Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Ἡ συμπεριφορά μας ἀπέναντι στὸν ἐαυτό μας.

τοῦ Ἀρθούρου Σοπενχάουερ 



Ὅπως ὁ ἐργάτης, ποὺ βοηθάει νὰ ὑψωθεῖ ἕνα κτίριο, δὲν ξέρει τὸ συνολικὸ σχέδιο, ἢ δὲν τὸ ἔχει διαρκῶς μπροστὰ στὰ μάτια του, ἔτσι εἶναι καὶ ἡ θέση τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν προσπαθεῖ νὰ ἀναμετρήσει μία-μία τὶς ἡμέρες καὶ τὶς ὧρες τῆς ζωῆς του, σὲ σχέση μὲ τὸ σύνολο τῆς ζωῆς του καὶ μὲ τὸ συνολικὸ χαρακτήρα τους. Ὅσο πιὸ ἀξιοπρεπής, σημαντικός, ἀξιοσημείωτος καὶ ἀτομικὸς εἶναι αὐτὸς ὁ χαρακτήρας τόσο πιὸ ἀναγκαῖο καὶ πιὸ εὐεργετικὸ εἶναι γιὰ τὸ ἄτομο νὰ ῥίχνει κάπου-κάπου ἕνα βλέμμα στὸ περιωρισμένο διάγραμμα τῆς ζωῆς του. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς, γιὰ νὰ τὸ καταφέρει, θὰ πρέπει νὰ ἔχει ἤδη κάνει ἕνα πρῶτο βῆμα στό «γνῶθι σαυτὸν»: πρέπει, δηλαδή, νὰ ξέρει τὶ πραγματικὰ θέλει, κυρίως καὶ πρώτ’ ἀπ’ ὅλα, πρέπει νὰ ξέρει τὶ εἶναι τὸ οὐσιαστικὸ γιὰ τὴν εὐτυχία του καὶ τὶ ἔρχεται σὲ δεύτερη καὶ ὕστερα σὲ τρίτη μοίρα. Πρέπει, σὲ γενικὲς γραμμές, νὰ ἔχει ἀντιληφθεῖ τὴν κλίση του, τὸ ῥόλο του καὶ τὶς σχέσεις του μὲ τὸν κόσμο. Ἂν ὅμως αὐτὰ εἶναι σημαντικὰ καὶ ὑψηλά, τότε ἡ περιορισμένη ὅψη τῆς ζωῆς του θὰ τὸν ἐνισχύσει, θὰ τὸν στηρίξει, καὶ θὰ τὸν ἀνυψώσει περισσότερο ἀπὸ κάθε τὶ ἄλλο. Ἡ ἐξέταση αὐτή, θὰ τὸν ἐνθαρρύνει στὴν δουλειὰ καὶ θὰ τὸν ἀποτρέψει ἀπὸ τὰ μονοπάτια ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ παραπλανηθεῖ.

Ὅπως ὁ ταξιδιώτης, ποὺ μόνο σὰν φτάσει σὲ ὕψωμα ἀγκαλιάζει μὲ μιὰ ματιὰ καὶ ἀναγνωρίζει τὸ σύνολο τοῦ δρόμου ποὺ ἔχει διατρέξει, μὲ τὶς στροφὲς καὶ τὶς καμπές του, ἔτσι καὶ ἑμεῖς, μόνο στὸ τέρμα μίας περιόδου τῆς ζωῆς μας, καὶ καμμιὰ φορά, ὁλόκληρης τῆς ζωῆς, ἀναγνωρίζουμε τὴν πραγματικὴ συνάγεια ποὺ ἔχουν μεταξὺ τους οἱ σχέσεις μας, τὰ ἔργα μας καὶ τὰ δημιουργήματά μας, τὴν ἀκριβῆ τους σχέση, τὴν ἀλληλουχία καὶ τὴν ἀξία τους. Πραγματικά, ὅσο εἴμαστε ἀπορροφημένοι ἀπὸ τὴν δραστηριότητά μας, ἐνεργοῦμε μόνο ἀνάλογα μὲ τὶς ἀκλόνητες ἰδιότητες τοῦ χαρακτήρα μας, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασι τῶν ἀφορμῶν καὶ ὅσο τὸ ἐπιτρέπουν οἱ δυνατότητές μας, δηλαδὴ μὲ ἀπόλυτη ἀναγκαιότητα. Σὲ μία δεδομένη στιγμή, δὲν κάνουμε παρὰ μονάχα ὅ,τι αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν στιγμὴ μᾶς φαίνεται σωστὸ καὶ πρέπον. Καὶ μόνο ἡ συνέχεια μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀξιολογήσουμε τὸ ἀποτέλεσμα καὶ μόνο ἡ ματιὰ ποὺ ῥίχνουμε πίσω στὸ σύνολο μᾶς δείχνει τὸ πῶς καὶ τὸ ἀπὸ τί. Ἔτσι, τὴ στιγμὴ ποὺ ἐπιτελοῦμε τὶς πιὸ μεγᾶλες πράξεις, ὅπου δημιουργοῦμε ἀθάνατα ἔργα, δὲν ἔχομε συνείδηση τῆς ἀληθινῆς τους φύσεως: δὲν μᾶς φαίνονται παρὰ πὼς εἶναι μόνο ὅ,τι πιὸ κατάλληλο ὑπάρχει γιὰ τὸν τωρινό μας σκοπὸ καὶ ὅ,τι ἀνταποκρίνεται καλύτερα στὶς προθέσεις μας. Ἔχομε μόνο τὴν ἐντύπωση ὅτι κάναμε ὅ,τι ἔπρεπε νὰ κάνουμε ἐκείνη τὴ στιγμή. Καὶ μόνο ἀργότερα, ἀπὸ τὸ σύνολο καὶ τὴν ἀλληλουχία τους, ἀναδείχνονται σὲ ἄπλετο φῶς ὁ χαρακτήρας καὶ οἱ ἰκανότητές μας καὶ τότε, ἀπὸ τὶς λεπτομέρειες, βλέπομε πὼς πήραμε, σὰν ἔμπνευση καὶ ὁδηγημένοι ἀπὸ τὸ πνεῦμα μας, τὸ μόνο σωστὸ δρόμο μέσα ἀπὸ τόσους παράμερους δρόμους. Ὅ,τι εἴπαμε παραπάνω εἶναι ἀλήθεια καὶ στὴ θεωρία καὶ στὴν πράξη καὶ ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ ἀντίστροφα γεγονότα, δηλαδὴ τὰ κακὰ καὶ τὰ ψεύτικα.

Ἕνα σπουδαῖο πράγμα γιὰ τὴ φρόνηση στὴ ζωὴ, εἶναι ἡ ἀναλογία ὅπου ἀφιερώνουμε ἕνα μέρος τῆς προσοχῆς μας στὸ παρὸν καὶ τὸ ὑπόλοιπο στὸ μέλλον, ὥστε τὸ ἕνα νὰ μὴν χαλάει τὸ ἄλλο. Ὑπάρχουν πολλοὶ ἄνθρωποι, ποὺ παραζοῦν στὸ παρόν: αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐπιπόλαιοι. Ἄλλοι, ὑπερβολικὰ στὸ μέλλον: εἶναι οἱ φοβιτσιάρηδες καὶ οἱ ἀνήσυχοι. Σπάνια κρατοῦμε τὸ σωστό μέτρο. Ἐκείνοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ, παρακινημένοι ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὴ σπουδή τους, ζοῦν ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ μέλλον, μὲ τὰ μάτια διαρκῶς στραμμένα πρὸς τὰ ἐμπρός, ποὺ τρέχουν μὲ ἀνυπομονησία γιὰ νὰ προλάβουν τὰ πράγματα τοῦ μέλλοντος, γιατὶ πιστεύουν πὼς αὐτὰ θὰ τοὺς φέρουν ἀμέσως τὴν ἀληθινὴ εὐτυχία, ἀλλὰ πού, στὸ μεταξύ, ἀφήνουν νὰ διαφεύγει τὸ παρόν, γιατὶ τὸ παραμελοῦν χωρὶς νὰ τὸ χαίρονται, μοιάζουν μ’ ἐκείνους τοὺς γαϊδάρους τῆς Ἰταλίας πού, γιὰ νὰ τοὺς κάνουν νὰ περπατήσουν γρήγορα, τοποθετοῦν μπροστὰ στὸ κεφάλι τους ἕνα δεμάτι ἄχυρο κρεμασμένο ἀπὸ ἕνα ραβδί. Οἱ γάιδαροι βλέπουν διαρκῶς τὸ δεμάτι κοντὰ τους καὶ τρέχουν μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς θὰ τὸ φτάσουν. Στὴν πραγματικότητα, κάτι τέτοιοι ἄνθρωποι ἐξαπατοῦν σὲ ὅλη τους τὴ ζωὴ τὸν ἐαυτὸ τους καὶ ζοῦν μόνο ad interim ὥσπου νὰ πεθάνουν. Ἔτσι, ἀντὶ νὰ μὰς ἀπασχολοῦν ἀδιάκοπα σχέδια καὶ φροντίδες γιὰ τὸ μέλλον, ἢ ἀντίστροφα, ἀντὶ νὰ παραδινόμαστε στὴ θλίψη γιὰ ὅ,τι ἔγινε στὸ παρελθόν, θὰ ἔπρεπε νὰ μὴν ξεχνοῦμε ποτὲ πὼς μόνο τὸ παρὸν εἶναι πραγματικό, πὼς μόνο αὐτὸ εἶναι βέβαιο, καὶ πώς, ἀντίθετα, τὸ μέλλον παρουσιάζεται πάντα διαφορετικὸ ἀπὸ ὅτι τὸ φανταζόμαστε καὶ πὼς τὸ παρελθὸν ἦταν διαφορετικό. Καὶ πὼς ἔτσι, οὐσιαστικά, μέλλον καὶ παρελθὸν ἔχουν καὶ τὰ δυό τους λιγότερη σημασία ἀπὸ ὅσο μὰς φαίνεται. Γιατὶ τὸ ἀπόμακρο, ποὺ μικραίνει τὰ πράγματα στὸ μάτι, τὰ ὑπερμεγεθύνει στὴ σκέψη. Μόνο τὸ παρὸν εἶναι ἀληθινὸ καὶ πραγματικό. Εἶναι ὁ πραγματικὰ γεμάτος χρόνος καὶ σ’ αὐτὸν βασίζεται ἀποκλειστικὰ ἡ ὕπαρξή μας. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ καλοδεχόμαστε. Πρέπει νὰ γευόμαστε, μὲ πλήρη τὴ συνείδηση τῆς ἀξίας της, κάθε ὥρα ποὺ εἶναι ἀνεκτὴ καὶ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ ἀντιξοότητες ὴ ἀπὸ θλίψεις, δηλαδὴ νὰ μὴν τὴν ταράζουμε μὲ πρόσωπα θλιμμένα γιὰ τὶς ἐλπίδες ποὺ διαψεύστηκαν στὸ παρελθὸν ἤ γιὰ τὶς ἀνησυχίες γιὰ τὸ μέλλον. Τὶ τὸ πιὸ ἀνόητο, ἀπὸ τὸ νὰ ἀποδιώχνουμε μιὰ τωρινὴ καλὴ ὥρα ἢ νὰ τὴν χαλοῦμε μὲ κακία, μὲ ἀνησυχίες γιὰ τὸ μέλλον, ἢ μὲ θλίψεις γιὰ τὸ παρελθόν! Ἂς βγάλουμε ἀπὸ τὴ μέση τὶς ἔγνοιες, ἀκόμα καὶ τὶς τύψεις. Καὶ ὕστερα, γιὰ τὰ περασμένα γεγονότα, ἄς λέμε:

«Ἀλλὰ τὰ μὲν προτετύχθαι ἐάσομεν άχνύμενοί περ, θυμὸν ἐνὶ στήθεσσι φίλον δαμάσαντες ἀνάγκῃ». 
(Ἰλιᾶδος Σ, στ. 112-113)

(Ἄς ἀφήσουμε, ἔστω καὶ μὲ θλίψη, ὅλα ὅσα ἔχουν γίνει πριν. Πρέπει νὰ πνίξουμε τὴν ὀργὴ στὸ στῆθος μας).

Κι ὅσο γιὰ τὸ μέλλον:

«Ἀλλ’ἦτοι μὲν ταῦτα θεῶν ἐν γοόυνασι κεῖται» .
(Ἰλιᾶδος Υ, στ. 335)


      Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, γιὰ τὸ παρόν, θὰ πρέπει νὰ σκεφτόμαστε, σὰν τὸν Σενέκα: «Singulas dies, singulas vitas puta» (κάθε μέρα εἶναι καὶ μιὰ χωριστὴ ζωὴ), καὶ νὰ κάνουμε αὐτὸν τὸν μόνο πραγματικὸ χρόνο, ὅσο γίνεται πιὸ εὐχάριστο.

    Τὰ μόνα μελλοντικὰ δεινὰ ποὺ εἶναι δικαιολογημένο νὰ μᾶς ἀνησυχοῦν εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ὁ ἐρχομός τους καὶ ἡ στιγμῆ τοῦ ἐρχομοῦ τους εἶναι βεβαία. Ἀλλὰ ἐλάχιστα ἀνήκουν σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, γιατὶ τὰ δεινὰ εἶναι, ἢ ἀπλῶς δυνατὰ ἤ, τὸ πολύ, πιθανά, ἢ εἶναι βέβαια, ἀλλὰ ἀμφίβολη ἡ ἐποχὴ τοῦ ἐρχομοῦ τους. Καὶ ἂν ἀνησυχοῦμε γιὰ τὰ δύο εἴδη τῶν δυστυχιῶν, τότε δὲν ἔχουμε οὔτε στιγμὴ ἡσυχίας. Συνεπῶς, γιὰ νὰ μὴ χάνουμε τὴ γαλήνη τῆς ζωῆς μας γιὰ δεινά, ποὺ εἶναι ἀσαφεῖς καὶ ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ ἐποχή τους, καλὰ θὰ κάνουμε νὰ συνηθίσουμε νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὰ πρῶτα σὰν νὰ μὴν πρόκειται ἀσφαλῶς νὰ ἔρθουν τόσο νωρίς.

    Ἀλλά, ὅσο πιὸ ἤσυχους μᾶς ἀφήνει ὁ φόβος, τόσο μᾶς συνταράσσουν οἱ ἐπιθυμίες, οἱ πόθοι καὶ οἱ φιλοδοξίες. Τὸ τόσο γνωστὸ τραγοῦδι τοῦ Γκαῖτε: «Ἐναπόθεσα τὴν ἐπιθυμία μου πάνω στὸ τίποτα», σημαίνει, κατὰ βᾶθος, πώς, μόνο ἂν ἀπομακρύνει ὅλες τὶς φιλοδοξίες του καὶ περιοριστεῖ στὴ ζωὴ ὅπως εἶναι, γυμνὴ καὶ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ καθετὶ τὸ περιττό, μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀποκτήσει ἐκείνη τὴν πνευματικὴ λογικὴ ποὺ εἶναι ἡ βάση τῆς ἀνθρώπινης εὐτυχίας, γιατὶ αὐτὴ ἡ γαλήνη εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ νὰ χαροῦμε τὸ παρόν, καὶ ἀπὸ αὐτό, ὁλόκληρη τὴ ζωή. Καὶ γι’ αὐτὸ ἀκόμα θὰ ἔπρεπε νὰ θυμώμαστε πάντα ὅτι ἡ μέρα τοῦ σήμερα ἔρχεται μόνο μία φορά, καὶ ποτὲ πιὰ ἄλλοτε. Ἀλλὰ ἑμεῖς φανταζόμαστε πὼς θὰ ξαναρθῇ καὶ αὔριο: ὡστόσο, τὸ αὔριο εἶναι μιὰ ἄλλη μέρα ποὺ κι αὐτὴ μόνο μία φορὰ ἔρχεται.  Ξεχνοῦμε πὼς ἡ κάθε μέρα εἶναι ἕνα ὁλοκληρωμένο, ἄρα ἀνεπανόρθωτο τμῆμα τῆς ζωῆς, καὶ τὴ θεωροῦμε σὰν κάτι ποὺ περιέχεται μέσα στὴ ζωή, ὅπως τὰ ἄτομα περιλαμβάνονται μέσα στὴν ἔννοια τοῦ συνόλου. Καὶ θὰ ἐκτιμούσαμε καὶ θὰ χαιρόμασταν πολὺ καλύτερα τὸ παρὸν ἄν, τὶς ἡμέρες τῆς εὐεξίας καὶ τῆς ὑγείας, ἀναγνωρίζαμε ὥς πιὸ σημεῖο, ὅταν ἤμαστε ἄρρωστοι ἢ στενοχωρημένοι, μᾶς παρουσιάζει ἡ ἀνάμνηση, σὰν κάτι ἄπειρα ἐπιθυμητό, τὴν κάθε ὥρα ἀπαλλαγμένη ἀπὸ θλίψεις ἢ στερήσεις. Εἶναι σὰν ἕνας χαμένος παράδεισος, σὰν ἕνας παραγνωρισμένος φίλος. Ἀλλὰ ἑμεῖς, ἀντίθετα, ζοῦμε τὶς ὡραῖες μας μέρες χωρὶς νὰ τὶς προσέχουμε καὶ μόνο σὰν ἔρχονται οἱ κακές θὰ θέλαμε νὰ ξαναφέρουμε πίσω τὶς ἄλλες. Ἀφήνουμε νὰ περνοῦν ἀπὸ δίπλα μας, χωρὶς νὰ τὶς χαιρόμαστε καὶ χωρὶς νὰ τὶς χαρίζουμε οὔτε ἕνα χαμόγελο, χίλιες γαλήνιες καὶ εὐχάριστες ὧρες καὶ ἀργότερα, στοὺς σκοτεινοὺς καιρούς, πάλι σ’ αὐτὲς φέρνουμε τοὺς μάταιους πόθους μας. Ἀντί, λοιπόν, νὰ ἐνεργοῦμε ἔτσι, θὰ ἔπρεπε νὰ τιμοῦμε κάθε ἀνεκτὴ ἐπικαιρότητα, ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ κοινότοπη, ποὺ μὲ τόση ἀδιαφορία τὴν αφήνομε νὰ φεύγει, καὶ πού, μάλιστα, τὴν ἀπωθοῦμε ἐκνευρισμένα. Θὰ ἔπρεπε νὰ θυμόμαστε πάντα πὼς αὐτὸ τὸ παρὸν πέφτει, τὴν ἴδια στιγμῆ, σ’ ἐκείνη τὴν ἀποθέωση τοῦ παρελθόντος ὅπου, στὸ ἐξῆς, ἀκτινοβολώντας τὸ φῶς τοῦ ἀφθάρτου, διατηρεῖται ἀπὸ τὴ μνήμη, καὶ τὰ μάτια μας τὸ βλέπουν σὰν ἀντικείμενο τοῦ πιὸ φλογεροῦ πόθου, ὅταν, στὶς κακὲς προπαντὸς ὧρες, ἔρχεται ἡ ἀνάμνηση καὶ σηκώνει τὴν αὐλαὶα.




Ἀρθοῦρος Σοπενχάουερ
Ἀφορισμοί
Γιὰ τὴ Φρόνηση στὴ Ζωή
Μετάφραση: Μίνα Ζωγράφου
Ἐκδόσεις Μάρη



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου