Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Ἔρωτας (Ἡ ἐπιθυμία καὶ ὁ μύθος τοῦ Πόρου καὶ τῆς Πενίας)




Πρέπει νὰ ἐξετάσουμε ἕναν τελευταῖο μύθο ποὺ βρίσκουμε μέσα στὸ Συμπόσιο, ἕνα μύθο ποὺ περικλείνει βαθιὲς σημασίες σὲ κρυπτικὴ μορφή. Πρόκειται γιὰ μιὰ εἰδικὴ ἐκδοχὴ περὶ ταῆς γεννήσεως τοῦ θεοῦ Ἔρωτα. Ὅταν γεννήθηκε ἡ Ἀφροδίτη, οἱ θεοὶ ἔκαναν ἕνα συμπόσιο στὸν κῆπο τοῦ Δία. Ὁ Πόρος, ὁ ὁποῖος συμμετεῖχε στὸ συμπόσιο, μέθυσε καὶ ἀποκοιμήθηκε. Τότε ἡ Πενία, ποὺ εἶχε ἔρθει γιὰ νὰ ζητιανέψει καὶ δὲν τὴν εἴχαν ἀφήσει νὰ μπεῖ στὸν κῆπο, ἐπωφελήθηκε ἀπὸ ταὴν κατάστασή του καὶ ἔκανε τὸν Πόρο νὰ συνουσιαστεῖ μαζί της, σχεδιάζοντας νὰ κάνει ἕνα παιδὶ μαζί του. Αὐτὸ τὸ παιδὶ ἦταν ὁ Ἔρως. Διάφορες ἑρμηνεῖες αὐτοῦ τοῦ μύθου ἔχουν ἐπιχειρηθεῖ. Ἡ ἐπικρατέστερη ἄποψη, ἡ ὁποία ἐνισχύεται ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα τοῦ ὅλου χωρίου, εἶναι ὅτι ὁ Πόρος ἐκφράζει τὴν πληρότητα καί, ὡς ἐκ τούτου, ἀπὸ μία μεταφυσικὴ σκοπιά, τὸ εἶναι, ἐνῶ ἡ Πενία ἐκπροσωπεῖ τὴν ἔνδεια, τὴν ἔλλειψη (τοῦ εἶναι), τὴ στέρηση ἡ ὁποία παίζει τόσο σημαντικὸ ῥόλο στὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ σχετίζεται οὐσιαστικὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὕλης. Σὲ μίαν ἀτμόσφαιρα ὅμοια μὲ ἐκείνη τῆς γεννήσεως τῆς Ἀφροδίτης – δηλαδὴ ὑπὸ τὸ ἔμβλημα αὐτὴς τῆς θεᾶς – τὸ εἶναι ἐνώνεται μὲ τὸ μὴ εἶναι σὲ μία στιγμὴ τυφλῆς μέθης. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀνορθολογικὴ ἔνωση (ὁ Πόρος, μεθυσμένος, εἶχε πέσει κάτω ἀπὸ τὴν ἀληθινή του φύση ὡς γιοῦ τῆς Μήτιδος, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὴ σοφία) χαρακτηρίζει τὸν ἴδιο τὸν καρπό της, τὸν ἔρωτα καὶ τὴν ἐπιθυμία προσωποποιημένα στὸν Ἔρωτα.

Ἀπὸ αὐτὴ τὴ σκοπιὰ ἰδωμένος, ὁ ἔρωτας ἔχει καὶ ἀπὸ ἄλλες ἀπόψεις αὐτὴ τὴν ἐνδιάμεση, διφορούμενη φύση γιὰ τὴν ὁποία μιλήσαμε. Εἶναι τὴν ἴδια στιγμὴ πλούσιος καὶ φτωχὸς ἐξαιτίας τῆς διπλῆς (μητρικῆς καὶ πατρικῆς) του κληρονομιᾶς. Ἐκτὸς ἀπὸ «ἐπίφοβος γητευτὴς» καὶ «ὀχληρός κυνηγός», κουβαλάει μέσα του τὴν ἔνδεια, τὸ μὴ εἶναι ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν Πενία, καὶ ποτὲ δὲν ἀποκτάει περιουσία (ὅ,τι κερδίζει «ἀπὸ τὴν μία στιγμὴ στὴν ἄλλη, τοῦ φεύγει καὶ πάλι χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει»).

Παρ’ ὅλο ποὺ ἀπ’ τὴ μιὰ μεριὰ εἶναι θνητός, εἶναι ἀθάνατος λόγω τῆς πατρικῆς του κληρονομιᾶς. Γι’ αὐτό, πεθαίνει καὶ χάνεται μόνο γιὰ νὰ γεννηθεῖ καὶ πάλι, ἀτελείωτα. Μὲ ἄλλα λόγια, εἶναι μιὰ δίψα γιὰ τὴν ὁποία κάθε ἐκπλήρωση εἶναι στιγμιαία καὶ ἀπατηλή. Τέτοια εἶναι ἡ φύση τοῦ Ἔρωτα, τοῦ «πιστοῦ ὑπηρέτη τῆς Ἀφροδίτης».

Ἑρμηνευμένος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, καὶ ἂν παραβλέψουμε ὁρισμένες καθαρὰ διανοητικὲς ἀναφορὲς στὴν ἐξιστόρηση τοῦ Πλάτωνα, ἕνας τέτοιος μύθος γιὰ τὴν προέλευση τοῦ ἔρωτα εἶναι βαθύς. Φωτίζει τὸ μεταφυσικὸ νόημα τῆς ἐξωστρεφοῦς σεξουαλικῆς ἐπιθυμίας ὡς ὑπόβαθρο τοῦ «κύκλου τῆς ἀναπαραγωγῆς» καὶ δείχνει τὴ θεμελιακή, ἀθεράπευτη ἀντίφασή της.

Ὁ μύθος αὐτὸς μπορεῖ νὰ συσχετιστεῖ μὲ πολλοὺς ἄλλους ποὺ ἀναφέρονται στὴν Πτώση. Ἡ μεθυσμένη ἔνωση τοῦ εἶναι (Πόρος) μὲ τὴ στέρηση (Πενία) εἶναι βασικὰ ὅμοια μὲ τὸ θνητὸ ἔρωτα τοῦ Νάρκισσου γιὰ τὴν ἀντανάκλαση τῆς εἰκόνας του στὸ νερό. Ἀνατολικὲς ἰδιαίτερα παραδόσεις, βασισμένες στὴν ἰδέα τῆς πεπερασμένης ὑπάρξεως ποὺ κυβερνιέται ἀπὸ τὴν ψευδαίσθηση (μάγια), περικλείνουν τὸ παράδοξο γεγονὸς τῆς ὑπερβατικῆς ἐλλείψεως ἢ τοῦ σκοταδιοῦ (ἰσοδύναμου μὲ τὴ μέθη ἢ τὴ λιποθυμία τοῦ Πόρου) καὶ τῆς ἐπιθυμίας ποὺ ὠθεῖ τὸ εἶναι νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὸ «ἄλλο» του (τὴν κατάσταση τοῦ μὴ εἶναι). Ὡς ἐκ τούτου, τὸ εἶναι ὑπόκειται στὸ νόμο τῆς δυαδικότητας καὶ τοῦ γίγνεσθαι. Ἢ μάλλον, γεννάει αὐτὸ τὸ νόμο, καὶ ἡ ἐπιθυμία ἢ δίψα γίνεται ἡ ῥίζα τῆς ὑπάρξεώς του μέσα στὸ χρόνο.

Ἐδῶ μποροῦμε νὰ ἐπιστρέψουμε ἀκόμα μιὰ φορὰ στὴν ἑρμηνεία τοῦ Πλωτίνου σχετικὰ μὲ τὴ διπλὴ γέννηση τοῦ Ἔρωτα. Ἡ πρώτη ἀπὸ αὐτὲς τὶς γεννήσεις σχετίζεται μὲ τὴν Οὐρανία Ἀφροδίτη, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ἀπὸ τὸν Πλωτίνο νὰ ἐνσαρκώνει τὸ θηλυκὸ ἀντίστοιχο τῆς καθαρὰ ἀρσενικῆς διανοητικῆς ἀρχῆς, τοῦ νοός. Γονιμοποιημένη ἀπὸ τὸ νοῦ καὶ αἰωνίως ἐνωμένη μαζί του, γεννάει τὸν ἔρωτα. Εἶναι ὁ πρωταρχικὸς ἔρωτας ποὺ γεννιέται ἀνάμεσα σὲ δύο πρόσωπα ἀπὸ τὴν ἴδια τους τὴν ὀμορφιά. Εἶναι ἡ ἀμοιβαία ἐπιθυμία τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναίκας  ποὺ ποθοῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, βλέποντας ὁ καθένας τὸν ἐαυτό του νὰ ἀντανακλάται στὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου, γιὰ τὴν γέννηση τῶν πνευματικῶν ὄντων. Ὅσο γιὰ τὴ δεύτερη γέννηση τοῦ Ἔρωτα, ὁ Πλωτῖνος στὴν πραγματικότητα ἀναφέρεται στὸν μύθο τοῦ Πόρου καὶ τῆς Πενίας. Ὁ ἔρως ὁ ὁποῖος γεννιέται ἀπ’ αὐτὸ τὸ ζευγάρι εἶναι ἡ ἐπιθυμία ποὺ γεννιέται στὴν κατώτερη περιοχή, ποὺ τὴν χαρακτηρίζει ἡ ἔλλειψη λογικότητας καὶ ἡ αἰώνια ἔλλειψη, ἐπειδὴ ἔχει γεννηθεῖ ἐδῶ κάτω σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν ἔνωση τοῦ ἐαυτοῦ του μὲ μιὰ ἀπλὴ ἀντανάκλαση ἢ φάντασμα τοῦ ἀληθινοῦ «ἀγαθοῦ» (ὅπως στὸ μύθο τοῦ Νάρκισσου). Γράφει ὁ Πλωτῖνος:

Λόγος οὐ̃ν γενόμενος ἐνοὐ λόγῳ, ἀορίστῳ δὲ ἐφέσει καὶ ὑποστάσει ἀμυδρᾷ, ἐποίησε τὸ γενόμενον οὐ τέλεον οὐδὲ ἱκανόν, ἐλλιπὲς δέ, ἅτε ἐξ ἐφέσεως ἀορίστου καὶ λόγου ἱκανοῦ γεγενημένον....  Ἐξήρτηται δὲ [ἔρως] ψυχῆς ὡς ἐξ ἐκείνης μὲν γενόμενος ὡς ἀρχῆς, μίγμα δὲ ὣν ἐκ λόγου οὐ μείναντος ἐν αὐτῷ, ἀλλὰ μιχθέντος ἀοριστίᾳ, οὐκ αὐτοῦ ἀνακραθέντος ἐκείνῃ [ὕλη]… Καὶ ἔστιν ὁ ἔρως οἷον οἶστρος ἄπορος τῇ ἑαυτοῦ φύσει… οὐ γὰρ ἔχει πληρουῦσθαι διὰ τὸ μὴ ἔχειν τὸ μίγμα: μόνον γὰρ πληροῦται ἀληθω̃ς, ὅτιπερ καὶ πεπλήρωται τῇ ἑαυτοῦ φύσει: ὁ δὲ διὰ τὴν συνοῦσαν ἔνδειαν ἐφίεται, κἄν παραχρῆμα πληρωθῇ, οὑ στέγει: ἐπεὶ καὶ τὸ εὐμήχανον αὐτῷ διὰ τὴν ἔνδειαν, τὸ δὲ ποριστικὸν διὰ τὴν τοῦ λόγου φύσιν.

Οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι ἔβλεπαν, ὡς οὐσία καὶ ἔσχατη σημασία τῆς γεννέσεως τῆς ὕπαρξης ποὺ κλείνεται μέσα στὸν ἀτέρμονο κύκλο τῆς ἀναπαραγωγῆς, τὴν κατάσταση ἐκείνου «ποὺ εἶναι καὶ δὲν εἶναι», τὴ «ζωὴ ἀναμεμειγμένη μὲ τὴν ζωή». Καὶ μὴ ζωὴ εἶναι ἡ φύση τοῦ ἔρωτα καὶ τῆς ἐπιθυμίας ὅπως μᾶς ἀποκαλύπτεται μέσ’ ἀπὸ τὸν μύθο τοῦ Πόρου καὶ τῆς Πενίας. Οἱ εραστές, κληρονόμοι τῆς μέθης ποὺ κατέλαβε τὸν Πόρο ὅταν γεννήθηκε ἡ Ἀφροδίτη, στὴν πραγματικότητα παραδίνουν τὸν ἐαυτό τους στὸν θάνατο ἐκεῖ ποὺ πιστεύουν ὅτι συνεχίζουν τὴ ζωὴ ἐπιθυμώντας καὶ ἀναπαραγώμενοι. Νομίζουν ὅτι ξεπερνοῦν τὴ δυαδικότητα τὴ στιγμὴ ποὺ στὴν πραγματικότητα τὴν ἐπιβεβαιώνουν. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ ἐπιθυμία, ὅταν ἐξωστρέφεται ὡς πόθος ποὺ ἐξαρτάται ἀπὸ κάποιον «ἄλλον», ὅπως συμβαίνει  στὶς περισσότερες περιπτώσεις, συνεπάγεται τὴν ἔλλειψη, μιὰ ἔμφυτη καὶ στοιχειώδη ἔλλειψη. Καὶ ἀκριβῶς ὅταν ἡ ἐπιθυμία νομίζει ὅτι ἰκανοποιείται, ἐπιβεβαιώνει αὐτὴ τὴν ἔλλειψη καὶ ἐνισχύει τὸ νόμο τῆς ἐξάρτησης, τῆς ἀνεπάρκειας, τῆς ἀδυναμίας ἀπέναντι στὸ «εἶναι» μὲ μίαν ἀπόλυτη ἔννοια. Ἀποδιώχνει τὴν ἀπόλυτη ζωὴ ὅταν τὴ ζητάει ἀπὸ τὰ ἔξω, χύνοντάς την καὶ χάνοντάς την μέσα στὴ γυναίκα. Αὐτὸ εἶναι τὸ παράδοξο τῆς δίψας ὅταν ἀντικρύζεται ἀπὸ μιὰ μεταφυσικὴ σκοπιά. Ἡ ἰκανοποίηση δὲν σβήνει τὴ δίψα ἀλλὰ τὴν ἐπιβεβαιώνει ἀφήνοντας νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι ἕνα «ναὶ» ἔχει εἰπωθεῖ σ’ αὐτήν. Εἶναι ἡ αἰώνια στέρηση τοῦ ἔρωτα, ποὺ ὅ,τι κατακτάει πάντα τὸ χάνει. Μέσ’ ἀπὸ τὶς πολλές του ἀναγεννήσεις ὁ Ἔρως παραμένει στὴν ἴδια στέρηση καὴ τὴν ἴδια ἀνάγκη. Εἶναι λοιπὸν ἕνας ἐξωστρεφὴς καὶ καθολικὸς ἔρωτας ποὺ ὠθεῖ τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἐνώσεις μέσα στὶς ὁποῖες δὲν ὑπερβαίνεται ἡ δυάδα. Ἡ δυαδικότητα ἄνδρας καὶ γυναίκα τὴν ὁποῖα προϋποθέτει ὁ ἴδιος ὁ πόθος σφραγίζει μοιραῖα τὸ ἀποτέλεσμα: ἡ πράξη τους φέρνει ἕναν «ἄλλον», τὸ παιδί, στὴ ζωή. Τὸ «ἄλλο» ποὺ τὴ στιγμὴ τῆς μέθης, τῆς σπασμωδικῆς ἔκστασης καὶ τῆς ἐνώσεως εἰκονίζεται στὸ πρόσωπο τῆς γυναίκας, ἐκπροσωπείται ἐδῶ ἀπὸ τὸ «ἄλλο» ποὺ εἶναι τὸ παιδί, στὸ ὁποῖο μαζὶ μὲ τὴ ζωὴ μεταδίδεται καὶ τὸ μοιραῖο πεπρωμένο τοῦ θανάτου (ἡ θνητὴ ἀθανασία τοῦ Ἔρωτα). Μὲ τὸ παιδὶ θὰ ὑπάρξει πράγματι μιὰ διάρκεια, μία συνέχιση, ἀλλὰ μιὰ συνέχιση τοῦ εἴδους, ἀποτελούμενη ἀπὸ πολλὲς  ξεχωριστὲς ὑπάρξεις ποὺ ἡ καθεμία ἐπιδιώκει τὸ «εἶναι» μάταια – ὄχι ἡ διάρκεια μιὰς ὑπερβατικὰ ὁλοκληρωμένης συνειδήσεως, ἡ ὁποία σταματὰ τὴ ῥοή. Ἔτσι θὰ μποροῦσε νὰ εἰπωθεῖ ὅτι ὁ γιὸς σκοτώνει τὸν πατέρα καὶ ὁ θεὸς τῆς γῆς ἐξαπατάει ἐκείνους ποὺ πιστεύουν ὅτι στὴ γυναίκα ἔχουν βρεῖ τὴν ἐκπλήρωση καὶ τὸ τέλος τῆς αγωνίας. Ἡ ζωικὴ γέννηση περικόπτει καὶ θρυμματίζει τὴν αἰώνια γέννηση ἢ ἀναγέννηση. Ἡ ἐτερογένεση (ἡ ἀναπαραγωγὴ τοῦ ἄλλου, δηλαδὴ τοῦ παιδιοῦ) παίρνει τὴ θέση τῆς αὐτοαναπαραγωγῆς – τῆς ἀνδρογυνικῆς πλήρωσης.

όλο αυτό μπορεί να μας χρησιμεύσει σαν μια ακόμα συμβολή στη μεταφυσική εκείνου που ονομάσαμε πορεία του έρωτα προς την Πτώση. Σε αυτό ακριβώς αναφέρεται το γεγονός ότι συχνά στον παραδοσιακό κόσμο, τόσο στην Ανατολή όσο και στην αρχαία Δύση, οι θεότητες του έρωτα και της γονιμότητας ήταν την ίδια στιγμή και θεότητες του θανάτου. Είναι γνωστή, για παράδειγμα, αυτή η ταφική επιγραφή για τον Πρίαπο: «Custos sepulcri pene districto deus Priapus ego sum». [Είμαι ο θεός Πρίαπος , φύλακας του τάφου με το πέος ανορθωμένο].

Μπορούμε να υποδείξουμε εδώ μια από τις πιθανές ερμηνείες ενός άλλου πασίγνωστου ελληνικού μύθου, του μύθου της Πανδώρας. Η αλυσόδεση του Προμηθέα (από τον οποίον ο Δίας πήρε πίσω τη φωτιά) βρίσκει το αντίστοιχό της στο δώρο της Πανδώρας, της γυναίκας του πόθου, το «αντικείμενο της ελπίδας που θα ματαιωθεί», το οποίο έδωσαν οι θεοί στον Επιμηθέα, τον αδελφό του Προμηθέα. Ο Επιμηθέας (που σημαίνει, «εκείνος που ανακαλύπτει πολύ αργά») μπορεί στην πραγματικότητα να μην είναι ένα ξεχωριστό ον αλλά μια άλλη όψη του Τιτάνα, φτιαγμένη από την ίδια τιτανική ουσία αλλά πιο βραδυκίνητη. Εδώ φαίνεται σαν ο θεός να βρήκε έναν τρόπο να ακυρώσει την προμηθεϊκή απόπειρα στη μορφή του έρωτα. Παρ’ όλες τις προειδοποιήσεις του Προμηθέα ο Επιμηθέας δέχεται το δώρο της Πανδώρας, αφήνεται να μαγευτεί και το απολαμβάνει χωρίς να συνειδητοποιεί την εξαπάτηση από την επιθυμία του, με την οποία οι Ολύμπιοι γελούν. Στο κουτί της Πανδώρας (της δόθηκε αυτό το όνομα επειδή φάνηκε να συγκεντρώνει τα χαρίσματα όλων των θεών) δεν απομένει παρά μόνο παραπλανητική ελπίδα. Ο μύθος μας λέει ότι με την Πανδώρα τελειώνει μια εποχή. Μές από τη γυναίκα και την επιθυμία έρχεται στον κόσμο ο θάνατος.

Σε αυτό το επίπεδο, μπορουμε επίσης να καταλάβουμε την καταδίκη της γυναίκας και της σεξουαλικότητας από εκείνους που επιζητούν την αιώνια ζωή και την υπέρβαση της ανθρώπινης κατάστασης μές από τη στενή οδό του ασκητισμού. Μόνο υπό  τέτοιες προϋποθέσεις, και όχι τις Πλατωνικές μπορεί ο ένας έρωτας να αντιτεθεί στον άλλον. Σε αντιπαράθεση με τον έρωτα σαν μια θετική μέθη, σε ένα μαγνητικό κύκλο στον οποίον το «άλλο» ον χρησιμεύει μόνο σαν τροφή και η δυάδα έχει εξαρχής λυθεί, στέκει ο σαρκικός έρωτας, η επιθυμία και δίψα, μια τυφλή παρόρμηση για επιβεβαίωση μέσω μιας ψευδαισθησιακής κατοχής, η οποία εκπίπτει στη ζωώδη αναπαραγωγή.

Από αυτή την άποψη το αποφασιστικό στοιχείο έχει ίσως εκφραστεί  καλύτερα σε ορισμένα εδάφια των αποκρύφων Ευαγγελίων που έχουν μια αποκρυφιστική και γνωστικιστική έμπνευση. Στο Ευαγγέλιο των Αιγυπτίων διαβάζουμε: «Επειδή λέγουν ότι ο Σωτήρας διακήρυξε, “Ερχομαι να δώσω τέλος στο έργο της γυναίκας, δηλαδή τον πόθο [cupidas, επιθυμία], το έργο της γέννησης και του θανάτου”». Αυτή είναι λοιπόν η πρώτη δυνατότητα. Και «Οταν ο Κύριος μας μίλησε καταλήγοντας όπως έπρεπε, η Σαλώμη ρώτησε, “Μέχρι πότε οι άνθρωποι θα πεθαίνουν;”, και ο Κύριος αποκρίθηκε και είπε, “Φάτε απ’ όλους τους καρπούς, αλλά μη φάτε από εκείνον που έχει την πίκρα του θανάτου”. Και όταν η Σαλώμη ρώτησε πότε αυτά που ήθελε να μάθει θα της γίνονταν καθαρά, ο Κύριος μας είπε, “Οταν θα ποδοπατηθεί ο μανδύας της ντροπής και τα δύο γίνουν ένα και ο άνδρας και η γυναίκα δεν θα είναι πια άνδρας και γυναίκα”».

Γι΄αυτό και ο Πλωτίνος μιλούσε για έναν έρωτα που είναι ασθένεια της ψυχής, «σαν η επιθυμία για το αγαθό να φέρει ένα κακό μέσα της». Με αυτό τον τρόπο έδειχνε ακριβώς την αμφισημία του φαινομένου για το οποίο μιλούσε.




JULIUS EVOLA
«Ἡ Μεταφυσικὴ τοῦ Φύλου»
μετάφραση: Φώτης Τερζάκης
Ἐκδόσεις: ΟΞΥ

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Ὁ Γκουρτζίεφ γιὰ τὴ μετενσάρκωση καὶ τὴ μετὰ θάνατο ζωή.




Ρώτησε κάποιος τὸν Γκουρτζίεφ γιὰ τὴν πιθανότητα τῆς μετενσαρκώσεως καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύει κανείς σὲ περιπτώσεις ἐπικοινωνίας μὲ τοὺς νεκρούς.

«Πολλὰ πράγματα εἶναι δυνατά», εἶπε ὁ Γκουρτζίεφ «Ἀλλὰ πρέπει νὰ καταλάβουμε ὅτι τὸ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου, τόσο στὴ ζωή, ὅσο καὶ μετὰ τὸ θάνατο, ἂν πραγματικὰ ὑπάρχει μετὰ τὸ θάνατο, μπορεῖ νὰ διαφέρει πολὺ σὲ ποιότητα. Ὁ «ἄνθρωπος – μηχανή», ποὺ στὴν περίπτωσί του τὰ πάντα συμβαίνουν, ποὺ τὴ μία στιγμή εἶναι αὐτός, τὴν ἄλλη κάποιος ἄλλος καὶ λίγο ἀργότερα κάποιος τρίτος, δὲν ἔχει κανένα ἀπολύτως μέλλον: Θάβεται καὶ αὐτὸ εἶναι ὅλο. Τὸ χῶμα ἐπιστρέφει στὸ χῶμα. Αὐτό ἰσχύει γιὰ αὐτόν. Γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ μιλήσουμε γιὰ κάποια μελλοντικὴ ζωή, θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχει κάποια κρυστάλλωση, κάποια συγχώνευση τῶν ἐσωτερικῶν ἰδιοτήτων τοῦ ἀνθρώπου, κάποια ἀνεξαρτησία ἀπὸ τὶς ἐξωτερικές ἐπιδράσεις. Ἂν ὑπάρχει κάτι μέσα στὸν ἄνθρωπο ἰκανὸ νὰ ἀντισταθεῖ στὶς ἐξωτερικὲς ἐπιδράσεις, τότε αὐτὸ τὸ ἴδιο ἴσως μπορέσει νὰ ἀντισταθεῖ στὸ θάνατο τοῦ ὑλικοῦ σώματος. Ἀλλὰ σὰς ῥωτάω: ὑπάρχει τίποτε ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ ἀντισταθεῖ στὸ φυσικὸ θάνατο σ’ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ λιποθυμάει ἢ ξεχνάει τὰ πάντα ὅταν κόβει τὸ δάκτυλό του; Ἂν ὑπάρχει κάτι σ’ ἕναν ἄνθρωπο, αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἐπιζήσει. Ἂν δὲν ὑπάρχει τίποτε, τότε τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιζήσει. Ἀλλὰ ἀκόμη κι ἂν ἐπιζεῖ κάτι, τὸ μέλλον του μπορεῖ νὰ ποικίλλει πολύ. Σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις πληρέστερης κρυσταλλώσεως, ἴσως νὰ εἶναι δυνατὸν μετὰ τὸ θάνατο αὐτὸ ποὺ οἱ ἄνθρωποι ὁνομάζουν «μετενσάρκωση» καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις, αὐτὸ ποὺ ὁνομάζουν «ὕπαρξη στὸν ἄλλο κόσμο». Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις πρόκειται γιὰ τὴ συνέχιση τῆς ζωῆς στὸ «ἀστρικό σῶμα», ἢ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ «ἀστρικοῦ σώματος». Ξέρετε τὶ σημαίνει ἡ ἔκφραση «ἀστρικό σώμα». Ἀλλὰ τὰ συστήματα ποὺ γνωρίζετε καὶ ποὺ χρησιμοποιοῦν αὐτὴ τὴν ἔκφραση βεβαιώνουν ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν «ἀστρικὸ σώμα». Αὐτὸ εἶναι λάθος. Αὐτὸ ποὺ μπορεῖ νὰ ὁνομαστεῖ «ἀστρικὸ σώμα» δημιουργεῖται μὲ τὴ συγχώνευση, δηλαδὴ μὲ τρομερὰ σκληρὴ ἐσωτερικὴ ἐργασία καὶ πάλη. Ὁ ἄνθρωπος δὲν γεννιέται μὲ «ἀστρικὸ σώμα». Καὶ ἐλάχιστοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ τὸ ἀποκτοῦν. Ἂν σχηματιστεῖ, μπορεῖ νὰ συνεχίσει νὰ ζεῖ μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ὑλικοῦ σώματος καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ξαναγεννηθεῖ σὲ ἄλλο σώμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ «μετενσάρκωση». Ἂν δὲν ξαναγεννηθεῖ, τότε, μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, πεθαίνει κι αὐτό. Δὲν εἶναι ἀθάνατο, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ ζήσει γιὰ πολὺ μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ὑλικοῦ σώματος.

Ἡ συγχώνευση, ἡ ἐσωτερικὴ ἐνότητα, ἐπιτυγχάνονται μὲ τὴν «τριβή», μὲ τὴν πάλη ἀνάμεσα στὸ «ναί» καὶ στὸ «ὄχι» μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἂν ἕνας ἄνθρωπος ζεῖ χωρίς ἐσωτερικὴ πάλη, ἂν τὰ πάντα τοῦ συμβαίνουν χωρίς αὐτός νὰ ἀντιστέκεται, ἂν παρασύρεται ἀπὸ ἐδὼ κι ἀπὸ κεῖ ὅπως φυσάει ὁ ἄνεμος, τότε θὰ μείνει ἔτσι ὅπως εἶναι. Ἀλλὰ ἂν  ἀρχίσει μία πάλη μέσα του καὶ ἰδιαίτερα ἄν, σ’ αὐτὴν τὴν πάλη, ἀκολουθεῖ μία συγκεκριμένη γραμμή, τότε σιγά – σιγά, ἀρχίζουν νὰ σχηματίζονται μέσα του ὁρισμένα μόνιμα χαρακτηριστικά. Ἀρχίζει νὰ «κρυσταλλώνεται». Ἀλλὰ ἡ κρυστάλλωση εἶναι δυνατόν νὰ γίνει τόσο σὲ σωστή ὅσο καὶ σὲ ἐσφαλμένη βάση. Ἡ «τριβή», ἡ πάλη ἀνάμεσα στὸ «ναί» καὶ τὸ «ὄχι» μπορεῖ κάλλιστα νὰ γίνει πάνω σὲ ἐσφαλμένη βάση. Γιὰ παράδειγμα, μία φανατικὴ πίστη σὲ κάποια ἱδέα, ἢ ὁ «φόβος τῆς ἀμαρτίας», μπορεῖ νὰ προκαλέσουν μία τρομερὰ ἔντονη πάλη ἀνάμεσα στὸ «ναί» καὶ τό «ὄχι» καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ κρυσταλλωθεῖ σὲ αὐτὲς τὶς βάσεις. Ἀλλὰ αὐτὸ θὰ ἀποτελοῦσε στραβῆ, ἀτελῆ κρυστάλλωση. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος δὲν θὰ ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ ἀναπτυχθεῖ περισσότερο. Γιὰ νὰ ἀποκτήσει αὐτὴ τὴ δυνατότητα, θὰ πρέπει πρώτα νὰ διαλυθεῖ ἡ κρυστάλλωση μέσα του καὶ αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται μόνο μὲ τρομερές ταλαιπωρίες.

Ἡ κρυστάλλωση μπορεῖ νὰ γίνει σὲ ὁποιαδήποτε βάση. Πᾶρτε γιὰ παράδειγμα ἕναν ληστή, ἕναν πραγματικά τέλειο, γνήσιο ληστή. Εἶχα γνωρίσει τέτοιους στὸν Καύκασο. Παραμονεύει, μὲ τὸ ὅπλο στὸ χέρι, πίσω ἀπὸ μία πέτρα, στήν ἄκρη τοῦ δρόμου γιὰ ὁκτὼ ὧρες, χωρὶς νὰ κουνηθεῖ. Θὰ μπορούσατε ἐσεῖς νὰ τὸ κάνετε αὐτό; Ὅλη τὴν ὥρα, προσέξτε, γίνεται πάλη μέσα του. Διψάει, ζεσταίνεται καὶ τὸν τσιμπᾶνε οἱ μῦγες, ἀλλὰ αὐτὸς στέκει ἀκίνητος. Πᾶρτε τώρα τὴν περίπτωση ἑνὸς μοναχοῦ. Φοβᾶται τὸ διάβαολο. Ὅλη νύχτα χτυπάει τὸ κεφάλι του στὸ πάτωμα καὶ προσεύχεται. Ἔτσι ἐπιτυγχάνεται ἡ κρυστάλλωση. Μὲ τέτοιους τρόπους, οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ δημιουργήσουν μέσα τους τεράστια ἐσωτερικὴ δύναμη. Μποροῦν νὰ ἀντέξουν σὲ βασανιστήρια. Μποροῦν νὰ ἐπιτύχουν ὅ,τι θέλουν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μέσα τους κάτι τὸ στερεό, κάτι τὸ μόνιμο. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ γίνουν ἀθάνατοι. Καί τί μ’ αὐτό; Ἕνας ἄνθρωπος τοῦ εἴδους αὐτοῦ γίνεται ἕνα «ἀθάνατο πράγμα», ἂν καὶ διατηρεῖται, καμιὰ φορά, μέσα του ἕνας ὁρισμένος βαθμὸς συνειδητότητας. Ἂς μὴ ξεχνὰμε ὅμως ὅτι, ἀκόμη κι αὐτό, συμβαίνει πολύ σπάνια».

 «Μέ ποιό τρόπο μπορεῖ κανείς νά προκαλέσει μέσα του τήν πάλη ἀνάμεσα στό «ναί» καί στό «ὄχι»;» ῥώτησε κάποιος.

«Εἶναι ἀπαραίτητη ἡ θυσία» εἶπε ὁ Γκουρτζίεφ. «Χωρὶς θυσία, δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ τίποτε. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ θυσιάσουμε κάτι ποὺ νὰ μὰς εἶναι πολύτιμο ἐκείνη τὴ στιγμή, νὰ θυσιάσουμε πολλά καὶ νὰ θυσιάσουμε γιὰ πολὺ καιρό. Ὅμως ὄχι γιὰ πάντα. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ καταλάβουμε, γιατὶ συχνὰ δέν τὸ καταλαβαίνουμε. Ἡ θυσία εἶναι ἀπαραίτητη μόνο ὅσο συντελεῖται ἡ διαδικασία τῆς κρυσταλλώσεως. Ὅταν ἐπιτευχθεῖ ἡ κρυστάλλωση, δὲν εἶναι πιὰ ἀπαραίτητες οἱ ἀπαρνήσεις, οἱ στερήσεις καὶ οἱ θυσίες. Τότε, μπορεῖ νὰ ἔχει ὁ ἄνθρωπος ὅ,τι θελήσει. Δὲν ὑπάρχουν πιὰ νόμοι γι’ αὐτόν, αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀποτελεῖ νόμο».




Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Peter Ouspensky «Ἀναζητώντας τὸν κόσμο τοῦ θαυμαστοῦ (Ἀποσπάσματα μιᾶς ἄγνωστης διδασκαλίας)»
Μετάφραση: Χαράλαμπος Γαλανόπουλος
Γενικὴ ἐπιμέλεια μεταφράσεως: Χαράλαμπος Γαλανόπουλος καὶ Εἰρήνη Μπασκούτα, σὲ συνεργασία μὲ τὸ Ἴδρυμα Γκουρτζίεφ

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Ὁμιλία πρὸς τοὺς Γυμνασιόπαιδες στὴν Πνύκα


τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη



Παιδιά μου!

Ες τν τόπο τοτο, πο γ πατ σήμερα, πατοσαν κα δημηγοροσαν τν παλαι καιρ νδρες σοφοί, κα νδρες μ τος ποίους δν εμαι ξιος ν συγκριθ κα οτε ν φθάσω τ χνη των. γ πιθυμοσα ν σς δ, παιδιά μου, ες τν μεγάλη δόξα τν προπατόρων μας, κα ρχομαι ν σς επ, σα ες τν καιρ το γνος κα πρ ατο κα στερα π᾿ ατν διος παρατήρησα, κα π᾿ ατ ν κάμωμε συμπερασμος κα δι τν μέλλουσαν ετυχίαν σας, μολονότι Θες μόνος ξεύρει τ μέλλοντα. Κα δι τος παλαιος λληνας, ποίας γνώσεις εχαν κα ποία δόξα κα τιμν χαιραν κοντ ες τ λλα θνη το καιρο των, ποίους ρωας, στρατηγούς, πολιτικος εχαν, δι τατα σας λέγουν καθ᾿ μέραν ο διδάσκαλοί σας κα ο πεπαιδευμένοι μας. γ δν εμαι ρκετός. Σς λέγω μόνον πς ταν σοφοί, κα π δ πραν κα δανείσθησαν τ λλα θνη τν σοφίαν των.

Ες τν τόπον, τν ποον κατοικομε, κατοικοσαν ο παλαιο λληνες, π τος ποίους κα μες καταγόμεθα κα λάβαμε τ νομα τοτο. Ατο διέφεραν π μς ες τν θρησκείαν, διότι προσκυνοσαν τς πέτρες κα τ ξύλα. φο στερα λθε στν κόσμο Χριστός, ο λαο λοι πίστευσαν ες τ Εαγγέλιό του, κα παυσαν ν λατρεύουν τ εδωλα. Δν πρε μαζί του οτε σοφος οτε προκομμένους, λλ᾿ πλος νθρώπους, χωρικος κα ψαράδες, κα μ τ βοήθεια το γίου Πνεύματος μαθαν λες τς γλσσες το κόσμου, ο ποοι, μολονότι που κα ν βρισκαν ναντιότητες κα ο βασιλες κα ο τύραννοι τος κατέτρεχαν, δν μπόρεσε κανένας ν τος κάμ τίποτα. Ατο στερέωσαν τν πίστιν.

Ο παλαιο λληνες, ο πρόγονοί μας, πεσαν ες τν διχόνοια κα τρώγονταν μεταξύ τους, κα τσι λαβαν καιρ πρτα ο Ρωμαοι, πειτα λλοι βάρβαροι κα τος πόταξαν. στερα λθαν ο Μουσουλμάνοι κα καμαν ,τι μποροσαν, δι ν λλάξη λας τν πίστιν του. κοψαν γλσσες ες πολλος νθρώπους, λλ᾿ στάθη δύνατο ν τ κατορθώσουν. Τν να κοπταν, λλος τ σταυρό του καμε. Σν εδε τοτο σουλτάνος, διόρισε να βιτσερ [ντιβασιλέα], ναν πατριάρχη, κα το δωσε τν ξουσία τς κκλησίας. Ατς κα λοιπς κλρος καμαν ,τι τος λεγε σουλτάνος. στερον γιναν ο κοτζαμπάσηδες [προεστοί] ες λα τ μέρη. τρίτη τάξη, ο μποροι κα ο προκομμένοι, τ καλύτερο μέρος τν πολιτν, μν ποφέρνοντες τν ζυγ φευγαν, κα ο γραμματισμένοι πραν κα φευγαν π τν λλάδα, τν πατρίδα των, κα τσι λαός, στις στερημένος π τ μέσα τς προκοπς, κατήντησεν ες θλίαν κατάσταση, κα ατ αξαινε κάθε μέρα χειρότερα· διότι, ν ερίσκετο μεταξ το λαο κανες μ λίγην μάθηση, τν λάμβανε κλρος, στις χαιρε προνόμια, σύρετο π τν μπορο τς Ερώπης ς βοηθός του γίνετο γραμματικς το προεστο. Κα μερικο μν ποφέροντες τν τυραννίαν το Τούρκου κα βλέποντας τς δόξες κα τς δονς πο νελάμβαναν ατοί, φηναν τν πίστη τους κα γίνοντο Μουσουλμάνοι. Κα τοιουτοτρόπως κάθε μέρα λας λίγνευε κα πτώχαινε.

Ες ατν τν δυστυχισμένη κατάσταση μερικο π τος φυγάδες γραμματισμένους μετάφραζαν κα στελναν ες τν λλάδα βιβλία, κα ες ατος πρέπει ν χρωστομε εγνωμοσύνη, διότι εθς πο κανένας νθρωπος π τ λα μάνθανε τ κοιν γράμματα, διάβαζεν ατ τ βιβλία κα βλεπε ποίους εχαμε προγόνους, τί καμεν Θεμιστοκλς, ριστείδης κα λλοι πολλο παλαιοί μας, κα βλέπαμε κα ες ποίαν κατάσταση ερισκόμεθα τότε. θεν μς λθεν ες τ νο ν τος μιμηθομε κα ν γίνουμε ετυχέστεροι. Κα τσι γινε κα προόδευσεν ταιρεία.

ταν ποφασίσαμε ν κάμωμε τν πανάσταση, δν συλλογισθήκαμε οτε πόσοι εμεθα οτε πς δν χομε ρματα οτε τι ο Τορκοι βαστοσαν τ κάστρα κα τς πόλεις οτε κανένας φρόνιμος μς επε «πο πτε δ ν πολεμήσετε μ σιταροκάραβα βατσέλα», λλ ς μία βροχ πεσε ες λους μας πιθυμία τς λευθερίας μας, κα λοι, κα κλρος μας κα ο προεστο κα ο καπεταναοι κα ο πεπαιδευμένοι κα ο μποροι, μικρο κα μεγάλοι, λοι συμφωνήσαμε ες ατ τ σκοπ κα κάμαμε τν πανάσταση.

Ες τν πρτο χρόνο τς παναστάσεως εχαμε μεγάλη μόνοια κα λοι τρέχαμε σύμφωνοι. νας πγεν ες τν πόλεμο, δελφός του φερνε ξύλα, γυνακα του ζύμωνε, τ παιδί του κουβαλοσε ψωμ κα μπαρουτόβολα ες τ στρατόπεδον κα ἐὰν ατ μόνοια βαστοσε κόμη δυ χρόνους, θέλαμε κυριεύσει κα τν Θεσσαλία κα τν Μακεδονία, κα σως φθάναμε κα ως τν Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τος Τούρκους, πο κουγαν λληνα κα φευγαν χίλια μίλια μακρά. κατν λληνες βαζαν πέντε χιλιάδες μπρός, κα να καράβι μίαν ρμάδα...

γώ, παιδιά μου, κατ κακή μου τύχη, ξ ατίας τν περιστάσεων, μεινα γράμματος κα δι τοτο σς ζητ συγχώρηση, διότι δν μιλ καθς ο δάσκαλοί σας. Σς επα σα διος εδα, κουσα κα γνώρισα, δι ν φεληθτε π τ περασμένα κα π τ κακ ποτελέσματα τς διχονοίας, τν ποίαν ν ποστρέφεσθε, κα ν χετε μόνοια. μς μ μς τηρτε πλέον. Τ ργο μας κα καιρός μας πέρασε. Κα α μέραι τς γενες, ποία σας νοιξε τ δρόμο, θέλουν μετ᾿ λίγον περάσει. Τν μέρα τς ζως μας θέλει διαδεχθ νύκτα το θανάτου μας, καθς τν μέραν τν γίων σωμάτων θέλει διαδεχθ νύκτα κα αριαν μέρα. Ες σς μένει ν σάσετε κα ν στολίσετε τν τόπο, πο μες λευθερώσαμε· καί, δι ν γίν τοτο, πρέπει ν χετε ς θεμέλια της πολιτείας τν μόνοια, τν θρησκεία, τν καλλιέργεια το θρόνου κα τν φρόνιμον λευθερία.

Τελειώνω τ λόγο μου. Ζήτω βασιλεύς μας θων! Ζήτω ο σοφο διδάσκαλοι! Ζήτω λληνικ Νεολαία!