Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Οἱ νεκροὶ καὶ οἱ σπόροι.

τοῦ Mircea Eliade



καλλιέργεια τῆς γῆς σὰν ἀνθρώπινη τεχνικὴ καὶ σὰ μορφὴ λατρείας, συναντάει τὸν κόσμο τῶν νεκρῶν σὲ δύο ξεχωριστὰ πλάνα. Τὸ πρῶτο εἶναι ἀλληλεγγύη μὲ τὴ γῆ. Οἱ νεκροὶ ὅπως καὶ οἱ σπόροι ἐνταφιάζονται, εἰσχωροῦν στὴ χθόνια διάσταση ποὺ μόνο σ' αὐτοὺς εἷναι προσιτή. Ἐξάλλου ἡ γεωργία εἶναι κατεξοχήν μιὰ τεχνικὴ τῆς γονιμότητος, τῆς ζωῆς ποὺ ἀναπαράγεται πολλαπλασιαζόμενη. Καὶ οἱ νεκροὶ ἔλκονται ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ἀναγεννήσεως, τῆς ἀναδημιουργίας καὶ τῆς ἀδιάκοπης εὐφορίας. Ὅμοια μὲ τοὺς θαμμένους μέσα στὴ γήινη μήτρα σπόρους, οἱ νεκροὶ περιμένουν τὴν ἐπιστροφή τους στὴ ζωὴ κάτω ἀπὸ μιὰ νέα μορφή. Γι' αὐτὸ πλησιάζουν τοὺς ζωντανούς, ἰδιαίτερα τὶς στιγμὲς ὅπου ἡ ζωτικὴ ἔνταση τῆς μάζας βρίσκεται στὸ ψηλότερο σημεῖο της, δηλ. στὶς λεγόμενες γιορτὲς τῆς γονιμότητας. Ὅταν οἱ γενετικὲς ὀρμὲς τῆς φύσεως καὶ τῆς ἀνθρώπινης ὁμάδος ἔχουν ἐπικληθεῖ, ἀποχαλινωθεῖ, παροξυνθεῖ ἀπὸ τὰ τυπικά, ἀπὸ τὴν ἀφθονία καὶ τὴν κραιπάλη. Οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν διψάνε γιὰ κάθε βιολογικὸ πλεόνασμα, γιὰ κάθε ὀργανικὸ περίσσευμα γιατὶ τὸ ξεχύλισμα αὐτὸ τῆς ζωτικότητας ἀντισταθμίζει τὴν ἔνδεια τῆς ὑπάρξεώς τους καὶ τὶς ὠθεῖ σ' ἕνα ὀρμητικὸ ῥεύμα αὐτενέργειας καὶ σπέρματος. Τὸ ὁμαδικό συμπόσιο ἀντιπροσωπεύει ἀκριβῶς αὐτὴ τὴ συγκέντρωση ζωτικῆς ἐνέργειας. Ἕνα συμπόσιο λοιπόν, μὲ ὅλες τὶς ἀσωτίες ποὺ προϋποθέτει, εἶναι ἀπαραίτητο τόσο στὶς γιορτὲς τῆς καλλιέργειας ὅσο καὶ στὴ μνημόνευση τῶν νεκρῶν. Ἄλλοτε οἰ εὐωχίες γίνονταν κοντὰ στοὺς τάφους, ὧστε ὁ νεκρὸς νὰ μπορεῖ νὰ ἐπωφεληθεῖ ἀπὸ τὸ ζωτικὸ περίσσευμα ποὺ ἐλευθερωνόταν δίπλα του. Στὶς Ἰνδίες τὰ φασόλια ἦταν κατεξοχὴν προσφορὰ ποὺ ἔφερναν στοὺς νεκρούς, συγχρόνως ὅμως τὰ θεωρούσαν καὶ γιὰ ἀφροδισιακό (Meyer, Trilogie, I, 123). Στὴν Κίνα ἡ νυφικὴ παστάδα βρισκόταν στὴν πιὸ σκοτεινὴ γωνιὰ τοῦ σπιτιοῦ, ἐκεῖ ποὺ φυλάγονται οἱ σπόροι, πάνω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅπου ἦταν θαμμένοι οἱ νεκροί (Granet, La Religion des Chinois, 27). Ἡ σχέση μεταξὺ προγόνων, συγκομιδῆς καὶ ἐρωτισμοῦ εἶναι τόσο στενὴ ποὺ οἱ λατρεῖες - νεκρικές, ἀγροτικὲς καὶ γενετικὲς – ἀλληλοσυγχέονται μερικὲς φορὲς ὡς τὴν πλήρη συγχώνευσή τους. Στοὺς βόρειους λαούς, τὰ Χριστούγεννα («Jul») ἦταν ἡ γιορτὴ τῶν νεκρῶν καὶ συγχρόνως μιὰ ἔξαρση τῆς γονιμότητας, τῆς ζωῆς. Τὰ Χριστούγεννα γίνονται πλουσιοπάροχα συμπόσια καὶ εἶναι συνήθως ἡ ἐποχὴ ποὺ παντρεύονται καὶ περιποιούνται τοὺς τάφους. (H. Rydh, Seasonal fetility rites, 81).

Οἱ νεκροὶ ἐπιστρέφουν αὐτὲς τὶς μέρες γιὰ νὰ πάρουν μέρος στὶς τελετὲς γονιμότητας τῶν ζωντανῶν. Στὴ Σουηδία, ἡ γυναίκα φυλάει στὴ νυφικὴ κασέλα ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ γαμήλιο γλυκὸ γιὰ νὰ τὸ πάρει μαζί της στὸν τάφο της. Τόσο στὶς βόρειες χῶρες ὅσο καὶ στὴν Κίνα, οἱ γυναῖκες ἐνταφιάζονται μὲ τὸ νυφικό τους. (Rydh, ομ., 92). Ἡ «τιμητικὴ ἀψίδα» ποὺ ὑψώνεται στὸ διάβα τοῦ νεαροῦ ζευγαριοῦ εἶναι ἀπαράλλαχτη μὲ αὑτὴ ποὺ ὑψώνουν στὸ κοιμητήρι γιὰ νὰ ὑποδεχτοῦν τὸ νεκρό. Τὸ Χριστουγεννιάτικο δέντρο (ἀρχικὰ στὸν Βορρά, ἕνα δέντρο ὅπου δὲν ἄφηναν παρὰ τὰ φύλλα τῆς κορυφῆς, «maj») χρησιμοποιείται καὶ στοὺς γάμους καὶ στοὺς ἐνταφιασμούς (ομ., 82). Εἶναι περιττὸ νὰ ἀναφέρουμε ἀκόμη τοὺς μεταθανάτιους γάμους, πραγματικοὺς ἢ συμβολικούς, ὅπου θὰ ἐπανέλθουμε ἀργότερα καὶ ποὺ τὸ νόημά τους πρέπει ν' ἀναζητήσουμε στὴν ἐπιθυμία νὰ ἐξασφαλιστεῖ στὸ νεκρὸ ἡ καλύτερη ζωτικὴ συνθήκη καὶ γενετικὴ πληρότητα.

Ἂν οἱ νεκροὶ ἐπιζητοῦν τὶς σπερματικὲς καὶ βλαστικὲς μορφές, δὲν εἶναι λιγότερο ἀληθινὸ ὅτι καὶ οἱ ζωντανοὶ χρειάζονται τοὺς νεκροὺς γιὰ νὰ ὑπερασπίζονται τὴ σπορὰ καὶ νὰ προστατεύουν τὴ συγκομιδή. Ὅσο οἱ σπόροι μένουν θαμμένοι στὴ γῆ, βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴ δικαιοδοσία τῶν νεκρῶν. Ἡ «Μητέρα-γῆ» ἢ ἡ Μεγάλη Θεὰ τῆς γονιμότητας, ἐλέγχει ἐξίσου τὴν τύχη τῆς σπορᾶς καὶ αὐτὴ τῶν νεκρῶν. Οἱ τελευταίοι ὅμως βρίσκονται πιὸ κοντὰ στὸν ἄνθρωπο κι ὁ γεωργὸς ἀπευθύνεται πρὸς αὐτοὺς γιὰ νὰ εὐλογήσουν καὶ νὰ ὑποστηρίξουν τὸ μόχθο του (τὸ μαῦρο εἶναι τὸ χρῶμα τῆς γῆς καὶ τῶν νεκρῶν). Ὁ Ἰπποκράτης εἶπε ὅτι τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν κάνουν τοὺς σπόρους νὰ φυτρώνουν καὶ νὰ μεγαλώνουν καὶ ὁ συγγραφέας τῆς Γεωπονικῆς γνωρίζει ὅτι οἱ ἄνεμοι (δηλ. οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν) δίνουν ζωὴ στὰ φυτὰ καὶ σὲ ὅλα τὰ πράγματα (Harrison, Prolegomena, 180). Στὴν Ἀραβία, τὸ τελευταῖο δεμάτι, «ο γέρος», θερίζεται ἀπὸ τὸν ἀφέντη τοῦ ἀγροῦ, τοποθετείται σ' ἕναν τάφο καὶ θάβεται μὲ προσευχὲς ποὺ ζητοῦν στὸ σιτάρι νὰ ξαναγεννηθεῖ ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωή (Liungman, I, 249). Στοὺς Μπαμπάρας, ὅταν ῥίχνουν νερὸ πάνω στὸ κεφάλι τοῦ πτώματος μέσα στὸ λάκκο ποὺ ἐτοιμάζονται νὰ σκεπάσουν, ἰκετεύουν: «Οἱ ἄνεμοι, ἄσχετα ἂν φυσάνε ἀπὸ τὸ Βοριὰ ἢ τὸ Νοτιά, ἀπὸ τὴ Δύση ἢ τὴν Ἀνατολή, ἂς εἶναι εὐνοϊκοὶ γιὰ μᾶς. Δῶς μας βροχή! Δῶσε μας μιὰ πλούσια σοδειά! (T.R. Henry, Le culte des esprits chez les Bambaras, “Anthropos”, III, 1908, σελ. 702-717, 711). Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς σπορᾶς οἱ Φινλανδοὶ θάβουν μέσα στὴ γῆ κόκκαλα νεκρῶν (ποὺ παίρνουν ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο καὶ ἐπιστρέφουν μετὰ τὴ συγκομιδὴ) ἢ ἀντικείμενα ποὺ ἀνήκαν στοὺς νεκρούς. Ἂν δὲν ἔχουν οὔτε ἀπὸ τὸ ἕνα οὔτε ἀπὸ τὸ ἄλλο, οἱ ἀγρότες ἀρκούνται σὲ χῶμα ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο ἢ ἀπὸ ἕνα σταυροδρόμι ἀπὸ ὅπου πέρασαν οἱ νεκροί. (Rantasalo, III, 8). Οἱ γερμανοὶ συνηθίζουν νὰ σκορπίζουν πάνω στὸν ἀγρό, μαζὶ μὲ τοὺς σπόρους, χῶμα ποὺ πῆραν ἀπὸ φρέσκο τάφο ἢ ἄχυρα πάνω στὰ ὁποία ξεψύχησε κάποιος (ομ., 14). Τὸ φίδι, κατ' ἐξοχὴν νεκρικὸ ζῶο, προστατεύει τὴ σοδειά. Τὴν ἄνοιξη, στὴν ἀρχὴ τῆς σπορᾶς, πρόσφεραν θυσίες στοὺς νεκρούς, γιὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὴ συγκομιδὴ καὶ νὰ τὴν φροντίσουν (ομ., 114).



MIRCEA ELIADE,
«ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ»,
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΛΣΗ ΤΣΟΥΤΗ,
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΗ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου