Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Ὁ σκοπὸς τοῦ ὄνου στὸν μύθο τοῦ Ἰησοῦ.






Ὅποιος λαμβάνει ὑπόψη τὶς αἰνιγματικὲς μαρτυρίες τῶν συμβόλων, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ὑποστῆ τὴν γοητεία τοῦ μέρους ποὺ στὸ μύθο τοῦ Ἰησοῦ, ἔχει ὁ σκοπὸς τοῦ ὄνου. Ὄχι μόνο ὁ ὄνος εἰκονίζεται πλησίον στὴ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ, μὰ εἶναι ἀλήθεια, ὅτι πάνω σὲ ἕναν ὄνο ἡ παρθένος καὶ τὸ θεῖο βρέφος δραπετεύουν, καὶ πάνω ἀπ' ὅλα, ὁ ὄνος φέρνει τὸν Ἰησού στὴν θριαμβικἠ του εἴσοδο στὰ Ἰεροσόλυμα. Τώρα, ὁ ὄνος εἶναι ἕνα παραδοσιακὸ σύμβολο γιὰ μιὰ «διαβολικὴ» δύναμη διαλύσεως. Εἶναι, στὴν Αἴγυπτο, τὸ ζῶο τοῦ Set, τὸ ὁποῖο ἐνσαρκώνει ἀκριβῶς τέτοια δύναμη, ἔχει χαρακτήρα ἀντιηλιακὸ καὶ συνδέεται μὲ τοὺς «υἱοὺς τῆς ἀνίκανης ἐξεγέρσεως». Εἶναι στὴν Ἰνδία τὸ ζῶο ποὺ φέρει τὸν Mudevi (- ἡ ἵππευσή του...) ποὺ ἀπεικονίζει τὴν ὑποχθόνια ὄψη τῆς θηλυκῆς θεότητας. Ὅπως εἴδαμε, στὸν ἑλληνικὸ μῦθο εἶναι τὸ συμβολικὸ ζῶο πού, στὴν κοιλάδα τῆς Λήθης, καταστρέφει αἰώνια τὸ ἔργο τοῦ Ὄκνου*, ἐνῶ ἔχει σχέση μὲ μιὰ θηλυκὴ θεότητα χθόνιο-ὑποχθόνια, τὴν Ἑκάτη.

Ἔτσι αὐτὸ τὸ σύμβολο θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε τὴν ἀξία ἑνὸς μυστικοῦ σημείου τῆς δυνάμεως ποὺ προσεταιρίσθηκε στὸν πρωταρχικὸ χριστιανισμὸ καὶ στὴν ὁποία αὐτὸς ὄφειλε μερικῶς τὸν θρίαμβό του: εἶναι ἡ δύναμη ποὺ ἀναδύεται καὶ προσλαμβάνει ἕναν δραστήριο ῥόλο (μέρος) παντοῦ. Αὐτὸ ποὺ σὲ μιὰ παραδοσιακὴ δομή ἀντιστοιχεῖ στὴν ἀρχὴ «κόσμος» παραπαίει, διαλύεται καὶ ἐπιβιώνει στὴν ἀρχική του δύναμη. Ἡ ἔλευση τοῦ χριστιανισμοῦ, στὴν πραγματικότητα, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἦταν δυνατή, ἐὰν οἱ ζωτικὲς δυνατότητες τοῦ ἡρωικοῦ ῥωμαϊκοῦ κύκλου δὲν ἦταν ἤδη ἐξουθενωμένες, ἐὰν ἡ «φυλὴ τῆς Ρώμης», δὲν ἦταν ἤδη κατάκοπη στὸ πνεῦμα της καὶ τοὺς ἀνθρώπους της (καὶ μιὰ ἀπόδειξη γι' αὐτὸ ὑπῆρξε ἡ ἀποτυχία τῆς προσπάθειας παλινόρθωσης ἐκ μέρους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ), ἐὰν οἱ παραδόσεις τοῦ ἀρχαίου καιροῦ δὲν εἴχαν θολώσει καὶ κοντὰ σὲ ἕνα ἐθνικό χάος καὶ μιὰ κοσμοπολίτικη διάλυση, ἐὰν τὸ αὐτοκρατορικὸ σύμβολο δὲν εἶχε μολυνθεῖ καὶ καταντήσει, ὅπως εἰπώθηκε, σὲ μιὰ καθαρὴ ἐπιβίωση ἐν μέσω ἑνὸς κόσμου ἐρειπίων.


JULIUS EVOLA
«Ἐξέγερση ἐνάντια στὸν σύγχρονο κόσμο»
μετάφραση τοῦ Κωνσταντίνου Κίτσιου,
Ἐκδόσεις ΛΟΓΧΗ








* Ὄκνος

Ἀπὸ τὴν Βικιπαίδεια, τὴν ἐλεύθερη διαδικτυακὴ ἐγκυκλοπαίδεια:
Στὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴ ῥωμαϊκὴ μυθολογία, μὲ τὸ ὄνομα «Ὄκνος» εἶναι γνωστὴ μία θεότητα ἢ θνητὸς (ἀντιστοίχως) ποὺ προσωποποιοῦσε τὴ νωθρότητα, τὴ βραδύτητα καὶ τὴ ματαιοπονία (πρβλ. τὰ ἐπίθετα «ὀκνός», «ὀκνηρός»). Ὁ Ὄκνος μυθολογείται ὡς γιὸς τῆς Μαντῶς καὶ τοῦ Τιβερίνου, ἢ ὡς γιὸς ἢ ἀδελφὸς τοῦ Αὐλητή, ἐνῶ ἀναφέρεται συχνὰ σὲ σχέση μὲ τὸν Ἅδη. Κατὰ τὴν παράδοση ἴδρυσε τὴν πόλη Μάντοβα ἢ τὴ Φελσίνα (τὴ σημερινὴ Μπολόνια, Βιργίλιος Χ 198).
Ὁ ζωγράφος Πολύγνωτος εἶχε ἀπεικονίσει τὸν Ὄκνο στὴ «Λέσχη τῶν Κνιδίων» στοὺς Δελφούς. Σὲ ἀνάγλυφο ποὺ βρίσκεται στὸ Βατικανό, ὁ θεὸς παριστάνεται ὡς μεσήλικας ἄνδρας ποὺ πλέκει ἀσταμάτητα ἕνα σκοινί, τὸ ὁποῖο κατατρώει συνεχῶς ἕνας γάιδαρος ποὺ βρίσκεται δίπλα του. Ἡ ἀπασχόλησή του θυμίζει τὸ μάταιο γέμισμα τοῦ «Πίθου τῶν Δαναΐδων», μαζὶ μὲ τὶς ὁποῖες ἀπεικονίζεται πολλὲς φορὲς ὁ Ὄκνος.

Πηγὲς:
·         Τὸ ἀντίστοιχο ἄρθρο τῆς ἀγγλόγλωσσης Wikipedia
·         Emmy Patsi-Garin: «Ἐπίτομο λεξικὸ Ἑλληνικῆς Μυθολογίας», ἐκδ. Οἶκος Χάρη Πάτση, Ἀθήνα 1969


Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος σύμφωνα μὲ τὸν Γκουρτζίεφ.

τοῦ Peter D. Ouspensky




Σὲ ὅλα τὰ χριστιανικὰ δόγματα, μεγάλο ῥόλο παίζει ἡ παράδοση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, τοῦ τελευταίου δείπνου τοῦ Ἰησοῦ μὲ τοὺς μαθητές του. Λειτουργίες καὶ ὁλόκληρη σειρὰ ἀπὸ δόγματα, τελετουργίες καὶ μυστήρια ἔχουν ἐδῶ τὴν προέλευσή των. Αὐτὴ ἡ παράδοσις ὑπῆρξε ἀφορμὴ γιὰ σχίσματα, γιὰ τὴ διαίρεση τῶν Ἐκκλησιῶν, γιὰ τὸ σχηματισμὸ αἰρέσεων. Πόσοι δὲν θανατώθηκαν γιατὶ ἀρνιόντουσαν νὰ δεχτοῦν τούτη ἢ ἐκείνη τὴν ἐρμηνεία. Ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα, κανεῖς δὲν καταλαβαίνει τὶ ἦταν ἀκριβῶς ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος, ἢ τὶ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθητές του ἐκεῖνο τὸ βράδυ. Δὲν ὑπάρχει ἐξήγηση ποὺ νὰ ἔχει ἔστω καὶ τὴν παραμικρὴ σχέση μὲ τὴν ἀλήθεια, γιατὶ αὐτὰ ποὺ εἶναι γραμμένα στὰ Εὐαγγέλια, ἔχουν, πρῶτα ἀπ' ὅλα, διαστρεβλωθεῖ πολὺ κατὰ τὴν ἀντιγραφὴ καὶ τὴ μετάφραση. Καὶ ὕστερα, γράφτηκαν γιὰ ἐκείνους ποὺ γνωρίζουν. Γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν γνωρίζουν, δὲν μποροῦν νὰ ἐξηγήσουν τίποτε. Ὅσο περισσότερο προσπαθοῦν νὰ τὰ καταλάβουν τόσο περισσότερο παρασύρονται σὲ λάθη.

«Γιὰ νὰ καταλάβουμε τὶ ἔγινε στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο, εἶναι πρῶτα ἀπ' ὅλα ἀπαραίτητο νὰ γνωρίζουμε ὁρισμένους νόμους.

Θυμᾶστε τί εἶπα γιά τό [ἀστρικό σῶμα]; Ἂς τὰ συνοψίσουμε. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν [ἀστρικὸ σῶμα] μποροῦν νὰ ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους ἀπὸ ἀπόσταση χωρὶς νὰ καταφεύγουν στὰ συνηθισμένα φυσικὰ μέσα. Ἀλλὰ γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ γίνει μιὰ τέτοια ἐπικοινωνία, πρέπει νὰ δημιουργήσουν κάποια [σύνδεση] μεταξύ τους. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτόν, ὅταν πηγαίνουν σὲ διάφορα μέρη ἢ σὲ διάφορες χῶρες, παίρνουν καμιὰ φορά, μαζί τους κάτι ποὺ νὰ ἀνήκει στὸ ἄτομο μὲ τὸ ὁποῖο θέλουν νὰ ἐπικοινωνοῦν. Κατὰ προτίμηση, ἀντικείμενα ποὺ ἔχουν ἔρθει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ σῶμα του καὶ εἶναι διαποτισμένα μὲ τὶς ἐκρύσεις του καὶ τὰ παρόμοια. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, γιὰ νὰ διατηρήσουν σύνδεση μὲ ἕνα νεκρό, οἱ φίλοι του φύλαγαν ἀντικείμενα ποὺ τοῦ ἀνήκαν. Αὐτὰ τὰ πράγματα ἀφήνουν, κατὰ κάποιο τρόπο, κάτι ἴχνη πίσω τους, κάτι σὰν ἀόρατα καλώδια ἢ νήματα ποὺ παραμένουν τεντωμένα στὸ χῶρο. Αὐτὰ τὰ νήματα συνδέουν τὸ δεδομένο ἀντικείμενο μὲ τὸ πρόσωπο – ζωντανὸ ἢ καὶ πεθαμένο – στὸ ὁποῖο ἀνήκε τὸ ἀντικείμενο. Οἱ ἄνθρωποι τὸ ἤξεραν αὐτὸ ἀπὸ τὰ πανάρχαια χρόνια καὶ χρησιμοποίησαν αὐτὴ τὴ γνώση μὲ διάφορους τρόπους.

Ἴχνη της μποροῦμε νὰ βροῦμε στὰ ἔθιμα πολλῶν λαῶν. Ξέρετε π.χ. ὅτι ἀρκετοὶ ἀπ' αὐτοὺς διατηροῦν τὸ ἔθιμο τῆς ἀδελφοποιίας. Δύο ἄντρες, ἢ καὶ περισσότεροι, ἀνακατεύουν τὸ αἷμα τους στὸ ἴδιο κύπελο καί, μετά, πίνουν ἀπ' αὐτό. Ὕστερα θεωρούνται ἀδελφοὶ ἐξ αἵματος. Ἀλλὰ τὸ ἔθιμο αὐτὸ ἔχει πιὸ βαθιὲς ῥίζες. Ἀρχικά, ἦταν μιὰ μαγικὴ τελετουργία γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ σύνδεση ἀνάμεσα σὲ [ἀστρικὰ σώματα], τότε καὶ πάλι, σύμφωνα μὲ τὶς πεποιθήσεις ὁρισμένων λαῶν, δὲν διακόπτεται μὲ τὸ θάνατο.

Ὁ Χριστὸς ἤξερε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὅτι ἔπρεπε νὰ πεθάνει. Αὐτὸ εἶχε ἀποφασιστεῖ ἀπὸ πρίν. Τὸ ἤξερε καὶ τὸ ἤξεραν καὶ οἱ μαθητές του. Καὶ ὁ καθένας τους ἤξερε τὶ ῥόλο θὰ ἔπρεπε νὰ παίξει. Ἀλλά, ταυτόχρονα, ἤθελαν νὰ δημιουργήσουν ἕναν μόνιμο δεσμὸ μὲ τὸ Χριστό. Καὶ γι' αὐτὸ τὸ σκοπό, τοὺς ἔδωσε τὸ αἷμα του νὰ πιοῦν καὶ τὴ σάρκα του νὰ φᾶνε. Δὲν ἦταν καθόλου ἄρτος καὶ οἶνος, ἀλλὰ πραγματικὴ σάρκα καὶ πραγματικὸ αἷμα.

Ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος ἦταν μιὰ μαγικὴ τελετουργία παρόμοια μὲ τὴν [ἀδελφοποιία] γιὰ τὴ δημιουργία σύνδεσης ἀνάμεσα σὲ [ἀστρικά σώματα]. Ἀλλά πόσοι εἶναι αὐτοί, στίς σημερινές θρησκεῖες, πού τό ξέρουν αὐτό καί πού καταλαβαίνουν τό νόημά του; Ὅλα αὐτὰ ἔχουν λησμονηθεῖ ἀπὸ καιρὸ καὶ σὲ ὅλα ἔχει δοθεῖ ἕνα τελείως διαφορετικὸ νόημα. Οἱ λέξεις ἔχουν παραμείνει, ἀλλὰ τὸ νόημά τους πάει καιρὸς ποὺ χάθηκε».

Ἡ ὁμιλία αὐτή, καὶ ἰδιαίτερα ἡ κατάληξή της, προκάλεσε πολλὲς συζητήσεις στὶς ὀμάδες μας. Πολλοὶ ἔνιωσαν ἀποτροπιασμὸ γι' αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ Γκουρτζίεφ γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο. Ἄλλοι, ἀντίθετα, ἔνιωσαν σ' αὐτὰ ποὺ εἶπε, μιὰ ἀλήθεια ποὺ δὲν θὰ μπορούσαν ποτὲ νὰ τὴν βροῦν μόνοι τους.



ΠΗΤΕΡ ΟΥΣΠΕΝΣΚΥ
«ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΣΤΟΥ»
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΑΓΝΩΣΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Τὸ καθῆκον μας.







Ἡμεῖς οἱ Ἰδεολόγοι εἴμεθα οἱ πνευματικοὶ πατέρες τοῦ λαοῦ. Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ πραγματικοὶ ποιμένες αὐτοῦ. Ἡμεῖς κρατοῦμεν εἰς τὰ χέρια μας, τὴν ψυχήν του, τὴν καρδιά του, τὸ πνεῦμά του. Ἡμεῖς ἂν θέλωμεν τὸν διαφθείρομενἔως τὸ κόκκαλον. Ἡμεῖς ἐὰν θέλωμεν τὸν ναρώνομεν, τὸν ἀρρωσταίνομεν, τὸν πεθαίνομεν, τοῦ κόπτομεν κάθε καλόν, κάθε χαράν. Ἡμεῖς ἂν θέλωμεν τὸν βοηθοῦμεν ν᾿ ἀνθίσῃ περίφημα, νὰ εἶνε παραδειγματικός, θαυμάσιος. Οὔτε ὁ Δηλιγιάννης, οὔτε ὁ Τρικούπης, οὔτε κανεὶς ἄλλος πταίει, δι᾿ ὅ,τι ἔγινε, δι᾿ ὅ,τι γίνεται. Πταίουν μόνον, κυρίως, πρῶτοι, οἱ ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος, καὶ ἡμᾶς βαρύνει ὁλόκληρος ἡ εὐθύνη της σήμερον, ἡ φοβερὰ εὐθύνη τῆς αὔριον ὁλόκληρος. Ἰδοὺ ποία εἶνε ἡ δύναμίς μας:

Κάθε γῆ ἔχει τὰ μέταλά της, τὰ φυτά της, τὰ ζῶά της, τοὺς ἀνθρώπους της καὶ αἱ ἐκδηλώσεις ὅλαι τῶν ἀνθρώπων κάθε γῆς, κατὰ φυσικὸν λόγον, εἶνε διαφορετικαί. Συνεπῶς, ἄλλο εἶδος οἰκογενείας ἔχει ὁ Ἄγγλος, ἄλλο ὁ Γάλλος, ἄλλο ὁ Ἰταλός, ἄλλο ὁ Γερμανός. Ἄλλο πατρικὸν αἴσθημα ἔχει ὁ Ἄγγλος, ἄλλο μητρικόν, ἄλλο ἀδελφικόν. Ἄλλο ὁ Γάλλος, ὁ Ἰταλός, ὁ Γερμανός. Ἄλλη λοιπὸν εἶνε καὶ ἡ Ἑλληνικὴ οἰκογένεια, διότι ἄλλος εἶνε ὁ Ἕλλην, διότι ἄλλη εἶνε ἡ γῆ του. Ἡ οἰκογένεια εἶνε ἡ θρησκεία τοῦ Ἕλληνος. Εἶνε ἡ βαθυτέρα του θρησκεία, ἀπὸ τὴν προϊστορικὴν ἐποχὴν ἔως αὐτὴν τὴν στιγμήν, παντοῦ ὅπου ὑπάρχει Ἕλλην. Θρησκευτικῶς τηρεῖται ἡ ἱεραρχία, δυνατότατος εἶνε ὁ ἑνωτικὸς δεσμὸς τῆς ἀγάπης, τῶν αἰσθημάτων, τῶν καθηκόντων, τοῦ σεβασμοῦ μεταξὺ τῶν μελῶν της. Ἀπόλυτος ἡ ἀφοσίωσις τοῦ ἑνὸς εἰς τοὺς ἄλλους, τῶν ὅλων διὰ τὸν ἕνα. Ὁ Ἕλλην δὲν ἔχει τίποτε ἱερότερον εἰς τὸν κόσμον ἀπὸ τὴν οἰκογένειάν του. Τίποτε δὲν τηρεῖ ὑψηλότερα, ἁγνότερα. Ὁ πατὴρ δουλεύει εἰς ὅλην του τὴν ζωὴν διὰ τὸ σπίτι του. Ἡ μητέρα -ὤ ἡ ἑλληνὶς μητέρα! ἡ ὡραιοτάτη Παναγία- πονεῖ δι᾿ ὅλους εἰς ὅλην της τὴν ζωήν. Ὁ ἀδελφός, ἔχει τὴν ἀδελφήν του σὰν τὰ μάτια του. Δὲν ὑπανδρεύεται πρὶν τὴν ὑπανδρεύσῃ. Ὁ υἱὸς μόλις μάθει ὅτι ἡ μητέρα του εἶνε ἀσθενής, τρέχει ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Αἰγύπτου, τῶν Ἰνδιῶν, τῆς Ἀγγλίας, ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, νὰ εὐρεθῇ κοντά της καὶ ὅσον ἂν ἄσπρισαν τὰ μαλλιά του, ὅσον καὶ ἂν τὸν ἀγρίευσαν αἱ καταιγίδες, κλαίει σὰν μικρὸ παιδὶ μόλις τὴν ἰδεῖ. Εἴτε εἰς τὴν Μάνην, εἴτε εἰς τὴν Σύφνον, εἴτε εἰς τὰ Πάτρας, εἴτε εἰς τὸν Βόλον, εἴτε εἰς τὴν Κρήτην, εἴτε εἰς τὰς Ἀθήνας, εἴτε εἰς τὴν Πόλιν, εἴτε εἰς τὴν Ὁδησσόν, εἴτε εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, εἴτε πρὸ χιλίων, εἴτε πρὸ ἑκατόν, εἴτε πρὸ πέντε ἐτῶν, εἴτε τώρα, αὐτὴ εἶνε ἡ μία ἑλληνικὴ οἰκογένεια. Ἡμεῖς οἱ ἰδεολόγοι, οἱ ἰδεογράφοι, ἔχομεν τὴν δύναμιν, ἂν θέλωμεν, νὰ καταστρέψωμεν τὸ θαυμάσιον αὐτὸν πρᾶγμα, νὰ θραύσωμεν τοὺς ἱεροὺς καὶ στενοτάτους αὐτοὺς δεσμούς, νὰ ξεριζώσομεν τὰ αἰσθήματα αὐτά, νὰ πετάξωμεν τὴν οἰκογένειαν εἰς τοὺς δρόμους, νὰ τὴν διαλύσωμεν εἰς τοὺς τέσσαρας ἀνέμους. Δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ πάρωμεν τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἄγγλου, τοῦ γάλλου, τοῦ γερμανοῦ, τοῦ ἰταλοῦ καὶ νὰ εἰποῦμεν εἰς τὴν ἰδικήν μας νὰ γίνῃ τὸ ἴδιον. Καὶ ὁ ἄγγλος ἀδελφὸς ἀφήνει τὴν ἀδελφὴν του νὰ πεθάνῃ ἀπὸ τὴν πεῖναν, τὴν παραδίδει δεμένην ἐπάνω εἰς τὰ σίδερα τοῦ κρεββατιοῦ διὰ νὰ πάρῃ ὁλίγα σελήνια καὶ μεθύσῃ. Ὁ ἰταλὸς σὲ πηγαίνει εἰς τὴν μητέρα του καὶ τρέφεται ἀπὸ τὴν διαφθοράν της. Ὁ Γερμανὸς μὲ ὁλίγα μάρκα σοῦ πουλεῖ τὴν γυναῖκά του, τὴν ἀδελφήν του, τὴν μητέρα του, τὴν νόννα του. Ὁ Ἕλλην πατήρ, υἱός, ἀδελφός, σκοτώνει. Παίρνομεν λοιπὸν ἡμεῖς, τὴν «Τιμὴν» τοῦ Σούδερμαν, τὴν μεταφράζομεν, τὴν ἐξυμνοῦμεν, τὴν διδάσκομεν εἰς τὸ θέατρον, τὴν συζητοῦμεν καί, λέγομεν ἡμεῖς οἱ πνευματικοὶ πατέρες, οἱ ὁδηγοί, ἡ τιμὴ εἶνε κολοκύθια, δὲν ὑπάρχει τιμή. Εἶσαι βάρβαρος νὰ ἔχῃς τιμήν.

Αὐτὴν τὴν δύναμιν ἔχομεν εἰς κάθε τι. Καὶ μὲ αὐτὴν τὴν δύναμιν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τὸ κάθε καλὸν τὸ κάθε κακὸν εἰς κάθε ζήτημα. Δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τὸν λαὸν νὰ κρατήσῃ τὰ ἰδικά του θαυμάσια πράγματα ἢ νὰ τὰ ἀλλάξῃ μὲ ἄλλα ξένα, ποταπά. Βαθυτάτη λοιπὸν πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἡ συναίσθησις τῆς εὐθύνης ἡμῶν. Ὁ κάθε ἰδεολογῶν ἢ ἰδεογραφῶν βαθύτατα πρέπει νὰ συναισθάνεται πιάνων τὴν πένα τὶ κακὸν δύναται νὰ κάμῃ ἢ τὶ καλόν.

Καὶ κανένα ἀπολύτως σκοπὸν ἄλλον, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τώρα, πιάνοντες τὴν πένα, παρὰ πῶς νὰ θέσωμεν τὰς ἰδέας εἰς τὴν θέσιν των, διὰ νὰ θέσωμεν ἔπειτα καὶ τὰ πράγματα. Κανέναν ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ δημιουργήσωμεν τὴν Ζωὴν Ἑλληνικήν.

Καὶ διὰ νὰ τὴν δημιουργήσωμεν καὶ τὴν βοηθήσωμεν νὰ ἀνθίσῃ πρέπει νὰ μελετήσωμεν αὐτὴν ποὺ ἔχει, καὶ ἔχει καὶ εἶνε θαυμασία καὶ εἶνε ἀνωτέρα κάθε Εὐρωπαϊκῆς (μὴν ἀκοῦτε τοὺς ξιππασμένους), νὰ τοῦ συστήσωμεν νὰ κρατήσῃ μὲ τὰ δόντια ὅ,τι ἔχει ἰδικόν του, νὰ τοῦ δείξωμεν ὅτι εἶνε ὡραῖον ὅ,τι ἔχει, νὰ τοῦ τὸ ἀποδείξωμεν, νὰ τὸ ἐπαναφέρωμεν, νὰ τὸ κάμωμεν πρῶτοι ἡμεῖς, νὰ εἴμεθα ἡμεῖς ὑπερήφανοι δι᾿ ὅ,τι ἔχομεν ἰδικόν μας, νὰ τοῦ συστήσωμεν καὶ αυτοῦ νὰ εἶνε ὑπερήφανος ὅπως ἦτο πάντοτε καὶ θὰ ἦτο καὶ τώρα ἐὰν δὲν τὸν ἀλλάζαμεν ἡμεῖς.

Καὶ πρὶν στραφῶμεν πρὸς τὴν Ἑλλ. ζωήν, τὸ πρώτιστον πρᾶγμα ποὺ ἔχομεν νὰ κάμωμεν, διότι εἶνε καὶ τὸ μόνον ἐμπόδιον, μὰ κτυπήσωμεν κατακέφαλα ἀπὸ τὴν μίαν ἄκρην τῆς ζωῆς ἔως τὴν ἄλλην, ἀπὸ τὴν κούνιαν ἔως τὸν τάφον τὸν Ξενισμόν. Νὰ βοηθήσωμεν τὰς λαϊκὰς τάξεις -αἱ ὁποῖαι ἐκόλησαν τὴν ψώραν ἀπὸ τὴν ἀνωτέραν καὶ ἔγιναν γελοιωδέσταται- ὰ ἐλευθερωθοῦν, νὰ κτυπήσωμεν μὲ μῖσος καὶ ἀπόφασιν ἀμείλικτον τὸν ξενισμὸν τῆς ἀνωτέρας τάξεως, μεχρις ὅτου τὸν ξεπατώσωμεν ὁριστικῶς, μέχρις ὅτου δὲν μείνει οὔτε ἴχνος. Ὁ καθεὶς λοιπὸν εἴτε ἰδεολογῶν, εἴτε ἰδεογραφῶν, διὰ τοῦ ἔργου καὶ διὰ τοῦ λόγου, ἀποστολικῶς, καθῆκον ἔχει, νὰ βοηθήσῃ τὸν πρῶτον αὐτὸν ἀγῶνα πρὸς πέταγμα τῶν ξένων πραγμάτων τὰ ὁποῖα πνίγουν τὰ ἰδικά μας καὶ ἐμποδίζουν τὴν δημιουργίαν ἰδικῶν μας πραγμάτων ἀπὸ τὰ ἰδικά μας ὑλικὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδικούς μας τεχνίτας. Ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ σπητιοῦ ἔως τὴν ἐφημερίδα καὶ τὸ περιοδικὸν καὶ τὸ θέατρον καὶ τὴν φιλολογίαν.

Εἶνε ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ Ἑλληνικὴ Ζωὴ ἐνόσῳ ὅλη ἡ ζωὴ εἶνε πιασμένη ἀπὸ τὴν ξένην.




Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Τὸ καθῆκον μας», 
«Ὁ Νουμᾶς», ἀρ. 4, 12-1-1903





Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Ἡ ξενομανία.






Εἶνε ἀδύνατον νὰ ἀρχίσῃ δημιουργία Ἑλληνικῆς ζωῆς ἐνόσῳ ὅλα τὰ πράγματα τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸ πρῶτον κουρέλι τοῦ λίκνου -καὶ ὅλων τῶν ἰδεῶν- μέχρι τοῦ τελευταίου κουρελίου τοῦ τάφου, εἶναι ξένα. 

Τὸ κτύπημα τῆς ξενομανίας εἶνε τὸ πρῶτον κίνημα, ὁ πρῶτος ἀγὼν τῶν ποθούντων νὰ ἀγωνισθοῦν διὰ μίαν ἀρχὴν Ἑλλάδος. 

Ἡ ξενομανία εἶνε χωριατιά. Εἶνε προστυχιά. Εἶνε κουταμάρα. Εἶνε ἀφιλοτιμία. Εἶνε ἀφιλοπατρία. Καὶ εἶνε ξυππασιά. Καὶ εἶνε ἀμάθεια.
 
Αὐτὸς ὁ ἀνώτερος, ὁ πλούσιος, ὁ ἀνεπτυγμένος, ὁ ταξειδευμένος, ὁ παντογνώστης, ὁ παντοκρίτης, ὁ ἰατρός, ὁ δικηγόρος, ὁ πολιτικός, ὁ παππᾶς, ὁ δάσκαλος, ὁ καθηγητής, ὁ τραπεζίτης, ὁ ἔμπορος, ὁ ἄνθρωπος τοῦ πνεύματος, ποὺ ἐπῆγε εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ ἐγύρισε ξενομανής, εἶνε ἀμαθής. Ἐπῆγε καὶ ἐγύρισε κούτσουρον. Δι᾿ αὐτὸ εἶνε ξενομανής. Ἐπῆγε καὶ ἐγύρισε χωριάτης, δι᾿ αὐτὸ εἶνε ξενομανής. Ὅ,τι εἶδε, ὅ,τι ἔμαθε δὲν τοῦ ἐχρησίμευσεν εἰς τίποτε. Δὲν ἐδιόρθωσε τὸ κεφάλι, τὸ ἐχάλασε. Δὲν ἐφωτίσθη, ἀλλὰ ἐτυφλώθη διὰ πάντα. Δι᾿ αὐτὸ εἶναι ξενομανής. 

Κάνει τὸν Εὐρωπαῖον, ἀλλὰ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν Εὐρωπαῖον, τὸ κεφάλι του κάθε ἄλλο παρὰ νὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τό τωρινὸν Εὐρωπαϊκόν κεφάλι. Ὁ ἰδικός μας Ἐσπεριοειδὴς εἶνε σὰν τὸν ἀράπη ποὺ πηγαίνει εἰς τὸ Παρίσι καὶ φορεῖ Παρισινὰ ροῦχα. Εἶνε ξενομανής, διότι ἅμα τοῦ ἀφαιρέσῃς αὐτό, δὲν μένει τίποτε ἄλλο ἀπὸ αὐτόν. Ἀφαίρεσέ του τὰ ροῦχα, τὰ τέσσαρα ξένα λόγια, τὸ τσάι, τὰ δέκα ὀνόματα ποὺ ἐπαναλαμβάνει, τὰς δέκα ἰδέας ποὺ ἔμαθε καὶ βάλε τον νὰ ἐρασθῇ. Δὲν εἶνε ἰκανὸς νὰ σκεφθῇ νὰ κάμῃ τὸ παραμικρόν. Εἶνε ἕνα μυαλὸ τιποτένιον, ἕνα κεφάλι ἐντελῶς ἄχρηστον διὰ τὸ κάθε τι. Ὅλη του ἡ ζωή, ὅλη του ἡ δύναμις, ὅλη του ἡ σοφία εἶνε νὰ λέγῃ, καὶ ξαναλέγῃ τὰ τέσσαρα πράγματα που ἔμαθε. Θέλετε νὰ τὸ εἰδῆτε καθαρὰ ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν Εὐρωπαῖον τὸ ροῦχον; Πάρετε τὸν Τρικούπην, τὸν Δηλιγιάννην, τὸν Θεοτόκην, τὸν Ζαΐμην, ὅλους τοὺς Στρατηγοὺς καὶ ὅλους τοὺς ἐν τέλει τῶν γραμμάτων καὶ τῶν πραγμάτων. Εἰπέτε τους νὰ ἐνδύσουν τὸν στρατὸν μὲ τὰ θαυμάσια Ἑλληνικὰ ὑφάσματα καὶ ἐνδύματα διὰ νὰ μένουν εἰς τὸν τόπον ἑκατομμύρια ἑκατομμυρίων ποὺ φτερουγίζουν τόσα ἔτη τώρα πρὸς τὴν τσέπην τῶν ξένων, διὰ νὰ ἔχουν τὸν ὡραιότερον ζωγραφικώτερον καὶ φθηνότερον στρατὸν τοῦ κόσμου. Ὅλοι θὰ φρίξουν διὰ τὴν βαρβαρότητά σας, διὰ τὴν κουταμάρα σας, διὰ τὴν προστυχιά σας, διὰ τὴν ἀμάθειάν σας. Αὐτὸς εἶνε ὁ ἀνεπτυγμένος, ὁ Ἐσπεροειδὴς Ἕλλην. Φαντασθῆτε τώρα τὶ εἶνε οἱ ἄλλοι ξενομανεῖς, ὅταν τοιοῦτοι εἶνε οἱ πρῶτοι. Καὶ κυττάξετε τὶ εἶνε ὁ Εὐρωπαῖος. Ὁ Εὐρωπαῖος εἰς τὴν Κρήτην ἐννοεῖ καὶ τὴν ἀξίαν καὶ τὴν οἰκονομίαν καὶ κυριώτατα τὴν ὡραιότητα τοῦ Κρητικοῦ ἐνδύματος καὶ αὐτὸς ὁ πραγματικὸς Εὐρωπαῖος ἐνδύει τὸν οτρατιώτην μὲ τὴν Ἑλληνηκήν του στολήν. Καὶ εἴδατε τὶ θαυμασία ζωγραφιὰ εἶνε ὁ Κρητικὸς στρατιώτης. Παρόμοια ἀνεξαιρέτως εἶνε ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα. Παρομοίας ὡραιότητος. Παρομοίως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰ πάντα Ἑλληνικά. Καὶ παρομοίας προστυχιᾶς, κουταμάρας, ἀκαταληψίας καὰ ἀμαθείας, εἶνε ὅλοι οἱ ξενομανεῖς εἰς ὅλα τὰ ζητήματα. Βγάλετε ἀπὸ τὸν νοῦν σας ὅτι ἀπὸ τοὺς Ἑλληνογάλλους, Ἑλληνοάγγλους, Ἑλληνοϊταλούς, Ἑλληνογερμανοὺς εἶνε δυνατὸν νὰ γεννηθῇ τίποτε σωστόν, τίποτε Ἑλληνικόν. Αὐτοὶ εἶνε φρενοβλαβεῖς. Χθὲς ἐφώναζεν ἡ «Ἀκρόπολις» ὅτι διὰ νὰ στρώσουν τοὺς δρόμους μὲ γρανίτην, ἐσκέφθησαν ἀμέσως νὰ τὸν φέρουν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν, ἐνῷ ἔχομεν εἰς τὸ Λαύριον. Ὡς καὶ οἱ δασονόμοι ἀκόμη παρεφρόνησαν καὶ διέγραψαν ἀπὸ τὴν φύτευσιν τῶν γυμνῶν τόπων, ἀπὸ τὴν διακόσμησιιν τῶν δρόμων καὶ τῶν δημοσίων κήπων πλατειῶν, τὴν ἐληὰ καὶ τὴν συκιά, κάθε φυτὸν ἰδικόν μας καὶ φέρουν, φέρουν σπόρους φυτὰ ἀπὸ τὰ βάθη τῶν δασῶν τῆς Εὐρώπης, καὶ δὲν πηγαίνουν νὰ πάρουν τὰ θαυμασιώτερα καὶ διακοσμητικώτερα φυτὰ τῶν δασῶν τῆς Ἑλλάδος! Τὸ κυριώτατον χαρακτηριστικὸν τοῦ ξενομανοῦς εἶνε ὅτι ἐνόσῳ δὲν βλέπει ἕνα πρᾶγμα Εὐρωπαϊκόν, μὲ μάρκα Εὐρωπαϊκήν, μὲ ὑπογραφὴν Εὐρωπαϊκήν, δὲν τολμᾷ οὔτε νὰ τὸ ἰδῇ, οὔτε νὰ τὸ πιάσῃ, οὔτε νὰ τὸ ἐξετάσῃ. Διότι τὸ κεφάλι του εἶνε ἄχρηστον. Τὸ περιφρονεῖ διότι δὲν εἶνε ἰκανὸς νὰ τὸ ἐννοήσῃ. Διότι τὸ κεφάλι του δὲν τοῦ χρησιμεύει εἰς τίποτε. Δὲν σκέπτεται, δὲν γεννᾷ τίποτε. Εἶνε σταματισμένον. Ἐπαναλαμβάνει μόνον. Ἀντιγράφει μόνον.

* * *
Κτυπήσατε τὴν ξενομανίαν, ἄνθρωποι τῆς ἰδέας. Κρατήσατε ὅ,τι ἔχετε ἑλληνικόν, ἄνθρωποι τῆς λαϊκῆς καὶ τῆς μεσαίας καὶ τῆς ἀνωτέρας τάξεως. 

Κουβαληθῆτε ὅλοι εἰς τὴν ὁδὸν Πανεπιστημίου, ἀπέναντι τοῦ ζαχαροπλαστείου Γιανάκη, πλησίον τῆς πολυφήμου Lizie ἡ ὁποία σᾶς ἄδειασε τὴν τσέπην. Εἶνε τὸ μαγαζὶ τῆς λαίδης Ἔτζερτων τῆς ἀγγλίδος ἀριστοκράτιδος καὶ κυρίας τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας. Ἀνοίξατε τὰ μάτια σας καὶ κυττάξετε ἄνθρωποι θεόκουτοι καὶ ἀκαλαίσθητοι. Ἐκεῖ τὰ ὑφάσματα εἶνε τὰ κεντήματα τὰ ὁποῖα κάθε κόρη τοῦ λαοῦ γνωρίζει νὰ κεντᾷ ἄδουσα. Κυττάξετε τὰς τιμάς. Εἶνε ἀκριβώτερα ἀπὸ κάθε εὐρωπαϊκά. Διότι εἶνε ὡραιότερα ἀπο κάθε εὐρωπαϊκά. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα σεῖς εἴχατε, ἡ κόρη δύναται νὰ τὰ κάμῃ, σεῖς ἔχετε αὐτὰ τὰ ὁποῖα κρύβετε πετᾶτε ἀπὸ τό φόρεμά σας ἀπὸ τήν σάλα σας διότι τὰ θεωρεῖτε πρόστυχα, αὐτὰ πωλοῦνται εἰς τὸ Λονδῖνον ὡς εὐγενέστατα καὶ ὡραιότατα. Ἐντροπή, ἄνθρωποι ἕλληνες νὰ ἐπιδεικνύετε τοιαύτην ἀκαλαισθησίαν. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἰταλογαλλλικά καὶ γερμανοεβραϊκὰ πράγματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐγεμίσατε τὰ σπήτια σας καταξοδευόμενοι, κλέπτοντες, ἀτιμαζόμενοι διὰ νὰ εὔρετε τὰ χρήματα, νομίζοντες ὅτι κάτι κάνετε, ὅτι θὰ φανεῖτε πολιτισμένοι, ὅλα αὐτὰ ἀκριβῶς εἶνε προστυχότατα, βαναυσότατα καὶ σᾶς ἀποδεικνύουν φρικαλέαν ἀκαλαισθησίαν καὶ βαθὺ χωριατισμόν. 

Ἀρχίσετε ἀπὸ τὸ σπῆτι. Πετάξετε τὰ ταπέτα τὰ ψεύτικα ποὺ πληρώνετε τόσον ἀκριβὰ καὶ ἔπειτα ἀπὸ ἕνα χρόνον δὲν ἔχετε τίποτε. Βάλετε τὰς Ἑλληνικὰς ἀνδρομίδας τὰς αἰωνίους. Ὅλη ἡ Θεσσαλία, ὅλη ἡ Πελοπόννησος καλλιτεχνεῖ θαυμάσια εἴδη. Μὲ ἐλάχιστα χρήματα, ἔχετε ὡραιότατα πράγματα καὶ στερεότατα καὶ ἀσυγκρίτως εὐγενεστέρων χρωματισμῶν. Μὲ τίποτε ὡραιότερα καὶ πλουσιότερα δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ στρώσῃ κανεὶς μίαν αἴθουσαν παρὰ μὲ τὰ ὁλόλευκα μαλλιαρὰ χαλιὰ ποὺ ἔχουν μόνον ἕνα μαῦρον περιθώριον. Εἰκοσιπέντε καὶ τριανταπέντε καὶ σαρανταπέντε δραχμὰς στοιχίζει μόνον ἡ μία εἰς τὰ μαγαζειὰ τοῦ Δημοπρατηρίου. Βάλετε τοὺς σοφάδες σας μὲ τὰ ὡραῖα ἐγχώρια ὑφάσματα εἰς τὴν θέσιν των. Καλλιτεχνήσατε μὲ τὰ χέρια σας τὰ ὡραῖα σκεπάσματα. Εἶνε πρόστυχοι καὶ γελοῖοι οἱ καναπέδες σας μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ παληόπανα τὰ ὁποῖα κάμνει ἡ Εὐρώπη διὰ τοὺς κουτοὺς καὶ βαρβάρους λαοὺς ποὺ φέρουν ὅλα τὰ μάρκα «διὰ τὴν Ἀνατολήν». Καὶ παρουσιάζετε κωμικώτατον θέαμα μὲ τοὺς καναπέδες σας ποὺ δὲν ξεύρετε νὰ καθήσετε ἐπάνω, καὶ εἶνε θεόκουτον καὶ ἀξιολύπητον πρᾶγμα νὰ μὴν ἔχετε ἕναν καναπὲ νὰ ἀναπαύσετε τὸ κόκκαλόν σας. Πετάξετε τὰ βάζα καὶ τὰ χρυσόχορτα καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ παληοπράγματα τὰ μαζευμένα ἀπὸ τὰ εὐρωπαϊκὰ χωριά. Ἕνα κανάτι ξύλινον τῆς Κορίνθου ἀπὸ τὸ ἀρωματῶδες κυππαρίσι μὲ τὰ ὡραῖα του στεφάνια καὶ μὲ ὁλίγα ἄνθη τοῦ ἀγροῦ μέσα, εἶνε κομψοτέχνημα ποὺ θὰ τὸ ἐζήλευεν ὁ κάθε Εὐρωπαῖος καλλιτέχνης. Κάνετε τὰ ἔπιπλά σας ἀπὸ ξύλα τοῦ τόπου σας, ἀπὸ τὴν ἐληά σας, ἁπλᾶ, ἥσυχα, ἥμερα, ἀναπαυτικά. Μὴν τὰ μαυρίζετε σὰν νὰ σᾶς ἀπέθαναν δώδεκα παιδιὰ εἰς τὸν τόπον ποὺ δὲν μαυρίζει οὔτε τὸ μάρμαρον εἰς χιλιάδες χρόνια. Μία εἰκὼν συγχρόνου ζωγράφου ἰδικοῦ σας καὶ ἡ ἀτελεστάτη ὅλων ὡς χιλιάκις προτιμοτέρα καὶ εὐγενεστέρα, στολίζει ἑκατομμυριάκις περισσότερον τὴν σάλα σας, καὶ σᾶς ἀποδεικνύει ἑκατομμυριάκις πλέον πολιτισμένους παρὰ οἱ πεντακοσιόδραχμοι χρυσοκαθρέπται οἱ βαναυσότατοι ποὺ σᾶς ἀποδεικνύουν ἀκαλαισθήτους καὶ χρησιμεύουν μόνον διὰ νὰ κατακλίνωνται ἡ μῦγες εἰς χρυσὰ κρεβάτια. 

Ἕνας ἁπλοῦς σοφᾶς, μὲ ἕνα ὕφασμα χειροτεχνημένον, μὲ ἕνα ράφι ἀπὸ ἁπλοῦν ξῦλο, μὲ ὁλίγα ἁπλούστατα πράγματα ἑλληνικὰ καὶ γίνεσθε καὶ φαίνεσθε περισσότερον πολιτισμένος παρὰ ἐὰν ἐξοδεύσετε ὅλην σας τὴν περιουσίαν διὰ νὰ πάρετε πολυτελῆ Εὐρωπαϊκά πράγματα. Καὶ ἐπὶ τέλους διατί αὐτὴ ἡ κουταμάρα; Τί τοῦ χρεωστᾶτε τοῦ Ἰταλοῦ, τοῦ Γάλλου, τοῦ Γερμανοῦ διὰ νὰ δουλεύετε δι᾿ αὐτὸν καὶ νὰ τοῦ δίδετε ὅλον σας τὸ χρῆμα ποὺ κερδίζετε μὲ ἀγῶνας; Διατί νὰ σᾶς διευθύνῃ καὶ σᾶς ἐπιβάλλῃ τὸ γοῦστό του ὁ κάθε ἐργοστασιάρχης καὶ ἔμπορος τοῦ Μονάχου καὶ τῆς Μασσαλίας; Σεῖς δὲν εἶσθε ἄνθρωπος; δὲν ἔχετε γοῦστο; δὲν ἔχετε καὶ σεῖς δικαίωμα νὰ κάμετε μόδα οὔτε εἰς τὸν τόπον σας, οὔτε μέσα εἰς τὸ σπῆτι σας; Διατί νὰ εἶσθε Σκλάβοι

Ἀρχίσατε ἀπὸ τὸ σπῆτι σας νὰ πετᾶτε τὰ παληοπράγματα ποὺ ἐμαζεύσατε, πετᾶτε ἕνα ἕνα ἀντικαθιστῶντες αὐτὰ μὲ ἑλληνικά, ἕως ὅτου σιγὰ σιγὰ κατορθώσωμεν νὰ πετάξωμεν τὰ πάντα καὶ δημιουργήσωμεν ὅλοι μας τὸν κόσμον ὡραῖον ὅπως εἶναι ἡ γῆ μας, τὰ βουνά μας, ὅλα τὰ καλλιτεχνήματα τοῦ λαοῦ μας καὶ ἐνδύσωμεν τὰ πάντα ἀπὸ τὸ λίκνον ἕως τοῦ τάφου μὲ τὸ ὡραῖον ὁλόχαρο φῶς καὶ χρῶμα καὶ γραμμὰς τῆς Ἑλλάδος.





Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Ἡ ξενομανία», «Ὁ Νουμᾶς», ἀρ. 5, 16-1-1903