Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Ἔρωτας (Ἡ ἐπιθυμία καὶ ὁ μύθος τοῦ Πόρου καὶ τῆς Πενίας)




Πρέπει νὰ ἐξετάσουμε ἕναν τελευταῖο μύθο ποὺ βρίσκουμε μέσα στὸ Συμπόσιο, ἕνα μύθο ποὺ περικλείνει βαθιὲς σημασίες σὲ κρυπτικὴ μορφή. Πρόκειται γιὰ μιὰ εἰδικὴ ἐκδοχὴ περὶ ταῆς γεννήσεως τοῦ θεοῦ Ἔρωτα. Ὅταν γεννήθηκε ἡ Ἀφροδίτη, οἱ θεοὶ ἔκαναν ἕνα συμπόσιο στὸν κῆπο τοῦ Δία. Ὁ Πόρος, ὁ ὁποῖος συμμετεῖχε στὸ συμπόσιο, μέθυσε καὶ ἀποκοιμήθηκε. Τότε ἡ Πενία, ποὺ εἶχε ἔρθει γιὰ νὰ ζητιανέψει καὶ δὲν τὴν εἴχαν ἀφήσει νὰ μπεῖ στὸν κῆπο, ἐπωφελήθηκε ἀπὸ ταὴν κατάστασή του καὶ ἔκανε τὸν Πόρο νὰ συνουσιαστεῖ μαζί της, σχεδιάζοντας νὰ κάνει ἕνα παιδὶ μαζί του. Αὐτὸ τὸ παιδὶ ἦταν ὁ Ἔρως. Διάφορες ἑρμηνεῖες αὐτοῦ τοῦ μύθου ἔχουν ἐπιχειρηθεῖ. Ἡ ἐπικρατέστερη ἄποψη, ἡ ὁποία ἐνισχύεται ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα τοῦ ὅλου χωρίου, εἶναι ὅτι ὁ Πόρος ἐκφράζει τὴν πληρότητα καί, ὡς ἐκ τούτου, ἀπὸ μία μεταφυσικὴ σκοπιά, τὸ εἶναι, ἐνῶ ἡ Πενία ἐκπροσωπεῖ τὴν ἔνδεια, τὴν ἔλλειψη (τοῦ εἶναι), τὴ στέρηση ἡ ὁποία παίζει τόσο σημαντικὸ ῥόλο στὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ σχετίζεται οὐσιαστικὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὕλης. Σὲ μίαν ἀτμόσφαιρα ὅμοια μὲ ἐκείνη τῆς γεννήσεως τῆς Ἀφροδίτης – δηλαδὴ ὑπὸ τὸ ἔμβλημα αὐτὴς τῆς θεᾶς – τὸ εἶναι ἐνώνεται μὲ τὸ μὴ εἶναι σὲ μία στιγμὴ τυφλῆς μέθης. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀνορθολογικὴ ἔνωση (ὁ Πόρος, μεθυσμένος, εἶχε πέσει κάτω ἀπὸ τὴν ἀληθινή του φύση ὡς γιοῦ τῆς Μήτιδος, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὴ σοφία) χαρακτηρίζει τὸν ἴδιο τὸν καρπό της, τὸν ἔρωτα καὶ τὴν ἐπιθυμία προσωποποιημένα στὸν Ἔρωτα.

Ἀπὸ αὐτὴ τὴ σκοπιὰ ἰδωμένος, ὁ ἔρωτας ἔχει καὶ ἀπὸ ἄλλες ἀπόψεις αὐτὴ τὴν ἐνδιάμεση, διφορούμενη φύση γιὰ τὴν ὁποία μιλήσαμε. Εἶναι τὴν ἴδια στιγμὴ πλούσιος καὶ φτωχὸς ἐξαιτίας τῆς διπλῆς (μητρικῆς καὶ πατρικῆς) του κληρονομιᾶς. Ἐκτὸς ἀπὸ «ἐπίφοβος γητευτὴς» καὶ «ὀχληρός κυνηγός», κουβαλάει μέσα του τὴν ἔνδεια, τὸ μὴ εἶναι ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν Πενία, καὶ ποτὲ δὲν ἀποκτάει περιουσία (ὅ,τι κερδίζει «ἀπὸ τὴν μία στιγμὴ στὴν ἄλλη, τοῦ φεύγει καὶ πάλι χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει»).

Παρ’ ὅλο ποὺ ἀπ’ τὴ μιὰ μεριὰ εἶναι θνητός, εἶναι ἀθάνατος λόγω τῆς πατρικῆς του κληρονομιᾶς. Γι’ αὐτό, πεθαίνει καὶ χάνεται μόνο γιὰ νὰ γεννηθεῖ καὶ πάλι, ἀτελείωτα. Μὲ ἄλλα λόγια, εἶναι μιὰ δίψα γιὰ τὴν ὁποία κάθε ἐκπλήρωση εἶναι στιγμιαία καὶ ἀπατηλή. Τέτοια εἶναι ἡ φύση τοῦ Ἔρωτα, τοῦ «πιστοῦ ὑπηρέτη τῆς Ἀφροδίτης».

Ἑρμηνευμένος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, καὶ ἂν παραβλέψουμε ὁρισμένες καθαρὰ διανοητικὲς ἀναφορὲς στὴν ἐξιστόρηση τοῦ Πλάτωνα, ἕνας τέτοιος μύθος γιὰ τὴν προέλευση τοῦ ἔρωτα εἶναι βαθύς. Φωτίζει τὸ μεταφυσικὸ νόημα τῆς ἐξωστρεφοῦς σεξουαλικῆς ἐπιθυμίας ὡς ὑπόβαθρο τοῦ «κύκλου τῆς ἀναπαραγωγῆς» καὶ δείχνει τὴ θεμελιακή, ἀθεράπευτη ἀντίφασή της.

Ὁ μύθος αὐτὸς μπορεῖ νὰ συσχετιστεῖ μὲ πολλοὺς ἄλλους ποὺ ἀναφέρονται στὴν Πτώση. Ἡ μεθυσμένη ἔνωση τοῦ εἶναι (Πόρος) μὲ τὴ στέρηση (Πενία) εἶναι βασικὰ ὅμοια μὲ τὸ θνητὸ ἔρωτα τοῦ Νάρκισσου γιὰ τὴν ἀντανάκλαση τῆς εἰκόνας του στὸ νερό. Ἀνατολικὲς ἰδιαίτερα παραδόσεις, βασισμένες στὴν ἰδέα τῆς πεπερασμένης ὑπάρξεως ποὺ κυβερνιέται ἀπὸ τὴν ψευδαίσθηση (μάγια), περικλείνουν τὸ παράδοξο γεγονὸς τῆς ὑπερβατικῆς ἐλλείψεως ἢ τοῦ σκοταδιοῦ (ἰσοδύναμου μὲ τὴ μέθη ἢ τὴ λιποθυμία τοῦ Πόρου) καὶ τῆς ἐπιθυμίας ποὺ ὠθεῖ τὸ εἶναι νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὸ «ἄλλο» του (τὴν κατάσταση τοῦ μὴ εἶναι). Ὡς ἐκ τούτου, τὸ εἶναι ὑπόκειται στὸ νόμο τῆς δυαδικότητας καὶ τοῦ γίγνεσθαι. Ἢ μάλλον, γεννάει αὐτὸ τὸ νόμο, καὶ ἡ ἐπιθυμία ἢ δίψα γίνεται ἡ ῥίζα τῆς ὑπάρξεώς του μέσα στὸ χρόνο.

Ἐδῶ μποροῦμε νὰ ἐπιστρέψουμε ἀκόμα μιὰ φορὰ στὴν ἑρμηνεία τοῦ Πλωτίνου σχετικὰ μὲ τὴ διπλὴ γέννηση τοῦ Ἔρωτα. Ἡ πρώτη ἀπὸ αὐτὲς τὶς γεννήσεις σχετίζεται μὲ τὴν Οὐρανία Ἀφροδίτη, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ἀπὸ τὸν Πλωτίνο νὰ ἐνσαρκώνει τὸ θηλυκὸ ἀντίστοιχο τῆς καθαρὰ ἀρσενικῆς διανοητικῆς ἀρχῆς, τοῦ νοός. Γονιμοποιημένη ἀπὸ τὸ νοῦ καὶ αἰωνίως ἐνωμένη μαζί του, γεννάει τὸν ἔρωτα. Εἶναι ὁ πρωταρχικὸς ἔρωτας ποὺ γεννιέται ἀνάμεσα σὲ δύο πρόσωπα ἀπὸ τὴν ἴδια τους τὴν ὀμορφιά. Εἶναι ἡ ἀμοιβαία ἐπιθυμία τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναίκας  ποὺ ποθοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, βλέποντας ὁ καθένας τὸν ἐαυτό του νὰ ἀντανακλάται στὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου, γιὰ τὴν γέννηση τῶν πνευματικῶν ὄντων. Ὅσο γιὰ τὴ δεύτερη γέννηση τοῦ Ἔρωτα, ὁ Πλωτῖνος στὴν πραγματικότητα ἀναφέρεται στὸν μύθο τοῦ Πόρου καὶ τῆς Πενίας. Ὁ ἔρως ὁ ὁποῖος γεννιέται ἀπ’ αὐτὸ τὸ ζευγάρι εἶναι ἡ ἐπιθυμία ποὺ γεννιέται στὴν κατώτερη περιοχή, ποὺ τὴν χαρακτηρίζει ἡ ἔλλειψη λογικότητας καὶ ἡ αἰώνια ἔλλειψη, ἐπειδὴ ἔχει γεννηθεῖ ἐδῶ κάτω σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν ἔνωση τοῦ ἐαυτοῦ του μὲ μιὰ ἀπλὴ ἀντανάκλαση ἢ φάντασμα τοῦ ἀληθινοῦ «ἀγαθοῦ» (ὅπως στὸ μύθο τοῦ Νάρκισσου). Γράφει ὁ Πλωτῖνος:

Λόγος οὐ̃ν γενόμενος ἐνοὐ λόγῳ, ἀορίστῳ δὲ ἐφέσει καὶ ὑποστάσει ἀμυδρᾷ, ἐποίησε τὸ γενόμενον οὐ τέλεον οὐδὲ ἱκανόν, ἐλλιπὲς δέ, ἅτε ἐξ ἐφέσεως ἀορίστου καὶ λόγου ἱκανοῦ γεγενημένον....  Ἐξήρτηται δὲ [ἔρως] ψυχῆς ὡς ἐξ ἐκείνης μὲν γενόμενος ὡς ἀρχῆς, μίγμα δὲ ὣν ἐκ λόγου οὐ μείναντος ἐν αὐτῷ, ἀλλὰ μιχθέντος ἀοριστίᾳ, οὐκ αὐτοῦ ἀνακραθέντος ἐκείνῃ [ὕλη]… Καὶ ἔστιν ὁ ἔρως οἷον οἶστρος ἄπορος τῇ ἑαυτοῦ φύσει… οὐ γὰρ ἔχει πληρουῦσθαι διὰ τὸ μὴ ἔχειν τὸ μίγμα: μόνον γὰρ πληροῦται ἀληθω̃ς, ὅτιπερ καὶ πεπλήρωται τῇ ἑαυτοῦ φύσει: ὁ δὲ διὰ τὴν συνοῦσαν ἔνδειαν ἐφίεται, κἄν παραχρῆμα πληρωθῇ, οὑ στέγει: ἐπεὶ καὶ τὸ εὐμήχανον αὐτῷ διὰ τὴν ἔνδειαν, τὸ δὲ ποριστικὸν διὰ τὴν τοῦ λόγου φύσιν.

Οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι ἔβλεπαν, ὡς οὐσία καὶ ἔσχατη σημασία τῆς γεννέσεως τῆς ὕπαρξης ποὺ κλείνεται μέσα στὸν ἀτέρμονο κύκλο τῆς ἀναπαραγωγῆς, τὴν κατάσταση ἐκείνου «ποὺ εἶναι καὶ δὲν εἶναι», τὴ «ζωὴ ἀναμεμειγμένη μὲ τὴν ζωή». Καὶ μὴ ζωὴ εἶναι ἡ φύση τοῦ ἔρωτα καὶ τῆς ἐπιθυμίας ὅπως μᾶς ἀποκαλύπτεται μέσ’ ἀπὸ τὸν μύθο τοῦ Πόρου καὶ τῆς Πενίας. Οἱ εραστές, κληρονόμοι τῆς μέθης ποὺ κατέλαβε τὸν Πόρο ὅταν γεννήθηκε ἡ Ἀφροδίτη, στὴν πραγματικότητα παραδίνουν τὸν ἐαυτό τους στὸν θάνατο ἐκεῖ ποὺ πιστεύουν ὅτι συνεχίζουν τὴ ζωὴ ἐπιθυμώντας καὶ ἀναπαραγώμενοι. Νομίζουν ὅτι ξεπερνοῦν τὴ δυαδικότητα τὴ στιγμὴ ποὺ στὴν πραγματικότητα τὴν ἐπιβεβαιώνουν. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ ἐπιθυμία, ὅταν ἐξωστρέφεται ὡς πόθος ποὺ ἐξαρτάται ἀπὸ κάποιον «ἄλλον», ὅπως συμβαίνει  στὶς περισσότερες περιπτώσεις, συνεπάγεται τὴν ἔλλειψη, μιὰ ἔμφυτη καὶ στοιχειώδη ἔλλειψη. Καὶ ἀκριβῶς ὅταν ἡ ἐπιθυμία νομίζει ὅτι ἰκανοποιείται, ἐπιβεβαιώνει αὐτὴ τὴν ἔλλειψη καὶ ἐνισχύει τὸ νόμο τῆς ἐξάρτησης, τῆς ἀνεπάρκειας, τῆς ἀδυναμίας ἀπέναντι στὸ «εἶναι» μὲ μίαν ἀπόλυτη ἔννοια. Ἀποδιώχνει τὴν ἀπόλυτη ζωὴ ὅταν τὴ ζητάει ἀπὸ τὰ ἔξω, χύνοντάς την καὶ χάνοντάς την μέσα στὴ γυναίκα. Αὐτὸ εἶναι τὸ παράδοξο τῆς δίψας ὅταν ἀντικρύζεται ἀπὸ μιὰ μεταφυσικὴ σκοπιά. Ἡ ἰκανοποίηση δὲν σβήνει τὴ δίψα ἀλλὰ τὴν ἐπιβεβαιώνει ἀφήνοντας νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι ἕνα «ναὶ» ἔχει εἰπωθεῖ σ’ αὐτήν. Εἶναι ἡ αἰώνια στέρηση τοῦ ἔρωτα, ποὺ ὅ,τι κατακτάει πάντα τὸ χάνει. Μέσ’ ἀπὸ τὶς πολλές του ἀναγεννήσεις ὁ Ἔρως παραμένει στὴν ἴδια στέρηση καὴ τὴν ἴδια ἀνάγκη. Εἶναι λοιπὸν ἕνας ἐξωστρεφὴς καὶ καθολικὸς ἔρωτας ποὺ ὠθεῖ τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἐνώσεις μέσα στὶς ὁποῖες δὲν ὑπερβαίνεται ἡ δυάδα. Ἡ δυαδικότητα ἄνδρας καὶ γυναίκα τὴν ὁποῖα προϋποθέτει ὁ ἴδιος ὁ πόθος σφραγίζει μοιραῖα τὸ ἀποτέλεσμα: ἡ πράξη τους φέρνει ἕναν «ἄλλον», τὸ παιδί, στὴ ζωή. Τὸ «ἄλλο» ποὺ τὴ στιγμὴ τῆς μέθης, τῆς σπασμωδικῆς ἔκστασης καὶ τῆς ἐνώσεως εἰκονίζεται στὸ πρόσωπο τῆς γυναίκας, ἐκπροσωπείται ἐδῶ ἀπὸ τὸ «ἄλλο» ποὺ εἶναι τὸ παιδί, στὸ ὁποῖο μαζὶ μὲ τὴ ζωὴ μεταδίδεται καὶ τὸ μοιραῖο πεπρωμένο τοῦ θανάτου (ἡ θνητὴ ἀθανασία τοῦ Ἔρωτα). Μὲ τὸ παιδὶ θὰ ὑπάρξει πράγματι μιὰ διάρκεια, μία συνέχιση, ἀλλὰ μιὰ συνέχιση τοῦ εἴδους, ἀποτελούμενη ἀπὸ πολλὲς  ξεχωριστὲς ὑπάρξεις ποὺ ἡ καθεμία ἐπιδιώκει τὸ «εἶναι» μάταια – ὄχι ἡ διάρκεια μιὰς ὑπερβατικὰ ὁλοκληρωμένης συνειδήσεως, ἡ ὁποία σταματὰ τὴ ῥοή. Ἔτσι θὰ μποροῦσε νὰ εἰπωθεῖ ὅτι ὁ γιὸς σκοτώνει τὸν πατέρα καὶ ὁ θεὸς τῆς γῆς ἐξαπατάει ἐκείνους ποὺ πιστεύουν ὅτι στὴ γυναίκα ἔχουν βρεῖ τὴν ἐκπλήρωση καὶ τὸ τέλος τῆς αγωνίας. Ἡ ζωικὴ γέννηση περικόπτει καὶ θρυμματίζει τὴν αἰώνια γέννηση ἢ ἀναγέννηση. Ἡ ἐτερογένεση (ἡ ἀναπαραγωγὴ τοῦ ἄλλου, δηλαδὴ τοῦ παιδιοῦ) παίρνει τὴ θέση τῆς αὐτοαναπαραγωγῆς – τῆς ἀνδρογυνικῆς πλήρωσης.

όλο αυτό μπορεί να μας χρησιμεύσει σαν μια ακόμα συμβολή στη μεταφυσική εκείνου που ονομάσαμε πορεία του έρωτα προς την Πτώση. Σε αυτό ακριβώς αναφέρεται το γεγονός ότι συχνά στον παραδοσιακό κόσμο, τόσο στην Ανατολή όσο και στην αρχαία Δύση, οι θεότητες του έρωτα και της γονιμότητας ήταν την ίδια στιγμή και θεότητες του θανάτου. Είναι γνωστή, για παράδειγμα, αυτή η ταφική επιγραφή για τον Πρίαπο: «Custos sepulcri pene districto deus Priapus ego sum». [Είμαι ο θεός Πρίαπος , φύλακας του τάφου με το πέος ανορθωμένο].

Μπορούμε να υποδείξουμε εδώ μια από τις πιθανές ερμηνείες ενός άλλου πασίγνωστου ελληνικού μύθου, του μύθου της Πανδώρας. Η αλυσόδεση του Προμηθέα (από τον οποίον ο Δίας πήρε πίσω τη φωτιά) βρίσκει το αντίστοιχό της στο δώρο της Πανδώρας, της γυναίκας του πόθου, το «αντικείμενο της ελπίδας που θα ματαιωθεί», το οποίο έδωσαν οι θεοί στον Επιμηθέα, τον αδελφό του Προμηθέα. Ο Επιμηθέας (που σημαίνει, «εκείνος που ανακαλύπτει πολύ αργά») μπορεί στην πραγματικότητα να μην είναι ένα ξεχωριστό ον αλλά μια άλλη όψη του Τιτάνα, φτιαγμένη από την ίδια τιτανική ουσία αλλά πιο βραδυκίνητη. Εδώ φαίνεται σαν ο θεός να βρήκε έναν τρόπο να ακυρώσει την προμηθεϊκή απόπειρα στη μορφή του έρωτα. Παρ’ όλες τις προειδοποιήσεις του Προμηθέα ο Επιμηθέας δέχεται το δώρο της Πανδώρας, αφήνεται να μαγευτεί και το απολαμβάνει χωρίς να συνειδητοποιεί την εξαπάτηση από την επιθυμία του, με την οποία οι Ολύμπιοι γελούν. Στο κουτί της Πανδώρας (της δόθηκε αυτό το όνομα επειδή φάνηκε να συγκεντρώνει τα χαρίσματα όλων των θεών) δεν απομένει παρά μόνο παραπλανητική ελπίδα. Ο μύθος μας λέει ότι με την Πανδώρα τελειώνει μια εποχή. Μές από τη γυναίκα και την επιθυμία έρχεται στον κόσμο ο θάνατος.

Σε αυτό το επίπεδο, μπορουμε επίσης να καταλάβουμε την καταδίκη της γυναίκας και της σεξουαλικότητας από εκείνους που επιζητούν την αιώνια ζωή και την υπέρβαση της ανθρώπινης κατάστασης μές από τη στενή οδό του ασκητισμού. Μόνο υπό  τέτοιες προϋποθέσεις, και όχι τις Πλατωνικές μπορεί ο ένας έρωτας να αντιτεθεί στον άλλον. Σε αντιπαράθεση με τον έρωτα σαν μια θετική μέθη, σε ένα μαγνητικό κύκλο στον οποίον το «άλλο» ον χρησιμεύει μόνο σαν τροφή και η δυάδα έχει εξαρχής λυθεί, στέκει ο σαρκικός έρωτας, η επιθυμία και δίψα, μια τυφλή παρόρμηση για επιβεβαίωση μέσω μιας ψευδαισθησιακής κατοχής, η οποία εκπίπτει στη ζωώδη αναπαραγωγή.

Από αυτή την άποψη το αποφασιστικό στοιχείο έχει ίσως εκφραστεί  καλύτερα σε ορισμένα εδάφια των αποκρύφων Ευαγγελίων που έχουν μια αποκρυφιστική και γνωστικιστική έμπνευση. Στο Ευαγγέλιο των Αιγυπτίων διαβάζουμε: «Επειδή λέγουν ότι ο Σωτήρας διακήρυξε, “Ερχομαι να δώσω τέλος στο έργο της γυναίκας, δηλαδή τον πόθο [cupidas, επιθυμία], το έργο της γέννησης και του θανάτου”». Αυτή είναι λοιπόν η πρώτη δυνατότητα. Και «Οταν ο Κύριος μας μίλησε καταλήγοντας όπως έπρεπε, η Σαλώμη ρώτησε, “Μέχρι πότε οι άνθρωποι θα πεθαίνουν;”, και ο Κύριος αποκρίθηκε και είπε, “Φάτε απ’ όλους τους καρπούς, αλλά μη φάτε από εκείνον που έχει την πίκρα του θανάτου”. Και όταν η Σαλώμη ρώτησε πότε αυτά που ήθελε να μάθει θα της γίνονταν καθαρά, ο Κύριος μας είπε, “Οταν θα ποδοπατηθεί ο μανδύας της ντροπής και τα δύο γίνουν ένα και ο άνδρας και η γυναίκα δεν θα είναι πια άνδρας και γυναίκα”».

Γι΄αυτό και ο Πλωτίνος μιλούσε για έναν έρωτα που είναι ασθένεια της ψυχής, «σαν η επιθυμία για το αγαθό να φέρει ένα κακό μέσα της». Με αυτό τον τρόπο έδειχνε ακριβώς την αμφισημία του φαινομένου για το οποίο μιλούσε.




JULIUS EVOLA
«Ἡ Μεταφυσικὴ τοῦ Φύλου»
μετάφραση: Φώτης Τερζάκης
Ἐκδόσεις: ΟΞΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου