Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Ἡ συμπεριφορά μας ἀπέναντι στὸν ἐαυτό μας.

τοῦ Ἀρθούρου Σοπενχάουερ 



Ὅπως ὁ ἐργάτης, ποὺ βοηθάει νὰ ὑψωθεῖ ἕνα κτίριο, δὲν ξέρει τὸ συνολικὸ σχέδιο, ἢ δὲν τὸ ἔχει διαρκῶς μπροστὰ στὰ μάτια του, ἔτσι εἶναι καὶ ἡ θέση τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν προσπαθεῖ νὰ ἀναμετρήσει μία-μία τὶς ἡμέρες καὶ τὶς ὧρες τῆς ζωῆς του, σὲ σχέση μὲ τὸ σύνολο τῆς ζωῆς του καὶ μὲ τὸ συνολικὸ χαρακτήρα τους. Ὅσο πιὸ ἀξιοπρεπής, σημαντικός, ἀξιοσημείωτος καὶ ἀτομικὸς εἶναι αὐτὸς ὁ χαρακτήρας τόσο πιὸ ἀναγκαῖο καὶ πιὸ εὐεργετικὸ εἶναι γιὰ τὸ ἄτομο νὰ ῥίχνει κάπου-κάπου ἕνα βλέμμα στὸ περιωρισμένο διάγραμμα τῆς ζωῆς του. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς, γιὰ νὰ τὸ καταφέρει, θὰ πρέπει νὰ ἔχει ἤδη κάνει ἕνα πρῶτο βῆμα στό «γνῶθι σαυτὸν»: πρέπει, δηλαδή, νὰ ξέρει τὶ πραγματικὰ θέλει, κυρίως καὶ πρώτ’ ἀπ’ ὅλα, πρέπει νὰ ξέρει τὶ εἶναι τὸ οὐσιαστικὸ γιὰ τὴν εὐτυχία του καὶ τὶ ἔρχεται σὲ δεύτερη καὶ ὕστερα σὲ τρίτη μοίρα. Πρέπει, σὲ γενικὲς γραμμές, νὰ ἔχει ἀντιληφθεῖ τὴν κλίση του, τὸ ῥόλο του καὶ τὶς σχέσεις του μὲ τὸν κόσμο. Ἂν ὅμως αὐτὰ εἶναι σημαντικὰ καὶ ὑψηλά, τότε ἡ περιορισμένη ὅψη τῆς ζωῆς του θὰ τὸν ἐνισχύσει, θὰ τὸν στηρίξει, καὶ θὰ τὸν ἀνυψώσει περισσότερο ἀπὸ κάθε τὶ ἄλλο. Ἡ ἐξέταση αὐτή, θὰ τὸν ἐνθαρρύνει στὴν δουλειὰ καὶ θὰ τὸν ἀποτρέψει ἀπὸ τὰ μονοπάτια ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ παραπλανηθεῖ.

Ὅπως ὁ ταξιδιώτης, ποὺ μόνο σὰν φτάσει σὲ ὕψωμα ἀγκαλιάζει μὲ μιὰ ματιὰ καὶ ἀναγνωρίζει τὸ σύνολο τοῦ δρόμου ποὺ ἔχει διατρέξει, μὲ τὶς στροφὲς καὶ τὶς καμπές του, ἔτσι καὶ ἑμεῖς, μόνο στὸ τέρμα μίας περιόδου τῆς ζωῆς μας, καὶ καμμιὰ φορά, ὁλόκληρης τῆς ζωῆς, ἀναγνωρίζουμε τὴν πραγματικὴ συνάγεια ποὺ ἔχουν μεταξὺ τους οἱ σχέσεις μας, τὰ ἔργα μας καὶ τὰ δημιουργήματά μας, τὴν ἀκριβῆ τους σχέση, τὴν ἀλληλουχία καὶ τὴν ἀξία τους. Πραγματικά, ὅσο εἴμαστε ἀπορροφημένοι ἀπὸ τὴν δραστηριότητά μας, ἐνεργοῦμε μόνο ἀνάλογα μὲ τὶς ἀκλόνητες ἰδιότητες τοῦ χαρακτήρα μας, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασι τῶν ἀφορμῶν καὶ ὅσο τὸ ἐπιτρέπουν οἱ δυνατότητές μας, δηλαδὴ μὲ ἀπόλυτη ἀναγκαιότητα. Σὲ μία δεδομένη στιγμή, δὲν κάνουμε παρὰ μονάχα ὅ,τι αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν στιγμὴ μᾶς φαίνεται σωστὸ καὶ πρέπον. Καὶ μόνο ἡ συνέχεια μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀξιολογήσουμε τὸ ἀποτέλεσμα καὶ μόνο ἡ ματιὰ ποὺ ῥίχνουμε πίσω στὸ σύνολο μᾶς δείχνει τὸ πῶς καὶ τὸ ἀπὸ τί. Ἔτσι, τὴ στιγμὴ ποὺ ἐπιτελοῦμε τὶς πιὸ μεγᾶλες πράξεις, ὅπου δημιουργοῦμε ἀθάνατα ἔργα, δὲν ἔχομε συνείδηση τῆς ἀληθινῆς τους φύσεως: δὲν μᾶς φαίνονται παρὰ πὼς εἶναι μόνο ὅ,τι πιὸ κατάλληλο ὑπάρχει γιὰ τὸν τωρινό μας σκοπὸ καὶ ὅ,τι ἀνταποκρίνεται καλύτερα στὶς προθέσεις μας. Ἔχομε μόνο τὴν ἐντύπωση ὅτι κάναμε ὅ,τι ἔπρεπε νὰ κάνουμε ἐκείνη τὴ στιγμή. Καὶ μόνο ἀργότερα, ἀπὸ τὸ σύνολο καὶ τὴν ἀλληλουχία τους, ἀναδείχνονται σὲ ἄπλετο φῶς ὁ χαρακτήρας καὶ οἱ ἰκανότητές μας καὶ τότε, ἀπὸ τὶς λεπτομέρειες, βλέπομε πὼς πήραμε, σὰν ἔμπνευση καὶ ὁδηγημένοι ἀπὸ τὸ πνεῦμα μας, τὸ μόνο σωστὸ δρόμο μέσα ἀπὸ τόσους παράμερους δρόμους. Ὅ,τι εἴπαμε παραπάνω εἶναι ἀλήθεια καὶ στὴ θεωρία καὶ στὴν πράξη καὶ ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ ἀντίστροφα γεγονότα, δηλαδὴ τὰ κακὰ καὶ τὰ ψεύτικα.

Ἕνα σπουδαῖο πράγμα γιὰ τὴ φρόνηση στὴ ζωὴ, εἶναι ἡ ἀναλογία ὅπου ἀφιερώνουμε ἕνα μέρος τῆς προσοχῆς μας στὸ παρὸν καὶ τὸ ὑπόλοιπο στὸ μέλλον, ὥστε τὸ ἕνα νὰ μὴν χαλάει τὸ ἄλλο. Ὑπάρχουν πολλοὶ ἄνθρωποι, ποὺ παραζοῦν στὸ παρόν: αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐπιπόλαιοι. Ἄλλοι, ὑπερβολικὰ στὸ μέλλον: εἶναι οἱ φοβιτσιάρηδες καὶ οἱ ἀνήσυχοι. Σπάνια κρατοῦμε τὸ σωστό μέτρο. Ἐκείνοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ, παρακινημένοι ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὴ σπουδή τους, ζοῦν ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ μέλλον, μὲ τὰ μάτια διαρκῶς στραμμένα πρὸς τὰ ἐμπρός, ποὺ τρέχουν μὲ ἀνυπομονησία γιὰ νὰ προλάβουν τὰ πράγματα τοῦ μέλλοντος, γιατὶ πιστεύουν πὼς αὐτὰ θὰ τοὺς φέρουν ἀμέσως τὴν ἀληθινὴ εὐτυχία, ἀλλὰ πού, στὸ μεταξύ, ἀφήνουν νὰ διαφεύγει τὸ παρόν, γιατὶ τὸ παραμελοῦν χωρὶς νὰ τὸ χαίρονται, μοιάζουν μ’ ἐκείνους τοὺς γαϊδάρους τῆς Ἰταλίας πού, γιὰ νὰ τοὺς κάνουν νὰ περπατήσουν γρήγορα, τοποθετοῦν μπροστὰ στὸ κεφάλι τους ἕνα δεμάτι ἄχυρο κρεμασμένο ἀπὸ ἕνα ραβδί. Οἱ γάιδαροι βλέπουν διαρκῶς τὸ δεμάτι κοντὰ τους καὶ τρέχουν μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς θὰ τὸ φτάσουν. Στὴν πραγματικότητα, κάτι τέτοιοι ἄνθρωποι ἐξαπατοῦν σὲ ὅλη τους τὴ ζωὴ τὸν ἐαυτὸ τους καὶ ζοῦν μόνο ad interim ὥσπου νὰ πεθάνουν. Ἔτσι, ἀντὶ νὰ μὰς ἀπασχολοῦν ἀδιάκοπα σχέδια καὶ φροντίδες γιὰ τὸ μέλλον, ἢ ἀντίστροφα, ἀντὶ νὰ παραδινόμαστε στὴ θλίψη γιὰ ὅ,τι ἔγινε στὸ παρελθόν, θὰ ἔπρεπε νὰ μὴν ξεχνοῦμε ποτὲ πὼς μόνο τὸ παρὸν εἶναι πραγματικό, πὼς μόνο αὐτὸ εἶναι βέβαιο, καὶ πώς, ἀντίθετα, τὸ μέλλον παρουσιάζεται πάντα διαφορετικὸ ἀπὸ ὅτι τὸ φανταζόμαστε καὶ πὼς τὸ παρελθὸν ἦταν διαφορετικό. Καὶ πὼς ἔτσι, οὐσιαστικά, μέλλον καὶ παρελθὸν ἔχουν καὶ τὰ δυό τους λιγότερη σημασία ἀπὸ ὅσο μὰς φαίνεται. Γιατὶ τὸ ἀπόμακρο, ποὺ μικραίνει τὰ πράγματα στὸ μάτι, τὰ ὑπερμεγεθύνει στὴ σκέψη. Μόνο τὸ παρὸν εἶναι ἀληθινὸ καὶ πραγματικό. Εἶναι ὁ πραγματικὰ γεμάτος χρόνος καὶ σ’ αὐτὸν βασίζεται ἀποκλειστικὰ ἡ ὕπαρξή μας. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ καλοδεχόμαστε. Πρέπει νὰ γευόμαστε, μὲ πλήρη τὴ συνείδηση τῆς ἀξίας της, κάθε ὥρα ποὺ εἶναι ἀνεκτὴ καὶ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ ἀντιξοότητες ὴ ἀπὸ θλίψεις, δηλαδὴ νὰ μὴν τὴν ταράζουμε μὲ πρόσωπα θλιμμένα γιὰ τὶς ἐλπίδες ποὺ διαψεύστηκαν στὸ παρελθὸν ἤ γιὰ τὶς ἀνησυχίες γιὰ τὸ μέλλον. Τὶ τὸ πιὸ ἀνόητο, ἀπὸ τὸ νὰ ἀποδιώχνουμε μιὰ τωρινὴ καλὴ ὥρα ἢ νὰ τὴν χαλοῦμε μὲ κακία, μὲ ἀνησυχίες γιὰ τὸ μέλλον, ἢ μὲ θλίψεις γιὰ τὸ παρελθόν! Ἂς βγάλουμε ἀπὸ τὴ μέση τὶς ἔγνοιες, ἀκόμα καὶ τὶς τύψεις. Καὶ ὕστερα, γιὰ τὰ περασμένα γεγονότα, ἄς λέμε:

«Ἀλλὰ τὰ μὲν προτετύχθαι ἐάσομεν άχνύμενοί περ, θυμὸν ἐνὶ στήθεσσι φίλον δαμάσαντες ἀνάγκῃ». 
(Ἰλιᾶδος Σ, στ. 112-113)

(Ἄς ἀφήσουμε, ἔστω καὶ μὲ θλίψη, ὅλα ὅσα ἔχουν γίνει πριν. Πρέπει νὰ πνίξουμε τὴν ὀργὴ στὸ στῆθος μας).

Κι ὅσο γιὰ τὸ μέλλον:

«Ἀλλ’ἦτοι μὲν ταῦτα θεῶν ἐν γοόυνασι κεῖται» .
(Ἰλιᾶδος Υ, στ. 335)


      Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, γιὰ τὸ παρόν, θὰ πρέπει νὰ σκεφτόμαστε, σὰν τὸν Σενέκα: «Singulas dies, singulas vitas puta» (κάθε μέρα εἶναι καὶ μιὰ χωριστὴ ζωὴ), καὶ νὰ κάνουμε αὐτὸν τὸν μόνο πραγματικὸ χρόνο, ὅσο γίνεται πιὸ εὐχάριστο.

    Τὰ μόνα μελλοντικὰ δεινὰ ποὺ εἶναι δικαιολογημένο νὰ μᾶς ἀνησυχοῦν εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ὁ ἐρχομός τους καὶ ἡ στιγμῆ τοῦ ἐρχομοῦ τους εἶναι βεβαία. Ἀλλὰ ἐλάχιστα ἀνήκουν σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, γιατὶ τὰ δεινὰ εἶναι, ἢ ἀπλῶς δυνατὰ ἤ, τὸ πολύ, πιθανά, ἢ εἶναι βέβαια, ἀλλὰ ἀμφίβολη ἡ ἐποχὴ τοῦ ἐρχομοῦ τους. Καὶ ἂν ἀνησυχοῦμε γιὰ τὰ δύο εἴδη τῶν δυστυχιῶν, τότε δὲν ἔχουμε οὔτε στιγμὴ ἡσυχίας. Συνεπῶς, γιὰ νὰ μὴ χάνουμε τὴ γαλήνη τῆς ζωῆς μας γιὰ δεινά, ποὺ εἶναι ἀσαφεῖς καὶ ἡ ὕπαρξη καὶ ἡ ἐποχή τους, καλὰ θὰ κάνουμε νὰ συνηθίσουμε νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὰ πρῶτα σὰν νὰ μὴν πρόκειται ἀσφαλῶς νὰ ἔρθουν τόσο νωρίς.

    Ἀλλά, ὅσο πιὸ ἤσυχους μᾶς ἀφήνει ὁ φόβος, τόσο μᾶς συνταράσσουν οἱ ἐπιθυμίες, οἱ πόθοι καὶ οἱ φιλοδοξίες. Τὸ τόσο γνωστὸ τραγοῦδι τοῦ Γκαῖτε: «Ἐναπόθεσα τὴν ἐπιθυμία μου πάνω στὸ τίποτα», σημαίνει, κατὰ βᾶθος, πώς, μόνο ἂν ἀπομακρύνει ὅλες τὶς φιλοδοξίες του καὶ περιοριστεῖ στὴ ζωὴ ὅπως εἶναι, γυμνὴ καὶ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ καθετὶ τὸ περιττό, μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀποκτήσει ἐκείνη τὴν πνευματικὴ λογικὴ ποὺ εἶναι ἡ βάση τῆς ἀνθρώπινης εὐτυχίας, γιατὶ αὐτὴ ἡ γαλήνη εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ νὰ χαροῦμε τὸ παρόν, καὶ ἀπὸ αὐτό, ὁλόκληρη τὴ ζωή. Καὶ γι’ αὐτὸ ἀκόμα θὰ ἔπρεπε νὰ θυμώμαστε πάντα ὅτι ἡ μέρα τοῦ σήμερα ἔρχεται μόνο μία φορά, καὶ ποτὲ πιὰ ἄλλοτε. Ἀλλὰ ἑμεῖς φανταζόμαστε πὼς θὰ ξαναρθῇ καὶ αὔριο: ὡστόσο, τὸ αὔριο εἶναι μιὰ ἄλλη μέρα ποὺ κι αὐτὴ μόνο μία φορὰ ἔρχεται.  Ξεχνοῦμε πὼς ἡ κάθε μέρα εἶναι ἕνα ὁλοκληρωμένο, ἄρα ἀνεπανόρθωτο τμῆμα τῆς ζωῆς, καὶ τὴ θεωροῦμε σὰν κάτι ποὺ περιέχεται μέσα στὴ ζωή, ὅπως τὰ ἄτομα περιλαμβάνονται μέσα στὴν ἔννοια τοῦ συνόλου. Καὶ θὰ ἐκτιμούσαμε καὶ θὰ χαιρόμασταν πολὺ καλύτερα τὸ παρὸν ἄν, τὶς ἡμέρες τῆς εὐεξίας καὶ τῆς ὑγείας, ἀναγνωρίζαμε ὥς πιὸ σημεῖο, ὅταν ἤμαστε ἄρρωστοι ἢ στενοχωρημένοι, μᾶς παρουσιάζει ἡ ἀνάμνηση, σὰν κάτι ἄπειρα ἐπιθυμητό, τὴν κάθε ὥρα ἀπαλλαγμένη ἀπὸ θλίψεις ἢ στερήσεις. Εἶναι σὰν ἕνας χαμένος παράδεισος, σὰν ἕνας παραγνωρισμένος φίλος. Ἀλλὰ ἑμεῖς, ἀντίθετα, ζοῦμε τὶς ὡραῖες μας μέρες χωρὶς νὰ τὶς προσέχουμε καὶ μόνο σὰν ἔρχονται οἱ κακές θὰ θέλαμε νὰ ξαναφέρουμε πίσω τὶς ἄλλες. Ἀφήνουμε νὰ περνοῦν ἀπὸ δίπλα μας, χωρὶς νὰ τὶς χαιρόμαστε καὶ χωρὶς νὰ τὶς χαρίζουμε οὔτε ἕνα χαμόγελο, χίλιες γαλήνιες καὶ εὐχάριστες ὧρες καὶ ἀργότερα, στοὺς σκοτεινοὺς καιρούς, πάλι σ’ αὐτὲς φέρνουμε τοὺς μάταιους πόθους μας. Ἀντί, λοιπόν, νὰ ἐνεργοῦμε ἔτσι, θὰ ἔπρεπε νὰ τιμοῦμε κάθε ἀνεκτὴ ἐπικαιρότητα, ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ κοινότοπη, ποὺ μὲ τόση ἀδιαφορία τὴν αφήνομε νὰ φεύγει, καὶ πού, μάλιστα, τὴν ἀπωθοῦμε ἐκνευρισμένα. Θὰ ἔπρεπε νὰ θυμόμαστε πάντα πὼς αὐτὸ τὸ παρὸν πέφτει, τὴν ἴδια στιγμῆ, σ’ ἐκείνη τὴν ἀποθέωση τοῦ παρελθόντος ὅπου, στὸ ἐξῆς, ἀκτινοβολώντας τὸ φῶς τοῦ ἀφθάρτου, διατηρεῖται ἀπὸ τὴ μνήμη, καὶ τὰ μάτια μας τὸ βλέπουν σὰν ἀντικείμενο τοῦ πιὸ φλογεροῦ πόθου, ὅταν, στὶς κακὲς προπαντὸς ὧρες, ἔρχεται ἡ ἀνάμνηση καὶ σηκώνει τὴν αὐλαὶα.




Ἀρθοῦρος Σοπενχάουερ
Ἀφορισμοί
Γιὰ τὴ Φρόνηση στὴ Ζωή
Μετάφραση: Μίνα Ζωγράφου
Ἐκδόσεις Μάρη



Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Ὁ πολιτισμὸς καὶ οἱ γιδοβοσκοί.


τοῦ Friedrich Nietzsche



Ἀφοῦ ὁ Ζαρατούστρα εἶχε πεῖ τὰ λόγια αὐτά, κοίταξε ξανὰ τὸν λαὸ καὶ σώπασε. «Δές τους», εἶπε στὴν καρδιά του, «στέκονται ἐκεῖ καὶ γελοῦν: δὲν μὲ καταλαβαίνουν, δὲν εἶμαι τὸ στόμα γιὰ τούτα τ’ ἀφτιά.

Θά πρέπει κανεῖς νά τούς σπάσει πρῶτα τ’ ἀφτιά, γιά νά μάθουν νά ἀκοῦνε μέ τά μάτια; Θά πρέπει κανεῖς νά θορυβεῖ σάν τά τύμπανα καί τούς κήρυκες τῆς μετάνοιας; Ἤ πιστεύουν μόνο αὐτόν πού τραυλίζει;

Ἔχουν κάτι πού τούς κάνει περήφανους. Λοιπόν, πῶς τό λένε αὐτό πού τούς κάνει περήφανους; Πολιτισμό/παιδεία (Bildung) τὸ ἀποκαλοῦν, εἶναι αὐτὸ ποὺ τοὺς διακρίνει ἀπὸ τοὺς γιδοβοσκούς.

Γι’ αὐτὸ δὲν τοὺς ἀρέσει, ὅταν μιλοῦν γι’ αὐτούς, νὰ ἀκοῦνε τὴ λέξη «περιφρόνηση». Τότε λοιπὸν θὰ μιλήσω στὴν περηφάνια τους.
Ἔτσι θὰ τοὺς μιλήσω γιὰ τὸ πιὸ περιφρονητικὸ πλάσμα: αὐτὸ ὅμως εἶναι ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος».

Καὶ ἔτσι μίλησε ὁ Ζαρατούστρα στὸ λαό:

Εἶναι πιὰ καιρὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ καθορίσει τὸν σκοπό του. Εἶναι πιὰ καιρὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ φυτέψει τὸ σπόρο τῆς πιὸ ὑψηλῆς ἐλπίδας του.

Τὸ ἔδαφός του συνεχίζει νὰ εἶναι ἀρκετὰ πλούσιο γι’ αὐτὸ τὸ πράγμα. Ἀλλὰ μιὰ μέρα αὐτὸ τὸ ἔδαφος θὰ γίνει φτωχὸ καὶ ἄγονο καὶ κανένα ψηλὸ δέντρο δὲν θὰ μπορέσει πιὰ νὰ ἀναπτυχθεῖ πάνω σ’ αὐτό.                                                                                                                                                                            
Ἀλίμονο! Πλησιάζει ἡ ὥρα, ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ ῥίχνει πιὰ τὸ βέλος τῆς ἐπιθυμίας του πάνω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἡ χορδὴ τοῦ τόξου του θὰ ξεμάθει νὰ σφυρίζει!

Σᾶς λέω: πρέπει κανεῖς νὰ ἔχει ἀκόμα χᾶος μέσα του, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ γεννήσει ἕνα χορευτικὸ ἀστέρι. Σᾶς λέω: ἐσεῖς ἔχετε ἀκόμα χᾶος μέσα σας.

Ἀλίμονο! Πλησιάζει ἡ ὥρα, ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ μπορεῖ νὰ γεννήσει πιὰ κανένα ἀστέρι. Ἀλίμονο! Πλησιάζει ἡ ὥρα τοῦ πιὸ ἀξιοκαταφρόνητου ἀνθρώπου, ποὺ δὲν θὰ μπορεῖ πλέον νὰ περιφρονεῖ τὸν ἴδιο τὸν ἐαυτό του.

Δεῖτε! Σᾶς δείχνω τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο.

«Τί εἶναι ἀγάπη; Τί εἶναι δημιουργία; Τί εἶναι ἐπιθυμία;  Τί εἶναι ἀστέρι;» – ἔτσι ῥωτᾶ ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος καὶ κλείνει τὸ μάτι.

Τότε ἡ γῆ θὰ ’χει γίνει μικρὴ καὶ πάνω της θὰ πηδᾶ ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος, ποὺ ὅλα τὰ κάνει μικρά. Τὸ γένος του εἶναι ἀνεξάλειπτο σὰν τοῦ ψύλλου· ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος ζεῖ πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλους.

«Ἔχουμε ἐφεύρει τὴν εὐτυχία» –λένε οἱ τελευταίοι ἄνθρωποι καὶ κλείνουν τὸ μάτι.
Ἔχουν ἐγκαταλείψει τὶς περιοχές ὅπου ἦταν σκληρὴ ἡ ζωή: γιατὶ χρειάζεται κανεῖς τὴ ζεστασιά. Ἀκόμη ἀγαπᾶ τὸν γείτονά του καὶ τρίβεται πάνω του: γιατὶ χρειάζεται τὴ ζεστασιά.

Τὸ ν’ ἀρρωστήσεις καὶ τὸ νὰ ἔχεις δυσπιστία γιὰ ἐκείνους λογίζεται ἀμαρτία: μὲ προσοχὴ προχωράει κανεῖς. Τρελὸς λοιπὸν εἶναι ὅποιος ἀκόμα σκοντάφτει πάνω σὲ πέτρες ἢ ἀνθρώπους!

Λίγο δηλητήριο κάπου κάπου: προξενεῖ εὐχάριστα ὄνειρα. Καὶ πολὺ δηλητήριο στὸ τέλος γιὰ ἕναν εὐχάριστο θάνατο.

Δουλεύουν ἀκόμα, γιατὶ ἡ δουλειὰ εἶναι διασκέδαση. Ἀλλὰ φροντίζουν νὰ μὴν τοὺς κουράσει ἡ διασκέδαση.

Δὲν γίνονται πιὰ φτωχοὶ καὶ πλούσιοι: καὶ τὰ δύο εἶναι πολὺ ἐπαχθῆ. Ποιός θέλει ἀκόμα νά κυβερνᾶ; Ποιός θέλει ἀκόμα νά ὑπακούει; Καὶ τὰ δύο εἶναι πολὺ ἐπαχθῆ.
Κανένας βοσκὸς καὶ ἕνα κοπάδι! Ὅλοι θέλουν τὸ ἴδιο, ὅλοι εἶναι ἴσοι: ὅποιος ἔχει ἄλλα συναισθήματα, πηγαίνει ἐθελοντικὰ στὸ τρελάδικο.

«Ἄλλοτε ὅλος ὁ κόσμος ἦταν τρελός» –λένε οἱ πιὸ πονηροὶ καὶ κλείνουν τὸ μάτι.

Εἶναι ἔξυπνοι καὶ ξέρουν ὅλα ὅσα ἔχουν συμβεῖ: ἔτσι μποροῦν ἀσταμάτητα νὰ κοροϊδεύουν. Ἐξακολουθοῦν νὰ τσακώνονται, ἀλλὰ σύντομα συμφιλιώνονται – ἀλλιῶς τοὺς χαλάει τὸ στομάχι.

Ἔχουν τὴ μικρὴ εὐχαρίστησή τους γιὰ τὴν ἠμέρα καὶ τὴ μικρὴ εὐχαρίστησή τους γιὰ τὴ νύχτα: ἀλλὰ σέβονται τὴν ὑγεία.

«Ἔχουμε ἐφεύρει τὴν εὐτυχία» – λένε οἱ τελευταῖοι ἄνθρωποι καὶ κλείνουν τὸ μάτι.

Κι ἐδῶ τελείωσε ἡ πρώτη ὁμιλία τοῦ Ζαρατούστρα, ποὺ τὸν λένε ἐπίσης «ὁ Πρόλογος»: γιατὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ τὸν διέκοψαν οἱ κραυγὲς καὶ ἡ χαρὰ τοῦ πλήθους. «Δῶσε μας αὐτὸν τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο, ὦ Ζαρατούστρα», ἔτσι φώναζαν, «κάνε ἐμᾶς αὐτοὺς τοὺς τελευταίους ἀνθρώπους! Τότε σοῦ χαρίζουμε τὸν ὑπεράνθρωπο!» Καὶ ὅλος ὁ λαὸς ἀλάλαζε καὶ κροτάλιζε τὴ γλώσσα. Ὁ Ζαρατούστρα ὅμως γέμισε λύπη καὶ εἶπε στὴν καρδιά του:

«Δὲν μὲ καταλαβαίνουν: δὲν εἶμαι τὸ στόμα γιὰ τοῦτα τ’ αὐτιά.

Πολύ, φαίνεται, ἔζησα στὸ βουνό, πολὺ ἀφουγκράστηκα τὰ ῥυάκια καὶ τὰ δέντρα: καὶ τώρα μιλάω σ’ αὐτοὺς σὰν σὲ γιδοβοσκούς.

Ἤρεμη εἶναι ἡ ψυχή μου καὶ φωτεινὴ σὰν τὸ βουνὸ τὸ πρωί. Ἀλλὰ τοῦτοι νομίζουν πὼς εἶμαι ψυχρὸς καὶ ἕνας χλευαστὴς ποὺ κάνει φρικτὰ ἀστεία.


Καὶ τώρα μὲ κοιτάζουν καὶ γελοῦν: καὶ καθῶς γελοῦν, μὲ μισοῦν κι ἀπὸ πάνω. Πάγος εἶναι τὸ γέλιο τους.»





Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Τάδε ἔφη Ζαρατούστρας»

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

Ἡ μπαλλάντα τοῦ ὄμορφου Συντρόφου

τοῦ Ezra Pound

(ελεύθερη απόδοση Θοδωρής Βοριάς)



Γιὰ τὸ σταυρὸ καὶ τοὺς ραβίνους
δὲ χάσαμε τὸν ὀμορφότερό μας σύντροφο;
Ἐκεῖνον ποὺ ἀγάπησε τοὺς μαχητές,
τὰ γερὰ σκαριὰ καὶ τὶς ἀνοιχτὲς θάλασσες.

Σὰν ἤρθανε τὰ πλήθη
νὰ αἰχμαλωτίσουνε τὸν Ἄνθρωπό μας
νὰ τὸν ἔβλεπες μονάχα πῶς χαμογελοῦσε.
«Πρῶτα ν’ ἀφήσετε νὰ φύγουν οἱ ὑπόλοιποι»
ἔτσι τοὺς εἶπε ὁ ὄμορφός μας σύντροφος
«ἀλλιῶς θὰ εἴσαστε καταραμένοι…»

Ἔτσι μᾶς ἔδιωξε ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς λόγχες τους,
ἔτσι γελοιοποίησε τὴ συμμορία
«γιατί δὲ μὲ συλλάβατε» τοὺς εἶπε
«τότε ποὺ μόνος μὲς στὴν πόλη περπατοῦσα;»

Τὴν τελευταία φορὰ ποὺ μᾶς συντρόφευσε
ἤπιαμε στὴν ὑγειά του φίνο κόκκινο κρασὶ
γιατὶ ἦταν ὁ πιὸ ἄνθρωπος ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους,
γιατὶ δὲν ἤτανε παχὺς παπὰς κι εὐνοῦχος.

Τὸν εἶδα μὲ μιὰ τριχιὰ στὸ χέρι
νὰ κυνηγάει καμιὰ ἑκατοστὴ ἐμπόρους, γιατὶ
-μὴ σᾶς ξαφνιάζει- τὸ τίμιο κι ἁγιασμένο σπίτι του
τὸ καταντήσανε παζάρι καὶ χρηματιστήριο.

Δὲ θὰ τὴ βρεῖτε, δὲ χωράει στὰ βιβλία ἡ ζωή του,
ὅσο περίτεχνα κι ἂν γράφονται.
Δὲν εἶναι ποντικὸς στὰ κιονόκρανα
ὁ ὄμορφός μας σύντροφος
ποὺ ἀγαποῦσε τὶς ἀνοιχτὲς θάλασσες.

Γελιοῦνται παράφορα ὅσοι νομίζουν
πὼς παγιδέψανε τὸν ὄμορφό μας σύντροφο·
«πηγαίνω στὴ γιορτή» μᾶς εἶπε
«παρ’ ὅλο ποὺ πηγαίνω στὴν ἀγχόνη.
Εἴδατε πῶς θεράπευσα κουτσοὺς κι ἀόμματους,
πῶς ἀνάστησα νεκρούς» μᾶς εἶπε
«τώρα θὰ δεῖτε κάτι ἀνώτερο:
πῶς πεθαίνει στὸ σταυρὸ ἕνας γενναῖος».

Ὁ γιὸς τοῦ θεοῦ, ὁ ὄμορφός μας σύντροφος,
μᾶς κάλεσε νὰ γίνουμε ἀδέρφια του.
Τὸν εἶδα νὰ τρομάζει χίλιους ἄντρες.
Τὸν εἶδα σταυρωμένο.

Δὲν ἔβγαζε μιλιὰ ὅταν τοῦ κάρφωναν τὰ χέρια,
ὅταν ἀνάβλυζε τὸ αἷμα του ζεστό.
Ὅταν ἀλυχτοῦσαν τὰ βρωμόσκυλα
τοῦ κόκκινου οὐρανοῦ
ὁ ὄμορφός μας σύντροφος δὲν ἔβγαζε μιλιά.

Τὸν εἶδα στὰ ὑψώματα τῆς Γαλιλαίας
νὰ τρομάζει χίλιους ἄντρες·
περνοῦσε ἤρεμος ἀνάμεσά τους
κι ἐκεῖνοι κλαψουρίζανε
κι ἦταν τὰ μάτια του ὡραία
σὰν τὴ γαλάζια θάλασσα.
Σὰν θάλασσα φουρτουνιασμένη
ποὺ δὲν ἀνέχεται ταξίδια.
Σὰν τῆς Γεννησαρὲτ τὴ θάλασσα
ποὺ τὴν ὑπόταξε μὲ δυό του λέξεις.

Τὸν Κύριο, τὸν ὄμορφό μας σύντροφο,
τῆς θάλασσας τ’ ἀδέρφι καὶ τ’ ἀνέμου,
γελιοῦνται αἰωνίως, φίλε μου,
ὅσοι νομίζουν πὼς τὸν ἔχουν θανατώσει.

Τὸν εἶδα νὰ τρώει γλυκιὰ κερήθρα
κι ἃς τὸν εἴχανε πρὶν μέρες σταυρωμένο.




Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Ὁ Ἱερὸς Πόλεμος.

τοῦ Julius Evola



Ἡ παράδοση τῆς δράσεως εἶναι γνώρισμα τῶν Ἀριο-Δυτικῶν φυλῶν. Αὐτὴ ὅμως ἡ παράδοση ἄρχισε προοδευτικὰ νὰ ἀλλοιώνεται. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ σύγχρονη Δύση κατέληξε νὰ γνωρίζει καὶ νὰ ἐκτιμὰ μόνο μιὰ λαϊκοποιημένη καὶ ὑλιστικὴ δράση, ἀπογυμνωμένη ἀπὸ κάθε ἴχνος μεταφυσικῆς ἐπαφῆς – μιὰ βέβηλη δράση ποὺ μοιραῖα ἦταν καταδικασμένη νὰ ἐκφυλιστεῖ σὲ πάθος καὶ μανία, καταλήγοντας σὲ μιὰ δράση γιὰ τὴν δράση ἢ σ’ ἕνα γεγονὸς ποὺ συνδέεται μόνο μὲ τὶς ἐξαρτώμενες ἀπὸ τὸ χρόνο ἐπιδράσεις. Σὲ μιὰ τόσο ἐκφυλισμένη δράση δὲν συναντώνται στὸν σύγχρονο κόσμο οἱ αὐθεντικὰ θεωρητικὲς ἀσκητικὲς ἀξίες, ἀλλὰ μόνο μιὰ νεφελώδης κουλτούρα καὶ ἕνα ὠχρὸ καὶ συμβατικὸ πιστεύω.

«Ἀπὸ τὸν μικρὸ ἐπιστρέψαμε στὸν μεγάλο ἱερό πόλεμο». Μὲ βάση τὴ διαπίστωση αὐτὴ ὁ μεγάλος ἱερὸς πόλεμος ἀνήκει στὴν πνευματικὴ ἀξία. Ὁ μικρὸς ἱερὸς πόλεμος, ἀντιθέτως, εἶναι ὁ φυσικός, ὁ ὑλιστικὸς ἀγών, ἡ μάχη ποὺ δίδεται στὸν ἐξωτερικὸ πόλεμο. Ὁ μεγάλος ἱερὸς πόλεμος εἶναι ὁ ἀγών τοῦ ἀνδρὸς ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν ποὺ βρίσκονται μέσα του. Συγκεκριμένα εἶναι ὁ ἀγὼν τοῦ ὑπερφυσικοῦ στοιχείου τοῦ ἀνθρώπου ἐναντίον ὁτιδήποτε, ποὺ θεωρείται ἐνστικτώδες, ποὺ συνδέεται μὲ πάθη, ποὺ εἶναι χαώδες, στὸ ἔλος τῶν δυνάμεων τῆς φύσεως.

Στὴν μορφὴ τοῦ παραδοσιακοῦ κόσμου κάθε πραγματικότης γίνεται σύμβολο. Σχετικὰ μὲ τὸν πόλεμο αὐτὸ ἰσχύει, τόσον ἀπὸ τὴν ὑποκειμενική, ὅσον καὶ ἀπὸ τὴν ἐσωτερική του ἄποψη. Μόνο μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἔγινε δυνατὸ νὰ συγχωνευθοῦν σὲ μιὰ μοναδικὴ ὀντότητα ὁ πόλεμος κι ὁ δρόμος τοῦ Θείου.

Στὸ πλαίσιο τῆς ἡρωικῆς παραδόσεως ὁ μικρὸς ἱερὸς πόλεμος – δηλαδὴ ὁ πόλεμος νοούμενος ὡς ἐξωτερικὸς ἀγὼν – μπορεῖ νὰ χρησιμεύσει μόνο εἰς τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου πραγματοποιείται ὁ μεγάλος ἱερὸς πόλεμος… Στὸ μέτρο κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ πολεμιστὴς εἶναι πρόθυμος νὰ πολεμήσει μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἀγνότητος καὶ τοῦ ἀπολύτου, σπάζει τὰ δεσμὰ τοῦ ἀνθρωπίνου, κάνει ἔκκληση στὸ Θεό, νοούμενο σὰν μεταφυσικὸ σχήμα, συγκεντρώνει ἐπάνω του αὐτὴ τὴ ζώσα δύναμη, καὶ συναντὰ μέσα σ’ αὐτή, τὴ Θεία φώτιση καὶ τὴν ἀπελευθέρωσή του.

Ἡ ἀθανασία εἶναι προνόμιο τῶν λίγων καὶ σύμφωνα μὲ τὴν Ἀρία ἀντίληψη, ἦταν κατὰ κύριο λόγο ἕνα ἡρωικὸ προνόμιο. Ἡ ἐπιβίωση ὄχι πλέον σὰν σκιᾶς ἀλλὰ σὰν ἠμίθεου ἐπιφυλάσσεται ἀποκλειστικὰ γιὰ ἐκείνους, ποὺ διαμέσου μιᾶς εἰδικῆς πνευματικῆς δράσεως, εἶχαν ἐξυψωθεῖ σὲ μιὰ ἀνώτερη Φύση.

Φῶς, ἠλιακὴ ἀκτινοβολία, δόξα, νίκη, θεία βασιλεία, εἶναι εἰκόνες ποὺ μέσα στὸν Ἄριο κόσμο ἐμφανίζονται μὲ τὴν πιὸ στενὴ μεταξύ τους ἐξάρτηση καὶ ὄχι σὰν ὅροι ἀφηρημένοι ἢ σὰν διάφορες ἀνθρώπινες ἐπινοήσεις ἀλλὰ μὲ τὸ νόημα τῶν ἀπολύτως πραγματικῶν ἐξουσιῶν καὶ δυνάμεων.

Χρειάζεται νὰ ἀφυπνιστεῖ μέσα ἀπὸ τὴν μάχη ἐκείνη ἡ δύναμη ποὺ πέρα ἀπὸ τὶς θύελλες τοῦ αἴματος καὶ τῶν κακουχιῶν θὰ ἐξιλεώσει τὸν κόσμο μὲ νέα λάμψη καὶ διαρκὴ εἰρήνη τὴ νέα δημιουργία. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ σήμερα πρέπει νὰ γίνει καὶ πάλι κατανοητὴ ἡ ἀγνὴ δράση στὸ πεδίο τῆς μάχης, ἡ δράση ὄχι μόνο μὲ τὸ νόημα τῆς ῥωμαλέας ἄσκησης ἀλλὰ σὰν κάθαρση, σὰν δρόμος πρὸς ἀνώτερα σχήματα ζωῆς – ποὺ κατὰ κάποιο τρόπο ἀντιστοιχοῦν σὲ μιὰ ἐπιστροφὴ στὴν πρωτογενὴ Ἀριο-δυτικὴ παράδοση.


Ὁ καινούριος ἄνθρωπος θὰ μπορέσει νὰ νικήσει κάθε δράμα, κάθε σκοτεινιά, κάθε χάος ποὺ βρίσκεται μέσα του, καὶ στὸν ἐρχομὸ τῶν νέων καιρῶν, θὰ συμβολίσει τὴν ἀρχὴ μιᾶς νέας ἀναπτύξεως. Ὁ ἡρωισμὸς τῶν καλυτέρων, σύμφωνα μὲ τὴν πρωτογενὴ Ἀρία παράδοση, μπορεῖ νὰ διαδραματίσει πραγματικὰ μιὰ ἐπικλητικὴ λειτουργία: νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ἀπὸ αἰῶνες χαλαρωμένη ἐπαφὴ μεταξὺ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ὑπερκόσμου. Τότε ἡ μάχη δὲν θὰ εἶναι μιὰ τρομερὴ σφαγή, οὔτε θὰ ἔχει τὸ νόημα ἑνὸς ἐξαρτημένου ἀπὸ τὴ θέληση τῆς δύναμης ἑνὸς ἀπαισιόδοξου μέλλοντος, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἡ ἀπόδειξη τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποστολῆς ἑνὸς λαοῦ. Τότε ἡ εἰρήνη δὲν θὰ σημαίνει ἕνα νέο πνιγμὸ μέσα στὴν καθημερινὴ ἀστικὴ ὁμίχλη… Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ θέλουμε γιὰ μιὰ ἀκόμα φορὰ σήμερα νὰ κάνουμε δική μας τὴν ὀμολογία τῆς πίστεως τῶν ἀρχαίων ὅπως ἐκφράζεται μὲ τὶς λέξεις: «Τὸ αἶμα τῶν ἡρώων εἶναι ἱερότερο ἀπὸ τὸ μελάνι τῶν σοφῶν καὶ τὴν προσευχὴ τῶν πιστῶν» περισσότερο ἀπὸ τὰ μεμονωμένα ἄτομα οἱ πρωτογενεῖς μυστικὲς δυνάμεις τῆς Φυλῆς.