Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Τὸ Ξίφος τοῦ Ἰσλᾶμ (Σαϊοῦφ Οὔλ Ἰσλάμ).




Οἱ ἄνθρωποι τῆς Δύσεως θεωροῦν συνήθως τον Ἰσλαμισμὸν ὣς παράδοσιν καθαρῶς πολεμικὴν καὶ λόγω τῆς αἱτίας ταύτης ὅταν προκύπτῃ ζήτημα σχετιζόμενων εἰδικῶς μὲ τὴν ῥομφαίαν ἢ μὲ τὸ ξίφος (ἐς – σαϊοῦφ) ἐκλαμβάνουν τὴν λέξιν ταύτην ὑπὸ τὴν στανωτάτην καὶ τὴν  κατὰ γράμμα ἔννοιαν αὐτῆς καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ σκέπτωνται ποτὲ μὴ τυχὸν εἰς τὴν πραγματικότητα ἐντὸς τῆς ἐννοίας ταύτης περιέχεται καὶ ἕτερόν τι. Ἀσυζητητὶ πάντως ὁ Ἰσλαμισμὸς ἔχει καὶ τὴν μαχητικήν του πλευράν, ἡ ὁποία ὅμως πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι τὸ ἰδιαίτερον χαρακτηριστικὸν αὐτοῦ διότι κάλλιστα συναντᾶται καὶ εἰς τὰς περισσοτέρας τῶν λοιπῶν παραδόσεων, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Χωρὶς μάλιστα νὰ ὑπενθυμίσωμεν ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ Χριστὸς εἶπεν: «οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἀλλὰ μάχαιραν» (Κατὰ Ματθαῖον Ευαγγέλιον Σφ. ΙΙ, ἐδ. 35), λόγον ὅστις ἐν τέλει εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκληφθῇ καὶ ὑπὸ τὴν πλέον στρεβλὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως ὅτι, καθῶς βλέπωμεν ἐκ τῆς ἱστορίας, ὁ Χριστιανισμὸς κατὰ τὸν Μεσαίωνα, δηλαδὴ εἰς τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐφηρμόζετο ἐνεργῶς ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν καθεστώτων ἔδωσε τρανοτάτας ἀποδείξεις περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος. Καὶ αὐτὴ ἐπίσης ἡ Ἱνδουιστικὴ παράδοσις, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὣς μαχητική, ὑπαρχούσης μάλιστα γενικῆς τάσεως ὅπως ἀποδίδεται εἰς αὐτὴν μομφὴ ὣς ἀποδιδούσης ἐλαχίστην σημασίαν εἰς τὴν πράξιν. Ἔχει παρ’ ὅλον τοῦτο καὶ τὴν μαχητικὴν κατόπιν αὐτῆς, ὣς εἶναι δυνατὸν νὰ διαπιστωθῇ τὸ τοιοῦτον ἐκ τοῦ κειμένου τῆς Βαχαβάτ – Γκιτά. Ἐὰν δὲν ἔχει τις ἀποτυφλωθῆ ἀπὸ μερικὰς προλήψεις, εἶναι εὔκολο νὰ ἐννοήσῃ ὅτι τοῦτο συμβαίνει διότι εἰς τὴν περιοχὴν τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν κοινωνίαν, ὁ πόλεμος, ἐφ’ ὅσον στρέφεται κατὰ τῶν διαταρασσόντων τὴν τάξιν ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἐπαναφέρῃ ἀυτούς εἰς αὐτήν, ἀποτελεῖ νόμιμον ἐνέργειαν, ἡ ὁποία κατὰ βᾶθος εἶναι μία μορφὴ τῆς λειτουργίας τῆς «δικαιοσύνης», νοουμένης ὑπὸ τὴν εὐρυτάτην αὐτῆς ἔννοιαν. Παρ’ ὅλα ταῦτα ὅμως, τὸ πράγμα τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν πλέον ἐξωτερικὴν ἄποψιν τῶν πραγμάτων καὶ ἐπομένως τὴν ὁλιγώτερον οὐσιαστικὴν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς Παραδόσεως, καὶ προσδίδοντος εἰς τὸν πόλεμον, νοούμενον κατὰ τὸν ἀνωτέρῳ τρόπον, τὴν νομιμότηταν αὐτοῦ, ὅντως τὸ ὅτι συμβολίζει, τὴν πάλην τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ διεξαγάγει ὁ ἄνθρωπος κατὰ τῶν ἐχθρῶν τοὺς ὁποίους φέρει ἐντὸς ἐαυτοῦ, δηλαδὴ ἐναντίον ὅλων τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἐντὸς τοῦ ἰδίου τοῦ ἐαυτοῦ του ἀντιτίθενται, εἰς τὴν τάξιν καὶ εἰς τὴν ἐνότητα.  Ἐν τέλει καὶ κατὰ τὰς δύο περιπτώσεις, δηλαδὴ εἶτε ὅταν πρόκειται περὶ τῆς κοινωνικῆς καὶ ἐξωτερικῆς τάξεως, εἶτε περὶ τῆς ἐσωτερικῆς καὶ πνευματικῆς, πρέπει ν’ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἰσορροπίας καὶ τῆς ἁρμονίας (διὰ τὸν λόγον τοῦτον σχετίζεται, πάντοτε μὲ τὴν «δικαιοσύνην»). Τοῦτο, ἐν ἑσχάτῃ ἀναλύσει σημαίνει ὅτι ἡ κανονικὴ κατάληξις αὐτοῦ, ἥτις ἀποτελεῖ καὶ τὸν μοναδικὸν λόγον τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ, εἶναι ἡ εἰρήνη (ἐσ – σαλάμ), ἡ ὁποία εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ εἰ μὴ μόνον διὰ τῆς εἰς τὴν θείαν βούλησιν (ἐλ - ἰσλάμ) ὑποταγῆς, ἥτις τοποθετεῖ ἕκαστον στοιχεῖον εἰς τὴν ἁρμόζουσαν εἰς αὐτὸ θέσιν διὰ νὰ συγκλίνουν τὰ πάντα συνειδητῶς εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ σχεδίου, μὴ ὑπαρχούσης ἀνάγκης ν’ ἀναφέρωμεν κατὰ πόσον εἰς τὴν Ἁραβικὴν γλώσσαν οἱ δύο ὅροι «ἐλ - ἰσλάμ» καὶ «ἐσ – σαλάμ» συγγενεύουν μεταξύ των. 

Εἰς τὴν ἰσλαμικὴν παράδοσιν οἱ δύο οὗτοι σκοποὶ τοῦ πολέμου καὶ ἡ πραγματικὴ μεταξὺ αὐτῶν σχέσις ἐκφράζονται κατὰ τὸν πλέον δυνατῶς σαφῆ τρόπον εἰς τὸ ἑξὴς «χαδὶτ» (λόγιον) τοῦ Προφήτου, τὸ ὁποῖον ἑξέφερε κατὰ τὴν ἐπιστροφὴν ἐκ μίας νικηφόρου ἐκστρατείας κατὰ τῶν ἐχθρῶν, ἔχοντος οὕτῳ: «Ἐπιστρέφομεν ἀπὸ τὸν μικρὸν ἱερὸν πόλεμον εἰς τὸν μέγαν ἱερὸν πόλεμον» (Ραγιανὰ μὶν ἐλ τζιχατὶλ - ἄσγκαρ, ἰλὰ λ’ τζιχατὶλ ἀκμπάρ). Ἐὰν ὁ ἐξωτερικὸς πόλεμος, νοούμενος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, εἶναι ὁ «μικρὸς ἱερός πόλεμος» (τζιχατὶλ ἄσγκαρ)[1] τοῦ ἐσωτερικοῦ πολέμου ὅντος τοῦ «μεγάλου ἱεροῦ πολέμου» (τζιχατὶλ ἄκμπαρ), τοῦτο σημαίνει ὅτι ὁ πρῶτος ἐν σχέσει πρὸς τὸν τελευταῖον, ἔχει δευτερεύουσαν σημασίαν, ὢν ἀπλῶς καὶ μόνον μία ὑποπίπτουσα εἰς τὰς αἰσθήσεις εἰκὼν αὐτοῦ. Ἐπομένως εἶναι αὐτονόητον ὅτι ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθῆκας πᾶν τὸ χρησιμεῦον εἰς τὸν ἐξωτερικὸν πόλεμον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὣς σύμβολον μίας λειτουργίας σχετιζομένης μὲ τὸν ἐσωτερικὸν πόλεμον[2] καὶ εἰδικῶς μάλιστα ὅτι τοιοῦτον τὶ συμβαίνει προκειμένου τοῦ ξίφους.

Οἱ μὴ γνωρίζοντες τὴν σημασίαν ταύτην, καὶ μάλιστα οἱ ἀγνοοῦντες τὸ «χάδιτ» (λόγιον) τὸ ὁποῖον ἀναφέραμε ἀνωτέρῳ, θὰ ἡδύναντο νὰ παρατηρήσουν τουλάχιστον, σχετικῶς μὲ τὴν ἄποψιν ταύτην ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ κηρύγματος, ὁ «κιατίμπ», τοῦ ὁποίου τὸ λειτούργημα δὲν ἔχει τὶ τό πολεμικόν, ὑπὸ τὴν κοινὴν σημασίαν τῆς λέξεως ταύτης, κρατεῖ εἰς τὴν χείραν του ξίφος καὶ ὅτι τοῦτο εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλο τι, εἰμὴ μόνον σύμβολον, χωρὶς μάλιστα νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὅψιν ὅτι συνήθως τὸ ξίφος τοῦτο εἶναι ξύλινον, πράγμα τὸ ὁποῖον καταφανῶς καθιστᾷ τοῦτο ἐντελῶς ἀκατάλληλον πρὸς πολεμικὴν χρῆσιν, γενομένου οὕτῳ πλέον ἐκδήλου τοῦ συμβολικοῦ αὐτοῦ χαρακτῆρος. 

Τὸ ξίφος σχετίζεται μὲ τὸν παραδοσιακὸν συμβολισμὸν ἀπὸ πολὺ παλαιὰς ἐποχὰς καὶ εἰς τὰς Ἱνδίας εἶναι ἐκ τῶν ἀντικειμένων ἅτινα ἔχουν θέσιν κατὰ τὴν βεδικὴν θυσίαν, τοῦ ξίφους (σπλάγχια), τοῦ πασσάλου τῆς θυσίας, τοῦ ἅρματος (ἢ μᾶλλον τοῦ ἄξονος τῶν τροχῶν ὅστις ἀποτελεῖ καὶ τὸ κύριον αὐτοῦ μέρος) καὶ τοῦ βέλους φημολογουμένου ὣς γεννηθέντων ἀπὸ τὸ «βάζρα» ἢ τὸν κεραυνὸν τοῦ «Ἴνδρα». Ὅταν ὁ Ἴνδρα ἐξηκόντισε τὸν κεραυνὸν κατὰ τοῦ Βρίτρα, ὁ κεραυνὸς οὗτος ἔλαβε τέσσαρας μορφᾶς… οἱ Βραχμάνοι χρησιμοποιοῦν τάς δύο ἐκ τῶν μορφῶν τούτων καὶ οἱ Ξατρίγιας τὰς ἄλλας δύο κατὰ τὴν μάχην[3]… ὅταν ὁ θύτης καταφέρει τὸ ξύλινον ξίφος θεωρεῖται ὣς εκσφενδονίζων τὸν κεραυνόν κατὰ τοῦ ἐχθροῦ[4] τῆς σχέσεως τοῦ ξίφους κατὰ τοῦ «βάζρα» ληπτέας ὅλως ἰδιαιτέρως ὑπ’ ὅψιν ἐν συσχετισμᾦ μὲ τὰ περαιτέρω ἐκτεθησόμενα. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ προσθέτομεν ὅτι τὸ ξίφος πολλᾶκις ἐξομοιοῦται μὲ τὴν ἀστραπὴν ἢ θεωρεῖται ὣς προελθόν ἐξ αὐτῆς[5], πρᾶγμα παριστώμενον αἰσθητῶς ἀπὸ τὰς ἄλλας σημασίας τὰς ὁποίας δύναται συγχρόνως νὰ ἔχῃ αὐτή, διότι πρέπει νὰ γίνῃ κατανοητὸν ὅτι πᾶν ἀληθὲς σύμβολον, ὣς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, περιέχει πολλὰς ἔννοιας, αἱ ὁποῖαι οὐδόλως ἀποκλείουσαι ἡ μία τὴν ἄλλην καὶ μὴ ἀντιφάσκουσαι μεταξὺ αὐτῶν, ἐναρμονίζονται μεταξύ των καὶ ἀλληλοσυμπληροῦνται.

Ἐπανερχόμενοι εἰς τό ξίφος τοῦ «Κιατίμπ», λέγομεν ὅτι ἀντὶ παντὸς ἄλλου συμβολίζει τὴν δύναμιν τοῦ λόγου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δέον εὐθὺς ἀμέσως ἂν γίνῃ κατανοητόν, πρὸ πάντων δὲ διότι αὔτη παρουσιάζεται ὣς μία ἀπὸ τὰς σημασίας αἱ ὁποῖαι γενικῶς ἀποδίδονται εἰς τὸ ξίφος, μὴ οὕσα ἐντελῶς ξένη εἰς τὴν χριστιανικὴν παράδοσιν, καθὼς δεικνύουν σαφῶς τοῦτο τὰ ἐξὴς χωρία τῆς Ἀποκαλύψεως: «ἔχων χειρὶ αὐτοῦ ἀστέρας ἑπτὰ καὶ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ῥομφαία δίστομος ὀξεία ἐκπορευόμενη καὶ ἡ ὅψις αὐτοῦ ὣς ὁ ἥλιος, φαίνει ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ[6]» (Ἀποκάλυψις, Κεφ. Α΄, ἐδ. 16)… «καὶ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ[7] ἐκπορεύεται ῥομφαία ὀξεία ἴνα ἐν αὐτῇ πατάσσῃ τὰ ἔθνη…» (Ἀποκάλυψις, Κεφ. ΙΘ΄, ἐδ. 15). Τὸ ἐκ τοῦ στόματος ἐξερχόμενον ξίφος, προφανῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἄλλην πλὴν τῆς ἀνωτέρω σημασίαν τοσοῦτον δὲ μᾶλλον, κάθ’ ὅσον τὸν τρόπον εἰς τὰ χωρία ταῦτα τῆς Ἀποκαλύψεως εἶναι αὐτὸς οὖτος ὁ Λόγος ἡ μία ἐκ τῶν ἐκδηλώσεων Αὐτοῦ, τῆς διστόμου ῥομφαίας συμβολιζούσης τὴν δημιουργικὴν ἀλλὰ καὶ καταστροφικὴν δύναμιν τοῦ Λόγου, τοῦ συμβολισμοῦ τούτου ἐπαναφέροντος ἡμᾶς ἀκριβῶς εἰς τὸ «Βάζρα[8]», τὸ ὁποῖον πράγματι συμβολίζει μίαν δύναμιν, ἡ ὁποία ἂν καὶ κατὰ τὴν οὐσίαν αὐτῆς εἶναι ἐνιαία, ἐκδηλώνεται ὑπὸ δύο, κατὰ τὸ φαινόμενον, ἀντιθέτους ὅψεις, αἱ ὁποῖαι ὅμως εἰς τὴν πραγματικότητα ἀλληλοσυμπληροῦνται, τῶν δύο ὅψεων αἵτινες συμβολίζονται ἀπὸ τὰ δύο στόματα τοῦ ξίφους συμβολιζομένων ἑνταῦθα ὑπὸ τῶν δύο αἰχμῶν τοῦ «Βάζρα». Ὁ συμβολισμὸς οὗτος ἰσχύει ἐξ ἄλλου καὶ διὰ τὸ σύνολον τῶν κοσμικῶν δυνάμεων, τῆς ἑφαρμογῆς αὐτοῦ ἥτις ἔγινε προκειμένου τοῦ λόγου, ἀποτελούσης μόνον μίαν εἰδικὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία ὅμως, ἐξ αἱτίας τῆς ἔννοιας τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὴν παράδοσιν ὁ Λόγος καὶ τὰ ἐκ τῆς ἔννοιας ταύτης προερχόμενα, δύναται καὶ ἡ ἴδια νὰ θεωρηθῇ ὣς συμβολίζουσα ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν καὶ ὅλας τὰς ἄλλας δυνατὰς ἐφαρμογὰς αὐτῶν.

Τὸ ξίφος δὲν ἐξομοιοῦται συμβολικῶς μόνον μὲ τὸν κεραυνόν, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον καὶ τὸ βέλος, ἐξομοιοῦται καὶ μὲ τὴν ἡλιακὴν ἀκτίνα, εἰς τοῦτο καταφανῶς ἀναγομένου τοῦ ὅτι εἰς τὸ πρῶτον ἐκ τῶν δύο χωρίων τῆς Ἀποκαλύψεως, τὰ ὁποῖα παρεθέσαμεν ἀνωτέρῳ, τὸ πρόσωπον ἐκείνου ἐκ τοῦ στόματος τοῦ ὁποίου ἐξέρχεται ἡ ῥομφαία «φαίνει ὣς ὁ ἥλιος ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ». Εἶναι ἐξ ἄλλου εὔκολον, συμφώνως πρὸς τὴν ἄποψιν ταύτην, νὰ κάμωμεν σύγκρισιν μεταξὺ τοῦ Ἀπόλλωνος, ὅστις φονεύει τὸν ὄφιν Πύθωνα μὲ τὰ βέλη του, καὶ τοῦ Ἴνδρα, ὁ ὁποῖος φονεύει τὸν δράκοντα Βρίτα μὲ τὸ «Βάζρα», τῆς συγκρίσεως ταύτης μὴ ἐπιτρεπούσης οὐδεμιάν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ἱσοδυνάμου τῶν δύο τούτων ὅψεων τοῦ συμβολισμοῦ τῶν ὅπλων, αἱ ὁποῖαι γενικῶς εἶναι δύο διαφορετικαὶ μορφαὶ ἐκφράσεως ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος[9]. Δέον ἐξ ἄλλου νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὅψιν ὅτι τὰ περισσότερα ἐκ τῶν συμβολικῶν ὅπλων, συγκεκριμένως δὲ τὸ ξίφος καὶ ἡ λόγχη, συμβολίζουν συχνάκις τὸν «Ἄξονα τοῦ Κόσμου». Εἰς τὴν περίπτωσιν ὅμως ταύτην πρόκειται περὶ «πολικοῦ» συμβολισμοῦ καὶ ὄχι περὶ «ἡλιακοῦ» ἀλλὰ παρ’ ὅλον ὅτι αἱ δύο αὔται ἀπόψεις οὐδέποται πρέπει νὰ συγχέωνται, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὅψιν ὅτι ἔχουν μεταξὺ αὐτῶν μερικὰς ἀναλογίας, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουν νὰ γίνεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἡδυνάμεθα νὰ ἀποκαλέσωμεν «μεταφοράν» ἀπὸ τὴν μίαν εἰς τὴν ἄλλην, δεδομένου ὅτι ἐνίοτε καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἄξων ταυτίζεται μὲ «ἡλιακὴν ἀκτίνα[10]». Εἰς τὴν ἀξωνικὴν αὐτὴν ἔννοιαν οἱ δύο ἐνάντιοι αἰχμαὶ τοῦ «βάζρα» σχετίζονται μὲ τὴν διττότητα τῶν πόλων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ὅτι εἶναι τὰ δύο ἄκρα τοῦ κοντοῦ, ἐνὼ προκειμένων τῶν ἁμφιστόμων ὅπλων, ἡ διττότης ἡ ὁποία συμβολίζεται μὲ αὐτήν ταύτην τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἄξονος, ἀναφέρεται κατὰ τὸν πλέον ἄμεσον τρόπον εἰς τὰ δύο ἀντίστροφα ῥεύματα τῆς κοσμικῆς δυνάμεως, τὰ ὁποῖα παριστάνονται καὶ δι’ ἄλλων συμβόλων ὥς, παραδείγματος χᾶριν, διὰ τῶν δύο ὄφρων τοῦ κηρυκείου. Ἐπειδή ὅμως καὶ τὰ δύο αὐτὰ ῥεύματα σχετίζονται καὶ τὰ ἴδια μὲ τοὺς δύο πόλους καὶ μὲ τὰ δύο ἡμισφαίρια, δυνάμεθα ἐξ αὐτοῦ νὰ ἀντιληφθώμεν, παρὰ τὴν φαινομενικὴν διαφορά των, ὅτι αἱ δύο αὔται παραστάσεις εἰς τὴν πραγματικότητα ἐντὸς τῆς οὐσιαστικῆς αὐτῶν σημασίας[11].

Ὁ ἀξωνικὸς συμβολισμὸς ὑπενθυμίζει τὴν ἰδέαν τῆς ἐναρμονίσεως θεωρουμένης ὣς σκοποῦ τοῦ «ἱεροπολέμου» μὲ τὰς δύο αὐτοῦ ὅψεις, τὴν ἐσωτερικὴν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν διότι ὁ ἄξων εἶναι μὲ τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον ὅλαι αἱ ἀντιθέσεις συμφιλιώνονται καὶ ἐξαλείφονται, ἤ μὲ ἄλλας λέξεις ὅτι ὁ ἄξων εἶναι τὸ μέρος τῆς πλήρους ἱσορροπίας, τὸ ὁποῖον ἡ παράδοσις τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς θεωρεῖ ὣς τὸ «μὴ μεταβαλλόμενον μέσον[12]». Οὕτῳ τὸ ξίφος θεωρούμενον ὑπὸ τὴν ἀναλογίαν ταύτην, ἥτις πράγματι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πλέον βαθείαν ἄποψιν, δὲν συμβολίζει μόνον τὸ μέσον, ὣς θὰ ἡδύνατο τις νὰ νομίσῃ ἐὰν θὰ καθηλοῦτο ἐπὶ τῆς πλέον ἐμφανοῦς σημασίας αὐτοῦ, ἀλλά καὶ τὸν δι’ αὐτοῦ ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν καὶ οὕτως εἰπεῖν, συνθέτει ἁμφότερα ἐντὸς τῆς ὁλοκληρωμένης ἔννοιας αὐτοῦ.

Εἰς τὴν παρούσαν διατριβὴν συνεκεντρώσαμεν μερικὰς παρατηρήσεις σχετιζομένας μὲ τὸ θέμα αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν ἀφορμὴ καὶ πολλῶν ἄλλων ἀναπτύξεων. Νομίζομεν ὅμως ὅτι μὲ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐξετέθησαν, δεικνύουν ἀρκετὰ εἶτε ὅταν πρόκειται περὶ τοῦ Ἰσλάμ Ἰσλαμισμοῦ, εἶτε ὅταν πρόκειται καὶ περὶ πάσης ἄλλης μορφῆς προερχομένης ἐκ τῆς παραδόσεως ὅτι ἀπέχουν πολὺ ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν ἐκείνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀποδίδουν εἰς τὸ ξίφος ἔννοιαν σχετιζομένην μόνον μὲ «ὑλικὰ» πράγματα.



René Guénon - «Ὁ Ἰσλαμικὸς Ἐσωτερισμὸς»
Πέτρου Γράβιγγερ, «Βιβλιοθήκη τῆς Σφιγγός»
Ἡ Ἀνατολικὴ Μεταφυσικὴ
ἘΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΜΕΛΗ


[1] Εἶναι εὐνόητον ὅτι ὁ πόλεμος εἶναι ἱερὸς μόνον ἐφ’ ὅσον προέρχεται ἀπὸ αἵτια σχετιζόμενα μὲ τὴν παράδοσιν, καθ’ ὅσον εἰς πάσαν ἄλλην περίπτωσιν, ὁ πόλεμος λέγεται «χάρμπ» κα ὄχι «τζιχάντ».

[2] Εἶναι ἐπόμενον ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰ ὅπλα μὲ τὰ ὁποῖα διεξάγονται οἱ νεώτεροι πόλεμοι ἐξ αἱτίας τοῦ χαρακτηριστικοῦ τῆς «μηχανῆς» τ ὁποῖο ἔχουν κα τ ὁποῖον εἶναι ἀσυμβίβαστον μ πάντα ἀληθῆ συμβολισμόν. Διὰ παραπλήσιαν αἱτίαν τὰ εἰς ἐξυπηρέτησιν μηχανῶν ὑπαγόμενα ἐπαγγέλματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσουν ὣς βᾶσις διὰ τὴν ἀνάπτυξιν πνευματικῶν πραγμάτων.

[3] Τὰ λειτουργήματα τῶν Βραχμάνων καὶ τῶν Ξατρίγιας εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθοῦν ὣς ἀντιστοιχοῦντα εἰς τὸν ἐσωτερικὸν καί ἐξωτερικὸν πόλεμον ἤ, κατὰ τὴν ἰσλαμικὴν ὁρολογίαν, εἰς τὸν «Μέγα Ἱερὸν Πόλεμον» καὶ εἰς τὸν «Μικρὸν Ἱερὸν Πόλεμον».

[4] Σαταπάθα Βραχμάνα –Κεφ. 1, 2 καί 4.

[5] Συγκεκριμένως εἰς τὴν Ἰαπωνίαν κατὰ τὴν Σιντοϊστικὴν παράδοσιν τὸ ξίφος κατάγεται ἀπὸ μίαν ἀστραπὴναρχέτυπον, τῆς ὁποίας εἶναι «ἀπόγονον ὑποκατάστατον».

[6] Παρατηροῦμεν ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχει καὶ πολικὸς συμβολισμὸς (οἱ ἑπτὰ ἀστέρες τῆς Μεγάλης Ἄρκτου τοῦ «Σάπτα –Ρίκσα» τῆς Ἱνδουιστικῆς παραδόσεως) καθς κα ὁ ἡλιακς συμβολισμός, τν ὁποῖον θ εὔρωμεν ν σχετίζεται μ τν ἐντς τῆς παραδόσεως σημασίαν τοῦ ξίφους.

[7] Πρόκειται περὶ τοῦ ἱππεύοντος τὸν λευκὸν ἵππον, τὸν «Κάλκι - Ἀβατάρα» τῆς Ἱνδουιστικῆς παραδόσεως.

[8]Ὑπενθυμίζομεν συγκεκριμένως τὸ Αἰγαιατικὸν καὶ Κρητικὸν σύμβολον τοῦ ἁμφιστόμου πελέκεως, εἰδικῶς δὲ τὸ ὅτι ὁ πέλεκυς εἶναι σύμβολον τοῦ κεραυνοῦ καὶ ἐπομένως ἀπολύτως ἰσοδύναμον μὲ τὸ «βάζρα».

[9] Καθὼς ὁ κεραυνός, οὕτῳ καὶ ἡ ἀκτὶς τοῦ ἡλίου θεωρεῖται καὶ ὣς ζωοποιὸς καὶ ὣς καταστροφική, ἀναλόγως πρὸς τὰς περιστάσεις. Ὁμοίως ἡ λόγχη τοῦ Ἀχιλλέως καθὼς καὶ ἡ ὑπάρχουσα εἰς τὸν θρῦλον τοῦ Ἁγίου Γκράαλ ἔχουσαι διπλήν δύναμιν ἐχρησιμοποιοῦντο εἰς δύο διαφόρους περιπτώσεις ἥτοι καὶ διὰ νὰ προξενοῦν πληγὰς καὶ διὰ νὰ θεραπεύουν τοιαύτας.

[10] Μὴ ὅντος δυνατοῦ νὰ εἴπωμεν περισσότερα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, παραθέτομεν ὣς ὑπόδειγμα τουλάχιστον τῆς συγκρίσεως τῶν δύο τούτων ἀπόψεων τὸν ἑλληνικὸν συμβολισμὸν τοῦ Ὑπερβορείου Ἀπόλλωνος.

[11] Κατὰ τινὰς ἱστορικούς, οἱ Σκῦθαι παρίστανον τὴν θεότητα διὰ ξίφους ἐμπεπηγμένον εἰς τὴν γὴν ἐπὶ κορυφῆς γηλόφου, ὁ ὁποῖος ἐθεωρεῖτο ὣς μικρογραφία ὄρους. Ἐνταῦθα εὐρίσκομεν ἡνωμένα δύο παραδοσιακὰ σύμβολα τοῦ «Ἄξονος τοῦ Κόσμου».

[12] Τό αὐτό πρᾶγμα παριστάνει ἐπίσης τό ξίφος ὅταν εἶναι τοποθετημένον καθέτως ὥς δείκτης ζυγοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ συνόλῳ του ἀποτελεῖ τά συμβολικά κατηγορήματα τῆς Δικαιοσύνης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου