Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Ὀνόματα βέβηλα καὶ Ὀνόματα Μυητικά.






Κάνοντας λόγο παραπάνω γιὰ τὰ διάφορα μυστικά, λίγο-πολὺ ἐξωτερικῆς τάξεως, ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν σὲ ὁρισμένες ὀργανώσεις, Μυητικὲς ἢ ὄχι, σημειώσαμε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ μυστικὸ τὸ σχετιζόμενο μὲ τὰ ὀνόματα τῶν μελῶν τους. Εἶναι δυνατὸν νὰ νομισθεῖ, ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ καταταγεῖ μεταξὺ τῶν ἀπλῶν μέτρων πρόνοιας, ποὺ ἀποβλέπουν στὴν προφύλαξη ἀπὸ ἐνάντιους κινδύνους, ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ προέρχονται ἀπὸ ποικίλους ἐχθροὺς καὶ ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ ἀναζητήσουμε στὸ ἔθιμο αὐτὸ βαθύτερη αἰτιολογία.

Πράγματι, ἀσφαλῶς μπορεῖ, σὲ πολλὲς περιπτώσεις, νὰ εἶναι ἔτσι καὶ πρὸ παντὸς σὲ κεῖνες, ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ καθαρὰ βέβηλες μυστικὲς ἑταιρεῖες. Ἐν τούτοις, ὅταν πρόκειται γιὰ Μυητικὲς Ὀργανώσεις μπορεῖ νὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος καὶ τὸ μυστικὸ αὐτό, ὅπως ὅλα τὰ ἄλλα, νὰ ἐπενδύεται ἀληθῶς Συμβολικὸ χαρακτήρα. Ἡ διερεύνηση τοῦ σημείου αυτοῦ, ἔχει τόσο περισσότερο ἐνδιαφέρον, ὅσο περισσότερο ἡ περιέργεια γύρω ἀπὸ τὰ ὀνόματα, εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ συνηθισμένες ἐκδηλώσεις τοῦ νεώτερου «ἀτομισμοῦ» καὶ ὅταν αὐτὸς ἐπιδίδεται στὴν ἀνασκάλευση θεμάτων τῆς ἐσωτερικῆς περιοχῆς, ἀποδεικνύει καὶ πάλι κάποια σοβαρὴ παραγνώριση τῶν ἀληθειῶν αὐτῆς τῆς τάξεως, στὸ ἐπίπεδο τῶν βέβηλων ἀντιλήψεων.

Ὁ «ἱστορικισμὸς» τῶν συγχρόνων μας, ἰκανοποιείται μόνον τότε, ὅταν ἐπιθέσει κύρια ὀνόματα, σ’ ὅλες τὶς ἔννοιες, ὅταν δηλ. τὰ ἀποδώσει, σὲ συγκεκριμένες ἀνθρώπινες ἀτομικότητες, μὲ τὴν ὅσο τὸ δυνατὸν στενότερη ἀντίληψη, ἐκείνη ποὺ ἰσχύει στὸν βέβηλο βίο, ὅπου ὑπολογίζεται μόνο ἡ σωματικὴ ὕπαρξη.

Ἤδη, τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ προέλευση τῶν Μυητικῶν Ὀργανώσεων δὲν ἀνάγεται οὐδέποτε σὲ παρόμοιες ἀτομικότητες, θὰ ἔπρεπε νὰ διεγείρει ὁρισμένες ἐπιφυλάξεις ἀπέναντι σὲ ἕναν τέτοιον τρόπο τοῦ σκέπτεσθαι. Ὅταν δέ, πρόκειται γιὰ Μυητικὲς Ὀργανώσεις σαφῶς κλειστές, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλεγχθεῖ ἡ ταυτότητα τῶν μελῶν τους, ὄχι διότι αὐτὰ κρύβονται (μέτρο πού, ὁσηδήποτε φροντίδα κι ἂν κατέβαλαν, δὲν θὰ ἦταν καὶ τόσο ἀποτελεσματικό), ἀλλὰ διότι κατὰ τὴν αὐστηρὴ σημασία δὲν εἶναι «πρόσωπα» μὲ τὴν ἔννοια ποὺ θὰ ἤθελαν οἱ ἱστορικοί, μέχρι τέτοιου σημείου, ὥστε, ἐκεῖνος ποὺ θὰ πίστευε ὅτι μπορεῖ νὰ τὰ κατονομάσει, θὰ παρασυρόταν ἀναπόφευκτα στὴν πλάνη. (Ὡς παράδειγμα, γιὰ τὴν Δύση, θὰ ἀναφέρουμε τοὺς Ἀληθινοὺς Ροδόσταυρους)

Ὅμως, πρὶν μποῦμε σὲ λεπτομερέστερες ἐξηγήσεις γιὰ τὸ θέμα, θὰ ποῦμε ὅτι κάτι ἀνάλογο συναντιέται σ’ ὅλες τὶς βαθμίδες τῆς Μυητικῆς Κλίμακας, ἀκόμη καὶ στὶς πλέον στοιχειώδεις, σὲ τρόπο ὥστε, ἂν μιὰ Μυητικὴ Ὀργάνωση εἶναι ἀληθινὰ ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ εἶναι, ἡ κατονομασία ὁποιουδήποτε μέλους της μὲ τὸ βέβηλο ὄνομά του, ἂν καὶ «ὑλικὰ» ἡ ἐνέργεια αὐτὴ θὰ ἦταν ὀρθή, ἐντούτοις θὰ ἐνεῖχε σπέρματα ψεύδους, σχεδὸν περίπου ὅπως θὰ συνέβαινε, ἂν συγχέαμε ἕναν ἡθοποιὸ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου ὑποδύεται τὸν ῥόλο.

Ἐπιμείναμε παραπάνω στὴν ἀντίληψη γιὰ τὴν Μύηση, ὡς μιὰς «δευτέρας γεννήσεως». Κατὰ συνέπεια, μὲ λογικὸ εἰρμό, ποὺ πηγάζει ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀντίληψη, στὶς περισσότερες Ὀργανώσεις, ὁ μυηθείς λαμβάνει ἕνα νέο ὄνομα, διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ βέβηλο ὄνομά του. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὡς τυπικὸ ἢ ἀπλὸ ἔθιμο, διότι τὸ ἐν λόγω ὄνομα πρέπει νὰ ἀντιστοιχεῖ πρὸς μιὰ διαφορετικὴ κατάσταση τῆς ἀτομικότητάς του, καὶ συγκεκριμένα πρὸς ἐκείνη, τῆς ὁποίας ἡ πραγμάτωση γίνεται δυνατή, μέσα ἀπὸ τὴν ἐπενέργεια τῆς μυητικῆς ἐπήρειας, ποὺ μεταβιβάζεται κατὰ τὴν Μύηση. Μποροῦμε ἀκόμη νὰ προσθέσουμε ὅτι, ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἐξωτερικὴ ἄποψη, ἡ ἴδια τακτικὴ τηρεῖται καὶ ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ τάγματα τῶν θρησκειῶν καὶ μάλιστα γιὰ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς λόγο. Ἔχουμε λοιπόν, νὰ διακρίνουμε γιὰ τὸ ἴδιο ὄν, δύο διακεκριμένες τροπικότητες (modalites): ἡ μιὰ ἐκδηλώνεται στὸν βέβηλο κόσμο, ἡ ἄλλη στὸ ἐσωτερικὸ μιᾶς Μυητικῆς Ὀργανώσεως. Ἡ πρώτη τροπικότητα θὰ πρέπει ἄλλωστε νὰ θεωρεῖται ὅτι ἔχει ἀπλῶς φαινομενικὴ καὶ ἀπατηλὴ ὕπαρξη, συγκριτικὰ πρὸς τὴν δεύτερη, ὄχι μόνον ὡς συνέπεια τῆς διαφορᾶς βαθμῶν πραγματικότητας στοὺς ὁποίους τὸ ὃν ἔφτασε, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ «δεύτερη γέννηση» προϋποθέτει ἀναγκαία τὸν «θάνατο» τῆς βέβηλης ἀτομικότητας, ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ παραμένει παρὰ ὡς μιὰ ἀπλὴ ἐξωτερικὴ πραγματικότητα ἢ μάλλον φαινομενικότητα. Συνεπῶς, κάθε μιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς πραγματικότητες πρέπει νὰ ἔχει κανονικὰ τὸ δικό της ὄνομα, χωρὶς τὸ ἕνα νὰ μπορεῖ νὰ ὑποκαταστήσει τὸ ἄλλο, δεδομένου ὅτι ἀνάγονται σὲ δύο ἐπίπεδα σαφῶς διαφορετικῆς τάξεως.

Θὰ μπορούσαμε μάλιστα, νὰ προχωρήσουμε: ἀφοῦ σὲ κάθε βαθμὸ οὐσιαστικῆς Μυήσεως, ἀντιστοιχεῖ καὶ μιὰ ἄλλη τροπικότητα τοῦ ὅντος, θὰ ἔπρεπε τὸ ὅν νὰ ἔπαιρνε σὲ κάθε βαθμὸ κι ἕνα νέο ὄνομα, ἐὰν δἐ, τὸ ὄνομα αὐτὸ δὲν τοῦ δίνεται στὴν πράξη, στὴν οὐσία δὲν παύει νὰ ὑπάρχει, διότι στὴν πραγματικότητα τὸ ὄνομα δὲν εἶναι κάτι ἄλλο παρὰ αὐτό. Ἐπειδὴ δέ, οἱ τροπικότητες αὐτὲς εἶναι ἱεραρχημένες μέσα στὸ ὅν, τὸ ἴδιο συμβαῖνει καὶ μὲ τὰ ὀνόματα ποὺ τὶς ἀντιπροσωπεύουν ἀντίστοιχα. Συνεπῶς, ἕνα ὄνομα θὰ εἶναι τόσο πιὸ ἀληθινό, ὅσο θὰ ἀντιστοιχεῖ πρὸς μιὰ τροπικότητα βαθύτερης τάξεως, διότι μέσα ἀπὸ αὐτὸ θὰ ἐκφράζεται κάτι ποὺ θὰ εἶναι πιὸ κοντὰ πρὸς τὴν ἀληθινὴ οὐσία τοῦ ὅντος. Ἐπομένως, ἀντίθετα πρὸς τὴν κοινὴ γνώμη, τὸ βέβηλο ὄνομα, συνδεδεμένο μὲ τὴν πιὸ ἐξωτερικὴ τροπικότητα καὶ τὴν πιὸ ἐπιπόλαια ἐκδήλωση τοῦ ὅντος, εἶναι τὸ λιγότερο ἀληθινὸ ἀπὸ ὅλα. Αὐτὸ συμβαίνει ἰδιαίτερα σ’ἕναν πολιτισμό, ποὺ ἔχει χάσει κάθε παραδοσιακὸ χαρακτήρα καὶ ὅπου ἕνα τέτοιο ὄνομα, δὲν ἐκφράζει πλέον σχεδὸν τίποτε ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ φύση τοῦ ὅντος.

Ὅσον ἀφορᾶ σὲ ἐκεῖνο, ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ἀποκαλέσουμε τὸ Ἀληθινὸ Ὄνομα τοῦ ἀνθρώπινου ὅντος, ὄνομα ποὺ ἄλλωστε ἐκφράζεται μάλλον ὡς «ἀριθμός», κατὰ τὴν πυθαγορικὴ καὶ καμπαλιστικὴ ἔννοια τῆς λέξεως, τὸ ἀληθέστερο ὅλων εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν κεντρικὴ τροπικότητα τῆς ἀτομικότητάς του, δηλ., πρὸς τὴν ἀποκατάστασή (ἐπανενσωμάτωσή) του «στὴν πρωταρχικὴ κατάσταση», διότι αὐτὸ θὰ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ὁλοκληρωμένη ἔκφραση τῆς ἀτομικῆς του οὐσίας (essence).

Ἀπὸ τὰ παραπάνω συνάγεται ὅτι, ἕνα Μυητικὸ Ὄνομα, δὲν πρέπει νὰ γίνεται γνωστὸ στὸν βέβηλο κόσμο, διότι ἀντιπροσωπεύει μιὰ κατάσταση τοῦ ὅντος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκδηλωθεῖ μέσα σ’αὐτόν, μὲ τέτοιον τρόπο ποὺ ἡ κοινοποίησή του θὰ ἔπεφτε κατὰ κάποιον τρόπο στὸ κενό, ἐπειδὴ δἐν θὰ εὕρισκε ἀληθινὸ στήριγμα καὶ σημεῖο ἐφαρμογῆς. Ἀντίστροφα, τὸ βέβηλο ὄνομα ἀντιπροσωπεύει μιὰ κατάσταση τοῦ ὅντος, τὴν ὁποία τὸ ὃν ὀφείλει νὰ ἀποβάλλει ὅσες φορὲς εἰσέρχεται στὴν Μυητικὴ Περιοχὴ καὶ ἡ ὁποία τοῦ εἶναι χρήσιμη μόνον γιὰ τὸν ἀπλὸ ῥόλο ποὺ παίζει στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο.

Εἶναι εὐνόητο ὅτι, οἱ βαθιὲς αὐτὲς σημασίες τῆς διακρίσεως καὶ ἐπομένως, τοῦ διαχωρισμοῦ τοῦ Μυητικοῦ Ὀνόματος ἀπὸ τὸ βέβηλο, ἐπειδὴ σηματοδοτοῦν «ὀντότητες» οὐσιαστικὰ διαφορετικές, νὰ μὴν συνειδητοποιούνται παντοῦ ὅπου ἐφαρμόζεται αὐτὴ ἡ ἀντικατάσταση τοῦ ὀνόματος. Συμβαίνει μάλιστα, λόγω παρακμῆς μερικῶν Μυητικῶν Ὀργανώσεων, νὰ ἐπιδιώκεται ἡ ἑρμηνεία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ μὲ βάση ἐντελῶς ἐξωτερικὰ μέτρα, ὅπως τὸ μέτρο τῆς σύνεσης, τάση ἡ ὁποία εἶναι ἰσότιμη πρὸς τὴν ἑρμηνεία τοῦ Τυπικοῦ καὶ τοῦ Συμβολισμοῦ κάτω ἀπὸ ἠθικὴ ἢ πολιτικὴ ἔννοια, πράγμα ποὺ δὲν ἀποκλείει τὸ γεγονὸς ὅτι, στὴν ἀρχὴ περικλειόταν κάτι ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπὸ ἐκεῖνο.

Ὅσα εἴπαμε μέχρι στιγμῆς, γι’ αὐτὴν τὴν πολλαπλότητα τῶν ὀνομάτων, ποὺ ἀντιπροσωπεύουν ἰσάριθμες καταστάσεις τοῦ ὅντος, ἀναφέρονται ἀποκλειστικά σὲ ἐπεκτάσεις τῆς ἀνθρώπινης ἀτομικότητας, ποὺ περιλαμβάνονται στὴν ὁλοκληρωτική του πραγμάτωση, δηλαδὴ μυητικῶς, στὴν περιοχὴ τῶν «Ἐλασσόνων Μυστηρίων», ὅπως θὰ τὸ ἐξηγήσουμε ἀργότερα κατὰ σαφὴ τρόπο. Ὅταν ὅμως, τὸ ὅν, μεταπηδήσει στὰ «Μείζονα Μυστήρια», δηλαδὴ στὴν πραγμάτωση «ὑπὲρ-ἀτομικῶν καταστάσεων», μετέρχεται συγχρόνως καὶ ἐξαιτίας αὐτοῦ, ἐπέκεινα τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς μορφῆς, διότι αὐτὰ τὰ δύο, ὅπως διδάσκει ἡ Ἰνδικὴ Παράδοση (nama rupa), εἶναι οἱ ἀντίστοιχες ἐκφράσεις τῆς οὐσίας καὶ τῆς ὑποστάσεως τῆς ἀτομικότητας (essence et substance de l’individualite). Ἕνα τέτοιο ὃν ἀληθινά, στερείται ὀνόματος, διότι αὐτὸ εἶναι ἕνας περιορισμὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔκτοτε ἀπαλλάχτηκε. Θὰ μπορεῖ νὰ παίρνει ἕνα ὁποιοδήποτε ὄνομα, γιὰ νὰ ἐκδηλώνεται ὅσες φορὲς τὸ θελήσει στὴν ἀτομικὴ περιοχή, τὸ ὄνομα ὅμως αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ ἐπηρρεάσει μὲ κανέναν τρόπο τὴν ὀντότητά του καὶ θὰ τοῦ εἶναι ἐξ ἴσου «συμπτωματικό», ὅσο καὶ ἕνα ἔνδυμα τὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ ἀλλάξουμε ἢ νὰ πετάξουμε κατὰ βούληση. Αὐτὸ ἐξηγεῖ ἐκεῖνο ποὺ λέγαμε προηγουμένως: ὅταν πρόκειται γιὰ Ὀργανώσεις τέτοιας ἀνώτερης τάξεως, τὰ μέλη τους δὲν ἔχουν ὀνόματα, ὅπως ἄλλωστε καὶ οἱ ἴδιες στεροῦνται ὀνόματος. Κάτω ἀπό τέτοιες συνθήκες τί πράγμα θά ἦταν ἐκεῖνο πού θά μποροῦσε νὰ προκαλέσει τήν βέβηλη περιέργεια; Κι ἂν αὐτὴ φτάσει μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀνακαλύψει μερικὰ ὀνόματα, αὐτὰ θὰ ἔχουν μιὰ ἐντελῶς συμβατικὴ ἀξία. Ἤδη, αὐτὸ μπορεῖ νὰ παρατηρηθεῖ συχνὰ σὲ Μυητικὲς Ὀργανώσεις, στὶς ὁποῖες χρησιμοποιοῦνται, γιὰ παράδειγμα, «συλλογικὲς σφραγίδες», ποὺ ἀντιπροσωπεύουν εἴτε αὐτὲς τὶς ἴδιες τὶς ὀργανώσεις στὸ σύνολό τους, εἴτε τὰ λειτουργήματα, ποὺ θεωροῦνται ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς ἀτομικότητες ποὺ τὰ ἐκτελοῦν. Ὅλα αὐτὰ ἀπορρέουν ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν φύση τῶν πραγμάτων μυητικῆς φύσεως, ὅπου οἱ ἀτομικὲς συνθήκες δὲν ἔχουν καμιὰ ἀξία καὶ μποροῦν μόνον νὰ παραπλανήσουν ὁρισμένους ἐρευνητές, ποὺ εἶναι μόνον σὲ θέση νὰ βλέπουν ἐκεῖνες τὶς προθέσεις ποὺ θὰ μπορούσαν νὰ ἔχουν οἱ ἴδιοι.

Ἀπὸ ἐκεῖ ἐπίσης πηγάζει, σὲ πάρα πολλὲς περιπτώσεις, ἡ δυσκολία, καὶ μάλιστα ἡ ἀδυναμία, νὰ ἀποκαλυφτεῖ ἡ ταυτότητα τῶν συγγραφέων ὁρισμένων ἔργων κάποιου μυητικοῦ χαρακτήρα: εἴτε εἶναι τελείως ἀνώνυμα ἤ, ποὺ εἶναι τὸ ἴδιο, ἔχουν ὡς ὑπογραφὴ μιὰ συμβολικὴ σφραγίδα ἢ κάποιο συμβατικὸ ὄνομα. Δὲν ὑπάρχει ἄλλωστε, κανένας ἀποχρῶν λόγος, οἱ ἐν λόγω συγγραφεῖς νὰ ἔπαιξαν κάποιον φανερὸ ῥόλο στὸν βέβηλο κόσμο. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμη τὰ ἔργα αὐτὰ φέρουν ὡς ὑπογραφὴ τὸ ὄνομα ἑνὸς κατὰ τὰ ἄλλα γνωστοῦ ἀτόμου, τὸ ὁποῖο ἔζησε ἀληθινά, καὶ πάλι δὲν ἔχουμε προχωρήσει, διότι καὶ πάλι δὲν θὰ βεβαιωθοῦμε μὲ ποιὸν ἔχουμε νὰ κάνουμε: τὸ ἄτομο αὐτὸ μπορεῖ νὰ ὑπῆρξε ἀπλῶς τὸ φερέφωνο, ἀκόμη καὶ ἕνα προσωπεῖο γιὰ κάλυψη τοῦ πραγματικοῦ γεννήτορα τῶν ἰδεῶν ποὺ διαλαμβάνονται μέσα στὸ ἔργο. Στὴν περίπτωση αὐτὴ ὁ πραγματικὸς συγγραφέας εἶναι μιὰ Ὀργάνωση, ἡ ὁποία ἐνέπνευσε ἕναν μυημένο ἐλλάσονας πνευματικότητος ἢ ἀκόμη κι ἕναν βέβηλο γιὰ λόγους σχετικότητος. (Γιὰ τὴν σημασία τῆς ἀνωνυμίας,  σὲ ἔκταση, πρβλ. «Ἡ Βασιλεία τῆς Ποσότητος» κεφ.ΙΧ)

Στὸ προκείμενο, θὰ μπορούσαμε νὰ ἀναφέρουμε γιὰ παράδειγμα, ὅλα τὰ Ἔπη τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Μῦθο τοῦ Ἁγίου Γκράαλ. Ὁμοίως, σὲ ἀνάλογο θέμα ἀναφέρονται κατὰ βάθος ὅλες οἱ διαμάχες καὶ συζητήσεις γύρω ἀπὸ τὴν προσωπικότητα τοῦ Σαίξπηρ. Τὸ θέμα τοῦ Σαίξπηρ, λόγω τοῦ ὅτι κανένας ἀπὸ τοὺς ἐρευνητὲς δὲν τὸ ἀνήγαγε στὴν τάξη ποὺ τοῦ πρέπει, ἔχει περιπλακεῖ τόσο, ὥστε στ’ ἀλήθεια νὰ φαίνεται ὡς ἀνεξιχνίαστο μυστήριο.

- - -

Θεωροῦμε μόλις ἀναγκαῖο, νὰ παρατηρήσουμε ὅτι, οἱ παρατηρήσεις ποὺ ἐκθέσαμε ἐδῶ, βασίζονται οὐσιαστικὰ πάνω στη μεταφυσικὴ διδασκαλία: «γιὰ τὶς πολλαπλὲς καταστάσεις τοῦ ὅντος», τῆς ὁποίας αὐτὲς ἀποτελοῦν μιὰ ἄμεση ἐφαρμογή. [σημ.μετφρ. Πάνω σ’ αὐτὸ τὸ θέμα, ὁ συγγραφέας ἔχει ἐκπονήσει πλήρη μελέτη, ὑπὸ τὸν τίτλο: «Les etats multiples de l’etre».] Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ διδασκαλία αὐτὴ (δηλ. ἡ «Περὶ τῶν πολλαπλῶν καταστάσεων τοῦ ὅντος.») νὰ κατανοηθεῖ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποίοι διατείνονται ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ ἀτομικότητά του, καὶ μάλιστα, τὸ κατεξοχὴν μορφικὸ καὶ ὑλικό της μέρος καὶ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἕνα πλῆρες καὶ κλειστὸ ὅλο, ἕνα ὅν αὔταρκες, ἀντὶ νὰ δοῦν τὸ τὶ στὴν πραγματικότητα εἶναι ὁ ἄνθρωπος:

ἡ παροδικὴ καὶ σχετικὴ ἐκδήλωση ἑνὸς ὅντος, μέσα σὲ μιὰ ὅλως ἐξειδικευμένη περιοχή, ἀνάμεσα στὴν ἀπεριόριστη πολλότητα τῶν ἐκδηλώσεων, τῶν ὁποίων τὸ σύνολο ἀποτελεῖ τὴν Οἰκουμενικὴ Ὕπαρξη, καὶ στὶς ὁποῖες ἐκδηλώσεις ἀντιστοιχοῦν γιὰ τὸ ἴδιο ὅν ἰσάριθμες τροπικότητες καὶ διαφορετικὲς καταστάσεις, τὶς ὁποῖες θὰ μπορέσει νὰ συνειδητοποιήσει ἀκριβῶς, ἀκολουθώντας τὴν ὀδὸ ποὺ τοῦ ἀνοίγεται μέσα ἀπὸ τὴ Mύηση.



Rene Guenon

(κεφ.xxvii, ἀπό τὸ «Ἐπισκοπήσεις ἐπὶ τῆς Μυήσεως»
μτφρ.: Πέτρος Γράβιγγερ, Ἐκδόδεις Διμελή)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου