Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Οἱ ἄριστοι σχετικὰ μὲ τὴ δημοκρατία καὶ τὴν κρίσι τοῦ σύγχρονου κόσμου.




Πρέπει νὰ ἐπιμείνουμε σὲ μία ἄλλη ἔμμεση ἐπίπτωση τῆς «δημοκρατικῆς» ἰδέας, τὴν ἄρνησι δηλαδὴ τῶν ἐκλεκτῶν ἐννοημένων μὲ τὴ μόνη νόμιμη σημασία τους – δὲν εἶναι χωρὶς νόημα ἡ ἀντίθεση τῆς «δημοκρατίας» στὴν «ἀριστοκρατία», τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ λέξη «ἀριστοκρατία» δηλώνει, τουλάχιστον ὅταν τὴν παίρνουμε στὴν ἑτυμολογική της σημασία, τὴν ἐξουσία τῶν ἀρίστων.

Ἡ ὁμάδα ἐκλεκτῶν (ἀρίστων) κατὰ κάποιον τρόπο ἐξ ὁρισμοῦ, μόνο ὁλιγαρχικὴ μπορεῖ νὰ εἶναι, καὶ ἡ ἐξουσία της ἢ μᾶλλον ἡ ἀρχή της, ποὺ δὲν προέρχεται παρὰ ἀπὸ τὴ διανοητική της ἀνωτερότητα, δὲν ἔχει τίποτε τὸ κοινὸ μὲ τὴν ἀριθμητικὴ δύναμη πάνω στὴν ὁποία στηρίζεται ἡ «δημοκρατία», τῆς ὁποίας τὸ οὐσιαστικὸ χαρακτηριστικὸ εἶναι ἡ θυσία τῆς μειοψηφίας στὴν πλειοψηφία, καὶ ἀκόμη, ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἴδια αἱτία, ὅπως λέγαμε πιὸ πάνω, τῆς ποιότητας στὴν ποσότητα, ἄρα τῆς ὁμάδας τῶν ἐκλεκτῶν στὴν μάζα.

Ἔτσι ὁ κατευθυντήριος ῥόλος μίας ἀληθινῆς ὁμάδας ἐκλεκτῶν καὶ αὐτὴ ἡ ἴδια της ἡ ὕπαρξη, γιατὶ ἀναγκαστικὰ παίζει αὐτὸ τὸ ῥόλο ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὑπάρχει, εἶναι ἐκ βάθρων ἀσυμβίβαστα μὲ τὴ «δημοκρατία», τὴν βαθύτατα συνδεδεμένη μὲ τὴν «ἐξισωτικὴ» ἀντίληψη , δηλαδὴ μὲ  τὴν ἄρνηση κάθε ἱεραρχίας: ἡ ἴδια ἡ βάση τῆς «δημοκρατικῆς» ἰδέας εἶναι ὅτι ἕνα τυχὸν ἄτομο ἀξίζει ὅσο ἕνα ἄλλο, γιατὶ ἀριθμητικὰ εἶναι ἴσα, ἀσχέτως ἂν δὲν μποροῦν ποτὲ νὰ εἶναι ἴσα παρὰ μόνο ἀριθμητικά.

Μία ἀληθινὴ ὁμάδα ἐκλεκτῶν, ποὺ ἔχουμε ἤδη πεῖ, μόνο διανοητικὴ μπορεῖ νὰ εἶναι – γιὰ αὐτὸ ἡ «δημοκρατία» δὲν μπορεῖ νὰ ἐγκαθιδρυθεῖ παρὰ ἐκεῖ ὅπου ἡ καθαρὴ διανοητικότητα δὲν ὑπάρχει πιά, κάτι ποὺ συμβαίνει πράγματι μὲ τὸν σύγχρονο κόσμο. Μόνο πού, καθὼς ἡ ἰσότητα εἶναι στὴν πραγματικότητα ἀδύνατη, καὶ καθὼς δὲν μποροῦμε νὰ ἐξαλείψουμε πρακτικὰ κάθε διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, παρόλες τὶς προσπάθειες ἰσοπέδωσης, καταλήγουμε, ἀπὸ μία παράξενη ἀλογιστία νὰ ἐπινοοῦμε ψευδεῖς ὁμᾶδες ἐκλεκτῶν, ἄλλωστε πολλαπλές, ποὺ φιλοδοξοῦν νὰ ἀντικαταστήσουν τὴν μόνη ἀληθινὴ – καὶ αὐτὲς οἱ ψευδεῖς ὁμᾶδες βασίζονται στὴν ἐκτίμηση κάποιας ἀνωτερότητας καταφανῶς σχετικῆς καὶ τυχαίας καὶ πάντοτε μίας καθαρὰ ὑλικῆς τάξεως. Μποροῦμε νὰ τὸ διακρίνουμε εὔκολα παρατηρῶντας ὅτι ἡ κοινωνικὴ διάκριση, ποὺ εἶναι ἡ πιὸ ὑπολογίσιμη, μέσα στὴν παρούσα κατάσταση τῶν πραγμάτων, εἶναι αὐτὴ ποὺ βασίζεται στὴν περιουσία, δηλαδὴ σὲ μία ἀνωτερότητα ἐντελῶς ἐξωτερικὴ καὶ ἀποκλειστικὰ ποσοτικῆς τάξεως, τῆς μόνης τελικὰ ποὺ μπορεῖ νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ τήν «δημοκρατία», γιατὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἴδια ἄποψη.

Θὰ προσθέσουμε ἐξάλλου ὅτι καὶ αὐτοὶ ἀκόμη ποὺ παρουσιάζονται σήμερα ὣς πολέμιοι αὐτῆς τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων χωρὶς νὰ παρεμβάλλουν οὔτε καὶ αὐτοὶ καμία ἀρχὴ ἀνώτερης τάξης, εἶναι ἀνίκανοι νὰ θεραπεύσουν ἀποτελεσματικὰ μία παρόμοια ἀταξία, ἂν δὲν διακινδυνεύουν νὰ τὴν ἐπιδεινώσουν ἀκόμη περισσότερο τείνοντας ὅλο καὶ πιὸ μακριὰ πρὸς τὴν ἴδια (σφαλερὴ) κατεύθυνση – ἡ πάλη γίνεται μόνο μεταξὺ ποικιλιῶν τῆς «δημοκρατίας», ποὺ ὑπογραμμίζουν περισσότερο ἢ λιγότερο τὴν «ἐξισωτικὴ» τάση, ὅπως συμβαίνει, καθῶς τὸ ἔχουμε πεῖ μεταξὺ τῶν ποικιλιῶν τοῦ ἀτομικισμοῦ, πράγμα πού, ἄλλωστε, σημαίνει ἀκριβῶς τὸ ἴδιο.

Αὐτοὶ οἱ λίγοι συλλογισμοὶ μὰς φαίνονται ἀρκετοὶ γιὰ νὰ χαρακτηρίσουν τὴν κοινωνικὴ κατάσταση τοῦ σημερινοῦ κόσμου, καὶ γιὰ νὰ δείξουν ταυτόχρονα ὅτι, σὲ αὐτὸ τὸ πεδίο, τὸ ἴδιο ὅπως καὶ σὲ ὅλα τὰ ἄλλα, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει παρὰ ἕνα μέσο γιὰ νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸ χάος: ἡ ἀποκατάσταση τῆς διανοητικότητας καί, κατόπιν, ἡ ἀνασύσταση μίας ὁμάδας ἐκλεκτῶν, ποὺ σήμερα πρέπει νὰ θεωρεῖται ἀνύπαρκτη στὴν Δύση, γιατὶ δὲν μποροῦμε νὰ δώσουμε αὐτὸ τὸ ὅνομα σὲ μεμονωμένα καὶ χωρὶς συνοχὴ στοιχεία, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν κατὰ κάποιον τρόπο παρὰ δυνατότητες ἐμβρυακές, ποὺ δὲν ἔχουν ἀκόμα ἀναπτυχθεῖ. Πραγματικά, αὐτὰ τὰ στοιχεία δὲν ἔχουν γενικὰ παρὰ τάσεις καὶ ἐπιδιώξεις, πού, ὁπωσδήποτε τὰ ὠθοῦν νὰ ἀντιδράσουν ἐναντίον τοῦ σύγχρονου πνεύματος, ἀλλὰ χωρὶς ἡ ἐπίδρασή τους νὰ μπορεῖ νὰ ἀσκηθεῖ ἀποτελεσματικὰ - ἐκεῖνο ποὺ τοὺς λείπει εἶναι ἡ ἀληθινὴ γνώση, εἶναι τὰ παραδοσιακὰ δεδομένα ποὺ δὲν αὐτοσχεδιάζονται, καὶ τὰ ὁποία μία διάνοια ἀφοσιωμένη στὸν ἐαυτὸ της, κυρίως μέσα σὲ τόσο δυσμενεῖς ἀπὸ ὅλες τὶς ἀπόψεις περιστάσεις, δὲ μπορεῖ νὰ ἀναπληρώσει παρὰ ἀτελῶς καὶ σὲ πολὺ ἀδύναμο βαθμό.

Δὲν ὑπάρχουν ἐπομένως παρὰ σποραδικὲς προσπάθειες ποὺ συχνὰ πλανῶνται ἐλλείψει ἀρχῶν καὶ διδασκαλικῆς κατευθύνσεως: θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ σύγχρονος κόσμος ἀμύνεται μὲ τὴν ἴδια του τὴν διασπορά, ἀπὸ τὴν ὁποία οὔτε αὐτοὶ οἱ ἀντίπαλοί του δὲν μποροῦν νὰ διαφύγουν. Αὐτὸ θὰ συνεχίζεται  ὅσο αὐτοὶ παραμένουν στό «βέβηλο» ἔδαφος μέσα στὸ ὁποῖο τὸ σύγχρονο πνεῦμα εἶναι αὐτονόητο ὅτι πλεονεκτεῖ, ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι τὸ δικό του ἀποκλειστικὸ πεδίο – καὶ ἄλλωστε, ἂν παραμένουν σὲ αὐτό, σημαίνει ὅτι αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχει πάνω τους, παρόλα αὐτά, μία πολὺ μεγάλη ἐπίδραση.

Γιὰ αὐτὸ πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ ὡστόσο ἐμφοροῦνται ἀπὸ μία ἀναμφισβήτητα καλὴ θέληση, εἶναι ἀνίκανοι νὰ καταλάβουν ὅτι πρέπει ἀναγκαστικὰ νὰ ἀρχίσουν ἀπὸ τὶς ἀρχές, καὶ ἐπιμένουν νὰ σπαταλοῦν τὶς δυνάμεις τους στὸ τάδε ἢ στὸ δείνα σχετικὸ πεδίο, κοινωνικὸ ἤ ἄλλο, ὅπου τίποτε τὸ πραγματικὸ ἢ τὸ διαρκὲς δὲν μπορεῖ ὑπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες νὰ ὁλοκληρωθεῖ. Ἡ γνήσια ὁμάδα ἐκλεκτῶν, ἀντίθετα, δὲν θὰ εἶχε τὴν ἀνάγκη τῆς ἄμεσης ἐπεμβάσεως μέσα σὲ αὐτὰ τὰ πεδία, οὔτε τῆς ἀναμείξεως στὴν ἐξωτερικὴ δράσι – θὰ κατηύθυνε τὰ πάντα μὲ μία ἐπίδρασι ἀδιανόητη γιὰ τὸν ἀνίδεο καὶ τόσο πιὸ βαθιὰ ὅσο θὰ ἦταν λιγότερο φανερή.

Ἂν ἀναλογιστοῦμε τὴν δύναμι τῶν ὑποβολῶν, γιὰ τὶς ὁποῖες ἔγινε λόγος πιὸ πάνω, καὶ ποὺ ὡστόσο δὲν προϋποθέτουν καμιὰ ἄλλη ἀληθινὴ διανοητικότητα, μποροῦμε νὰ προδικάσουμε τὶ θὰ ἤταν, πολὺ δικαιολογημένα, ἡ δύναμη μίας ἐπίδρασης σὰν καὶ αὐτή, ποὺ ἀπὸ τὴν ἴδια της τὴ φύσι, θὰ ἀσκεῖται μὲ ἕναν τρόπο ἀκόμη πιὸ κρυφὸ καὶ θὰ ἐκπηγάζει ἀπὸ τὴν καθαρὴ διανοητικότητα, δύναμη ποὺ ἄλλωστε, ἀντὶ νὰ ἐλαττώνεται ἀπὸ τὴν διαίρεσι τὴν σύμφυτη στὴν πολλαπλότητα καὶ ἀπὸ τὴν ἀδυναμία ποὺ ἐπιφέρει κάθε τὶ ποὺ εἶναι ψέμα ἢ ψευδαίσθηση, θὰ ἐνδυναμώνεται ἀντίθετα μὲ τὴν συγκέντρωσι μέσα στὴν ἐνότητα τῶν ἀρχῶν καὶ θὰ ταυτίζεται μὲ τὴν ἴδια τὴ δύναμι τῆς ἀλήθειας.




Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Rene Guenon: «Ἡ κρίση τοῦ σύγχρονου κόσμου».

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Ὁ ἐθνικὸς χορὸς καὶ ἡ μουσική.

το λεξάνδρου Παπαδιαμάντη


... σχυρίζονται τι δν το δυνατν ν περισωθ κ στοματικς παραδόσεως μουσικ τν ρχαίων λλήνων· ρα βυζαντιν εναι μεσαιωνικ κα φόρητος ες τ ριστοκρατικ τα τν παρ᾿ μν νεοπλούτων.

λλ δν σώθη π ρχαίων γγείων τ σχμα κα τρόπος τς ρχαίας λληνικς ρχήσεως; Δν φαίνεται τι τσάμικος κα συρτς κα καλαματιανς εναι μοιοι μ τν κύκλιον κα τν πυῤῥίχιον τν παλαιν μας προγόνων; Διατ τότε ποῤῥίπτουσι τν ντόπιον, τν ν κύκλ κα γραφικότητι κα πλαστικότητι σωμάτων χορόν, κα σπάζονται τν ξενικόν, τν κατ ζεύγη;

πλούστατα, διότι τος ρέσει πολιτισμς τν σπερίων κα μόνον πρς τ θεαθναι πιτηδεύονται τι εναι θαυμαστα δθεν το ρχαίου περικαλλος κόσμου.

Εναι διον το ρχαίου λληνικο πολιτισμο ν μέτρ κα λογικ προσέγγισις τν δυ φύλων, δ γαν συγχρωτισμός, πως φαίνεται ες τν κατ ζεύγη ρχησιν, διάζει ες τν πολιτισμν τς Δύσεως. Ες πανηγυρικν δεπνον ν λληνικ οκί, φέρ᾿ επεν, καθέζονται νδρες κα γυνακες ες δύο μικύκλια πέναντι λλήλων. Μόνον παρ᾿ σιανος, α γυνακες ζσαι περιωρισμέναι, δν μφανίζονται πρ τν νδρν, συνειθίζονται δ δικτυωτ κα καλύπτραι. Τατα εναι τ ν κρον. Τ λλο κρον παντ ες τ θη τν σπερίων.

Ες γεμα ν Ερωπαϊκ οκί καστος τν νδρν δηγε μίαν γυνακα (χι ποτ τν δικήν του πρς Θεο!) ες τν τράπεζαν, που παρακαθίζουσιν ο δαιτυμόνες ναλλάξ, ες νήρ, μία γυνή, καθότι οτω ποτελεται, λέγουσι, σωστ νθοδέσμη. ποον φράγκικον ρωμα ναδίδει ατη, κα πόσον χαρακτηριστικν εναι πράγματι, τ έναον τοτο ζευγάρωμα κα ναζευγάρωμα!
φ᾿ τέρου, λληνικς πολιτισμός, πως κα ρθόδοξος πολιτισμς κα ατ τ πρέπον κα ρθς λόγος, θέλουσι τν ν μέτρ προσπέλασιν κα παῤῥησίαν τν δυ φύλων, χι τ γριον κα πρόσιτον τν σιανν, περ εναι μλλον πικίνδυνον, λλ τν μετ συστολς κα σεβασμο πικοινωνίαν. Δι τοτο φυλάχθη παρ᾿ λλησιν γνότερος οκογενειακς βίος κα γνότης τς γυναικός, μεινε δ σφαλς κα συλος μέχρις γδόου βαθμο συγγενικ στοργή, πως κα κοινωνικ κα οκογενειακ λληλεγγύη, ν ξω τν ρθοδόξων λληνικν κοινωνιν, πισήμως κα καθιερωθείσης τς αμομιξίας, μεγάλη σύγχυσις πλθε, κα διαφθορ θν· ντεθεν κφυλισμς κα βαθεα κοινωνικ νόσος.

Ατ λοιπν τ θη πρ πολλο ρχισαν, κα ξακολουθον κόμη διαρκς ν μς εσάγωσιν ες τς θήνας. πως δν σπάζονται τν θνικν χορόν, σως διότι δν εναι ρκετ συγχρωτιστικς τν μελν, οτω ποῤῥίπτουσιν κα τν θνικν μουσικήν, πειδ δν ρκετ γαργαλιστικ τν των. Κα ν το δυνατν πιστημονικς ν᾿ ποδειχθ τι βυζαντιν εναι ατούσιος μουσικ τν ρχαίων λλήνων, πάλιν ο Λεβαντνοι θ τν πέῤῥιπτον, τάχα ς πηρχαιωμένην κα ξω τς μόδας. Διότι, πως εναι τις κανς ν ασθανθ κα κτιμήσ πργμα τόσον βρόν, σον βυζαντιν μουσική, πρέπει ν χει πλότητα λεπτότητα. λλ᾿ παρ᾿ μν ψευδοαριστοκρατία τν μν πλότητα δυστυχς πώλεσε πρ πολλο, ες βαθμν δ τιν λεπτότητος οδέποτε κατώρθωσε ν φθάσ.

Ἄλλως, ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ εἶναι τόσον ἑλληνικὴ ὅσον πρέπει νὰ εἶναι. Οὔτε ἡμεῖς τὴν θέλομεν, οὔτε τὴν φανταζόμεθα ὡς αὐτὴν τὴν μουσικὴν τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἀλλ᾿ εἶναι ἡ μόνη γνήσια καὶ ἡ μόνη ὑπάρχουσα. Καὶ δι᾿ ἡμᾶς, ἐὰν δὲν εἶναι ἡ μουσικὴ τῶν Ἑλλήνων, εἶναι ἡ μουσικὴ τῶν Ἀγγέλων.