Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Οἱ νεκροὶ καὶ οἱ σπόροι.

τοῦ Mircea Eliade



καλλιέργεια τῆς γῆς σὰν ἀνθρώπινη τεχνικὴ καὶ σὰ μορφὴ λατρείας, συναντάει τὸν κόσμο τῶν νεκρῶν σὲ δύο ξεχωριστὰ πλάνα. Τὸ πρῶτο εἶναι ἀλληλεγγύη μὲ τὴ γῆ. Οἱ νεκροὶ ὅπως καὶ οἱ σπόροι ἐνταφιάζονται, εἰσχωροῦν στὴ χθόνια διάσταση ποὺ μόνο σ' αὐτοὺς εἷναι προσιτή. Ἐξάλλου ἡ γεωργία εἶναι κατεξοχήν μιὰ τεχνικὴ τῆς γονιμότητος, τῆς ζωῆς ποὺ ἀναπαράγεται πολλαπλασιαζόμενη. Καὶ οἱ νεκροὶ ἔλκονται ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ἀναγεννήσεως, τῆς ἀναδημιουργίας καὶ τῆς ἀδιάκοπης εὐφορίας. Ὅμοια μὲ τοὺς θαμμένους μέσα στὴ γήινη μήτρα σπόρους, οἱ νεκροὶ περιμένουν τὴν ἐπιστροφή τους στὴ ζωὴ κάτω ἀπὸ μιὰ νέα μορφή. Γι' αὐτὸ πλησιάζουν τοὺς ζωντανούς, ἰδιαίτερα τὶς στιγμὲς ὅπου ἡ ζωτικὴ ἔνταση τῆς μάζας βρίσκεται στὸ ψηλότερο σημεῖο της, δηλ. στὶς λεγόμενες γιορτὲς τῆς γονιμότητας. Ὅταν οἱ γενετικὲς ὀρμὲς τῆς φύσεως καὶ τῆς ἀνθρώπινης ὁμάδος ἔχουν ἐπικληθεῖ, ἀποχαλινωθεῖ, παροξυνθεῖ ἀπὸ τὰ τυπικά, ἀπὸ τὴν ἀφθονία καὶ τὴν κραιπάλη. Οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν διψάνε γιὰ κάθε βιολογικὸ πλεόνασμα, γιὰ κάθε ὀργανικὸ περίσσευμα γιατὶ τὸ ξεχύλισμα αὐτὸ τῆς ζωτικότητας ἀντισταθμίζει τὴν ἔνδεια τῆς ὑπάρξεώς τους καὶ τὶς ὠθεῖ σ' ἕνα ὀρμητικὸ ῥεύμα αὐτενέργειας καὶ σπέρματος. Τὸ ὁμαδικό συμπόσιο ἀντιπροσωπεύει ἀκριβῶς αὐτὴ τὴ συγκέντρωση ζωτικῆς ἐνέργειας. Ἕνα συμπόσιο λοιπόν, μὲ ὅλες τὶς ἀσωτίες ποὺ προϋποθέτει, εἶναι ἀπαραίτητο τόσο στὶς γιορτὲς τῆς καλλιέργειας ὅσο καὶ στὴ μνημόνευση τῶν νεκρῶν. Ἄλλοτε οἰ εὐωχίες γίνονταν κοντὰ στοὺς τάφους, ὧστε ὁ νεκρὸς νὰ μπορεῖ νὰ ἐπωφεληθεῖ ἀπὸ τὸ ζωτικὸ περίσσευμα ποὺ ἐλευθερωνόταν δίπλα του. Στὶς Ἰνδίες τὰ φασόλια ἦταν κατεξοχὴν προσφορὰ ποὺ ἔφερναν στοὺς νεκρούς, συγχρόνως ὅμως τὰ θεωρούσαν καὶ γιὰ ἀφροδισιακό (Meyer, Trilogie, I, 123). Στὴν Κίνα ἡ νυφικὴ παστάδα βρισκόταν στὴν πιὸ σκοτεινὴ γωνιὰ τοῦ σπιτιοῦ, ἐκεῖ ποὺ φυλάγονται οἱ σπόροι, πάνω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅπου ἦταν θαμμένοι οἱ νεκροί (Granet, La Religion des Chinois, 27). Ἡ σχέση μεταξὺ προγόνων, συγκομιδῆς καὶ ἐρωτισμοῦ εἶναι τόσο στενὴ ποὺ οἱ λατρεῖες - νεκρικές, ἀγροτικὲς καὶ γενετικὲς – ἀλληλοσυγχέονται μερικὲς φορὲς ὡς τὴν πλήρη συγχώνευσή τους. Στοὺς βόρειους λαούς, τὰ Χριστούγεννα («Jul») ἦταν ἡ γιορτὴ τῶν νεκρῶν καὶ συγχρόνως μιὰ ἔξαρση τῆς γονιμότητας, τῆς ζωῆς. Τὰ Χριστούγεννα γίνονται πλουσιοπάροχα συμπόσια καὶ εἶναι συνήθως ἡ ἐποχὴ ποὺ παντρεύονται καὶ περιποιούνται τοὺς τάφους. (H. Rydh, Seasonal fetility rites, 81).

Οἱ νεκροὶ ἐπιστρέφουν αὐτὲς τὶς μέρες γιὰ νὰ πάρουν μέρος στὶς τελετὲς γονιμότητας τῶν ζωντανῶν. Στὴ Σουηδία, ἡ γυναίκα φυλάει στὴ νυφικὴ κασέλα ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ γαμήλιο γλυκὸ γιὰ νὰ τὸ πάρει μαζί της στὸν τάφο της. Τόσο στὶς βόρειες χῶρες ὅσο καὶ στὴν Κίνα, οἱ γυναῖκες ἐνταφιάζονται μὲ τὸ νυφικό τους. (Rydh, ομ., 92). Ἡ «τιμητικὴ ἀψίδα» ποὺ ὑψώνεται στὸ διάβα τοῦ νεαροῦ ζευγαριοῦ εἶναι ἀπαράλλαχτη μὲ αὑτὴ ποὺ ὑψώνουν στὸ κοιμητήρι γιὰ νὰ ὑποδεχτοῦν τὸ νεκρό. Τὸ Χριστουγεννιάτικο δέντρο (ἀρχικὰ στὸν Βορρά, ἕνα δέντρο ὅπου δὲν ἄφηναν παρὰ τὰ φύλλα τῆς κορυφῆς, «maj») χρησιμοποιείται καὶ στοὺς γάμους καὶ στοὺς ἐνταφιασμούς (ομ., 82). Εἶναι περιττὸ νὰ ἀναφέρουμε ἀκόμη τοὺς μεταθανάτιους γάμους, πραγματικοὺς ἢ συμβολικούς, ὅπου θὰ ἐπανέλθουμε ἀργότερα καὶ ποὺ τὸ νόημά τους πρέπει ν' ἀναζητήσουμε στὴν ἐπιθυμία νὰ ἐξασφαλιστεῖ στὸ νεκρὸ ἡ καλύτερη ζωτικὴ συνθήκη καὶ γενετικὴ πληρότητα.

Ἂν οἱ νεκροὶ ἐπιζητοῦν τὶς σπερματικὲς καὶ βλαστικὲς μορφές, δὲν εἶναι λιγότερο ἀληθινὸ ὅτι καὶ οἱ ζωντανοὶ χρειάζονται τοὺς νεκροὺς γιὰ νὰ ὑπερασπίζονται τὴ σπορὰ καὶ νὰ προστατεύουν τὴ συγκομιδή. Ὅσο οἱ σπόροι μένουν θαμμένοι στὴ γῆ, βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴ δικαιοδοσία τῶν νεκρῶν. Ἡ «Μητέρα-γῆ» ἢ ἡ Μεγάλη Θεὰ τῆς γονιμότητας, ἐλέγχει ἐξίσου τὴν τύχη τῆς σπορᾶς καὶ αὐτὴ τῶν νεκρῶν. Οἱ τελευταίοι ὅμως βρίσκονται πιὸ κοντὰ στὸν ἄνθρωπο κι ὁ γεωργὸς ἀπευθύνεται πρὸς αὐτοὺς γιὰ νὰ εὐλογήσουν καὶ νὰ ὑποστηρίξουν τὸ μόχθο του (τὸ μαῦρο εἶναι τὸ χρῶμα τῆς γῆς καὶ τῶν νεκρῶν). Ὁ Ἰπποκράτης εἶπε ὅτι τὰ πνεύματα τῶν νεκρῶν κάνουν τοὺς σπόρους νὰ φυτρώνουν καὶ νὰ μεγαλώνουν καὶ ὁ συγγραφέας τῆς Γεωπονικῆς γνωρίζει ὅτι οἱ ἄνεμοι (δηλ. οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν) δίνουν ζωὴ στὰ φυτὰ καὶ σὲ ὅλα τὰ πράγματα (Harrison, Prolegomena, 180). Στὴν Ἀραβία, τὸ τελευταῖο δεμάτι, «ο γέρος», θερίζεται ἀπὸ τὸν ἀφέντη τοῦ ἀγροῦ, τοποθετείται σ' ἕναν τάφο καὶ θάβεται μὲ προσευχὲς ποὺ ζητοῦν στὸ σιτάρι νὰ ξαναγεννηθεῖ ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωή (Liungman, I, 249). Στοὺς Μπαμπάρας, ὅταν ῥίχνουν νερὸ πάνω στὸ κεφάλι τοῦ πτώματος μέσα στὸ λάκκο ποὺ ἐτοιμάζονται νὰ σκεπάσουν, ἰκετεύουν: «Οἱ ἄνεμοι, ἄσχετα ἂν φυσάνε ἀπὸ τὸ Βοριὰ ἢ τὸ Νοτιά, ἀπὸ τὴ Δύση ἢ τὴν Ἀνατολή, ἂς εἶναι εὐνοϊκοὶ γιὰ μᾶς. Δῶς μας βροχή! Δῶσε μας μιὰ πλούσια σοδειά! (T.R. Henry, Le culte des esprits chez les Bambaras, “Anthropos”, III, 1908, σελ. 702-717, 711). Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς σπορᾶς οἱ Φινλανδοὶ θάβουν μέσα στὴ γῆ κόκκαλα νεκρῶν (ποὺ παίρνουν ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο καὶ ἐπιστρέφουν μετὰ τὴ συγκομιδὴ) ἢ ἀντικείμενα ποὺ ἀνήκαν στοὺς νεκρούς. Ἂν δὲν ἔχουν οὔτε ἀπὸ τὸ ἕνα οὔτε ἀπὸ τὸ ἄλλο, οἱ ἀγρότες ἀρκούνται σὲ χῶμα ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο ἢ ἀπὸ ἕνα σταυροδρόμι ἀπὸ ὅπου πέρασαν οἱ νεκροί. (Rantasalo, III, 8). Οἱ γερμανοὶ συνηθίζουν νὰ σκορπίζουν πάνω στὸν ἀγρό, μαζὶ μὲ τοὺς σπόρους, χῶμα ποὺ πῆραν ἀπὸ φρέσκο τάφο ἢ ἄχυρα πάνω στὰ ὁποία ξεψύχησε κάποιος (ομ., 14). Τὸ φίδι, κατ' ἐξοχὴν νεκρικὸ ζῶο, προστατεύει τὴ σοδειά. Τὴν ἄνοιξη, στὴν ἀρχὴ τῆς σπορᾶς, πρόσφεραν θυσίες στοὺς νεκρούς, γιὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὴ συγκομιδὴ καὶ νὰ τὴν φροντίσουν (ομ., 114).



MIRCEA ELIADE,
«ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ»,
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΛΣΗ ΤΣΟΥΤΗ,
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΗ.

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Ἡ τελευταία ὁμιλία Κωνσταντίνου ΙΑ´ Παλαιολόγου πρὸς τὸν λαόν (ὀλίγον πρὸ τῆς Ἁλώσεως).






Ἐμεῖς μέν, εὐγενέστατοι Ἄρχοντες καὶ ἐκλαμπρότατοι δήμαρχοι καὶ στρατηγοὶ καὶ γενναιότατοι στρατιῶται καὶ πᾶς ὁ πιστὸς καὶ τίμιος λαός, καλὸς οἴδατε ὅτι ἔφθασεν ἡ Ὥρα καὶ ὁ ἐχθρὸς τῆς πίστεως ἡμῶν βούλεται ἵνα μετὰ πάσης τέχνης καὶ μηχανῆς ἰσχυροτέρως στενοχωρήσῃ ἡμᾶς καὶ πόλεμον σφοδρὸν μετὰ συμπλοκῆς μεγάλης καὶ συρρήξεως ἐκ τῆς χέρσου καὶ θαλάσσης δώσῃ ἡμῶν μετὰ πάσης δυνάμεως, ἵνα, εἰ δυνατόν, ὡς ὄφις τὸν ἰὸν ἐκχύσῃ καὶ ὡς λέων ἀνήμερος καταπίῃ ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο λέγω καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα στῆτε ἀνδρείως καὶ μετὰ γενναίας ψυχῆς, ὡς πάντοτε ἕως τοῦ νῦν ἐποιήσατε, κατὰ τὸν Ἐχθρῶν τῆς πίστεως ἡμῶν. Παραδίδωμι δὲ ὑμῖν τὴν ἐκλαμπροτάτην καὶ περίφημον ταύτην πόλιν καὶ πατρίδα ἡμῶν καὶ βασιλεύουσαν τῶν πόλεων. Καλῶς οὖν οἴδατε, ἀδελφοί, ὅτι διὰ τέσσερά τινα ὀφείλεται κοινῶέ ἐσμεν πάντες ἵνα προτιμήσωμεν ἀποθανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν, πρῶτον μὲν ὅπερ τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ εὐσεβείας, δεύτερον δὲ ὅπερ πατρίδος, τρίτον ὅπερ τοῦ βασιλέως ὡς Χριστοῦ Κυρίου, καὶ τέταρτον ὅπερ συγγενῶν καὶ φίλων. Λοιπόν, ἀδελφοί, ἐὰν χρεῶσταί ἐσμεν ὑπὲρ ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ἀγωνίζεσθαι ἕως θανάτου πολλὰ μᾶλλον ὅπερ πάντων ἡμεῖς, ὡς βλέπετε προφανῶς, καὶ ἐκ πάντων μέλλομεν ζημιωθῆναι.

Ἐὰν διὰ τὰ ἐμὰ πλημμελήματα παραχωρήσῃ ὁ Θεὸς τὴν νίκην τοῖς ἀσεβέσιν, ὅπερ τῆς πίστεως ἡμῶν τῆς Ἁγίας, ἣν Χριστὸς ἐν τῷ οἰκείῳ αἵματι ἡμῖν ἐδωρήσατο, κινδυνεύομεν, ὅ ἐστι κεφάλαιον πάντων. Καὶ ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδίσῃ τις καὶ τῶν ψυχῶν ζημιωθῇ, τί τὸ ὄφελος; Δεύτερον πατρίδα περίφημον τοιούτως ὑστερούμεθα καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν. Τρίτον βασιλείαν τήν ποτε μὲν περιφανῆ, νῦν δὲ τεταπεινωμένην καὶ ἐξουθενωμένην ἀπωλέσαμεν, καὶ ὑπὸ τοῦ τυράννου καὶ ἀσεβοῦς ἄρχεται. Τέταρτον δὲ καὶ φιλτάτων τέκνων καὶ συμβίων καὶ συγγενῶν ὑστερούμεθα. Αὐτὸς δὲ ὁ ἀλιτήριος ὁ ἀμηρᾶς πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ ἡμέρας ἄγει σήμερον ἀφ᾿ οὗ ἡμᾶς ἐλθὼν ἀπέκλεισεν καὶ μετὰ πάσης μηχανῆς καὶ ἰσχύος καθ᾿ ἡμέραν τε καὶ νύκτα οὐκ ἐπαύσατο πολιορκῶν ἡμᾶς καὶ χάριτι τοῦ παντεπόπτου Χριστοῦ Κυρίου ἡμῶν ἐκ τῶν τειχῶν μετὰ αἰσχύνῃς ἄχρι τοῦ νῦν πολλάκις κακῶς ἀπεπέμφθη. Τὰ νῦν δὲ πάλιν, ἀδελφοί, μὴ δειλιάσητε, ἐὰν καὶ τοῖχος μακρόθεν ὀλίγον ἐκ τῶν κρότων καὶ τῶν πτωμάτων τῶν ἐλεπόλεων ἔπεσε, διότι, ὡς ὑμεῖς θεωρεῖτε, κατὰ τὸ δυνατὸν ἐδιορθώσαμεν πάλιν αὐτό. Ἡμεῖς πᾶσαν τὴν ἐλπίδα εἰς τὴν ἄμαχον δόξαν τοῦ Θεοῦ ἀνεθέμεθα, οὗτοι ἐν ἅρμασι καὶ οὖτοι ἐν ἵπποις καὶ δυνάμει καὶ πλήθει, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν πεποίθαμεν, δεύτερον δὲ καὶ ἐν ταῖς ἡμετέραις χερσὶ καὶ ῥωμαλεότητι, ἣν ἐδωρήσατο ἡμῖν ἡ θεία δύναμις. Γνωρίζω δὲ ὅτι αὕτη ἡ μυριαρίθμητος ἀγέλη τῶν ἀσεβῶν, καθὼς ἡ αὐτῶν συνήθεια, ἐλεύσονται καθ᾿ ἡμῶν μετὰ βαναύσου καὶ ἐπηρμένης ὀφρῦος καὶ θάρσους πολλοῦ καὶ βίας, ἵνα διὰ τὴν ὀλιγότητα ἡμῶν θλίψωσι καὶ ἐκ τοῦ κόπου στενοχωρήσωσι, καὶ μετὰ φωνῶν μεγάλων καὶ ἀλαλαγμῶν ἀναριθμήτων, ἵνα ἡμᾶς φοβήσωσι. Τὰς τοιαύτας αὐτῶν φλυαρίας καλῶς οἴδατε, καὶ οὐ χρῇ λέγειν περὶ τούτων. Καὶ ὥρα ὀλίγοι τοιαῦτα ποιήσωσι, καὶ ἀναριθμήτους πέτρας καὶ ἕτερα βέλη καὶ ἐλεβολίσκους, ὡσεὶ ἄμμον θαλασσῶν ἄνωθεν ἡμῶν πτήσουσι, δι᾿ ὧν, ἐλπίζω γάρ, οὐ βλάψωσι, διότι ὑμᾶς θεωρῶ καὶ λίαν ἀγάλλομαι καὶ τοιαύταις ἐλπίσι τὸν λογισμὸν τρέφομαι, ὅτι εἰ καὶ ὀλίγοι πάνυ ἐσμέν, ἀλλὰ πάντες ἐπιδέξιοι καὶ ἐπιτήδειοι ῥωμαλέοι τε καὶ ἰσχυροὶ καὶ μεγαλήτορες καὶ καλῶς προπαρασκευασμένοι ὑπάρχετε. Ταῖς ἀσπίσιν ὑμῶν καλῶς τὴν κεφαλὴν σκέπεσθε ἐπὶ τῇ συμπλοκῇ καὶ συρρήξει. Ἡ δεξιὰ ὑμῶν ἡ τὴν ῥομφαῖαν ἔχουσα μακρὰν ἔστω πάντοτε. Αἱ περικεφαλαίαι ὑμῶν καὶ οἱ θώρακες καὶ οἱ σιδηροῖ ἱματισμοὶ λίαν εἰσὶν ἱκανοὶ ἅμα καὶ τοῖς λοιποῖς ὅπλοις, καὶ ἐν τῇ συμπλοκῇ ἔσονται πάνυ ὠφέλιμα, ἃ οἱ ἐνάντιοι οὐ χρῶνται, ἀλλ᾿ οὔτε κέκτηνται.

Καὶ ὑμεῖς ἔσωθεν τῶν τειχῶν ὑπάρχετε σκεπόμενοι, οἱ δὲ ἀσκεπεῖς μετὰ κόπου ἔρχονται. Διό, ὦ συστρατιῶται γίγνεσθε ἕτοιμοι καὶ στερεοὶ καὶ μεγαλόψυχοι διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ. Μιμηθῆτε τούς ποτε τῶν Καρχηδονίων ὀλίγους ἐλέφαντας, πὼς τοσοῦτον πλῆθος ἵππων Ῥωμαίων τῇ φωνῇ καὶ θέᾳ ἐδίωξαν, καὶ ἐὰν ζῷον ἄλογον ἐδίωξε πόσον μᾶλλον ἡμεῖς ἡ τῶν ζῴων καὶ ἀλόγων ὑπάρχοντες κύριοι, καὶ οἱ καθ᾿ ἡμῶν ἐρχόμενοι ἵνα παράταξιν μεθ᾿ ἡμῶν ποιήσωσιν ὡς ζῷα ἄλογα καὶ χείρονές εἰσιν. Οἱ πέλται ὑμῶν καὶ ῥομφαῖοι καὶ τὰ τόξα καὶ ἀκόντια πρὸς αὐτοὺς πεμπέτωσαν παρ᾿ ἡμῶν. Καὶ οὕτως λογίσθητε ὡς ἐπὶ ἀγρίων χοίρων καὶ πληθὺν κυνήγιον, ἵνα γνώσωσιν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι οὐ μετὰ ἀλόγων ζῴων ὡς αὐτοί, παράταξιν ἔχουσιν, ἀλλὰ μετὰ κυρίων καὶ αὐθεντῶν αὐτῶν καὶ ἀπογόνων Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων. Οἴδατε καλῶς ὅτι ὁ δυσσεβὴς αὐτὸς ὁ ἀμηρὰς καὶ ἐχθρὸς τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως χωρὶς εὔλογον αἰτίας τινος τὴν ἀγάπην ἣν εἴχομεν ἔλυσεν, καὶ τοὺς ὅρκους αὐτοῦ τοὺς πολλοὺς ἠθέτησεν ἀντ᾿ οὐδενὸς λογιζόμενος καὶ ἐλθὼν αἰφνιδίως φρούριον ἐποίησεν ἐπὶ τὸ στενὸν τοῦ Ἀσωμάτου, ἵνα καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν δύνηται βλάπτειν ἡμᾶς. Τοὺς ἀγροὺς ἡμῶν καὶ κήπους καὶ παραδείσους καὶ οἴκους πυριαλώτους ἐποίησε, τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν τοὺς Χριστιανοὺς ὅσους εὗρεν, ἐθανάτωσε καὶ ἠχμαλώτευσε, τὴν φιλίαν ἡμῶν ἔλυσεν. Τοὺς δὲ τοῦ Γαλατᾶ, ἐφιλίωσε, καὶ αὐτοὶ χαίρονται, μὴ εἰδότες καὶ αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι τὸν τοῦ γεωργοῦ παιδὸς μῦθον, τοῦ ἐψήνοντος τοὺς κοχλίας καὶ εἰπόντος. Ὦ ἀνόητα ζῷα, καὶ τὰ ἐξῇς.

Ἐλθὼν οὖν ἀδελφοί, ἡμᾶς ἀπέκλεισε, καὶ καθ᾿ ἑκάστην τὸ ἀχανὲς αὐτοῦ στόμα χάσκων, πῶς εὕρῃ καιρὸν ἐπιτήδειον ἵνα καταπίῃ ἡμᾶς καὶ τὴν πόλιν ταύτην, ἣν ἀνήγειρεν ὁ τρισμακάριστος ἐκεῖνος καὶ τῇ πανάγνῳ δεσποίνῃ ἡμῶν Θεοτόκῳ καὶ ἀειπαρθένῳ Μαρίᾳ ἀφιέρωσεν καὶ ἐχαρίσατο τοῦ κυρίαν εἶναι καὶ βοηθὸν καὶ σκέπην τῇ ἡμετέρα πατρίδι καὶ καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων τὸ καύχημα πᾶσι τοῖς οὖσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν. Καὶ οὖτος ὁ ἀσεβέστατος τήν ποτε περιφανῆ καὶ ὀμφακλίζουσαν ὡς ῥόδον τοῦ ἀγροῦ βούλεται ποιήσαι ὑπ᾿ αὐτόν. Ἣ ἐδούλωσε σχεδόν, δύναμαι εἰπεῖν, πᾶσαν τὴν ὑφ᾿ ἥλιον καὶ ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῆς Πόντον καὶ Ἀρμενίαν, Περσίαν καὶ Παμφλαγονίαν, Ἀμαζόνας καὶ Καππαδοκίαν, Γαλατίαν καὶ Μηδίαν, Κολχοὺς καὶ Ἴβηρας, Βοσποριανοὺς καὶ Ἀλβάνους, Συρίαν καὶ Κιλικίαν καὶ Μεσσοποταμίαν, Φοινίκην, Βακτριανοὺς καὶ Σκύθας, Μακεδονίαν καὶ Θετταλίαν, Ἑλλάδα, Βοιωτία, Λοκροὺς καὶ Αἰτωλούς, Ἀκαρνανίαν, Ἀχαΐαν καὶ Πελοπόννησον, Ἤπειρον καὶ τὸ Ἰλλυρικὸν Λύχνιτας κατὰ τὸ Ἀδριατικόν, Ἰταλίαν, Τουσκίνους, Κέλτους καὶ Κελτογαλάτας, Ἰβηρίαν τε καὶ ἕως τῶν Γαδείρων, Λιβύαν καὶ Μαυριτανίαν καὶ Μαυρουσίαν, Αἰθιοπίαν, Βελέδας, Σκούδην, Νουμιδίαν καὶ Ἀφρικὴν καὶ Αἴγυπτον, αὐτὸς τὰ νῦν βούλεται δουλώσαι καὶ τὴν κυριεύουσαν τῶν πόλεων, ζυγῷ ὑποβαλεῖν καὶ δουλείᾳ καὶ τὰς ἁγίας ἐκκλησίας ἡμῶν, ἔνθα ἐπροσκυνεῖτο ἡ Ἁγία Τριὰς καὶ ἐδοξολογεῖτο τὸ πανάγιον, καὶ ὅπου οἱ ἄγγελοι ἠκούοντο ὑμνεῖν τὸ θεῖον καὶ τὴν ἔνσαρκον τοῦ Θεοῦ Λόγου οἰκονομίαν, βούλεται ποιῆσαι προσκύνημα τῆς αὐτοῦ βλασφημίας καὶ τοῦ φληναφοῦ ψευδοπροφήτου Μωάμεθ, καὶ κατοικητήριον ἀλόγων καὶ καμήλων. Λοιπὸν ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, κατὰ νοῦν ἐνθυμηθῆτε ἵνα τὸ μνημόσυνον ὑμῶν καὶ ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία αἰωνίως γενήσηται.






Ἀπὸ τὸ Χρονικὸν τοῦ Μεγάλου Λογοθέτου Γεωργίου Σφραντζῆ ἢ Φραντζῆ
Ἐκδοθὲν ἐν Κερκύρᾳ ἔτει 1477


Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Ἡ ἰδεολογία τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸ δικαίωμα τῶν ἀνθρώπων.






Πράγματι, ἐπιφανειακὰ εἶναι ὡραῖο πράγμα νὰ διακηρύσσεται ὅτι «ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν δικαιώματα» ἢ ἀκόμα ὅτι «ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἴσοι πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειά τους». Ἀλλά τί σημαίνουν αὐτές οἱ λέξεις; Ἀναφορικά σέ τί ἔχουν οἱ ἄνθρωποι; Γιά ποιόν ἄνθρωπο γίνεται λόγος;

Ὁ «οἰκουμενικὸς» ἄνθρωπος δἐν ὑπάρχει.

Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνο ζῶο. Δὲν καθορίζεται μόνο ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀνήκει στὸ εἶδος. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὃν μορφώσεως (κουλτούρας).

Ὅλα τὰ ἄτομα δὲν μποροῦν νὰ εἶναι ἰσοδύναμα προσωποποιημένα. Τίποτα δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι ἡ λογικὴ εἶναι ἰσοδύναμα διανεμημένη σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.

Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἄλλη «φύση» ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καλλιέργεια, μέσω τῆς ὁποίας δημιουργεῖ τὸν ἐαυτό του.

Ὁ ἄνθρωπος δὲν ὑπάρχει σὰν «ἄνθρωπος», παρὰ μορφοποιημένος ἀπὸ τοὺς θεσμοὺς καὶ τὶς ἱστορικὲς δομές.

Στὸ ὄνομα ἑνὸς «ἀνθρώπινου προσώπου» οἰκουμενικοῦ τύπου, εἶναι πάντα δυνατὸν νὰ θεωρήσει κανεὶς τὸν ἐαυτό του ἀποσυνδεδεμένο ἀπὸ κάθε ὑποχρέωση πρὸς μιὰ ὁρισμένη κοινότητα.

Δὲν ὑπάρχει ἐλεύθερη θέληση ὑπὸ ἀφηρημένη ἔννοια. Ὑπάρχουν μόνο θελήσεις, κινούμενες ἀπὸ δυνάμεις ποὺ συνδέονται μὲ σχέδια, σκοποὺς κι ἐπιδιώξεις.

Ἡ ἐλευθερία πρέπει ν’ ἀποκτηθεῖ, δὲν ὑπάρχουν αὐθόρμητοι κάτοχοί της. Κανένας δὲ γεννιέται ἐλεύθερος, ἀλλὰ μερικοὶ γίνονται ἐλεύθεροι. Ἡ ἐλευθερία ἀπορρέει ἀπὸ τὴν προσπάθεια γιὰ τὴν ἀπόκτησή της, ὅπου μπορεῖ νὰ γίνεται ἀπὸ ἄτομα ἢ ἀπὸ κοινότητες.

Ἐλευθερία εἶναι νὰ μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναπτύξει ἐλεύθερα τὶς χαρακτηριστικές του ἰκανότητες, μέσα στὰ πλαίσια τῆς κοινότητός του.

Οἱ ἐλευθερίες ποὺ ἀποκτήθηκαν, ποὺ καταξιώθηκαν, ποὺ περιγράφηκαν κι ἔγιναν ἀντικείμενο τῆς ἐγγυήσεως τῆς κοινωνικῆς ὀργανώσεως, ἔχουν πάντα μιὰ πραγματικὴ πολιτιστικὴ ἀξία, κατὰ τὸ μέτρο ποὺ συνδέονται μὲ τὶς πολιτικὲς ὑποχρεώσεις τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας.

Δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία παρὰ γιὰ νὰ κάνει κανεὶς κάτι.

Τὸ νὰ θεωρούνται οἱ ἄνθρωποι ὅμοιοι, οἱ πολιτισμοὶ ὁμοιογενείς, τὸ νὰ ἀποδίδονται οἱ ἴδιες ἐπιδιώξεις καὶ ἐπιθυμίες καὶ τὰ ἴδια δικαιώματα, σημαίνει ὅτι τὶς βλέπει κανεὶς πάντα ἀπὸ μιὰ ὁρισμένη, δική του ὀπτική.

Εἶναι ψέμα ὅτι οἱ ἄνθρωποι «γεννώνται ἴσοι» καὶ τὸ ζήτημα ἂν εἶναι καλὸ νὰ γίνουν ἴσοι ἀνήκει στὸν τομέα τῆς ὑποκειμενικῆς γνώμης τοῦ καθενός. Μόνον ὁ ἄνθρωπος εἶναι πραγματικὰ «δημιουργὸς» τοῦ ἐαυτοῦ του καὶ δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ ἦταν προικισμένος «ἐκ φύσεως» μὲ ὁποιοδήποτε δικαίωμα ἢ καθήκον.



Alain de Benoist - Guillaume Faye
«Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ»

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Παράδοσις καὶ Μεταβίβασις.


τοῦ René Guénon


          Θ γέτετο δη ντιληπτόν τι λέξις «Παράδοσις» (TRADITION) ν τελικ ναλύσει κυριολεκτικ δν σημαίνει λλο π «Μεταβίβασιν» (TRANSMISSION). Κατόπιν τν σων δη λέχθησαν, θ πρεπε ταυτότητα ατ ν εναι σαφς, πειδ μως γέρθησαν μερικα ντιρρήσεις, πείσθημεν περ τς νάγκης ν πανέλθωμεν λεπτομερέστερον, να πάσα μφιβολία παρανόησις π το τόσον οσιώδους τούτου σημείου κλειψη.

          Μία ντίρρησις εναι ξής: δέκτης τς μεταβιβάσεως δύναται ν εναι ν ντικείμενον οασδήοτε φύσεως, κόμη κα πράγματα τς πλέον βεβήλου προελεύσεως. Διά τν λόγον τοτον δν εναι θεμιτόν ν χρησιμοποιήσωμεν ες τοιαύτας περιπτώσεις τν ρον «παράδοσις», παρά μόνον ες ,τι χει σχέσιν μ τ πεδίον τς «ερότητος» (SACRAL). δώ μως πρέπει ν κάμωμεν μίαν σπουδαίαν παρατήρησιν, ποία θ περιορίσ σημαντικά τν σημασίαν τς ντιρρήσεως: άν ναδράμωμεν ες τν πρωταρχικήν κατάστασιν τν πραγμάτων, θ ντιληφθμεν τι, ν λόγ ντίρρησις στερεται σημασίας διότι διάκρισις μεταξ «ερο» και «βεβήλου» ν ρχ δν πρχε. Ες τν οσίαν οδεμία ντως βέβηλος περιοχή πάρχει, ες ν θ δυνάμεθα ν κατατάξωμεν ρισμένα πράγματα βάσει τς οσιαστικής των φύσεως. Ες τν πραγματικότητα πάρχει μόνον μία «βέβηλος ντίληψις» πο εναι τ ποτέλεσμα κα μόνον, τς καταπτώσεως, δηλαδή τς π μλλον κα μλλον πομακρύνσεως τς νθρωπότητος π τς πρωταρχικς μας καταστάσεως. Οτ δυνάμεθα ν επωμεν τι πρ τς πτώσεως, τοι ες τν φυσικν κατάστασιν τς μ εσέτι παρακμάσης νθρωπότητος, τ πάντα εχον να ληθ παραδοσιακό χαρακτρα, διότι τ πν θεωρετο ς ξηρτημένον π τς ρχς κα ν συνδέσει μ Ατήν. π τς σκοπις ταύτης, θεωρουμένη μία «βέβηλος νασχόλησις», δηλαδή μία δραστηριότης νεργούσα ποχωρισμένη τς ρχς κα μ τηρούσα τος νόμους της, εναι κάτι τ ντελς κατανόητον, κόμη κα πί πεδίου ς κενο τ ποον σήμερον συνηθίσαμεν ν ποκαλώμεν «καθημερινήν ζωήν». Τ ατ σχύει ν ηξημένη κλίμακα δι’ λα σα χουν σχέσιν μ τν τέχνην, τν πιστήμην κα τν βιοτεχνίαν, τ ποα π σημαντικς μακρότερον χρόνον διετήρησαν τν παραδοσιακν τους χαρακτρα, τν ποον κα σήμερον νευρίσκομεν ες τύπους πολιτισμν ο ποοι δύνανται ν ποκληθον «κανονικοί». Τοτο σχύει π τοσοτον, στε θ δυνάμεθα ν επωμεν τι ν τ καθαυτ βεβήλ ντιλήψει, α νασχολήσεις ατα μόνον ες τν νεώτερον πολιτισμόν μας παντνται, στις π τς πλευρς ταύτης παρουσιάζει τ μέγιστον το κφυλισμο, περ ο μιλήσαμεν. Μέχρι βαθμο τίνος δύναται ες τν κατηγορίαν, ταύτην ν καταλεχθ κα λεγόμενη «κλασικ ρχαιότης». Ἐὰν λοιπν θεωρήσωμεν τν ληθ κατάστασιν τς νθρωπότητος πρ τς πτώσεώς της, δυνάμεθα ν διερωτηθμεν, διατ παραδοσιακ δέα ποκλείει κενο τ ποον μεταγενεστέρως πεκλήθη «βέβηλον» κα ες τ σημεον δν πάρχει «περβατικ» ψις μέσα στ δημιουργήματα. Εναι βεβαίως δυνατν δι μέσου το χρόνου συνεχς χρησιμοποίησις τν λέξεων, ν πιφέρ πόκλισιν τς πρωταρχικς των σημασίας. ν τούτοις ες τν προκειμένην περίπτωσιν οδεμία τοιαύτη λλοίωσις διαπιστοται ες τν λέξιν «παράδοσις», ἐὰν δ προστρέξωμεν ες τν νάλογον βραϊκν ρον «Καμπαλ» θ ντιληφθμεν τι κα δ χομεν ννοίας ταυτοσήμους πρς τν «παράδοσιν» κα τν  «μεταβίβασιν». Καταλήγομεν θεν ες τ πόρισμα τι κφρασις «παράδοσις» διετηρήθη νέπαφος κα σημαίνει ,τι πρωταρχικς σήμαινε. Πρόκειται περί τινος τ ποον μετεδόθη, π τς πρωταρχικς καταστάσεως τς νθρωπότητος ες τν σημερινήν. Συγχρόνως δυνάμεθα ν διαπιστώσωμεν τι «περβατικς» χαρακτρ παντς πράγματος πο εναι παραδοσιακν διατηρε πίσης τν ννοιαν τς μεταβιβάσεως κ τς δίας Αρχς, μεταδιδομένης ες τν νθρωπίνην κατάστασιν. Θ δυνάμεθα μάλιστα ν μιλήσωμεν περ μίας «καθέτου» μεταβιβάσεως δι μέσου τν ποικίλων σταδίων κα καταστάσεων τς νθρωπότητος. «κάθετος» εναι οσιωδς «χρονος», ν «ριζόντια» περιλαμβάνει μίαν χρονολογικν διαδοχήν. ς προστεθ τι «κάθετος» κινεται κ τν νω πρς τ κάτω, ἐὰν θεωρηθ κ τς σκοπις πο χρησιμοποιήσαμεν.

          Ἐὰν μως τν θεωρήσωμεν ς κινουμένην κ τν κάτω πρς τ νω, τότε λαμβάνει τν ψιν μίας «μεθέξεως» το νθρώπου ες τς πρωταρχικς πραγματικότητας πο ξασφαλίζει ν τ πράξει π τς δίας Παραδόσεως ες λας τς μορφς. Δι ταύτης τότε νθρωπος ρχεται ες πραγματικν κα νσυνείδητον νωσιν μετ το νωτέρου. ριζόντιος μεταβίβασις πάλιν, ἐὰν τν παρακολουθήσωμεν δι μέσου το χρόνου, μφανίζεται ς μία «πάνοδος ες τν Πρώτην Ατίαν». Τοτο σημαίνει τν ποκατάστασιν τς πάρξεως ες τν παραδοσιακν κατάστασιν (Μικρ Μυστήρια), πιστροφ δ ατή εναι ρος ναγκαος να νθρωπος κεθεν ρμώμενος ξυψωθ πρς ληθς νωτέρας καταστάσεις (Μεγάλα Μυστήρια).

          Παραλλήλως μως πρς τν περβατικν χαρακτρα τς ρχς στις ες ποικίλους βαθμούς νευρίσκεται ες τ πάντα, πιπροστίθεται κα ες «μόνιμος» χαρακτρ στις κφράζει τ μετάκλητον τς βασικς ρχς, πο διασφαλίζει τν κατ τ δυνατν πληρεστέραν φαρμογήν, στω κα π τελείως δευτερευόντων πιπέδων. Παρ’ λας τς δυνατς τροποποιήσεις μονιμότης παραμένει ξασφαλισμένη, ες τ κύρια ατς σημεα.    
 
          κ τν νωτέρω δυνάμεθα ν συμπεράνωμεν τι Παράδοσις περικλείει χι μόνον πν ,τι ξίζει ν μεταδοθ περαιτέρω, λλ κα πν ,τι δύναται ν μεταδοθ, διότι λα τ λλα πο στερονται παραδοσιακο χαρακτρος κα πάγονται ες τν «βέβηλον ντίληψιν» - πόκεινται ες τόσον συνεχες ναλλαγς στε κάθε μεταβίβασις καταντ ναχρονισμς ἢ δεισιδαιμονία (SUPERSTITION) μὲ τὴν ἑτυμολογικὴν σημασίαν τῆς λέξεως (SUPER ESTES = ἐπιβιοῦν) ἥτις οὐδεμίαν πλέον πραγματικὴν καὶ ἱσχυρὰν σημασίαν ἔχει.

          Ἀντιλαμβανόμεθα κατόπιν τούτων διατὶ εἶναι δυνατὸν οἱ δύο ὅροι «παράδοσις» καί «μεταβίβασις» νὰ θεωρηθοῦν ὥς συνώνυμοι καὶ ἴσης ἀξίας ἢ διατὶ τουλάχιστον ἡ Παράδοσις θὰ ἡδύνατο νὰ ἀποκληθῇ «ἡ κατ’ ἐξοχὴν μεταβίβασις». Τὴν ἡθελημένην σύγχυσιν ὣς πρὸς τὴν σημασίαν τῶν δύο τούτων ὅρων αἱ ψευδομυητικαὶ ὁργανώσεις ἔχουν κάθε λόγον νὰ ὑποθάλπτουν, διότι ἐλλείπει ἐξ αὐτῶν ἀκριβῶς ἡ «μεταβίβασις», διαχωρίζοντες δὲ αὐτὴν ἀπὸ τῆς Παραδόσεως, θέλουν νὰ στηριχθοῦν μόνον ἐπ’ αὐτῆς, ἔστω καὶ φανταστικῶς ἤ «ἰδεολογικῶς».



ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ
Π. ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ
RENEE GUENON
ἘΠΙΣΚΟΠΗΣΕΙΣ ἘΠΙ ΤΗΣ ΜΥΗΣΕΩΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ: Π. ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ
ἘΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ