μὲ διασκέδαζε. Τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου εἶχε ἕνα θαυμάσιο φεγγαρόφωτο κι ἔνιωσα τὴν ἐπιθυμία νὰ μιλήσω, γιὰ νὰ καταλάβω καλύτερα τὶ συνέβαινε μέσα μου, νὰ καταλάβω γιατὶ ἔκρυβα τόσα πράγματα καὶ σιωπούσα τόσο ἐπίμονα. Πήρα τὴν ἀπόφαση νὰ μείνω μαζί της κάτω ἀπ’ τὴ βεράντα καὶ νὰ τῆς διηγηθῶ ὁλόκληρη τὴν ἱστορία τῆς Μαϊτρέγι. Γύρω στὰ μεσάνυχτα μᾶς ἔπιασε τὸ κρῦο καὶ μπήκαμε στὸ δωμάτιό της νὰ πιοῦμε ἕνα φλιτζᾶνι τσάι. Τέλειωσα τὴ διήγησή μου μιλώντας γιὰ τὸ γράμμα τοῦ Χόχα καὶ τὴν ἀπόφασή μου νὰ ξεχάσω τὴ Μαϊτρέγι γιὰ νὰ μὴν τὴν κάνω νὰ ὑποφέρῃ. Οὔτε κι ἐγὼ καταλάβαινα τὶ ἀκριβῶς σήμαινε αὐτὴ ἡ ἀπόφαση, ἡ πρόταση ὅμως ἠχοῦσε ὡραῖα καὶ τὴν πρόφερα… Ἐγὼ ποὺ συνήθως φτάνω τὴν εἰλικρίνια ὡς τὴν ἠλιθιότητα, ἐκεῖνο τὸ βράδυ ἔπαιξα λίγο κωμωδία. Ἡ Τζένυ ἔμεινε σιωπηλὴ καὶ θλιμμένη μ’ ἕνα δάκρυ στὴ γωνιὰ τοῦ ματιοῦ. Τὴν ῥώτησα γιατὶ δάκρυζε. Δὲν μοῦ ἀπήντησε. Τὴν πλησίασα, ἔπιασα τὰ χέρια της στὰ δικά μου, τῆς ἔσφιξα τὰ μπράτσα καὶ τὴν ξαναρώτησα. Δὲν μιλοῦσε. Τὸ πρόσωπό μου ἦταν κοντὰ στὸ δικό της, οἱ ἀνᾶσες μας ζέσταιναν ἡ μία τὴν ἄλλη καὶ μὲ μιὰ φωνὴ ὅλο καὶ πιὸ χαμηλὴ καὶ χαϊδευτικὴ ἐπανέλαβα τὴν ἐρώτησή μου. Ἔβγαλε ξαφνικὰ ἕνα βαθὺ ἀναστεναγμό, ἔκλεισε τὰ μάτια, μὲ ἀγκάλιασε ἀπὸ τοὺς ὤμους καὶ μὲ φίλησε στὸ στόμα μὲ ἄγριο πᾶθος. Ἔνιωσα μία ὑπέροχη χαρὰ καθῶς τραβούσα τὸ σύρτη τοῦ δωματίου. Οἱ προηγούμενες σελίδες μοιάζουν ἄσχετες μὲ τὴν ἱστορία τῆς Μαϊτρέγι κι ὡστόσο τὴν συνεχίζουν. Μόνο τὴ Μαϊτρέγι σκεφτόμουν σφίγγοντας στὴν ἀγκαλιά μου τὸ ξανθὸ καὶ γεροδεμένο κορμὶ τῆς Φινλανδέζας Ἑβραίας. Τὴ Μαϊτρέγι ἀναζητούσα σὲ καθένα ἀπὸ τὰ φιλιά της καὶ ταυτόχρονα ἤθελα νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὴν ἀνάμνησή της καὶ νὰ τὴ σβήσω ἀπὸ μέσα μου. Πάνω σ’ αὐτό τό λευκό σάν τό γάλα σῶμα πού τό ἐπισκέφτηκε κάποτε ὁ ἕρωτας καί τό ἐγκατέλειψε, ἀναζητούσα ἔστω καί μία λεπτομέρεια πού νά μοῦ θυμίζει τή Μαϊτρέγι ἤ νά ἀποδείξω ἀπλῶς στόν ἐαυτό μου ὅτι μόνον ἐκείνην ἀγαπούσα κι ὅτι κάθε ἄλλος ἕρωτας ἦταν πιά ἀδύνατος; Δὲν ἤξερα ἄν ἦταν μία πραγματικὴ ἐπαλήθευση ἤ ἡ πρώτη διαφυγή, τὸ πρῶτο κύλισμα στὴ λάσπη… Δὲν μπορούσα νὰ πιστέψω ὅτι μνῆμες σὰν τὶς δικές μου κινδύνευαν νὰ σβήσουν. Δὲν μπορούσα νὰ παραδεχτῶ ὅτι ἤμουν ἴδιος μ’ αὐτὲς τὶς χιλιᾶδες τῶν δυστυχισμένων ἀνθρώπων ποὺ ἀγαποῦν καὶ ξεχνοῦν καὶ ποὺ πεθαίνουν χωρὶς νὰ ἔχουν ζήσει ποτὲ κάτι ὁριστικὸ καὶ αἰώνιο. Πρὶν ἀπὸ μερικὲς ἑβδομᾶδες ἔνιωθα τόσο ἀλυσοδεμένος ἀπὸ τὸ πᾶθος μου καὶ τόσο σίγουρος γιὰ τὴν παντοδυναμία του!... Μήπως ὅμως ὁλόκληρη ἡ ζωή δέν ἦταν παρά μία μεγάλη φάρσα, ἀνάλογη μέ τό πᾶθος μου;… Ἔβαλα ὅλα αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα γιατὶ ἀκριβῶς φοβόμουν νὰ παραδεχτῶ τὴν ἀκατάλυτη δύναμη τοῦ ἔρωτά μου γιὰ τὴ Μαϊτρέγι. Χωρὶς καμιὰ ἀμφιβολία τὸ ἀγκάλιασμα τῆς Τζένυ μὲ εἶχε ἀηδιάσει βαθιά. Ἤξερα πὼς θὰ χρειαζόταν πολὺς καιρὸς γιὰ νὰ βρῶ ξανὰ τὸ κουράγιο νὰ πλησιάσω μία ἄλλη γυναίκα! Χρειάζονταν συνθῆκες διαφορετικές. Τὴ Μαϊτρέγι ἀγαπούσα! Τὴ Μαϊτρέγι καὶ μόνο! Ἔσφιγγα τὰ δόντια ἐπινοώντας ἕνα σωρὸ χάδια ποὺ λίγωναν τὴν ἀπλοϊκὴ Τζένυ, ἀλλὰ ποὺ μὲ μεγάλωναν τὴ λύσσα μου γιατὶ δὲν κατάφερναν νὰ μὲ παρασύρουν ὅσο θὰ ἤθελα, οὔτε νὰ σβήσουν μέσα ἀπὸ τὴ ζωντανὴ μνήμη τῶν αἰσθήσεων τὴ θύμηση τῆς ἄλλης, τῆς μοναδικῆς, τῆς Μαϊτρέγι. «Γιατί πέσατε ἔτσι στήν ἀγκαλιά μου πρίν ἀπό λίγο;» ῥώτησα τὴ νεαρὴ κοπέλα. «Ἤθελα νὰ ἀγαπηθῶ κι ἐγὼ σὰν τὴ Μαϊτρέγι, μοῦ εἶπε κοιτάζοντάς με μὲ τὰ γαλάζια, ἀνέκφραστα μάτια της. Δὲν εἴπα τίποτε. Ἦταν λοιπόν δυνατή μία τέτοια δίψα γιά αὐταπάτη; Μία τέτοια ἐπιθυμία γιά ἔρωτα; «Μοῦ διηγόσαστε πόσο τὴν ἀγαπούσατε κι ἐγὼ αἰσθάνθηκα μόνη καὶ δυστυχισμένη. Ἤθελα νὰ κλάψω». Κατάλαβε, νομίζω, πὼς δὲν θὰ μπορούσα ποτὲ νὰ τὴν ἀγαπήσω, οὔτε κὰν μ’ ἕναν ἕρωτα σαρκικό. Βγὴκα ἀπὸ τὸ δωμάτιό της τὴν αὐγὴ μὲ μία φοβερὴ διαύγεια. Ἐκείνη ἔμεινε ξαπλωμένη στὸ ἀναστατωμένο κρεβάτι ποὺ ἡ ἀπερίγραπτη ἀταξία του μαρτυροῦσε τὴ λυσσασμένη μου προσπάθεια νὰ ξεχάσω τὴ Μαϊτρέγι… Τὴ συνόδευσα τῆ Δευτέρα, ὡς τὸ χείμαρρο ποὺ ἀρχίζει τὸ πευκοδάσος. Γιατί τήν ἔστειλε στό δρόμο μου ὁ Θεός; Τζένυ Ἄιζακ, θά σᾶς ξαναδῶ ἄραγε, μιά μέρα; Ἔμεινα καὶ πάλι μόνος, ἀηδιασμένος ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου, χαμένος, προσπαθώντας νὰ βρῶ τὶ θ’ ἀπογίνω, προσπαθώντας νὰ ξαναπιάσω τὸ νῆμα τοῦ ὀνείρου μου μὲ τὴν Μαϊτρέγι. Ἀπὸ ὅλη αὐτὴν τὴν περίοδο ἔχω κρατήσει μιὰ ἀνάμνηση πολὺ θολή… Αϋπνίες καὶ ἄδειες μέρες… Καὶ ξαφνικὰ πέρασαν ὅλα. Μιὰ μέρα ξύπνησα πιὸ νωρὶς ἀπὸ το συνηθισμένο. Ἔκπληκτος κοίταξα τὸν ἥλιο κατάματα, τὸ φῶς, τὴν πρασινάδα. Εἴχα σωθεῖ. Εἶχε φύγει ἀπὸ πάνω μου ἕνα βάρος ἀσήκωτο, μιὰ ἀπειλὴ θανάτου. Ἔνιωθα τὴν ἀνἀγκη νὰ τραγουδήσω, νὰ τρέξω. Δὲν ξέρω πῶς ἔγινε αὐτὸ τὸ θαῦμα. Κάτι εἶχε μπεῖ μέσα μου καὶ μὲ εἶχε κατακλύσει ὁλόκληρο. Τότε ἔφυγα ἀπὸ τὸ βουνό.




MIRCEA ELIADE  
Ἡ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΒΕΓΓΑΛΗΣ  
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΝΑ ΛΩΜΗ  
ἘΚΔΟΣΕΙΣ ἈΡΣΕΝΙΔΗΣ, 1988

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Λόγος στὴν Κηδεία τοῦ Γ. Καραϊσκάκη.


τοῦ Γεωργίου Αἰνιὰν






Ἕλληνες!

Τί εἶναι αὐτὴ ἡ σκυθρωπότης ὅπου εἶναι ἐζωγραφισμένη εἰς τὰ πρόσωπά σας; τί σημαίνουν αὐτοὶ οἱ διακεκομμένοι ἦχοι τῆς βαρυφθόγγου καμπάνας καὶ αὐταὶ αἱ μελαναὶ καὶ πένθιμοι στολαὶ εἰς τοὺς δρόμους; τί τρέχουν τεθορυβημένοι ἄνδρες, γυναῖκες καὶ μικρὰ παιδιά; Ὁ Καραϊσκάκης ἀπέθανε. Τοῦτο ἦταν ἡ θλίψις τῶν ἀνδρῶν, τοῦτο ὁ ὀδυρμὸς τῶν γυναικῶν, τοῦτο ὁ στεναγμὸς τῶν μικρῶν παιδίων, τοῦτο τὸ κοινὸν πένθος τῶν Ἑλλήνων.

Δίκαιον ἔχει ὁ λαὸς νὰ κάμῃ νὰ ἀντηχῇ εἰς τὴν πόλιν τῆς Σαλαμῖνος θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς• δίκαιον εἶναι νὰ κλαίῃ ἡ Ἑλλὰς ὡς ἄλλη Ραχὴλ τὸ τέκνον της, τὸν γνήσιον υἱόν της, ἐπειδή, δὲν ἔχει πολλοὺς τούτους κάρρονας.

Ὁ ἀξιοθαύμαστος οὗτος ἀνὴρ - ἀποσιωπῶμεν τὰς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος ἐπισήμους ἀνδραγαθίας του -, μόλις εἶδεν ἠνεωγμένον τῆς ἑλληνικῆς ἐλευθερίας τὸ στάδιον, καὶ ἰδοὺ παρουσιάζεται ὡς ἀπτόητος καὶ ἀκαταγώνιστος ἀθλητὴς διὰ νὰ ἐπιθέσῃ νέας δάφνας εἰς τὴν ἔνδοξον κεφαλήν του• μαρτυροῦσι τὰ στρατεύματα τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, οἱ συναγωνισταί του, μαρτυροῦσιν αἱ πεδιάδες, ραντιζόμεναι ἀπὸ τὸ αἷμα του, τῆς Ἀμφιλοχίας, μαρτυρεῖ τὸ σῶμα του σκεπασμένον ἀπὸ ἐνδόξους πληγὰς τὴν ὑπερθαύμαστον ἀνδρείαν του.

Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτά, καὶ ὅσα πέρυσιν ἠγωνίσατο ἔξωθεν τῆς κλεινῆς πόλεως τοῦ Μεσολογγίου πετῶν ὡς ταχύπτερος ἀετὸς πότε εἰς τὴν Αἰτωλίαν καὶ πότε εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν, συγκρινόμενα μὲ ὅσα ἡ ἀνήκουστος εὐτολμία του, ἡ ἀκροτάτη ἐμπειρία καὶ ἡ ἀκούραστος φιλοπονία του κατόρθωσαν τοῦτο τὸ ἔτος εἰς ὅλην τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὰ πέριξ τῶν Ἀθηνῶν;

Ἔπεσε τὸ Μεσολόγγι, καὶ μετὰ τὴν ὀδυνηρὰν αὐτὴν πτῶσιν ἔπεσεν ὅλη ἡ Στερεὰ Ἑλλάς, καὶ ὁ ἐχθρὸς παρερχόμενος κατήντησεν τελευταῖον εἰς τὸ ἱερὸν ἔδαφος τῆς κλεινῆς καὶ ἐνδόξου πόλεως τῶν Ἀθηνῶν• ὅλα τὰ στρατεύματα γυμνωμένα καὶ ἀπὸ ἐσχάτην ἀπορίαν ταλαιπωρούμενα ἐστέναζον εἰς τὰς ὁδοὺς τοῦ Ναυπλίου, καὶ δὲν εἶχον ἄλλην ἐλπίδα, εἰμὴ τὸν θάνατον.

Γενναῖοι ἥρωες, ὅσοι τὸν ἠκολουθήσατε εἰς τὴν πρώτην ἀπὸ Ναυπλίου ἐκστρατείαν του• με σᾶς κατέβαλε τὰ πρῶτα θεμέλια τῆς συστάσεως τοῦ μεγαλοπρεποῦς τούτου στρατοπέδου, τὸ ὁποῖον ἐπαπειλεῖ σήμερον τὸν βάρβαρον ἐχθρόν μας, καὶ ὑπόσχεται βεβαίως τὴν σωτηρίαν τῆς Ἀκροπόλεως.

Ἄνδρες ἄξιοι τοῦ κλέους τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ἐλπίδων τῆς πατρίδος, ὑπεσχέθησαν νὰ διατηρήσωσιν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τὸ ἱερὸν κειμήλιον τῆς πατρίδος, τὴν σεβαστὴν Ἀκρόπολιν, καὶ ὁ μεγαλοπράγμων ἀρχηγὸς πετᾶ ὡς ταχύπτερος ἀετὸς εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα συντρίβει φάλαγγας τρομερὰς βαρβάρων, διασπείρει πανταχοῦ τὴν φρίκην καὶ τὸν τρόμον, ἐγείρει πύργους ἀπὸ κρανία, ἐλευθερώνει τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα καὶ τὴν καθιστᾶ τρομεράν εἰς τοὺς ἐχθροὺς καὶ τέλος ἐπιστρέφει νὰ ἐπισφραγίσῃ τὴν δόξαν μὲ τὸν ἀμάραντον στέφανον τῆς ἀπολυτρώσεως τῆς περιφανοῦς Ἀκροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν.

Ἀλλ' ἐν μέσῳ τῶν λαμπρῶν ἀγώνων, ἐν ὧ κατεδαπάνα νύκτα καὶ ἡμέραν εἰς διάταξιν πάντων τῶν συντελούντων εἰς τὸν πόλεμον ἔδιδε πρῶτος τῆς ἀνδρείας καὶ εὐτολμίας τὸ παράδειγμα, καταφρονῶν τὸν θάνατον, καὶ πηδῶν ἐπάνω εἰς τὰ χαρακώματα τῶν ἐχθρῶν εἶπεν: ἂς σταθῶ μίαν στιγμήν, καὶ ἂς ἀφήσω νὰ τρέξουν ποταμηδὸν τὰ δάκρυα τῶν Ἑλλήνων.

Ἀθάνατε Καραϊσκάκη! Σὺ μεταβαίνεις ἐνδόξως εἰς μίαν ἂλλην εὐδαιμονεστέραν ζωὴν διὰ νὰ στεφανωθῆς δι' ὅσα ἀθῶα πλάσματα διέσωσες ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἐχθροῦ• αἱ ψυχαὶ τῶν ἀποθανόντων Ἑλλήλων θέλει σὲ ὑποδεχθοῦν εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἐδὲμ μὲ λαμπροτέραν ὑποδοχὴν ἀπὸ ὅ,τι σήμερον κάμουσι εἰς τὴν Σαλαμῖνα οἱ ζῶντες Ἕλληνες. Μεγάλοι ἄνδρες, περίφημοι εἰς τὰ σοφὰ ἔθνη τῆς Εὐρώπης, μάρτυρες αὐτόπται τῶν ἡρωικῶν ἀκαμάτων ἀγώνων σου θέλει πληροφορήσουν τὸν κόσμον ὅλον, ὅτι ἐχύθη ἐνδόξως τὸ αἷμα σου ἐπάνω εἰς ἐκεῖνο τὸ ἱερὸν ἔδαφος, τὸ ὁποῖον ἐβάφη ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων μὲ τόσων ἡρώων αἵματα.

Ἀλλ' ἡμεῖς πῶς νὰ παρηγορήσωμεν τὴν στέρησίν σου ; πῶς νὰ λησμονήσωμεν τὴν ἀνδρείαν σου, τὴν δραστηριότητά σου ; τὴν ἀοκνίαν σου, καὶ τὴν ἄκραν σου φιλοτιμίαν εἰς τοῦ φρουρίου τὴν ἀπολύτρωσιν; Λυπηρὰ στέρησις, ὀδυνηρὸς χωρισμὸς.

Μ' ὅλον τοῦτο δὲν ἀπελπιζόμεθα Ἕλληνες, δὲν πρέπει νὰ ἀποδειλιάσωμεν. Καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀθανάτου τούτου ἥρωος, ὅταν μάθῃ εἰς τὸν ἄλλον κόσμον, ὅτι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ τὸν μιμηθῶμεν εἰς τὴν καρτερίαν καὶ γενναιότητα, θέλει λυπηθῆ, θέλει μᾶς ὀνειδίσει πικρῶς, ἐὰν δὲν σταθῶμεν ἱκανοὶ νὰ ἐκτελέσωμεν ἐκεῖνο τὸ μέγα ἐπιχείρημα ποὺ ἐπιχειρίσθηκε.

Ἔχομεν μεγάλους ἄνδρας ὅπου μᾶς ὁδηγοῦν εἰς τὰς κινήσεις, μᾶς συμβουλεύουν εἰς τὰ ἐπιχειρήματα, καὶ πρόθυμοι συναγωνισταὶ εἰς τὸν ἔνδοξόν μας ἀγῶνα, θέλει ἐπιμένουν μετὰ γενναιότητος ἄκρας ὅπως ἰδῶσι τὴν τελείαν καταστροφὴν τῶν βαρβάρων τυράννων μας, καὶ ἡμεῖς ἐν τοσοῦτῳ εὐγνώμονες εἰς τοὺς γενναίους ὑπὲρ πατρίδος ἀγωνιζόμένους, καθὼς καθιερώσαμεν καὶ ἄλλοτε τὴν μνήμην τοσούτων ἀγωνιστῶν τῆς ἐλευθερίας, ἃς ἐπισφραγίσωμεν καὶ τοῦ ἐνδόξως ἤδη ἀποθανόντος ἥρωος τὸ ἐπιτάφιον μὲ τὴν ἐκ βάθους καρδίας εὐχήν: 

Αἰωνία σου ἡ μνήμη ἀξιοσέβαστε Ἀρχηγέ!