Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

Ἡ ἡρωϊκὴ ἀντίληψις τῆς ζωῆς.

τοῦ Ἰωάννου Συκουτρῆ.



…[Ὁ ἡρωικὸς ἄνθρωπος]…αἰσθάνεται πὼς εἶναι διαλεγμένος ἀπὸ τὴν Μοίραν ὡς ἀγωνιστὴς καὶ ὡς μάρτυς – περισσότερον ὡς μάρτυς, ἀφοὖ τὴν ἐπιτυχίαν δὲν τὴν μετρεῖ μὲ ἀποτελέσματ’ ἄμεσα, μὲ ἀριθμούς καὶ μεγέθη, δὲν τὴν μετρεῖ κἄν διόλου. Εἶναι τὸ ἀλεξικέραυνον, ποὺ θὰ συγκεντρώσῃ ἐπάνω του (θὰ προσελκύσῃ μάλλον ἐθελουσίως) ὅλας τὰς καταιγίδας καὶ ὅλα τ’ ἀστροπελέκια, διὰ νὰ προστατευθοῦν τὰ κατοικητήρια τῶν εἰρηνικῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ θὰ τὸ κάνῃ ὄχι ἀπὸ πνεύμ’ ἀλτρουισμοῦ καὶ ἐθελοθυσίας ὑπὲρ τῶν ἄλλων. Εἰς τὴν ἑτοιμότητα τοῦ κινδύνου τὸν σύρει μὲ ἀκαταμάχητον ἔλξιν ἡ αἰσθητική, θὰ  ἔλεγα, γοητεία τοῦ κινδύνου, ἡ συναίσθησις ὅ,τ’ εἶναι προνόμιον τῶν ἐκλεκτῶν (ὄχι καθῆκον ἤ πράξις φιλανθρωπίας) νὰ συντρίβωνται ὑπὲρ τῶν ἄλλων, ὑπὸ τῶν ἄλλων – τὸ ἐκλεκτότερον προνόμιον!

Ὁ ἡρωικὸς ἄνθρωπος δὲν εἶναι τὸ ἄνθος, δὲν εἶν’ ὁ καρπός – αὐτά ἀντιπροσωπεύουν τὸ παρὸν καὶ τοῦ παρόντος τὴν ἀνεπιφύλακτον χαράν. Εἶναι ὁ σπόρος ποὺ θὰ ταφῇ καὶ θὰ σαπίση, διὰ νὰ ἀναφανῇ τὸ ἄνθισμα καὶ τὸ κάρπισμα. Εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ θάπτεται διὰ νὰ ἐορτασθῇ ἡ ἀνάστασις, καὶ ἀνάστασις χωρὶς ταφὴν δὲν ὑπάρχει.

Ἀλλ’ ὁ ἡρωϊκὸς ἄνθρωπος δὲν δείχνεται εἰς τὴν συντριβήν του μόνον, ἤ καὶ εἰς τὴν ἑτοιμότητα ἔστω πρὸς συντριβήν. Εἰδὲ μή, ἡ ἡρωϊκὴ ἀντίληψις θὰ ἦτον ἰδεῶδες θανάτου μόνον, ὄχι μορφὴ ζωῆς – καὶ τὶ ζωῆς! Ὁ ἡρωϊκὸς ἄνθρωπος, καὶ μόνον αὐτός, ζῇ ἔντονα καὶ πλούσια ὁλόκληρον τὴν Ζωήν. Ἀλλά τὸ νὰ ζήσῃ ἔντονα δὲν σημαίνει δι’ αὐτόν ὅ,τι συνήθως νοοῦμεν μὲ τὴν ἔκφρασιν αὐτήν: νὰ δοκιμάζη ἄφθονα καὶ δυνατὰ τὰς ἀπολαύσεις καὶ τὰς ἡδονάς τῆς Ζωῆς.

Δὲν τὰς ἀγνοεῖ βέβαια τὰς ἀπολαύσεις τῆς Ζωῆς ὁ ἡρωϊκὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ τὰς δοκιμάζει τόσον, ὅσον χρειάζεται νὰ τὰς ξεπεράσῃ, ταὰς γνωρίζει τόσον, ὥστε νὰ ἐννοῇ, ὅτι κατὰ βάθος παραλύουν μάλλον τὴν δύναμιν τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἄς τοῦ χαρίζουν τὴν ψευδαισθησίαν τῆς ἐντατικότητος καὶ τῆς πλησμονῆς. Ἔπειτα τὰς ἀπολαύσεις ἀναζητεῖ ἐκεῖνος ποὺ ζητεῖ  νὰ πάρῃ ἀπὸ τὴν Ζωήν, ὄχι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει νὰ τῆς δώσῃ – καὶ σὲ πλουτίζει ὄχι τὸ νὰ παίρνῃς ἀλλὰ τὸ νὰ δίδῃς…

…Πράγματι ὁ πόλεμος καὶ ὁ κίνδυνος εἶναι τὸ στοιχεῖον του, ἡ ἀπαραίτητος τροφή του. Ὁ πόλεμος, λέγω, καὶ ἡ νίκη, ὄχ’ ἡ ἐπιτυχία. Ἡ ἐπιτυχία δὲν εἶναι πάντοτε νίκη. Εἶναι νίκη ἐξωτερική, ἐξωτερικὸς πλουτισμὸς εἰς ἐπιτεύγματα καὶ κέρδη… Ἀλλ’ ὁ ἡρωϊκὸς ζητεῖ τὴν νίκην ἐκείνου ποὺ χαίρεται τὸ ὅτι ἐπολέμησε, τὸ ὅτι ἐκινδύνευσε, τὸ ὅτι ἀντέστῃ, τὴν νίκην ὥς εὐκαιρίαν μόνον νὰ ζήσῃ ἐντόνους καὶ ἀγωνιώδεις στιγμάς. Καὶ παρόμοια νίκη συνυπάρχει κάλλιστα μὲ τὴν ἀποτυχίαν εἰς τοὺς ἀντικειμενικοὺς σκοπούς, καθῶς ἡ ἀποτυχία τῶν 300 εἰς τὰς Θερμοπύλας…

…Ἀλλ’ ἐπιτυχία σημαίνει πραγματοποίησις σκοποῦ, ποὺ εὑρίσκετ’ ἔξω μας, καὶ ἐκεῖνος ἔχει μέσα του τὸν σκοπόν καὶ τὸ νόημα τῆς ὑπάρξεώς του. Ἀπέναντι αὐτού τίποτε δὲν μετρεῖ, οὔτ’ ἡ ζωή του οὔτ’ ἡ εὐτυχία του…

…Οἱ πολλοὶ καμαρώνουν δι’ ὅσους κινδύνους ἀπέφυγαν, ὄχι δι’ ὅσους ὑπεβλήθησαν. Περιγράφουν τὰς ἐπιτυχίας ποὺ ἐπραγματοποίησαν, καὶ ὑπερηφανεύονται διὰ τὴν ἐξυπνάδα των. Ἀλλὰ διὰ τὸν ἡρωϊκὸν ἄνθρωπον, τὸ εἴδαμεν: ἡ ἐπιτυχία δὲν ἀποτελεῖ οὔτε κριτήριον οὔτε ἰδεῶδες. Ἰδεῶδες του καὶ κριτήριον: νὰ ζήσῃ δυνατὸς καὶ ὠραῖος. Καὶ εἶναι γενναιότερον καὶ ὠραιότερον ν’ ἀδικηθῇς παρὰ ν’ ἀδικήσῃς, νὰ ἐξαπατηθῇς παρὰ νὰ ἐξαπατήσῃς.

Ἄλλωστε πρὸς τί νά ἐξαπατήσῃ; Ἐξαπατοῦν οἱ ἑτεροκεντρικοί, αὐτοὶ ποὺ ἀσχολοῦνται διαρκῶς μὲ τοὺς ἄλλους, διὰ νὰ τοὺς ἀντιγράφουν ἤ νὰ τοὺς φθονοῦν, ἤ καὶ τὰ δύο μαζί… Ὁ ἡρωϊκὸς ὅμως ἀποτελεῖ ὁ ἴδιος κέντρον τοῦ ἑαυτοῦ του, ἐλεύθερος εἰς τὴν ἀπομόνωσίν του, ἀριστοκρατικὸς μὲ τὴν ἀπόστασιν εἰς τὴν ὁποίαν κρατεῖ τοὺς ἄλλους, ἀπτόητος μὲ τὸ θᾶρρος τῆς προσωπικῆς  γνώμης καὶ τῆς προσωπικῆς του εὐθύνης, ὑπερήφανος μέσα εἰς τὸ ἄβατον τέμενος τῆς μοναξιᾶς του…

…Καὶ ὅμως σπείρει ἄφθονα τὰ γεννήματα τοῦ νοῦ του. Τὰ σπείρει, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάνῃ διαφορετικά, ὅπως τὸ δέντρον ποὺ τινάζει τοὺς καρπούς του σὰν ὠριμάσουν, εἶτ’ εὑρίσκοντ’ ἀπὸ κάτω εἶτε ὄχι αὐτοὶ ποὺ θὰ τοὺς εἶναι χρήσιμοι…

…Ὑπερήφανος εἶναι, ὄχι ἐγωϊστής. Δι’ αὐτό σπαταλᾶ τὸ ἑυτόν του. Ἡ εὐτυχία του εἶναι νὰ δαπανᾶ, ἀκριβέστερον ἀκόμη: νὰ δαπανᾶται. Ἀνεξάντλητος ὅπως εἶναι, δὲν ξέρει ἀριθμητικήν. Εἶναι τόσον πλούσιος, ὥστε θ’ ἀναπληρώσῃ εὔκολα (τὸ ξέρει) κάθε ζημίαν. Πρός τί λοιπόν νά τήν ὑπολογίζῃ; Ὑπολογίζει ὁ πτωχός. Ὁ πλούσιος κλείνει τὰ μάτια, ἁπλώνει τὸ χέρι, καὶ σκορπᾶ… Ὅσα καὶ νὰ σκορπίσῃ, πάντοτ’ ἐκ τοῦ περισσεύματος θὰ εἶναι.

Ἐκ τοῦ περισσεύματος ἀντλεῖ καὶ ἡ μεγαλοδωρία τοῦ ἡρωϊκοῦ ἀνθρώπου. Ἀφρόντιστα καὶ ἀίστακτα σπδαταλᾶ τὰ πλούτη του, τὴν δραστηριότητά του, τὴν ὑγείαν του, τὴν ῥωμαλεότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ του. Σκορπᾶ τὴν ἀγάπην του χωρὶς ἀνταλλάγματα, ἕτοιμος νὰ πληρώση ἐκείνους ποὺ θὰ θελήσουν νὰ τὴν δεχθοῦν. Σκορπᾶ τὰς συγκινήσεις, τοὺς ἐνθουσιασμοὺς καὶ τὴν  φλόγα, τὰ κάλλη καὶ τὰ ῥίγη τῆς ψυχῆς του…

…Καὶ εἶν’ ἡ χαρά του νὰ σκορπᾶ: ὅλα τ’ ἀγαθὰ τῆς γῆς τὰ ἐκτιμᾶ ὄχι ὡς κτήματα, ἀλλ’ ὡς χρήματα (μὲ τὴν ἀρχαίαν σημασίαν τῆς λέξεως, ἐκ τοῦ χρῶμαι), Ὡς δαπανήματα δηλαδή. Ἤ μᾶλλον πιστεύει πῶς ἀγαθὰ δὲν εἶναι. Γίνονται ἀγαθά, ἀφ’ ἧς στιγμῆς καὶ ἐφ’ ὅσον δαπανῶνται.
 
Εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ καθυποβάλλεται μὲ ἀνεπιφύλακτον προθυμίαν. Τὴν δέχεται αὐτονόητα καὶ χαρωπά, ἀφοῦ εἶναι κάτι βαρὺ καὶ δύσκολον, ἀφοῦ ζωὴ σημαίνει δι’ αὐτὸν δράσις καὶ κάματος. Ἐργάζεται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ χρησιμοποιῇ τὰς δυνάμεις τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς εἰς ἔργα δύσκολα, ἐργάζετ’ αἰσθητικῶς, καθῶς ἕνας ἀθλητής…

…Ἡ ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, καθῶς αὐτοῦ ποὺ περιέγραψα, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι σύντομος… Σύντομος, διότι ὁ ἡρωϊκὸς ἄνθρωπος περνᾶ ὁλόκληρον τὴν ζωήν του εἰς τὸ πολυκίνδυνον μέτωπον τοῦ πολέμου. Σύντομος, διότι πάντοτε εἶναι, ἀπὸ τὴν Μοίραν του καὶ μόνην ὁδηγούμενος, ἐρασιθάνατος.

Βαδίζει πρὸς τὸν θάνατον ὄχι διὰ νὰ ἀναπαυθῇ, ὄχι διότι ἐβαρέθηκε τὴν ζωήν, ὄχι διότι ἐδειλίασεν ἐνώπιον αὐτῆς, ὄχι ἀπὸ μαρασμὸν καὶ ἐξάντλησιν τῶν δυνάμεών του. Ὁ ἡρωϊκὸς ἄνθρωπος δὲν ὑφίσταται τὸν θάνατον. Δι’ αὐτόν καὶ ὁ θάνατος ἀκόμη δὲν εἶναι πάσχειν, εἶναι πράττειν. Εἶναι ἡ τελευταία πράξις, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπισφραγίζει ὅλας του τὰς ἄλλας πράξεις. Τοὺς δίδει αὐτή τὸ νόημα. Διότι καὶ ἡ Ζωὴ ὅλη εἶναι μία διαρκὴς ἀρχή, καὶ ἡ ἀρχὴ τὸ νόημά της ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ τέλος, τοῦ ὁποίου εἶν’ ἡ ἀρχή. Καὶ εἶναι τὸ τέλος ὁ θάνατος, ἀλλὰ καὶ ἠ τελείωσις.

Ἀλλ’ ὁ πληθωρισμὸς τῆς ζωῆς εἶναι τόσος μέσα του, ὥστε καὶ  ὁ θάνατός του δὲν εἶν’ ἐκμηδένισις πλέον. Μεστώνει ἀπὸ περιεχόμενον, ἀπὸ ἠθικὴν ἀναγκαιότητα, πλημμυρίζει ἀπό τὴν χαρὰν καὶ τὴν ὠραιότητα μιᾶς τελευταίας νίκης – παρόμοια μὲ τὸν ἥλιον, ὁ ὁποῖος, κλίνων πρὸς τὴν δύσιν, ἐνδύεται τὴ πορφυράν του μεγαλοπρέπειαν…

2 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εὐχαριστῶ παρὰ πολύ. Τὸ ἀντιγράφω καὶ τὸ ἀναμεταδίδω σ' ἕνα ἀφιέρωμά μου στὴν Σμύρνη, πατρίδα μου, ἀπὸ τὴν μητέρα μου, ποὺ ἦρθε στὴν Ἀθήνα τὸ '22.
    Σμύρνη: ἡ πόλη ποὺ μὲ πληγώνει καὶ ποὺ δὲν θέλω νὰ έπισκεφθῶ ποτέ.
    Σημ.:
    Εἶχα ξαναστείλει τὸ μήνυμα ἀλλὰ τὸ ἀκύρωσα διαπιστώνοντας μιὰν ἀβλεψία.
    Ζητῶ συγγνώμη.
    Δὲν ἐπιτρέπω στὸν ἑαυτό μου κανένα ὀρθογραφικὸ σφᾶλμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή