Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Ὁ πολιτισμὸς καὶ οἱ γιδοβοσκοί.


τοῦ Friedrich Nietzsche



Ἀφοῦ ὁ Ζαρατούστρα εἶχε πεῖ τὰ λόγια αὐτά, κοίταξε ξανὰ τὸν λαὸ καὶ σώπασε. «Δές τους», εἶπε στὴν καρδιά του, «στέκονται ἐκεῖ καὶ γελοῦν: δὲν μὲ καταλαβαίνουν, δὲν εἶμαι τὸ στόμα γιὰ τούτα τ’ ἀφτιά.

Θά πρέπει κανεῖς νά τούς σπάσει πρῶτα τ’ ἀφτιά, γιά νά μάθουν νά ἀκοῦνε μέ τά μάτια; Θά πρέπει κανεῖς νά θορυβεῖ σάν τά τύμπανα καί τούς κήρυκες τῆς μετάνοιας; Ἤ πιστεύουν μόνο αὐτόν πού τραυλίζει;

Ἔχουν κάτι πού τούς κάνει περήφανους. Λοιπόν, πῶς τό λένε αὐτό πού τούς κάνει περήφανους; Πολιτισμό/παιδεία (Bildung) τὸ ἀποκαλοῦν, εἶναι αὐτὸ ποὺ τοὺς διακρίνει ἀπὸ τοὺς γιδοβοσκούς.

Γι’ αὐτὸ δὲν τοὺς ἀρέσει, ὅταν μιλοῦν γι’ αὐτούς, νὰ ἀκοῦνε τὴ λέξη «περιφρόνηση». Τότε λοιπὸν θὰ μιλήσω στὴν περηφάνια τους.
Ἔτσι θὰ τοὺς μιλήσω γιὰ τὸ πιὸ περιφρονητικὸ πλάσμα: αὐτὸ ὅμως εἶναι ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος».

Καὶ ἔτσι μίλησε ὁ Ζαρατούστρα στὸ λαό:

Εἶναι πιὰ καιρὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ καθορίσει τὸν σκοπό του. Εἶναι πιὰ καιρὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ φυτέψει τὸ σπόρο τῆς πιὸ ὑψηλῆς ἐλπίδας του.

Τὸ ἔδαφός του συνεχίζει νὰ εἶναι ἀρκετὰ πλούσιο γι’ αὐτὸ τὸ πράγμα. Ἀλλὰ μιὰ μέρα αὐτὸ τὸ ἔδαφος θὰ γίνει φτωχὸ καὶ ἄγονο καὶ κανένα ψηλὸ δέντρο δὲν θὰ μπορέσει πιὰ νὰ ἀναπτυχθεῖ πάνω σ’ αὐτό.                                                                                                                                                                            
Ἀλίμονο! Πλησιάζει ἡ ὥρα, ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ ῥίχνει πιὰ τὸ βέλος τῆς ἐπιθυμίας του πάνω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἡ χορδὴ τοῦ τόξου του θὰ ξεμάθει νὰ σφυρίζει!

Σᾶς λέω: πρέπει κανεῖς νὰ ἔχει ἀκόμα χᾶος μέσα του, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ γεννήσει ἕνα χορευτικὸ ἀστέρι. Σᾶς λέω: ἐσεῖς ἔχετε ἀκόμα χᾶος μέσα σας.

Ἀλίμονο! Πλησιάζει ἡ ὥρα, ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ μπορεῖ νὰ γεννήσει πιὰ κανένα ἀστέρι. Ἀλίμονο! Πλησιάζει ἡ ὥρα τοῦ πιὸ ἀξιοκαταφρόνητου ἀνθρώπου, ποὺ δὲν θὰ μπορεῖ πλέον νὰ περιφρονεῖ τὸν ἴδιο τὸν ἐαυτό του.

Δεῖτε! Σᾶς δείχνω τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο.

«Τί εἶναι ἀγάπη; Τί εἶναι δημιουργία; Τί εἶναι ἐπιθυμία;  Τί εἶναι ἀστέρι;» – ἔτσι ῥωτᾶ ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος καὶ κλείνει τὸ μάτι.

Τότε ἡ γῆ θὰ ’χει γίνει μικρὴ καὶ πάνω της θὰ πηδᾶ ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος, ποὺ ὅλα τὰ κάνει μικρά. Τὸ γένος του εἶναι ἀνεξάλειπτο σὰν τοῦ ψύλλου· ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος ζεῖ πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλους.

«Ἔχουμε ἐφεύρει τὴν εὐτυχία» –λένε οἱ τελευταίοι ἄνθρωποι καὶ κλείνουν τὸ μάτι.
Ἔχουν ἐγκαταλείψει τὶς περιοχές ὅπου ἦταν σκληρὴ ἡ ζωή: γιατὶ χρειάζεται κανεῖς τὴ ζεστασιά. Ἀκόμη ἀγαπᾶ τὸν γείτονά του καὶ τρίβεται πάνω του: γιατὶ χρειάζεται τὴ ζεστασιά.

Τὸ ν’ ἀρρωστήσεις καὶ τὸ νὰ ἔχεις δυσπιστία γιὰ ἐκείνους λογίζεται ἀμαρτία: μὲ προσοχὴ προχωράει κανεῖς. Τρελὸς λοιπὸν εἶναι ὅποιος ἀκόμα σκοντάφτει πάνω σὲ πέτρες ἢ ἀνθρώπους!

Λίγο δηλητήριο κάπου κάπου: προξενεῖ εὐχάριστα ὄνειρα. Καὶ πολὺ δηλητήριο στὸ τέλος γιὰ ἕναν εὐχάριστο θάνατο.

Δουλεύουν ἀκόμα, γιατὶ ἡ δουλειὰ εἶναι διασκέδαση. Ἀλλὰ φροντίζουν νὰ μὴν τοὺς κουράσει ἡ διασκέδαση.

Δὲν γίνονται πιὰ φτωχοὶ καὶ πλούσιοι: καὶ τὰ δύο εἶναι πολὺ ἐπαχθῆ. Ποιός θέλει ἀκόμα νά κυβερνᾶ; Ποιός θέλει ἀκόμα νά ὑπακούει; Καὶ τὰ δύο εἶναι πολὺ ἐπαχθῆ.
Κανένας βοσκὸς καὶ ἕνα κοπάδι! Ὅλοι θέλουν τὸ ἴδιο, ὅλοι εἶναι ἴσοι: ὅποιος ἔχει ἄλλα συναισθήματα, πηγαίνει ἐθελοντικὰ στὸ τρελάδικο.

«Ἄλλοτε ὅλος ὁ κόσμος ἦταν τρελός» –λένε οἱ πιὸ πονηροὶ καὶ κλείνουν τὸ μάτι.

Εἶναι ἔξυπνοι καὶ ξέρουν ὅλα ὅσα ἔχουν συμβεῖ: ἔτσι μποροῦν ἀσταμάτητα νὰ κοροϊδεύουν. Ἐξακολουθοῦν νὰ τσακώνονται, ἀλλὰ σύντομα συμφιλιώνονται – ἀλλιῶς τοὺς χαλάει τὸ στομάχι.

Ἔχουν τὴ μικρὴ εὐχαρίστησή τους γιὰ τὴν ἠμέρα καὶ τὴ μικρὴ εὐχαρίστησή τους γιὰ τὴ νύχτα: ἀλλὰ σέβονται τὴν ὑγεία.

«Ἔχουμε ἐφεύρει τὴν εὐτυχία» – λένε οἱ τελευταῖοι ἄνθρωποι καὶ κλείνουν τὸ μάτι.

Κι ἐδῶ τελείωσε ἡ πρώτη ὁμιλία τοῦ Ζαρατούστρα, ποὺ τὸν λένε ἐπίσης «ὁ Πρόλογος»: γιατὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ τὸν διέκοψαν οἱ κραυγὲς καὶ ἡ χαρὰ τοῦ πλήθους. «Δῶσε μας αὐτὸν τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο, ὦ Ζαρατούστρα», ἔτσι φώναζαν, «κάνε ἐμᾶς αὐτοὺς τοὺς τελευταίους ἀνθρώπους! Τότε σοῦ χαρίζουμε τὸν ὑπεράνθρωπο!» Καὶ ὅλος ὁ λαὸς ἀλάλαζε καὶ κροτάλιζε τὴ γλώσσα. Ὁ Ζαρατούστρα ὅμως γέμισε λύπη καὶ εἶπε στὴν καρδιά του:

«Δὲν μὲ καταλαβαίνουν: δὲν εἶμαι τὸ στόμα γιὰ τοῦτα τ’ αὐτιά.

Πολύ, φαίνεται, ἔζησα στὸ βουνό, πολὺ ἀφουγκράστηκα τὰ ῥυάκια καὶ τὰ δέντρα: καὶ τώρα μιλάω σ’ αὐτοὺς σὰν σὲ γιδοβοσκούς.

Ἤρεμη εἶναι ἡ ψυχή μου καὶ φωτεινὴ σὰν τὸ βουνὸ τὸ πρωί. Ἀλλὰ τοῦτοι νομίζουν πὼς εἶμαι ψυχρὸς καὶ ἕνας χλευαστὴς ποὺ κάνει φρικτὰ ἀστεία.


Καὶ τώρα μὲ κοιτάζουν καὶ γελοῦν: καὶ καθῶς γελοῦν, μὲ μισοῦν κι ἀπὸ πάνω. Πάγος εἶναι τὸ γέλιο τους.»





Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Τάδε ἔφη Ζαρατούστρας»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου