Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Πῶς μπορεῖ νά 'ναι λεύτερη μιά ψυχή πού ἐλπίζει;




—  Δὲν καταλαβαίνω, Δάσκαλε, εἶπε ὁ Σαριποῦτο· πάλι μᾶς μιλᾶς μὲ παραβολές.
—  Θὰ καταλάβεις στὸ γυρισμό, Σαριποῦτο. Τώρα, σᾶς εἶπα, εἶναι πολλὰ νωρίς. Χρόνια ζῶ τὴ ζωὴ καὶ τὸν πόνο τοῦ ἀνθρώπου, χρόνια μεστώνω· ποτὲ δὲν εἶχα φτάσει, σύντροφοι, σὲ τόση ἐλευτερία. Γιατί; Γιατὶ πῆρα μιὰ μεγάλη ἀπόφαση.

Μιά μεγάλη ἀπόφαση, Δάσκαλε; Ἔκαμε ὁ Ἄναντα κι ἀνασήκωσε τὸ κεφάλι, ἔσκυψε, φίλησε τὸ ἅγιο πόδι τοῦ Βούδα· ποιά ἀπόφαση;
—  Δὲ θέλω νὰ πουλήσω τὴν ψυχή μου στὸ Θεό, σὲ αὐτὸ ποὺ λέτε ἐσεῖς Θεό· δὲ θέλω νὰ πουλήσω τὴν ψυχή μου στὸν Πειρασμό, σὲ αὐτὸ ποὺ λέτε ἐσεῖς πειρασμό· δὲ θέλω νὰ πουληθῶ σὲ κανένα. Εἶμαι λεύτερος! Χαρὰ σὲ αὐτὸν ποὺ ξεφεύγει ἀπὸ τὰ νύχια τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Πειρασμοῦ, αὐτός, αὐτὸς μονάχα λυτρώνεται.
—  Λυτρώνεται ἀπό τί; ἔκαμε ὁ Σαριποῦτο κι ὁ ἱδρώτας ἔτρεχε ἀπὸ τὸ μέτωπό του· λυτρώνεται ἀπό τί; Ἕνας λόγος ἀπόμεινε στὰ χείλια σου, Δάσκαλε, καὶ σὲ καίει.
—  Δὲ μὲ καίει, Σαριποῦτο, μὲ δροσίζει· δὲν ξέρω, συμπαθᾶτε με, ἂν ἀντέχετε, ἂν μπορεῖτε νὰ τὸν ἀκούσετε χωρὶς νὰ σᾶς κυριέψει τρόμος.
—  Δάσκαλε, εἶπε ὁ Σαριποῦτο, πᾶμε στὸν πόλεμο, μπορεῖ νὰ μὴ γυρίσουμε· μπορεῖ νὰ μὴ σὲ ξαναδοῦμε· φανέρωσέ μας τὸ στερνὸ ἐτοῦτο λόγο, τὸ στερνό σου· λυτρώνεται ἀπό τί;

Ἀργά, βαριά, σὰν κορμὶ στὴν ἄβυσσο, ἔπεσε ἀπὸ τὰ σφιγμένα χείλια τοῦ Βούδα ὁ λόγος:
—  Ἀπὸ τὴ λύτρωση.
— Ἀπό τή λύτρωση; Λυτρώνεται ἀπό τή λύτρωση; ξεφώνισε ο Σαριποῦτο. Δάσκαλέ μου, δὲν καταλαβαίνω!
—  Καλύτερα, Σαριποῦτο, καλύτερα· ἂν καταλάβαινες, θὰ τρόμαζες. Ὅμως, μάθετέ το, σύντροφοι, ἐτούτη εἶναι ἡ λευτεριὰ ἡ δικιά μου· λυτρώθηκα ἀπὸ τὴ λύτρωση!
Σώπασε· μὰ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ κρατηθεῖ:
—  Κᾶθε ἄλλη λευτεριά, μάθετέ το, εἶναι σκλαβιά· ἂν ἦταν νὰ ξαναγεννιόμουν, γιὰ τὴ μεγάλη ἐτούτη λευτεριὰ θὰ πολεμοῦσα: γιὰ τὴ λύτρωση ἀπὸ τὴ λύτρωση… Μὰ φτάνει· πρώιμα εἶναι ἀκόμα νὰ μιλοῦμε· θὰ τὰ ποῦμε σὰν γυρίσετε ἀπὸ τὸν πόλεμο, ἂν γυρίσετε· ἔχετε γειά!
Ἀνάσανε βαθιά, ἔβλεπε τοὺς μαθητές του νὰ κοντοστέκουνται, χαμογέλασε.
—  Τί κάθεστε; εἶπε· τὸ χρέος σας ἀκόμα ὁ πόλεμος, σῦρτε νὰ πολεμῆστε· ἔχετε γειά!
—  Καλὴ ἀντάμωση, Δάσκαλε, εἶπε ὁ Σαριποῦτο, πᾶμε, κι ὁ Θεὸς βοηθός!

Ὁ Ἄναντα ἔμεινε ἀκίνητος· ὁ Βούδας τὸν κόχεψε εὐχαριστημένος.
—  Ἐγὼ θὰ μείνω μαζί σου, Δάσκαλέ μου, εἶπε καὶ κατακοκκίνισε.
—  Ἄναντα ἀγαπημένε, ἔκαμε ὁ Βούδας, ἀπό φόβο;
—  Ἀπὸ ἀγάπη, Δάσκαλέ μου.
—  Δὲ φτάνει πιὰ ἡ ἀγάπη, πιστέ μου σύντροφε· δὲ φτάνει.
—  Τὸ ξέρω, Δάσκαλέ μου· τὴν ὥρα ποὺ μιλοῦσες εἶδα μιὰ φωτιὰ ν' ἀγλείφει τὸ στόμα σου.
—  Δὲν ἦταν φωτιά, Ἄναντα, δὲν ἦταν φωτιά, ἦταν ὁ λόγος. Καταλαβαίνεις, ἐσύ, μικρέ μου, πιστέ μου φῖλε, τὸν περάνθρωπο τοῦτο λόγο;
—  Καταλαβαίνω, θαρρῶ· γι’ αὐτὸ κι ἀπόμεινα μαζί σου.
—  Τί κατάλαβες;
—  Ὅποιος λέει πὼς ὑπάρχει λύτρωση εἶναι σκλάβος· γιατὶ τὴν πάσα στιγμὴ φλωροζυγιάζει κάθε του λόγο, κάθε του πράξη καὶ τρέμει: Θά σωθῶ; Δέ θά σωθῶ; Θά πάω στόν οὐρανό; Θά πάω στήν Κόλαση; Πῶς μπορεῖ νά 'ναι λεύτερη μιά ψυχή πού ἐλπίζει; Ὅποιος ἐλπίζει, φοβάται τὴ ζωὴ ἐτούτη, φοβάται τὴ ζωὴ τὴν ἄλλη, κρέμεται μετέωρος καὶ περιμένει τὴν τύχη ἢ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Βούδας ἔβαλε τὴν ἀπαλάμη στὰ μαύρα μαλλιὰ τοῦ Ἄναντα.
—  Μεῖνε, εἶπε.

Κάμποση ὥρα ἔμειναν ἀμίλητοι κάτω ἀπὸ τὸ ἀνθισμένο δέντρο. Ὁ Βούδας χάδεψε ἀργά, πονετικά, τὰ μαλλιὰ τοῦ ἀγαπημένου μαθητή.
—  Σωτηρία θὰ πεῖ νὰ λυτρωθεῖς ἀπ’ ὅλους τοὺς σωτῆρες· αὐτὴ 'ναι ἡ ἀνώτατη λευτεριά, ἡ πιὸ ἀψηλή, ὅπου μὲ δυσκολία ἀναπνέει ὁ ἄνθρωπος. Ἀντέχεις;

Ὁ Ἄναντα εἶχε σκύψει τὸ κεφάλι καὶ δὲ μιλοῦσε.
—  Καταλαβαίνεις λοιπὸν τώρα ποιὸς εἶναι ὁ τέλειος Λυτρωτὴς…
Σώπασε, καὶ σὲ λίγο, παίζοντας ἀνάμεσα στὰ δάχτυλά του ἕναν ἀνθὸ ποὺ 'χε πέσει ἀπὸ τὸ δέντρο:
—  Ὁ Λυτρωτὴς ποὺ θὰ λυτρώσει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴ λύτρωση.




        Νίκος Καζαντζάκης, Ἀναφορὰ στὸν Γκρέκο, κεφάλαιο ΚΔ'

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου