Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Πρὸς τοὺς καλλιτέχνας μας, ζωγράφους, γλύπτας, ἀρχιτέκτονας καὶ μουσικούς.




Ἀρχίζω τὴν ἐργασίαν μου εἰς τὴν «Ἀνατολὴν» ἐξηγοῦμαι πρῶτον· κακῶς ὑπετέθη ὅτι ἡ ἐν τῇ «Ἀκροπόλει» ζήτησίς μου «Σύγχρονος ζωγραφική» ἦτο κριτική· ὑπετέθη ἀκόμη χειρότερον ὅτι αὐτὸ ἦτο τὸ ἅπαντον, περὶ ζωγραφικῆς. Διὰ νὰ ὑπάρξη συνεννόησις ἀπαιτεῖται πρῶτον νόησις. Ἠτο λοιπὸν μόνον μία ἐπιθεώρησις γενικωτάτη τῆς τωρινῆς καταστάσεως. Ταύτης ἕπονται μερικώτεραι ἀναλύσεις καὶ χαρακτηρισμοὶ τῶν ζωγράφων, τῶν ὁποίων φωτίζονται πρῶτον τὰ παρατηρηθέντα ἐλαττώματα καὶ προτερήματα, τὸ ὀρθὸν ἢ στραβὸν τῶν βάσεων, τὸ εἶδος καὶ ἡ ἐπιτυχία ἢ ἀποτυχία τῶν ἕως τώρα προσπαθειῶν· διακρίνονται οἱ ἑλληνισταὶ ἀπὸ τοὺς ξενιστάς, δηλαδὴ οἱ ὑπνοβάται ἀπὸ τοὺς πραγματικοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τῆς σειρᾶς αὐτῆς ἕπεται ἄλλη, ἐκ μελετῶν καθαρῶς αἰσθητικῶν, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦνται αἱ αἰσθητικαὶ βάσεις, αἱ θεμελιώδεις ἀνιχνεύσεις, διακρίσεις καὶ φωτίσεις τῆς ἑλληνικῆς γραμμῆς καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ χρώματος. Τὸ σύνολον δὲ τῶν μελετῶν τείνει νὰ καθορίσῃ τὸν αἰσθητικὸν καὶ ἰδεολογικὸν ζωγραφικὸν κόσμον -τὸν ἤδη ἀνύπαρκτον- ὅστις, σχηματιζόμενος ὑπὸ τῶν καλλιτεχνῶν καὶ τῶν ἰδεολόγων, θὰ ἀποτελέσῃ μίαν ἡμέραν τὸ κεφάλαιον τῆς Ζωγραφικῆς Σχολῆς τοῦ Πολυτεχνείου. Αἱ ζητήσεις αὐταὶ κατὰ τὴν αὐτὴν σειρὰν καὶ μέθοδον συνεχίζονται εἰς τὴν Ἀρχιτεκτονικὴν καὶ Γλυπτικὴν καὶ ἀποτελοῦν τὴν πρώτην ὕλην, τὸν πρῶτον πυρῆνα τοῦ ἑλληνικοῦ διανοητικοῦ καὶ αἰσθητικοῦ κόσμου, δι᾿ ἕνα ἑλληνικόν...  Πολυτεχνεῖον. Ἀλλ᾿ αἱ ζητήσεις αὐταὶ καὶ αἱ μελέται αὐταὶ δὲν δύνανται ἀκόμη νὰ φανοῦν, διότι αἱ συνθῆκαι καὶ τοῦ ἡμερησίου καὶ τοῦ περιοδικοῦ τύπου -παρὰ τὴν καλὴν διάθεσιν καὶ τῶν δύο πρὸς δημοσίευσιν τοιαύτης ἐργασίας- εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν δύνανται νὰ συνεχίζωνται ἀκόμη τακτικὰ καὶ ἀδιαλείπτως καὶ τὸ σπουδαιότερον νὰ παρουσιάζωνται κατὰ σειράν. Ὥστε οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ἀκολουθήσουν τὰς σκέψεις μου, ἂς προσπαθήσουν νὰ παρακολουθήσουν ὅταν καὶ ὅπου παρουσιάζωνται -διότι ἐπὶ τοῦ παρόντος περὶ τακτικῆς ἐκδόσεως εἰδικοῦ βιβλίου δὲν δύναται νὰ γίνῃ σκέψις, διότι ἀπαιτοῦνται χρήματα καὶ τὰ ὁποῖα κάθε λόγιος ἐν Ἑλλάδι στερεῖται. Ὥστε ἄπαξ διὰ παντὸς καὶ διὰ τελευταίαν φοράν, δὲν πρόκειται περὶ κριτικῆς -ἐργασίας φοβιζούσης καὶ ὀργιζούσης- ἀλλὰ περὶ ἑλληνικῆς αἰσθητικῆς. Καὶ ἡ ἀόριστος αὐτὴ ἔκφρασις, ἡ σημαίνουσα τὴν συνήθη ἀερολογίαν, καὶ ἀναπολοῦσα τὰ ὑψηλὰ ἀέρια, πρόκειται διὰ τοῦ συνόλου τῶν μελετῶν νὰ αἰσθητοποιηθῇ, νὰ καταστῇ νοητή, οὐσιαστική, πραγματική καὶ ἀρχίσῃ νὰ ὑπάρχῃ, νὰ κινῆται νὰ δεικνύῃ σημεῖα ζωῆς.

Ἡ ζήτησις δὲ αὐτὴ γίνεται ἀπὸ ὅλων τῶν σημείων Τεχνῶν καὶ Φιλολογιῶν καὶ ὅλων τῶν ἐκδηλώσεων τῶν ἀρχαίων, χθεσινῶν καὶ σημερινῶν τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου, ἐπειδὴ ὅλα συνδέονται τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο καὶ τὸ ἓν ζήτημα φωτίζει τὸ ἄλλο καὶ συμπληροῖ τὴν νόησιν τοῦ ἄλλου, διὸτι ὅλα συμπίπτουν εἰς τὸ ἕνα ζήτημα ποὺ ὑπάρχει κατὰ βάθος, τί εἶναι ὁ Ἕλλην, πῶς εἶναι, πόθεν ἔρχεται, τί ἔκαμε, τί εἶναι, τί κάμνει, πῶς τὸ κάμνει, τί ἔχει νὰ κάμῃ καὶ πῶς διὰ ποίων μέσων καὶ τρόπων, δρόμων -ποὺ εἶναι ἡ δουλειά μου- δι᾿ αὐτὸ θὰ ἔλεγον εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον ἀναγνώστην, νὰ παρακολουθήσῃ καὶ τὰ ἄλλα ἀλλαχοῦ δημοσιεύματά μου διὰ νὰ ἐννοήσῃ καλλίτερον καὶ τὰ ἐδῶ καὶ εὐκολώτερον τὰ ἔπειτα.

Μερικαὶ εἰσαγωγικαὶ ἰδέαι δὲν εἶναι διόλου κακαί. Διότι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ ἡ ἀερολογία καὶ νὰ ἀρχισῃ ἡ θετικὴ ζήτησις. Ἡ πραγματικὴ συζήτησις. Ἡ δημιουργία πρῶτον πραγματικῶν  ἰδεῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξουν Πράγματα. Διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξουν ἑλληνικαὶ τέχναι -βγάλετέ το ἀπὸ τὸν νοῦν σας ἐντελῶς- θεμελιωμέναι, ὡρισμέναι, βαδίζουσαι στερεὰ εἰς ἕνα ὡρισμένον δρόμον, γνωρίζουσαι τὶ εἶναι καὶ τὶ θέλουσι, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πρῶτον θεμελιωμένος, ὡρισμένος, προαγόμενος ὁ ἰδεολογικὸς κόσμος αὐτῶν. Καὶ δὲν θὰ παύσῃ ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ἡ συναίσθησις τῆς οἰκτρᾶς διανοητικῆς καὶ αἰσθητικῆς τωρινῆς καταστάσεως. Ἡ συναίσθησις τῆς γελοίας καταστάσεως, τῆς κομπορρήμονος ἀερολογίας καὶ τῆς μεταφυσικῆς κοκορολογίας περὶ τεχνῶν, ἡ ὁποία δὲν σκεπάζει διόλου τὴν ἀκατανοησίαν καὶ ἀκαλαισθησίαν, ἥτις ἐκσπᾷ μόλις θελήσωμεν νὰ ἰχνογραφησωμεν καὶ τὸ παραμικρότερον καλλιτέχνημα. Ἡ συναίσθησις τῆς ἀμαθείας καὶ ὁ πόθος τῆς μαθήσεως. Ἡ κούρασις, ἡ ἀηδία, ἡ ἀποστροφὴ τῆς ἀερολογίας καὶ ἡ στροφὴ πρὸς τὴν πραγματικὴν ζήτησιν. Ἡ φιλοτιμία ἡ ἀτομικὴ καὶ ἡ φιλοτιμία ἡ ἐθνική. Διότι δὲν εἶναι ἔντιμον ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων Καλλιτεχνῶν, νὰ μὴ αἱματώνωνται ὅλοι μαζὶ διὰ νὰ εὕρουν, καθαρίσουν, μορφοποιήσουν τὰς Τέχνας ἑλληνικῶς· δηλαδὴ νὰ δημιουργήσουν Τέχνας Ἑλληνικάς. Ἀποφασιστική, ὁριστική, τελειωτικὴ καὶ βαθυτάτη, πρέπει τέλος πάντων νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐργασία αὐτή. Ἡ πραγματική.

Καὶ ἡ μεταβολὴ αὐτή, πρέπει νὰ γίνῃ, θὰ γίνῃ. Τὸ ἰδικόν μου ἔργον εἶναι νὰ καταστήσω τὴν ἀερολογίαν ἀδύνατον· νὰ κατεβάσω ὅλους, ἀπὸ τὰ ἀναπαυτικὰ σύννεφα, εἰς τὴν πετρώδη γῆν· νὰ σᾶς τρελλάνω τόσον φωνάζων καὶ νὰ σᾶς παρουσιάσω τόσα ἴχνη, ὥστε καὶ εἰς σᾶς, ἀγαπητοί μου καλλιτέχναι, νὰ καταστῇ ἀδύνατον νὰ ὁμιλῆτε νεφελωδῶς καὶ εἰς τοὺς πολλοὺς νὰ καταστῇ νοητόν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν πραγματικῶς ἑλληνικὰς μορφὰς τῶν Τεχνῶν.

Ὑπὸ τὸ Παρισινὸν φόρεμα τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς Βασιλείας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ ζῆ καὶ θριαμβεύει ὁ προγονικὸςΚλεφτισμός. Ὑπὸ τὸ Παρισινὸν φόρεμα τοῦ τωρινοῦ ἀρχοντοχωριάτου, τοῦ ξιπασμένου ποὺ εἶναι ὁ κάθε τωρινὸς Ἕλλην, λάμπει ὁλοφάνερος δι᾿ ὅλων τῶν σωματικῶν γραμμῶν, κινήσεων ψυχικῶν καὶ διανοητικῶν καὶ καλλιτεχνικῶν ἐκφράσεων: Ὁ Κλέφτης. Ὅπως ὅλοι οἱ κλάδοι, ὅλη ἡ Ἑλλάς, καὶ ὅλαι αἱ Τέχναι, εἶναι διωργανωμέναι σαφῶς κατὰ τὸ κλεφτικὸν σύστημα. Ὁ κλεφτισμός εἶναι ὅμοιος εἰς τὴν πολιτικήν, τὸν στρατόν, τὴν παιδείαν, εἰς τὸ κάθε τι καὶ εἰς τὰς Τέχνας. Δὲν ὑπάρχει Ζωγραφική, Γλυπτική, Ἀρχιτεκτονική, Μουσική· ὑπάρχει κλεφτισμὸς Ζωγραφικῆς, Γλυπτικῆς, Ἀρχιτεκτονικῆς, Μουσικῆς. Δὲν ὑπάρχουν Τέχναι συντεταγμέναι, ὡρισμέναι, ἀκολουθοῦσαι συστηματικῶς, πειθαρχικῶς κανένα δρόμον. Ὑπάρχουν λημέρια, οἰκόπεδα, θέσεις, τὰ ὁποῖα ἁρπάζονται δυνάμει τοῦ δικαιώματος τοῦ ἰσχυροτέρου. Δὲν ὑπάρχουν καλλιτέχναι συστηματικοί, ἐκ συστηματικῶν σχολείων, συστηματικῶς μορφωμένοι, συστηματικῶς προχωροῦντες πρὸς μίαν ἔκφρασιν Ἐθνικήν. Ὑπάρχουνμπουλούκια. Οἱ καλλιτέχναι κάθε Τέχνης ἀποτελοῦν ἐθελοντικά, πανελεύθερα, ἀσύντακτα μπουλούκια. Δύο, τρία, τέσσερα παλληκάρια ἀνακηρύσσουν ἕνα καπετάνιο, συσπειροῦνται εἰς μίαν ἀμυντικὴν καὶ ἐπιθετικὴν συμμορίαν, πρὸς κατάκτησιν οἰκοπέδων, ἁρπαγὴν καὶ ἐγκατάστασιν. Ὅπως ἡ πολιτική, ὁ στρατὸς καὶ τὸ κάθε τι οὕτω καὶ τὰ σωματεῖα τῶν καλλιτεχνῶν εἶναιἄτακτα σώματα. Ἐντὸς αὐτῶν καὶ ἐκτὸς αὐτῶν, διακρίνονται καὶ ὑπάρχουν, τυχαίας γεννήσεως, τυχαίας ἀνατροφῆς, τυχαίας ἀναπτύξεως, τυχαίας αἰσθητικῆς, ἄτομα θαυμάσια. Καὶ τίποτε ἄλλο. Ἀλλὰ αὐτά, ὅπως ἐν τῷ συνόλῳ των δὲν ἀποτελοῦν Κράτος, ἐν μέρει δὲν ἀποτελοῦν Τέχνας.

Ἡ κατάστασις αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ. Δὲν πρέπει νὰ παραταθῇ. Εἶναι ἀποτρόπαιον· εἶναι ἄδικον, εἶναι βλαβερώτατον. Βλαβερώτατον διὰ τοὺς καλλιτέχνας. Βλαβερώτατον διὰ τὸν τόπον. Εἶναι ἄδικον καὶ παράλογον καὶ διὰ τοὺς μὲν καὶ διὰ τὸν δέ. Κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν, τίποτε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, φυσιολογικόν, ζωντανόν, σωστὸν καὶ προοδευτικόν. Καὶ εἶναι λυπηρότατον, νὰ μικραίνωνται, νὰ ἐξαντλοῦνται, εἰς ματαίους ἀγῶνας τόσοι ἄνθρωποι, νὰ χάνωνται τόσοι, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν τὰ πράγματα ἦσαν εἰς τὴν θέσιν των, θὰ ἦσαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἑκατονταπλασίως ἀνώτεροι ἀπ᾿ ὅ,τι εἶναι τώρα· καὶ θὰ ἦσαν καὶ αὐτοὶ εὐτυχεῖς καὶ ἐνθουσιασμένοι καὶ ὁ τόπος των ζωηρὸς καὶ ὑπερήφανος δι᾿ αὐτοὺς καὶ διὰ τὰ ἔργα των.

Οἱ καλλιτέχναι ὅλων τῶν κλάδων -ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι Ἕλληνες- ἀναμένουν ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις τὴν διόρθωσιν τῶν πραγμάτων. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἐσχάτη βλακεία. Καὶ δυστυχῶς εἶναι βαθύτατα ριζωμένη εἰς ὅλα τὰ τωρινὰ κεφάλια. Καὶ εἶναι ἀκατανόητον, πῶς ἄνθρωποι μὲ κοινὸν νοῦν, κυττάζοντες ἕναν ἕναν τοὺς ἀνθρώπους τῆς πολιτικῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένουν τὸ παραμικρότερον πρᾶγμα ἀπὸ αὐτούς. Καιρὸς νὰ κοπῇ πρόρριζα ἡ ἐλπὶς αὐτή. Τίποτα δὲν θὰ κάμουν ποτέ των οἱ πολιτικοί· καὶ οἱ πολιτικοὶ θὰ εἶναι οἱ τελευταῖοι ποὺ θὰ ἀνθρωπισθοῦν, θὰ μεταβληθοῦν αὐτοί, διὰ νὰ μεταβάλουν τὰ πράγματα.

Καὶ καιρὸς νὰ ξερριζωθῇ καὶ ἡ Συβαριτική, ἡ Βραχμανικὴ σταυροχερηδὸν  καὶ σταυροποδηδόν, ἀναμονὴ τῶν Καλλιτεχνῶν ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἀνθρώπων ἀναμορφωτῶν. Πρέπει νὰ γίνῃ νοητόν, ὅτι ὁ Θεὸς ἐβαρύνθη πλέον νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ νὰ στέλλῃ ἀγγέλους ἐξ οὐρανοῦ. Καὶ καιρὸς νὰ παύσουν τὰ μοιρολογήματα, τὰ χηρῶν καὶ ὀρφανῶν ἐκφωνήματα καὶ ὄχι ἀνδρῶν. Καιρὸς νὰ παύσουν τὰ ἀπελπίσματα καὶ τὰ ἀναστενάγματα, ἡ ἐποχή, ἡ κοινωνία, ἡ πολιτική,  ἡ κατάστασις  καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀγών. Οἱ ἄνδρες ποτὲ δὲν κλαίουν ἀλλ᾿ ἀγωνίζονται. Ἀγωνίζονται μὲ αἷμα καὶ μὲ πῦρ. Καὶ ἀγωνίζονται πρῶτοι πρῶτοι, καὶ πρῶτοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι τῶν Ἰδεῶν καὶ τῶν Τεχνῶν.

Σᾶς βαρύνει, σᾶς πιέζει, σᾶς μαραίνει, σᾶς μολύνει ἡ κατάστασις αὐτή, τὸ περιβάλλον αὐτό, ὁ ἀὴρ αὐτός. Βεβαίως. Βεβαίως, βεβαιότατα σᾶς καταθλίβει τὴν ψυχήν, σᾶς ἀτονεῖ, σᾶς ναρκώνει, σᾶς μικραίνει, σᾶς νεκρώνει. Ἀγωνισθῆτε λυσσωδῶς νὰ μεταβάλετε τὸ περιβάλλον. Τί περιμένετε; Ἀπὸ ποῖον περιμένετε; Ἀπὸ τοὺς πολλούς, ἀπὸ τὰ πρόβατα; Αὐτοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ περιμένουν ἀπό σᾶς· σεῖς εἶσθε οἱ ἡγέται, οἱ λαμπαδοφόροι, οἱ σημαιοφόροι. Οἱ πολλοὶ δὲν ἔχουν νὰ σᾶς κάμουν τίποτε καὶ ἔχουν ἀκόμη τὸ δικαίωμα πὺξ λὰξ νὰ σᾶς ὠθήσουν νὰ λάβετε τὴν θέσιν σας, νὰ ἐκτελέσετε τὸ καθῆκον σας, νὰ ἡγηθῆτε, νὰ σημαιοφορήσετε, νὰ ἀγωνισθῆτε, νὰ πᾶτε ἐμπρός. Διότι ἡ θέσις σας εἶναι  Ἐμπρός!

Ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς. Μακρὰν τῆς πολιπκῆς. Σὰν ἄνθρωποι αὐτόβουλοι, ἐλεύθεροι, ζωντανοί. Διὰ τῆς ἰδιωτικῆς, διὰ τῆς ἀτομικῆς πρωτοβουλίας. Ὁ κάθε κλάδος μόνος του. Νὰ συναχθῇ, νὰ συναχθῇ· νὰ συνάξῃ τὰς ἰδέας καὶ νὰ συντάξῃ τὰ πράγματα.

Εἶναι ἡλίθιον νὰ περιμένετε ἀπὸ τὰ μαρμαρένια σπίτια, τοὺς νεκροὺς ἀνθρώπους, τὰ Πολυτεχνεῖα καὶ κάθε τοιαῦτα  Ἄσυλα τῶν Πνευματικῶς Ἀνιάτων.  Σὰν ἐλεύθεροι ἄνδρες δημιουργήσατε ἐλευθέρους, ἀνεξαρτήτους πυρῆνας. Δημιουργήσατε κέντρα, πρῶτον διὰ νὰ σχηματίσετε ἀέρα ἀναπνευστικόν, διὰ νὰ διανοῆσθε, διὰ νὰ ζητῆτε, διὰ νὰ ἐνθαρρύνεσθε, διὰ νὰ ὑπάρχετε, διὰ νὰ δημιουργῆτε τὰς ἰδέας, διὰ νὰ σχεδιάζετε τὰ πράγματα, διὰ νὰ συνεργάζεσθε καὶ συναναπτύσσεσθε, μεθ᾿ ὅλων τῶν ἄλλων Καλλιτεχνῶν καὶ Ἰδεολόγων, ὅλων τῶν κλάδων καί, ὅλων τῶν εἰδῶν.

Σύνταξις. Σύνταξις: Σύναξις Ἰδεῶν. Σύναξις Ἀνθρώπων. Σύνταξις Ἰδεῶν. Σύνταξις Ἀνθρώπων. Εἴτε Γλυπτική, εἴτε Ἀρχιτεκτονική, εἴτε Ζωγραφική, εἴτε Μουσικὴ τὸ ἴδιον εἶναι, τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ. Μουσικοί, Ἀρχιτέκτονες, Γλύπται, Ζωγράφοι, εἶναι ἓν πρᾶγμα. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, δηλαδὴ κατὰ τὸν φυσικὸν τρόπον, τὸν λογικὸν τρόπον, τὸν ἀναγκαστικὸν τρόπον, πρέπει νὰ σκεφθοῦν, νὰ ἐνεργήσουν ὅλοι· ὁ κάθε κλάδος μόνος του καὶ ὅλοι μαζί. Ἡ κατάστασις εἶναι αὐτή, ποὺ καθεὶς γνωρίζει περίφημα. Αὐτὴ δὲν θὰ ἀλλάξῃ· ἂν ἀλλάξῃ, θὰ ἀλλάξῃ πρὸς τὸ χειρότερον, φυσιολογικῶς. Καὶ ἡ σαπίλα ἔχει τὴν φυσιολογικήν της πρόοδον. Μὲ αὐτὴν τὴν κατάστασιν -ὅλοι τὸ φωνάζουν- ἀδύνατον νὰ ζήσουν Καλλιτέχναι διὰ νὰ ὑπάρξουν Τέχναι. Ὥστε χρειάζεται πολλὴ σκέψις; Ἢ θὰ ἀποφασίσετε νὰ ψοφήσετε -καὶ τότε μᾶς εἶναι ἀδιάφορον, καὶ τότε μὴ μᾶς σκοτίζετε ἢ θὰ ἀποφασίσετε νὰ ζήσετε σὰν ἄνδρες. Καὶ δι᾿ αὐτὸ θὰ ἀγωνισθῆτε. Καὶ μόνον οὕτω θὰ ἀλλάξῃ ἡ κατάστασις, ἂν ἀρχίσετε νὰ τὴν ἀλλάζετε σεῖς. Καὶ διὰ νὰ ἀρχίσετε νὰ ἀλλάζετε αὐτήν, ἡ πρώτη άρχὴ εἶναι νὰ ἀρχίσετε ἀλλάζοντες τὸν ἑαυτόν σας. Εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον, νὰ ἀναμορφώσῃ τίποτε ὁ κάθε Δεληγιάννης, πρὶν ἀναμορφώσῃ τὸν ἑαυτόν του. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναμορφωθοῦν αἱ Τέχναι, πρὶν ἀναμορφωθοῦν οἱ Καλλιτέχναι· καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναμορφωθοῦν οἱ Καλλιτέχναι, ἐὰν οἱ κάθε ὑπάρχοντες εἰς κάθε ἐποχήν, οἱ κάθε ὑπάρχοντες τὴν ὥραν αὐτήν, δὲν ἀποφασίζουν νὰ κάμουν τίποτε, δὲν ἀποφασίζουν νὰ ἀλλάξουν, νὰ περιστείλουν τουλάχιστον τὸν ἑαυτόν τῶν, χάριν ὑψηλοτέρων Ἰδεῶν, χάριν τῶν Τεχνῶν. Ἀναμόρφωσις ἑνὸς κλάδου εἶναι ἀναμόρφωσις τῶν ἀνθρώπων αὐτοῦ. Καὶ ἀναμόρφωσις ἀνθρώπων, εἶναι πρῶτον ἡ ἀναμόρφωσις τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν. Ποῖος σᾶς ἐμποδίζει ἄνθρωποι ἄνδρες νὰ ἀναμορφώσετε τὸν ἑαυτόν σας; Νὰ ἀναμορφώσετε τὸν χαρακτῆρα σας, πρῶτον διὰ νὰ συνεννοηθῆτε καὶ συνεργασθῆτε; Διὰ νὰ ἀρχίσετε μορφώνοντες τὸν ἑαυτόν σας ἀπὸ τὴν ἀρχὴν καὶ γίνετε τέλειοι Καλλιτέχναι διανοητικῶς καὶ αἰσθητικῶς, καὶ δημιουργήσετε Τέχνας; Μήπως ἡ ἡλικία; Ἀλλὰ ὁ θέλων καὶ εἰς τὰ τριάντα καὶ τὰ σαράντα καὶ τὰ πενῆντα, ἀρκεῖ νὰ θέλῃ, ἀναπλάττει ἀπὸ τὸ ἄλφα τὸν ἑαυτόν του.

Κάτω λοιπὸν αἱ ὕπεκφυγαί, τὰ σοφίσματα, τὰ δικαιολογήματα. Κάτω λοιπὸν πρῶτον ἡ Διχόνοια καὶ κάτω ὁ Φθόνος. Βεβαίως, Ἕλλην μὴ διχονοῶν καὶ Ἕλλην μὴ φθονῶν δὲν ὑπάρχει. Διότι τότε δὲν εἶναι Ἕλλην. Βεβαίως διχόνοια καὶ φθόνος, εἶναι τὰ δύο ριζικὰ καὶ ἀθεράπευτα κακά, τὰ ὁποῖα καθιστοῦν ἀδύνατον πᾶσαν κοινὴν ἐνέργειαν, διαλύουν πᾶσαν ἕνωσιν, σταματοῦν καὶ καταστρέφουν προαιωνίως τὴν τεραστίαν ἑλληνικὴν ἱκανότητα καὶ δύναμιν πρὸς τὴν πρόοδον, πρὸς τὸ ὕψος. Ἀλλὰ -ὁλόκληρος ἱστορία τὸ ἀποδεικνύει- εἰς τὰς ἐσχάτας στιγμάς, ἡ διχόνοια καὶ ὁ φθόνος καταστέλλονται, ἡ ἕνωσις κατορθοῦται πρὸς στιγμήν, καὶ οὕτω τὰ πράγματα σώζονται.

Εἰς τὰς αὐτὰς ἐσχάτας στιγμὰς τοῦ ἐξευτελισμοῦ, εὑρίσκεσθε τὴν ἐποχὴν αὐτήν. Ὥστε γιὰ μίαν στιγμὴν ἑνωθῆτε, ὁμονοήσατε, θέσατε τὰς θεμελιώδεις ἰδέας τῶν Τεχνῶν, θέσατε τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των καὶ ἔπειτα χωρίζεσθε πάλιν.

Καὶ κάτω τὰ μίση. Καὶ κάτω οἱ ποταπότητες. Καὶ κάτω τὰ ψεύδη. Καὶ κάτω αἱ καταδολιεύσεις. Καὶ κάτω τὰ ἐκ τῶν ὄπισθεν μαχαιρώματα. Καὶ κάτω οἱ φρικώδεις ἐγωισμοί. Καὶ κάτω αἱ ἀγένειαι. Καὶ κάτω ὅλα τὰ μίση, τὰ πάθη, τὰ θυμώματα. Διὰ τὸ συμφέρον σας πρῶτον. Διότι ὅλα αὐτὰ τὰ ἀγενῆ στοιχεῖα τῆς ψυχῆς σας, γράφονται δυνατώτατα εἰς τὰ ἔργα σας. Κανὲν ἐξ αὐτῶν δὲν λείπει, κανὲν ἀπὸ τὰ τωρινὰ κοινὰ ἐλαττώματα. Ὅλα τὰ ποταπὰ συναισθήματα τῆς ψυχῆς τοῦ καλλιτέχνου, τοῦ δεσμεύουν τὸ χέρι. Ὅλαι αἱ ποταπαί, μικραί, κακορρίζικαι κινήσεις τῆς ψυχῆς τοῦ καλλιτέχνου, διευθύνουν τὸ χέρι του καὶ ζωγραφίζονται ὅλαι εἴτε εἰς τὸ πανί, εἴτε εἰς τὸ μάρμαρον, εἴτε εἰς τὸ σπίτι, εἴτε εἰς τὸ μουσούργημα. Ἡ ψυχὴ τοῦ καλλιτέχνου πρέπει νὰ εἶναι γυμνὴ κάθε κοινοῦ αἰσθήματος, φαεινοτάτη, ἐρωπκωτάτη, ἐνδυόμενη τὰ ὑψηλότερα καὶ εὐγενέστερα αἰσθήματα τῶν γηίνων. Ἄνωθεν τῆς ἐποχῆς του, ἄνωθεν τοῦ ἔργου του, ἄνωθεν τοῦ ἐγώ του, λατρεύει τὴν Τέχνην καὶ θυσιάζει τὸ πᾶν δι᾿ αὐτήν, ὅλους του τοὺς ἐγωϊσμοὺς καὶ τὰ συμφέροντα, αὐτοθυσιάζεται ὁλοψύχως, ἀληθῶς, πραγματικῶς.

Καὶ ἄλλη μία διασάφησις δὲν εἶναι διόλου περιττή. Νομίζετε εἰς τὸν μακάριον αὐτὸν τόπον, ὅτι αἱ Τέχναι εἶναι οἰκόπεδα ἀδέσποτα -ἐνῷ εἶναι πράγματι οἰκόπεδα ἐθνικὰ- τὰ ὁποῖα δύναται ὁ κάθε εἷς νὰ καταλάβῇ. Καὶ νομίζετε ὅτι αἱ Τέχναι ἀνήκουν εἰς τὸν κάθε τεμπέλην, ὁ ὁποῖος κρατεῖ ἕνα σφυρί, ἕνα βιολί, ἕνα πινέλο ἢ ἕνα γλύφανον. Κάθε ἄλλο, ἀγαπητοί μου κύριοι, οἱ καλλιτέχναι τρέφονται ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἀνήκουν ψυχῇ τε καὶ σώματι εἰς τὴν Ἑλλάδα. Αἱ Τέχναι ἀνήκουν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὀφείλουν νὰ ὑπηρετοῦν τὴν Ἑλλάδα. Ὀφείλουν νὰ εἶναι ἑλληνικαί. Καὶ δὲν εἶναι οἰκόπεδα τῶν καλλιτεχνῶν, ἀλλὰ κοινὸν κτῆμα ὅλων μας, κοινὸς πόθος, κοινὴ προσπάθεια, κοινὴ ἀπόλαυσις. Δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Ἑλλάδα καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐνδιαφέρῃ κανένα μας, ὁ καλλιτέχνης, ὁ ἄνθρωπος, ὁ Α. ὁ Β. ὁ Γ. ὁ Δ., ἀλλὰ τὸ ἔργον του. Τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅλους μας, ἐνδιαφέρει μόνον, τὸ ἔργον τοῦ καλλιτέχνου. Καὶ τὸ ἔργον τοῦ καλλιτέχνου εἶναι τὸ ζωγράφημα, τὸ ἄγαλμα, τὸ μουσούργημα, τὸ σπίτι. Καὶ ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ὁ ἐξωτερικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἀνήκει εἰς τὸ κέφι τοῦ κάθε ἑνὸς κυρίουἘτσιθέλω. Ἐτσιθέλω μόνον ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰπῇ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ. Μὴν βλέπετε ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θέλει τίποτε καὶ δὲν λέγει τίποτε καὶ δὲν ἐπιβάλλει τίποτε τώρα, διότι ἡ Ἑλλὰς ἐκφράζεται καὶ ἐνεργεῖ διὰ τῶν ἀντιπροσωπευόντων αὐτὴν ἀνθρώπων, καὶ οἱ κυβερνῶντες αὐτὴν μὲ τὴν  κουνελικὴν διανοητικὴν ἀνάπτυξιν ποὺ ἔχουν, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ διανοηθοῦν τίποτε. Καὶ μόνον διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν αὐτῶν καὶ ἡ διανοητικὴ καὶ ἡ αἰσθητικὴ ἀνάπτυξις τῶν καλλιτεχνῶν εἶναι κουνελικωτάτη. Ἀλλὰ ἡ Γαλλία καὶ Ἀγγλία καὶ Ἰταλία καὶ Γερμανία δι᾿ αὐτὸ δημιουργοῦν σχολεῖα διὰ νὰ θέλουν καὶ νὰ ἐπιβάλλουν τὴν ἐθνικὴν θέλησιν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν θὰ ἦταν τίποτε, θὰ ἦσαν ὅπως ἡμεῖς εἴμεθα σήμερον.

Καὶ δὲν ἀνήκουν αἱ Τέχναι εἰς τοὺς καλλιτέχνας μόνον. Ἀνήκουν ἐξ ἴσου καὶ εἰς τοὺς διακειμένους, τοὺς ἀγαπῶντας, τοὺς πονοῦντας διὰ τὰς Τέχνας. Ὁ καθεὶς ἔχει τὸ αὐτὸ δικαίωμα, νὰ ἐνδιαφέρεται καὶ νὰ ἐκφράζεται περὶ τῶν Τεχνῶν τῆς πατρίδος του, ἀρκεῖ νὰ ἀποδεικνύεται διὰ τῆς ἐκφράσεως τῶν ἰδεῶν ὅτι ἀγαπᾷ, μελετᾷ, καὶ ποθεῖ νὰ συνεισφέρῃ ὑλικὸν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν. Ὅπως οἱ τωρινοὶ καλλιτέχναι θεωροῦν τὰς τέχνας οἰκόπεδά των μανδρωμένα καὶ νομίζουν ἱεροσυλία τὸ νὰ βάλῃ ἕνας ἄλλος τὸ μάτι του μέσα, καὶ δὲν ἐπιζητοῦν τὴν συνεργασίαν καὶ τὴν βοήθειαν τόσων καὶ τόσων ἀνθρώπων δυναμένων νὰ τοὺς διαφωτίσουν καὶ μὲ τὴν διανοητικὴν καὶ αἰσθητικὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, διότι αἱ κυβερνήσεις τοὺς ἐπέταξαν εἰς τὸν δρόμον καὶ τοὺς ἀφῆκαν εἰς τὴν τύχην των, εἶναι ἐντελῶς ματαιοπονία καὶ παγωνικὸν φούσκωμα, ἀνυπόφορον καὶ ἀχώνευτον, νὰ νομίζουν ὅτι δύνανται μόνοι των, νὰ δημιουργήσουν Τέχνας ἑλληνικάς. Καὶ μὴ δημιουργοῦντες Τέχνας ἑλληνικάς, τῶν ὁποίων ἡ πατρίς των ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ μίαν φυσιογνωμίαν, πρέπει νὰ μάθουν ὅτι εἶναι ἐπιβλαβεῖς, ὅτι μᾶς σκοτίζουν ἀδίκως καὶ παραλόγως, ὅτι αἱ φωναί των διὰ τὰς Τέχνας των, εἶναι φωναὶ διὰ τὸ στομάχι των μόνον, διὰ τὸ κέφι των μόνον, διὰ τὸ ἄτομόν των μόνον, διὰ τὸ Ἐτσιθέλω των μόνον, καὶ ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ μᾶς εἶναι ἀδιάφορα, ἀδιάφορα, ἀδιάφορα, καὶ νὰ ἐνδιαφέρουν μόνον τὸν καθένα, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν καὶ ἀγωνίζονται νὰ δημιουργήσουν μόνον καὶ μόνον Τέχνας ἑλληνικάς.

Συγκεντρώσωμεν ἐπὶ τὸ αὐτὸ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐκτεθείσας ἰδέας. Δώσωμεν μίαν ὀργανικὴν ἔκφρασιν, στραφῶμεν εἰς τὸ ἄτακτον σῶμα τῆς Ζωγραφικῆς, πρὸς τοὺς Ζωγράφους. Τὸ ἴδιον εἶναι καὶ τὰ ἄλλα σώματα, τὰ ὅμοια καὶ διὰ τοὺς ἄλλους καλλιτέχνας. ἡ ἐποχή σας εἶναι ἐλεεινή, εἶσθε ὅπως ὅλοι μας καὶ σεῖς ἐλεεινοί. Αἱ κυβερνήσεις δὲν σᾶς ἔκαμαν τίποτε. Ζωγραφικὴν Σχολὴν δὲν ἔχετε. Ἑπομένως, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀγωνισθῆτε μόνοι σας. Ἔχετε πόδια, χέρια, κεφάλια. Εἶσθε ἐλεύθεροι, ἐμπρὸς λοιπόν. Εἶναι ζήτημα τιμῆς, νὰ δημιουργήσετε Ζωγραφικὴν Ἑλληνικὴν· νὰ εὕρετε τὴν ἀρχὴν νὰ ὁρίσετε καὶ θέσετε τὰς θεμελιώδεις ἰδέας καὶ γράψετε τὰ θεμελιώδη στοιχεῖα τῆς Τέχνης σας. Ἑνωθῆτε λοιπὸν τώρα. Ἔχετε ἕνα Τεχνίτην τῆς Γραμμῆς τέλειον, τοῦ ὁποίου καλλίτερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ποθήσετε. Συσπειρωθῆτε λοιπὸν ὅλοι περὶ τὸν Ἰακωβίδην, γέροι καὶ νέοι, νὰ σᾶς ὁδηγήσῃ τὸ χέρι εἰς τὸ σχέδιον -τὸ σχέδιον- τὸ ὁποῖον τώρα εἶναι τοῦ παραλύτου τοῦ Εὐαγγελίου. Γέροι καὶ νέοι συσπειρωθῆτε περὶ τὸν Ἰακωβίδην· καὶ οἱ φιλοξενοῦντες νὰ στήσουν εἰς τὰ πόδια των σώματα ἀνθρώπων, ἂς κρεμασθοῦν εἰς τὸν λαιμόν του. Συσπειρωθῆτε περὶ τὸν Λύτραν διὰ νὰ σᾶς μεταδώσῃ τὴν νόησιν τῆς λεπτῆς, εὐγενοῦς, καλλιτεχνικῆς γραμμῆς, τῆς ἁπλῆς, ἡμέρου, ἀληθοῦς ἑλληνικῆς γραμμῆς· διὰ νὰ σᾶς μεταδώσῃ τὴν νόησιν τοῦ ἁπλοῦ καὶ ἐλαφροτάτου, εὐγενεστάτου, ἑλληνικοῦ χρώματος -ὅσον τὸ κατέχει, ὅσον τὸ ἐπλησίασε- διὰ νὰ σᾶς μάθῃ νὰ ζητῆτε καὶ νὰ βλέπετε τὰ ποιητικὰ θέματα. Μὴ ζητῆτε ἀπὸ τὸν Ἰακωβίδην περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι δύναται νὰ δώσῃ. Μὴ ζητῆτε ἀπὸ τὸν καθένα τὰ πάντα. Τὸ ἕνα θὰ πάρετε ἀπὸ τὸν ἕνα, τὸ ἄλλο ἀπὸ τὸν ἄλλο.

Καὶ συσπειρωθῆτε, περὶ τὸν Ἄννινον νέοι καὶ γέροι. Μάλιστα. Πηγαίνετε, πηγαίνετε, πηγαίνετε δλοί σας, νὰ ἰδῆτε τὰἀνθύλλια τοῦ Ἀννίνου καὶ ἀνοίξατε, ἀνοίξατε, ἀνοίξατε τὰ μάτια σας μὲ ὅλην σᾶς τὴν δύναμιν καὶ μελετήσατε τὴν γραμμήν των καὶ τὸ χρῶμά των καὶ συζητήσατε μὲ τὸν καλλιτέχνην καὶ ἐμβαθύνατε εἰς τὴν αἰσθητικήν του. Ὁ Ἀννινος διὰ τοὺς τωρινοὺς ζωγράφους εἶναι la Haute Ecole καὶ διὰ τὴν τωρινὴν ζωγραφικὴν Hors concours.

Μὴν παραξενεύεσθε, διότι δὲν ἐκθέτει, δὲν διαφημίζεται καὶ δὲν ταμπουρλίζεται. Ὅταν ὁμιλοῦν τὰ ἔργα, κάθε φήμη καὶ κάθε ὄνομα, εἶναι περιττόν. Διὰ νὰ τὸ ἐννοήσετε, διὰ νὰ πεισθῆτε ἁπλῶς καὶ τελειωτικῶς, πάρετε τὰς γελοιογραφίας τοῦ Γελοιογραφικοῦ «Ἄστεως» καὶ τοῦ ἔκτοτε «Ἄστεως», θὰ πεισθῆτε ὅτι ὁ καλλιτέχνης αὐτός, κατέχει τὴν ζωὴν τῆς γραμμῆς. Ἔχει τὴν ἑλληνικὴν λεπτότητα καὶ χάριν τῆς γραμμῆς. Παραβάλετε ὅλοι οἱ ζωγράφοι τὴν γραμμήν του, ἑνὸς οἱουδήποτε γελοιογραφήματός του, πρὸς ὅλας τὰς γραμμὰς τῶν ἔργων σας, θὰ ἰδῆτε πόσον ἀπέχετε ἀπὸ τὴν ζωὴν τῆς γραμμῆς, καὶ τὴν εὐγένειαν τῆς γραμμῆς, πόσας λεύγας ἀπέχετε ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὶ πολύτιμα μαθήματα ἔχετε νὰ λάβετε. Ἀνοίξατε, ἀνοίξατε, ἀνοίξατε τὰ μάτια σας καὶ μελετήσατε τὸ ἄυλον χρῶμά του. Ἀπέχετε ὅλοι σας, ὅσον ἀπέχουν αἱ εἰκονογραφίαι τοῦ Ἰακωβίδου, διὰ τὸν τόμον τοῦ Σολωμοῦ, ἀπὸ ἕνα οἱονδήποτε γελοιογράφημά του κατὰ τὴν λεπτότητα, τὴν ἀκρίβειαν, τὴν χάριν, τὴν ζωήν, τῆς γραμμῆς καὶ συνθέσεως. Ἀνοίξατε, ἀνοίξατε, ἀνοίξατε τὰ μάτια σας καὶ μελετήσατε τὸ ἄυλον χρῶμα τῶν ἀνθυλλίων του. Οὔτε εἰς τὰς Εὐρώπας εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς συνδράμουν, διὰ τὴν αἴσθησιν, νόησιν, εὕρεσιν, ἐκτέλεσιν, τοῦ ἑλληνικοῦ χρώματος. Ἡ ἐργασία αὐτὴ θὰ γίνῃ ἐδῶ καὶ θὰ τὴν κάμετε σεῖς. Καὶ ἐκ τῶν ἔργων ὅλων σας, εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν ἐννοήθη τὸ ἑλληνικὸν χρῶμα. Καὶ ἐὰν τινὲς ἐπλησίασαν διὰ τῆς αἰσθήσεως, οὐδεὶς διὰ τῆς νοήσεως.

Ζητήσατε ἀπὸ τὸν Ἄννινον, ὁ ὁποῖος ἠξεύρει ποῦ εἶναι, ποῦ ζῇ, πῶς εἶναι ὁ ἐξωτερικὸς κόσμος τοῦ τόπου του, καὶ τὸν ἀγαπᾷ διὰ νὰ τὸν γνωρίζῃ, νὰ σᾶς ὑποδείξῃ ἀνωτέραν θεματογραφίαν τῆς μέχρι τοῦδε γεμιζούσης τὰς ἐκθέσεις τῶν ἰδικῶν μας κοινοτοπιῶν, καὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν γδύσου, ντύσου, ράβε, κοινοτάτων, σαχλοτάτων, ἀηδεστάτων, αἰωνίων καὶ τυμπανίων θεμάτων. Νὰ σᾶς μάθῃ νὰ βλέπετε τὰ ζωγραφικὰ θέματα τῶν ἑλληνικῶν τοπίων, εἰς κάθε βῆμά σας καὶ κάθε στρήψιμόν σας, ποὺ δὲν βλέπετε, δὲν βλέπετε, δὲν βλέπετε, καὶ δὲν θὰ ἰδῆτε ποτέ σας καὶ θὰ ἀρνῆσθε ὅτι ὑπάρχουν! ἐνόσω δὲν θέλετε νὰ σᾶς τὰ δείξουν, ἐκεῖνοι ποὺ τὰ βλέπουν, νομίζοντες ὅτι ἡ ὑψηλοτέρα Τέχνη τοῦ κόσμου εἶναι, νὰ μὴ χαμηλώσετε τὴν μύτην σας ἐνώπιον ἄλλου συναδέλφου σας. Νὰ σᾶς βοηθήσῃ εἰς τὴν νόησιν τῆς εὐγενείας τῶν σχημάτων καὶ εἰς τὴν νόησιν τῆς ἁρμονίας τῶν γραμμῶν ποὺ ὑπάρχουν εἰς ἕνα ζωγράφημα, εἴτε τοπίον εἴτε εἰκὼν δραματική, διὰ νὰ μὴ προξενοῦν αἴσθημα δυσάρεστον γρονθοκοπούμεναι.

Φροντίσατε, καταβάλετε κάθε προσπάθειαν νὰ δημιουργήσετε ἕνα εἰδικὸν  ἀναλυτικώτατον Τεχνοκρίτην,  διὰ τὸ συμφέρον τῆς Τέχνης, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ ἰδικόν σας συμφέρον. Ὅλοι μαζὶ δύνασθε νὰ ὁδηγήσετε ἕνα. Ἐκ τόσων γραφόντων, ζητήσατε τὸν ἀγαπῶντα περισσότερον τὴν Τέχνην σας -μὴ νομίσετε ὅτι ὁμιλῶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου, ἐγὼ ἔχω ἄλλην ἐργασίαν- ἑλκύσατέ τον, ἐμπνεύσατέ τον. Μὲ τὴν ἱστορίαν ποὺ γίνεται τώρα καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ κόσμος παλαβώνομεν μόνον ὅλοι μαζί. Τότε ἡμεῖς οἱ ἄλλοι δυνάμεθα νὰ λέγωμεν, ἂν μᾶς ἔρχεται ἡ ὄρεξις, τὰς ἐντυπώσεις μας, χωρὶς εὐθύνας καὶ ὁ κόσμος καὶ σεῖς νὰ ξεύρετε τὶ σᾶς γίνετε.

Φροντίσατε ἀντὶ νὰ ἀνοίγετε ἐκθέσεις, νὰ τὰς κλείετε. Καὶ ἀντὶ ἐκθέσεων, κατορθώσατε νὰ ἔχετε μίαν Ἀγορὰνπαντοτεινὴν καὶ ἐλευθέραν εἰς τὸν καθένα -διότι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ παρουσιάζεται κάθε ἀπόπειρα καὶ μία ἀπόπειρα ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν εἶναι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἄγνωστος.

Φροντίσατε νὰ δημιουργήσετε ἕνα ἔμπορον εἰκόνων, ὁ ὁποῖος διὰ μικρῶν τοπικῶν ἐκθέσεων, νὰ ἀρχίσῃ εἰσάγων καὶ πωλῶν τὰ ἔργα σας εἰς τὰς ἐπαρχίας. Καὶ ἀντὶ 10 ἐκθέσεων καὶ διακοσάδων ἔργων ἐτησίως, καιρὸς νὰ γίνεται μία, ἀλλὰ ἔκθεσις. Καὶ ἀντὶ σωρείας ἔργων ἀναξίων καὶ βλέμματος, βλαβερῶν διὰ σᾶς, βλαβερῶν διὰ τὴν καλαισθηοίαν τοῦ κοινοῦ, βλαβερῶν διὰ τὴν Τέχνην καὶ ποδοκυλιτικῶν ὅλων, ἀνθρώπων καὶ πραγμάτων, φιλοτιμηθῆτε νὰ παρουσιάσετε τριακοντάδα τὸ πολύ, ὅσα δηλαδὴ ἔργα δυνατὸν νὰ παρουσιάσουν δι᾿ ἔκθεσιν, ὅλοι οἱ ζωγράφοι ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ. Τότε θὰ ἀποδείξετε τὴν ἀγάπην σας, πρὸς τὴν τέχνην πρὸς τὸν τόπον σας καὶ τὸν ἑαυτόν σας θὰ ὠφελήσετε. Ὁ κάθε Ἕλλην μόνος του εἶναι Δεληγιάννης. Κάμνει κόμμα ἀμέσως. Καὶ ὁ κάθε Ἰακωβίδης Ἕλλην εἶναι. Ἀντὶ λοιπὸν ἑνὸς ἐπιμελητοῦ ἐκθέσεως, δύο, τρεῖς: Λύτρας, Ράλλης, Ἰακωβίδης, Ἄννινος.

Καὶ προσέχετε, προσέχετε τρομερά, εἰς τὰς δημοσίας σας ἐμφανίσεις, τὰ πάντα νὰ ἀποδεικνύουν ὅτι πράγματι καλλιτέχναι διευθετοῦν καὶ ἐπιμελοῦνται καὶ καλοῦν.
Ἔστω καὶ αἴθουσα πτωχὴ καὶ ἔκθεσις πτωχοτάτη ἔστω, ἀλλὰ μὴ ὑπενθυμίζουσα καθόλου τὴν αἰσθητικήν τῆς Παλαιᾶς Σκηνῆς καὶ ἀπὸ τῆς εἰσόδου καὶ τοῦ... καταλόγου αὐτοῦ, ὅλα νὰ ἀποδεικνύουν εἰς τὸν καλούμενον κόσμον, ὅτι καλεῖται ὑπὸ τῶν προηγουμένων αὐτοῦ εἰς τὴν αἴσθησιν τῶν γραμμῶν καὶ τῶν χρωμάτων, εἰς τὴν αἴσθησιν τοῦ ὡραίου. Καὶ ἐὰν ἀγαπᾶτε Ἑλλάδα καὶ τέχνην πραγματικῶς, χαλάσατε τὸν κόσμον, αἱματώσατε τὰ πόδια σας, τὰ χέρια σας, τὸ μυαλό σας, διὰ νὰ κατορθώσετε νὰ δημιουργηθῇ μία Σχολὴ Ζωγραφικῆς, ὅπου μαζὶ μὲ τὸν τεχνικὸν χειρισμὸν τῆς γραμμῆς καὶ τοῦ χρώματος νὰ διδάσκεσθε νέοι καὶ γέροι τὶ ἐστὶ Καλλιτέχνης καὶ τὶ ἐστὶ Τέχνη καὶ τὶ ἐστὶ Ζωγραφική. Διότι ἄνευ διανοητικῆς ἀναπτύξεως καὶ ὑψηλοτάτης μάλιστα, ὁ κάθε καλλιτέχνης μένει μπογιατζῆς, ὅσον τέλειος καὶ ἂν γίνῃ.

Αὐτὰ ἔχετε νὰ κάμετε, ἀγαπητοί μου ζωγράφοι, ἀληθῶς ἀξιολύπητοι, διότι οἱ κτηνώδεις διευθυνταὶ τοῦ τόπου σας σᾶς ἐπέταξαν εἰς τοὺς δρόμους καὶ σᾶς ἀφῆκαν ἐρήμους, πάσης ὁδηγίας, βοηθείας, ἀλλὰ καὶ περιστολῆς· καὶ ἀληθῶς εἶναι δύσκολον, καὶ ἀληθῶς ἂν κάμετε τίποτε θὰ τὸ κάμετε μόνοι σας καὶ δύνασθε νὰ κάμετε τὸ κάθε τι, ἐὰν ὅλοι μὲ ἕνα πόθον καὶ μίαν πνοὴν ἀφοσιωθῆτε εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ζωγραφικῆς· ἀλλ᾿ ἐπειδὴ αὐτὰ δὲν γίνονται βεβαίως εἰς μίαν μόνην ἡμέραν καὶ μίαν μόνην ὥραν, ἀπαιτοῦνται διανοητικὰ στοιχεῖα, ἐνέργειαι καὶ κόποι καὶ προσπάθειαι ἐπίμονοι καὶ ἐνθουσιώδεις· πρώτιστον καὶ σπουδαιότερον ὅλων εἶναι, νὰ ἑνωθῆτε, νὰ ἀποτελέσετε ἕνα ὅμιλον ὅλοι μαζί, χωρὶς ἐξαίρεσιν καμμίαν καὶ χωρὶς κανέναν ἄλλον σκοπόν, παρὰ τὴν συμμελέτην καὶ τὴν συνεργασίαν διὰ τὴν Τέχνην σας. Καὶ νὰ καλέσετε ἐκεῖ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους -καὶ εἶναι πολλοὶ πάρα πολλοὶ- τοὺς δυναμένους νὰ σᾶς ὁμιλοῦν καὶ σᾶς διδάσκουν διὰ τὰς Τέχνας καὶ σᾶς πλησιάσουν εἰς τὴν ἀρχαίαν Τέχνην καὶ σᾶς καταστήσουν προσιτούς, αἰσθητούς, οἰκείους, φίλους, διδασκάλους, ἐμπνευστάς, τοὺς ἄσπρους αὐτοὺς σκελετούς, ποὺ εἶναι εἰς τὰ Μουσεῖα, τοὺς Θεούς σας, καὶ σᾶς ἐγκαταστήσουν εἰς τὰ παλάτια σας -διότι εἶναι ἰδικά σας, τῶν καλλιτεχνῶν- τὰ Μουσεῖα καὶ τὸν Κεραμεικὸν καὶ τὴν Ἀκρόπολιν καὶ σᾶς ζωντανεύουν ὅλα αὐτὰ μέσα εἰς τὴν οὐρανίαν φύσιν τῆς γῆς καὶ σᾶς ἐμπλήσουν τὴν ψυχὴν κάλλους, ρώμης, χαρᾶς, σᾶς δώσουν τὰ κλειδιὰ τοῦ Ὡραίου, καὶ φορέσετε τοὺς παγχρύσους θώρακας τοῦ κάλλους, διὰ νὰ εἶσθε ἁπλῶς ἀσυγκίνητοι καὶ ἄθικτοι καὶ ἀνερέθιστοι ἀπὸ τὴν τωρινὴν ἐποχήν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δὰ καὶ τίποτε ἄλλο ἀπὸ σκόνη! Καὶ καλέσατε ἀνθρώπους νὰ σᾶς ὁμιλοῦν διὰ τὸν τόπον σας, νὰ σᾶς ζωγραφίζουν τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου σας, τὰ παραμύθια, τοὺς θρύλους, τοὺς πεθαμένους πολιτισμούς.

Καὶ καλέσετε καὶ ἐκ τῶν ἄλλων Τεχνῶν καὶ οἱωνδήποτε κλάδων ὁμιλητάς, διὰ νὰ σᾶς ἀναπτύξουν τὸν νοῦν, σᾶς ἐνθαρρύνουν καὶ σᾶς τέρπουν ἀκόμη, καὶ συγκεντρωμένοι οὕτω -ἀντὶ ἄτακτου σώματος- ἡνωμένοι, ὠργανωμένοι, εἰς ἓν μικρὸν ζητητικὸν καὶ δημιουργικὸν Σχολεῖον, λάβετε συναίσθησιν ἑαυτῶν καὶ τοῦ προορισμοῦ σας, ἐνθαρρυνθῆτε νὰ κατορθωθῇ νὰ κινηθῇ ἡ ψυχή σας, ἡ καρδία σας, ὁ νοῦς σας, νὰ κινηθοῦν αἱ ζωϊκαὶ σας δυνάμεις αἱ ἀποχαυνωθεῖσαι καὶ ἀπονεκρωθεῖσαι εἰς τὴν διάλυσιν τῶν ὅλων καὶ τὸν ἀνωφελέστατον ἐγωϊσμον καὶ ἀσκοπωτάτην αὐτάρκειαν. Πρώτιστον κινητικὸν ὅλων, διὰ μίαν ἀρχὴν δημιουργίας ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸν τωρινὸν χάος, εἶναι ὁ Ἐρεθισμὸς τῶν ἐγκεφαλικῶν  κυττάρων.  Ἐκεῖθεν ἡ ἀρχὴ τῆς κινήσεως πρὸς πᾶν τι.

Αἱ γραμμαὶ αὐταὶ διὰ τοὺς ζωγράφους ἀφοροῦν καὶ πάντας τῶν ἄλλων κλάδων τοὺς καλλιτέχνας.

Εἰς τὰ αὐτὰ χάλια, ὑπὸ τὰς αὐτὰ συνθήκας ὄντες, κατὰ παρόμοιον τρόπον ἔχουν νὰ ἐργασθοῦν, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρω τὰ περὶ αὐτῶν, διότι θέλω πρῶτον νὰ προηγηθῇ ἡ δημοσίευσις τῶν εἰδικῶν ζητήσεων, διὰ νὰ γίνεται λόγος συγκεκριμένος, καὶ προχωροῦμεν κάθε ἡμέραν πλησιέστερον καὶ ἀναλυτικώτερον καὶ συγκριτικώτερον ὁλονὲν εἰς τὰ καθ᾿ ἕκαστα πράγματα.






Περικλῆς Γιαννόπουλος,
περ. «Ἀνατολή», ἔτος Α', ἀρ. 12, Φεβ. 1903, σελ. 392-396

Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

Ἡ ἡρωϊκὴ ἀντίληψις τῆς ζωῆς.

τοῦ Ἰωάννου Συκουτρῆ.



…[Ὁ ἡρωικὸς ἄνθρωπος]…αἰσθάνεται πὼς εἶναι διαλεγμένος ἀπὸ τὴν Μοίραν ὡς ἀγωνιστὴς καὶ ὡς μάρτυς – περισσότερον ὡς μάρτυς, ἀφοὖ τὴν ἐπιτυχίαν δὲν τὴν μετρεῖ μὲ ἀποτελέσματ’ ἄμεσα, μὲ ἀριθμούς καὶ μεγέθη, δὲν τὴν μετρεῖ κἄν διόλου. Εἶναι τὸ ἀλεξικέραυνον, ποὺ θὰ συγκεντρώσῃ ἐπάνω του (θὰ προσελκύσῃ μάλλον ἐθελουσίως) ὅλας τὰς καταιγίδας καὶ ὅλα τ’ ἀστροπελέκια, διὰ νὰ προστατευθοῦν τὰ κατοικητήρια τῶν εἰρηνικῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ θὰ τὸ κάνῃ ὄχι ἀπὸ πνεύμ’ ἀλτρουισμοῦ καὶ ἐθελοθυσίας ὑπὲρ τῶν ἄλλων. Εἰς τὴν ἑτοιμότητα τοῦ κινδύνου τὸν σύρει μὲ ἀκαταμάχητον ἔλξιν ἡ αἰσθητική, θὰ  ἔλεγα, γοητεία τοῦ κινδύνου, ἡ συναίσθησις ὅ,τ’ εἶναι προνόμιον τῶν ἐκλεκτῶν (ὄχι καθῆκον ἤ πράξις φιλανθρωπίας) νὰ συντρίβωνται ὑπὲρ τῶν ἄλλων, ὑπὸ τῶν ἄλλων – τὸ ἐκλεκτότερον προνόμιον!

Ὁ ἡρωικὸς ἄνθρωπος δὲν εἶναι τὸ ἄνθος, δὲν εἶν’ ὁ καρπός – αὐτά ἀντιπροσωπεύουν τὸ παρὸν καὶ τοῦ παρόντος τὴν ἀνεπιφύλακτον χαράν. Εἶναι ὁ σπόρος ποὺ θὰ ταφῇ καὶ θὰ σαπίση, διὰ νὰ ἀναφανῇ τὸ ἄνθισμα καὶ τὸ κάρπισμα. Εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ θάπτεται διὰ νὰ ἐορτασθῇ ἡ ἀνάστασις, καὶ ἀνάστασις χωρὶς ταφὴν δὲν ὑπάρχει.

Ἀλλ’ ὁ ἡρωϊκὸς ἄνθρωπος δὲν δείχνεται εἰς τὴν συντριβήν του μόνον, ἤ καὶ εἰς τὴν ἑτοιμότητα ἔστω πρὸς συντριβήν. Εἰδὲ μή, ἡ ἡρωϊκὴ ἀντίληψις θὰ ἦτον ἰδεῶδες θανάτου μόνον, ὄχι μορφὴ ζωῆς – καὶ τὶ ζωῆς! Ὁ ἡρωϊκὸς ἄνθρωπος, καὶ μόνον αὐτός, ζῇ ἔντονα καὶ πλούσια ὁλόκληρον τὴν Ζωήν. Ἀλλά τὸ νὰ ζήσῃ ἔντονα δὲν σημαίνει δι’ αὐτόν ὅ,τι συνήθως νοοῦμεν μὲ τὴν ἔκφρασιν αὐτήν: νὰ δοκιμάζη ἄφθονα καὶ δυνατὰ τὰς ἀπολαύσεις καὶ τὰς ἡδονάς τῆς Ζωῆς.

Δὲν τὰς ἀγνοεῖ βέβαια τὰς ἀπολαύσεις τῆς Ζωῆς ὁ ἡρωϊκὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ τὰς δοκιμάζει τόσον, ὅσον χρειάζεται νὰ τὰς ξεπεράσῃ, ταὰς γνωρίζει τόσον, ὥστε νὰ ἐννοῇ, ὅτι κατὰ βάθος παραλύουν μάλλον τὴν δύναμιν τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἄς τοῦ χαρίζουν τὴν ψευδαισθησίαν τῆς ἐντατικότητος καὶ τῆς πλησμονῆς. Ἔπειτα τὰς ἀπολαύσεις ἀναζητεῖ ἐκεῖνος ποὺ ζητεῖ  νὰ πάρῃ ἀπὸ τὴν Ζωήν, ὄχι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει νὰ τῆς δώσῃ – καὶ σὲ πλουτίζει ὄχι τὸ νὰ παίρνῃς ἀλλὰ τὸ νὰ δίδῃς…

…Πράγματι ὁ πόλεμος καὶ ὁ κίνδυνος εἶναι τὸ στοιχεῖον του, ἡ ἀπαραίτητος τροφή του. Ὁ πόλεμος, λέγω, καὶ ἡ νίκη, ὄχ’ ἡ ἐπιτυχία. Ἡ ἐπιτυχία δὲν εἶναι πάντοτε νίκη. Εἶναι νίκη ἐξωτερική, ἐξωτερικὸς πλουτισμὸς εἰς ἐπιτεύγματα καὶ κέρδη… Ἀλλ’ ὁ ἡρωϊκὸς ζητεῖ τὴν νίκην ἐκείνου ποὺ χαίρεται τὸ ὅτι ἐπολέμησε, τὸ ὅτι ἐκινδύνευσε, τὸ ὅτι ἀντέστῃ, τὴν νίκην ὥς εὐκαιρίαν μόνον νὰ ζήσῃ ἐντόνους καὶ ἀγωνιώδεις στιγμάς. Καὶ παρόμοια νίκη συνυπάρχει κάλλιστα μὲ τὴν ἀποτυχίαν εἰς τοὺς ἀντικειμενικοὺς σκοπούς, καθῶς ἡ ἀποτυχία τῶν 300 εἰς τὰς Θερμοπύλας…

…Ἀλλ’ ἐπιτυχία σημαίνει πραγματοποίησις σκοποῦ, ποὺ εὑρίσκετ’ ἔξω μας, καὶ ἐκεῖνος ἔχει μέσα του τὸν σκοπόν καὶ τὸ νόημα τῆς ὑπάρξεώς του. Ἀπέναντι αὐτού τίποτε δὲν μετρεῖ, οὔτ’ ἡ ζωή του οὔτ’ ἡ εὐτυχία του…

…Οἱ πολλοὶ καμαρώνουν δι’ ὅσους κινδύνους ἀπέφυγαν, ὄχι δι’ ὅσους ὑπεβλήθησαν. Περιγράφουν τὰς ἐπιτυχίας ποὺ ἐπραγματοποίησαν, καὶ ὑπερηφανεύονται διὰ τὴν ἐξυπνάδα των. Ἀλλὰ διὰ τὸν ἡρωϊκὸν ἄνθρωπον, τὸ εἴδαμεν: ἡ ἐπιτυχία δὲν ἀποτελεῖ οὔτε κριτήριον οὔτε ἰδεῶδες. Ἰδεῶδες του καὶ κριτήριον: νὰ ζήσῃ δυνατὸς καὶ ὠραῖος. Καὶ εἶναι γενναιότερον καὶ ὠραιότερον ν’ ἀδικηθῇς παρὰ ν’ ἀδικήσῃς, νὰ ἐξαπατηθῇς παρὰ νὰ ἐξαπατήσῃς.

Ἄλλωστε πρὸς τί νά ἐξαπατήσῃ; Ἐξαπατοῦν οἱ ἑτεροκεντρικοί, αὐτοὶ ποὺ ἀσχολοῦνται διαρκῶς μὲ τοὺς ἄλλους, διὰ νὰ τοὺς ἀντιγράφουν ἤ νὰ τοὺς φθονοῦν, ἤ καὶ τὰ δύο μαζί… Ὁ ἡρωϊκὸς ὅμως ἀποτελεῖ ὁ ἴδιος κέντρον τοῦ ἑαυτοῦ του, ἐλεύθερος εἰς τὴν ἀπομόνωσίν του, ἀριστοκρατικὸς μὲ τὴν ἀπόστασιν εἰς τὴν ὁποίαν κρατεῖ τοὺς ἄλλους, ἀπτόητος μὲ τὸ θᾶρρος τῆς προσωπικῆς  γνώμης καὶ τῆς προσωπικῆς του εὐθύνης, ὑπερήφανος μέσα εἰς τὸ ἄβατον τέμενος τῆς μοναξιᾶς του…

…Καὶ ὅμως σπείρει ἄφθονα τὰ γεννήματα τοῦ νοῦ του. Τὰ σπείρει, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάνῃ διαφορετικά, ὅπως τὸ δέντρον ποὺ τινάζει τοὺς καρπούς του σὰν ὠριμάσουν, εἶτ’ εὑρίσκοντ’ ἀπὸ κάτω εἶτε ὄχι αὐτοὶ ποὺ θὰ τοὺς εἶναι χρήσιμοι…

…Ὑπερήφανος εἶναι, ὄχι ἐγωϊστής. Δι’ αὐτό σπαταλᾶ τὸ ἑυτόν του. Ἡ εὐτυχία του εἶναι νὰ δαπανᾶ, ἀκριβέστερον ἀκόμη: νὰ δαπανᾶται. Ἀνεξάντλητος ὅπως εἶναι, δὲν ξέρει ἀριθμητικήν. Εἶναι τόσον πλούσιος, ὥστε θ’ ἀναπληρώσῃ εὔκολα (τὸ ξέρει) κάθε ζημίαν. Πρός τί λοιπόν νά τήν ὑπολογίζῃ; Ὑπολογίζει ὁ πτωχός. Ὁ πλούσιος κλείνει τὰ μάτια, ἁπλώνει τὸ χέρι, καὶ σκορπᾶ… Ὅσα καὶ νὰ σκορπίσῃ, πάντοτ’ ἐκ τοῦ περισσεύματος θὰ εἶναι.

Ἐκ τοῦ περισσεύματος ἀντλεῖ καὶ ἡ μεγαλοδωρία τοῦ ἡρωϊκοῦ ἀνθρώπου. Ἀφρόντιστα καὶ ἀίστακτα σπδαταλᾶ τὰ πλούτη του, τὴν δραστηριότητά του, τὴν ὑγείαν του, τὴν ῥωμαλεότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ του. Σκορπᾶ τὴν ἀγάπην του χωρὶς ἀνταλλάγματα, ἕτοιμος νὰ πληρώση ἐκείνους ποὺ θὰ θελήσουν νὰ τὴν δεχθοῦν. Σκορπᾶ τὰς συγκινήσεις, τοὺς ἐνθουσιασμοὺς καὶ τὴν  φλόγα, τὰ κάλλη καὶ τὰ ῥίγη τῆς ψυχῆς του…

…Καὶ εἶν’ ἡ χαρά του νὰ σκορπᾶ: ὅλα τ’ ἀγαθὰ τῆς γῆς τὰ ἐκτιμᾶ ὄχι ὡς κτήματα, ἀλλ’ ὡς χρήματα (μὲ τὴν ἀρχαίαν σημασίαν τῆς λέξεως, ἐκ τοῦ χρῶμαι), Ὡς δαπανήματα δηλαδή. Ἤ μᾶλλον πιστεύει πῶς ἀγαθὰ δὲν εἶναι. Γίνονται ἀγαθά, ἀφ’ ἧς στιγμῆς καὶ ἐφ’ ὅσον δαπανῶνται.
 
Εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ καθυποβάλλεται μὲ ἀνεπιφύλακτον προθυμίαν. Τὴν δέχεται αὐτονόητα καὶ χαρωπά, ἀφοῦ εἶναι κάτι βαρὺ καὶ δύσκολον, ἀφοῦ ζωὴ σημαίνει δι’ αὐτὸν δράσις καὶ κάματος. Ἐργάζεται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ χρησιμοποιῇ τὰς δυνάμεις τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς εἰς ἔργα δύσκολα, ἐργάζετ’ αἰσθητικῶς, καθῶς ἕνας ἀθλητής…

…Ἡ ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, καθῶς αὐτοῦ ποὺ περιέγραψα, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι σύντομος… Σύντομος, διότι ὁ ἡρωϊκὸς ἄνθρωπος περνᾶ ὁλόκληρον τὴν ζωήν του εἰς τὸ πολυκίνδυνον μέτωπον τοῦ πολέμου. Σύντομος, διότι πάντοτε εἶναι, ἀπὸ τὴν Μοίραν του καὶ μόνην ὁδηγούμενος, ἐρασιθάνατος.

Βαδίζει πρὸς τὸν θάνατον ὄχι διὰ νὰ ἀναπαυθῇ, ὄχι διότι ἐβαρέθηκε τὴν ζωήν, ὄχι διότι ἐδειλίασεν ἐνώπιον αὐτῆς, ὄχι ἀπὸ μαρασμὸν καὶ ἐξάντλησιν τῶν δυνάμεών του. Ὁ ἡρωϊκὸς ἄνθρωπος δὲν ὑφίσταται τὸν θάνατον. Δι’ αὐτόν καὶ ὁ θάνατος ἀκόμη δὲν εἶναι πάσχειν, εἶναι πράττειν. Εἶναι ἡ τελευταία πράξις, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπισφραγίζει ὅλας του τὰς ἄλλας πράξεις. Τοὺς δίδει αὐτή τὸ νόημα. Διότι καὶ ἡ Ζωὴ ὅλη εἶναι μία διαρκὴς ἀρχή, καὶ ἡ ἀρχὴ τὸ νόημά της ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ τέλος, τοῦ ὁποίου εἶν’ ἡ ἀρχή. Καὶ εἶναι τὸ τέλος ὁ θάνατος, ἀλλὰ καὶ ἠ τελείωσις.

Ἀλλ’ ὁ πληθωρισμὸς τῆς ζωῆς εἶναι τόσος μέσα του, ὥστε καὶ  ὁ θάνατός του δὲν εἶν’ ἐκμηδένισις πλέον. Μεστώνει ἀπὸ περιεχόμενον, ἀπὸ ἠθικὴν ἀναγκαιότητα, πλημμυρίζει ἀπό τὴν χαρὰν καὶ τὴν ὠραιότητα μιᾶς τελευταίας νίκης – παρόμοια μὲ τὸν ἥλιον, ὁ ὁποῖος, κλίνων πρὸς τὴν δύσιν, ἐνδύεται τὴ πορφυράν του μεγαλοπρέπειαν…