Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Ἡ τέχνη τοῦ Πολέμου.

τοῦ Sun Tzu




Ὁ Βασιλιὰς τοῦ Βοῦ, Χὸ Λού, κάλεσε τὸν Σοὺν Τσού, διορισμένο διοικητὴ τοῦ στρατοῦ του, καὶ τοῦ εἶπε:

«Διάβασα πολὺ προσεκτικὰ τὰ δεκατρία κεφάλαια τοῦ βιβλίου σας. Μήπως θά μπορούσατε νά μοῦ κάνετε μιά μικρή ἐπίδειξη τοῦ πῶς ἐφαρμόζεται πρακτικά ἡ θεωρία σας – ἰδιαίτερα σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸν ἔλεγχο τῶν στρατευμάτων;»

«Θὰ μπορούσα», ἀπάντησε ὁ Σοὺν Τσού.

«Καί μήπως θά μπορούσατε νά χρησιμοποιήσετε στήν ἐπίδειξη γυναῖκες;» συνέχισε ὁ Βασιλιάς.

«Βεβαίως», εἶπε χωρὶς δισταγμὸ ὁ Σοὺν Τσού.

Ἔτσι, δόθηκε διαταγὴ νὰ φέρουν ἀπὸ τὸ παλάτι 180 ὄμορφες γυναῖκες. Ὁ Σοὺν Τσοὺ τὶς χώρισε σὲ δύο λόχους καὶ ἔθεσε ἐπικεφαλῆς τὶς δύο πιὸ ἀγαπημένες κι εὐνοούμενες παλλακίδες τοῦ Βασιλιᾶ. Ὕστερα ἔδειξε στὰ κορίτσια πὼς νὰ κρατοῦν τὸ δόρυ καὶ ῥώτησε: «Ξέρετε τή διαφορά ἀνάμεσα στό «Μπροστά» καί τό «Πίσω», τό «Ἀριστερά» καί τό «Δεξιά»;

«Τὴν ξέρουμε», ἀπάντησαν ἐκεῖνες.

«Ὡραῖα», εἶπε ὁ Σοὺν Τσού. «Τώρα, ὅταν σᾶς δώσω τὴ διαταγὴ «Μέτωπο ἐμπρός», θὰ κοιτάξετε κατευθείαν μπροστὰ. Ὅταν σᾶς πῶ «Μεταβολή», θὰ κάνετε μιςὴ στροφή, ὥστε νὰ κοιτάξετε ὅλες πρὸς τὰ πίσω. Ὅταν σᾶς πῶ «Ἐπ’ ἀριστερά», θὰ γυρίσετε πρὸς τὴ μεριὰ τοῦ ἀριστεροῦ σας χεριοῦ κι ὅταν σᾶς πῶ «Ἐπὶ δεξιά», θὰ γυρίσετε πρὸς τὴ μεριὰ τοῦ δεξιοῦ σας χεριοῦ».

Οἱ γυναῖκες εἶπαν «Καταλάβαμε» καὶ τότε ὁ Σοὺν Τσού, ἀφοῦ τὶς ἐξήγησε ποιὸ χτύπημα τοῦ τυμπάνου ἀντιστοιχοῦσε σὲ κάθε παράγγελμα, τὶς μοίρασε τὰ δόρατα καὶ ἔδωσε τὸ σύνθημα: «Ἐπὶ δεξιά». Τὰ κορίτσια, ὅμως, ἀντὶ νὰ ὑπακούσουν, ξέσπασαν σὲ γέλια.

Τότε ὁ Σοὺν Τσοὺ εἶπε ἤρεμα: «Ἐὰν τὰ παραγγέλματα δὲν εἶναι σαφῆ καὶ οἱ διαταγὲς δὲν εἶναι ἀπόλυτα κατανοητές, τὸ λάθος εἶναι τοῦ στρατηγοῦ». Ὕστερα ἐπανέλαβε τρεῖς φορὲς τὰ παραγγέλματα, τὰ ἐξήγησε πέντε φορές, κι ἔδωσε τὸ παράγγελμα: «Ἐπ’ ἀριστερά». Τὰ κορίτσια ξέσπασαν, γι’ ἄλλη μιὰ φορά, σὲ γέλια.

Τότε ὁ Σοὺν Τσού, πάντα τὸ ἴδιο ἤρεμος, εἶπε: «Ὅταν τὰ παραγγέλματα δὲν εἶναι σαφῆ καὶ οἱ διαταγὲς δὲν εἶναι ἀπόλυτα κατανοητές, τὸ λάθος εἶναι τοῦ στρατηγοῦ. Ὅταν ὅμως οἱ διαταγὲς εἶναι σαφεῖς καὶ κατανοητές, ἀλλὰ οἱ στρατιῶτες δὲν ὑπακούουν, τότε τὸ λάθος εἶναι τῶν ἀξιωματικῶν τους». Καὶ λέγοντας αὐτά, διέταξε νὰ ἀποκεφαλιστοῦν οἱ δύο ἐπικεφαλῆς τῶν λόχων!

Ὁ βασιλιὰς ποὺ παρακολουθοῦσε τὴ σκηνὴ ἀπὸ ψηλά, μόλις ἀντιλήφθηκε ὅτι οἱ δύο εὐνοούμενές του θὰ ἔμεναν χωρὶς κεφάλι, ἔσπευσε νὰ μηνύσει στὸν Σοὺν Τσοὺ: «Εἶμαι ἀπόλυτα ἰκανοποιημένος ἀπὸ τὴν ἐπίδειξή σας. Ἀλλὰ ἐὰν στερηθῶ τὶς δύο αὐτὲς παλλακίδες, τὸ φαγητὸ καὶ τὸ ποτό μου θὰ χάσουν τὴ γεύση τους. Ἐπιθυμία μου, λοιπόν, εἶναι νὰ μὴν ἀποκεφαλιστοῦν».

Ὁπότε, ὁ Σοὺν Τσοὺ ἀπάντησε: «Ὁ ὑπηρέτης σας ἔχει κάνει ἤδη δεκτὸ τὸ διορισμό του ὡς Διοικητὴ καὶ ὅταν ἕνας διοικητὴς ἡγείται τοῦ στρατοῦ, δὲν ὑποχρεούται νὰ ὑπακούει σὲ ὅλες τὶς διαταγὲς τοῦ ἡγεμόνα του». Ἀμέσως μετά, ἔδωσε διαταγὴ νὰ ἀποκεφαλιστοῦν οἱ δύο γυναῖκες πρὸς παραδειγματισμὸ καὶ ὅρισε ὡς ἐπικεφαλῆς δύο ἄλλες.

Ὕστερα, ἐπανέλαβε τὰ παραγγέλματα μὲ τὴ βοήθεια τοῦ τυμπάνου καὶ οἱ γυναῖκες ἀνταποκρίθηκαν, χωρὶς νὰ κάνουν τὸ παραμικρὸ λάθος καί, φυσικά, χωρὶς νὰ τολμήσει καμιά τους νὰ γελάσει!

Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὴ ἐκπαίδευση ὁ Σοὺν Τσοὺ διαμήνυσε μὲ ἀγγελιοφόρο στὸν βασιλιὰ: «Ὁ στρατός σας, κύριε, εἶναι πανέτοιμος. Μπορεῖτε νὰ κατέβετε καὶ νὰ τὸν ἐπιθεωρήσετε. Εἶναι πρόθυμος νὰ κάνει ὅ,τι τοῦ ζητήσετε, ἀκόμη καὶ νὰ πέσει στὴ φωτιά».

Ὡστόσο, ἡ ὄρεξη τοῦ Βασιλιᾶ γιὰ πειράματα εἶχε κοπεῖ, ἀφοῦ εἶχε χάσει τὶς εὐνοούμενες παλλακίδες του. «Πὲς στὸ Στρατηγό», εἶπε στὸν ἀγγελιαφόρο, «ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιστρέφει στὸ στρατόπεδό του καὶ νὰ ἀναπαυθεῖ. Ὁ Βασιλέας τοῦ Βοῦ δὲν ἔχει καμιὰ διάθεση γιὰ ἐπιθεώρηση».

Ὅταν ὁ Σοὺν Τσοὺ ἔλαβε τὸ μήνυμα, σχολίασε ἀτάραχα: «Ὁ Βασιλιὰς ἀγαπάει τὰ λόγια, ὄχι ὅμως καὶ τὰ ἔργα»

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Πῶς μπορεῖ νά 'ναι λεύτερη μιά ψυχή πού ἐλπίζει;




—  Δὲν καταλαβαίνω, Δάσκαλε, εἶπε ὁ Σαριποῦτο· πάλι μᾶς μιλᾶς μὲ παραβολές.
—  Θὰ καταλάβεις στὸ γυρισμό, Σαριποῦτο. Τώρα, σᾶς εἶπα, εἶναι πολλὰ νωρίς. Χρόνια ζῶ τὴ ζωὴ καὶ τὸν πόνο τοῦ ἀνθρώπου, χρόνια μεστώνω· ποτὲ δὲν εἶχα φτάσει, σύντροφοι, σὲ τόση ἐλευτερία. Γιατί; Γιατὶ πῆρα μιὰ μεγάλη ἀπόφαση.

Μιά μεγάλη ἀπόφαση, Δάσκαλε; Ἔκαμε ὁ Ἄναντα κι ἀνασήκωσε τὸ κεφάλι, ἔσκυψε, φίλησε τὸ ἅγιο πόδι τοῦ Βούδα· ποιά ἀπόφαση;
—  Δὲ θέλω νὰ πουλήσω τὴν ψυχή μου στὸ Θεό, σὲ αὐτὸ ποὺ λέτε ἐσεῖς Θεό· δὲ θέλω νὰ πουλήσω τὴν ψυχή μου στὸν Πειρασμό, σὲ αὐτὸ ποὺ λέτε ἐσεῖς πειρασμό· δὲ θέλω νὰ πουληθῶ σὲ κανένα. Εἶμαι λεύτερος! Χαρὰ σὲ αὐτὸν ποὺ ξεφεύγει ἀπὸ τὰ νύχια τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Πειρασμοῦ, αὐτός, αὐτὸς μονάχα λυτρώνεται.
—  Λυτρώνεται ἀπό τί; ἔκαμε ὁ Σαριποῦτο κι ὁ ἱδρώτας ἔτρεχε ἀπὸ τὸ μέτωπό του· λυτρώνεται ἀπό τί; Ἕνας λόγος ἀπόμεινε στὰ χείλια σου, Δάσκαλε, καὶ σὲ καίει.
—  Δὲ μὲ καίει, Σαριποῦτο, μὲ δροσίζει· δὲν ξέρω, συμπαθᾶτε με, ἂν ἀντέχετε, ἂν μπορεῖτε νὰ τὸν ἀκούσετε χωρὶς νὰ σᾶς κυριέψει τρόμος.
—  Δάσκαλε, εἶπε ὁ Σαριποῦτο, πᾶμε στὸν πόλεμο, μπορεῖ νὰ μὴ γυρίσουμε· μπορεῖ νὰ μὴ σὲ ξαναδοῦμε· φανέρωσέ μας τὸ στερνὸ ἐτοῦτο λόγο, τὸ στερνό σου· λυτρώνεται ἀπό τί;

Ἀργά, βαριά, σὰν κορμὶ στὴν ἄβυσσο, ἔπεσε ἀπὸ τὰ σφιγμένα χείλια τοῦ Βούδα ὁ λόγος:
—  Ἀπὸ τὴ λύτρωση.
— Ἀπό τή λύτρωση; Λυτρώνεται ἀπό τή λύτρωση; ξεφώνισε ο Σαριποῦτο. Δάσκαλέ μου, δὲν καταλαβαίνω!
—  Καλύτερα, Σαριποῦτο, καλύτερα· ἂν καταλάβαινες, θὰ τρόμαζες. Ὅμως, μάθετέ το, σύντροφοι, ἐτούτη εἶναι ἡ λευτεριὰ ἡ δικιά μου· λυτρώθηκα ἀπὸ τὴ λύτρωση!
Σώπασε· μὰ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ κρατηθεῖ:
—  Κᾶθε ἄλλη λευτεριά, μάθετέ το, εἶναι σκλαβιά· ἂν ἦταν νὰ ξαναγεννιόμουν, γιὰ τὴ μεγάλη ἐτούτη λευτεριὰ θὰ πολεμοῦσα: γιὰ τὴ λύτρωση ἀπὸ τὴ λύτρωση… Μὰ φτάνει· πρώιμα εἶναι ἀκόμα νὰ μιλοῦμε· θὰ τὰ ποῦμε σὰν γυρίσετε ἀπὸ τὸν πόλεμο, ἂν γυρίσετε· ἔχετε γειά!
Ἀνάσανε βαθιά, ἔβλεπε τοὺς μαθητές του νὰ κοντοστέκουνται, χαμογέλασε.
—  Τί κάθεστε; εἶπε· τὸ χρέος σας ἀκόμα ὁ πόλεμος, σῦρτε νὰ πολεμῆστε· ἔχετε γειά!
—  Καλὴ ἀντάμωση, Δάσκαλε, εἶπε ὁ Σαριποῦτο, πᾶμε, κι ὁ Θεὸς βοηθός!

Ὁ Ἄναντα ἔμεινε ἀκίνητος· ὁ Βούδας τὸν κόχεψε εὐχαριστημένος.
—  Ἐγὼ θὰ μείνω μαζί σου, Δάσκαλέ μου, εἶπε καὶ κατακοκκίνισε.
—  Ἄναντα ἀγαπημένε, ἔκαμε ὁ Βούδας, ἀπό φόβο;
—  Ἀπὸ ἀγάπη, Δάσκαλέ μου.
—  Δὲ φτάνει πιὰ ἡ ἀγάπη, πιστέ μου σύντροφε· δὲ φτάνει.
—  Τὸ ξέρω, Δάσκαλέ μου· τὴν ὥρα ποὺ μιλοῦσες εἶδα μιὰ φωτιὰ ν' ἀγλείφει τὸ στόμα σου.
—  Δὲν ἦταν φωτιά, Ἄναντα, δὲν ἦταν φωτιά, ἦταν ὁ λόγος. Καταλαβαίνεις, ἐσύ, μικρέ μου, πιστέ μου φῖλε, τὸν περάνθρωπο τοῦτο λόγο;
—  Καταλαβαίνω, θαρρῶ· γι’ αὐτὸ κι ἀπόμεινα μαζί σου.
—  Τί κατάλαβες;
—  Ὅποιος λέει πὼς ὑπάρχει λύτρωση εἶναι σκλάβος· γιατὶ τὴν πάσα στιγμὴ φλωροζυγιάζει κάθε του λόγο, κάθε του πράξη καὶ τρέμει: Θά σωθῶ; Δέ θά σωθῶ; Θά πάω στόν οὐρανό; Θά πάω στήν Κόλαση; Πῶς μπορεῖ νά 'ναι λεύτερη μιά ψυχή πού ἐλπίζει; Ὅποιος ἐλπίζει, φοβάται τὴ ζωὴ ἐτούτη, φοβάται τὴ ζωὴ τὴν ἄλλη, κρέμεται μετέωρος καὶ περιμένει τὴν τύχη ἢ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Βούδας ἔβαλε τὴν ἀπαλάμη στὰ μαύρα μαλλιὰ τοῦ Ἄναντα.
—  Μεῖνε, εἶπε.

Κάμποση ὥρα ἔμειναν ἀμίλητοι κάτω ἀπὸ τὸ ἀνθισμένο δέντρο. Ὁ Βούδας χάδεψε ἀργά, πονετικά, τὰ μαλλιὰ τοῦ ἀγαπημένου μαθητή.
—  Σωτηρία θὰ πεῖ νὰ λυτρωθεῖς ἀπ’ ὅλους τοὺς σωτῆρες· αὐτὴ 'ναι ἡ ἀνώτατη λευτεριά, ἡ πιὸ ἀψηλή, ὅπου μὲ δυσκολία ἀναπνέει ὁ ἄνθρωπος. Ἀντέχεις;

Ὁ Ἄναντα εἶχε σκύψει τὸ κεφάλι καὶ δὲ μιλοῦσε.
—  Καταλαβαίνεις λοιπὸν τώρα ποιὸς εἶναι ὁ τέλειος Λυτρωτὴς…
Σώπασε, καὶ σὲ λίγο, παίζοντας ἀνάμεσα στὰ δάχτυλά του ἕναν ἀνθὸ ποὺ 'χε πέσει ἀπὸ τὸ δέντρο:
—  Ὁ Λυτρωτὴς ποὺ θὰ λυτρώσει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴ λύτρωση.




        Νίκος Καζαντζάκης, Ἀναφορὰ στὸν Γκρέκο, κεφάλαιο ΚΔ'