Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Ἡ ῥάτσα.




Ἡ κραυγὴ δὲν εἶναι δική σου. Δὲ μιλᾶς ἐσύ, μιλοῦν ἀρίφνητοι πρόγονοι μὲ  τὸ στόμα σου. Δὲν πεθυμᾶς ἐσύ· πεθυμοῦν ἀρίφνητες γενεὲς ἀπόγονοι μὲ τὴν καρδιά σου.

Οἱ νεκροί σου δὲν κείτουνται στὸ χῶμα. Γεννῆκαν πουλιά, δέντρα, ἀγέρας. Κάθεσαι στὸν ἥσκιο τους, θρέφεσαι μὲ τὴ σάρκα τους, ἀναπνὲεις τὸ χνῶτο τους. Γεννῆκαν ἰδέες καὶ πάθη κι ὁρίζουν τὴ βουλή σου καὶ τὴν πράξη.

 Οἱ μελλούμενες γενεὲς δὲ σαλεύουν μέσα στὸν ἀβέβαιο καιρό, μακριὰ ἀπὸ σένα. Ζοῦν, ἐνεργοῦν καὶ θέλουν μέσα στὰ νεφρὰ καὶ στὴν καρδιά σου.

Τὸ πρῶτο σου χρέος πλαταίνοντας τὸ ἐγώ σου εἶναι, στὴν ἀστραπόχρονη τούτη στιγμὴ ποὺ περπατᾶς στὴ γῆ νὰ μπορέσεις νὰ ζήσεις τὴν ἀπέραντη πορεία, τὴν ὁρατή καὶ τὴν ἀόρατη, τοῦ ἑαυτοῦ σου.

Δὲν εἶσαι ἕνας· εἶσαι ἕνα σῶμα στρατοῦ. Μιὰ στιγμὴ κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο φωτίζεται ἕνα ἀπὸ τὰ πρόσωπά σου. Κ' εὐτὺς σβήνει κι ἀνάβει ἄλλο, νεώτερό σου, ξοπίσω σου.
Ἡ ράτσα σου εἶναι τὸ μεγάλο σου σῶμα, τὸ περασμένο, τὸ τωρινὸ καὶ τὸ μελλούμενο. Ἐσὺ εἶσαι μιὰ λιγόστιγμη ἔκφραση, αὐτὴ εἶναι τὸ πρόσωπο. Ἐσὺ εἶσαι ὁ ἥσκιος, αὐτὴ τὸ κρέας.

 Δὲν εἶσαι λεύτερος. Ἀόρατα μυριάδες χέρια κρατοῦν τὰ χέρια σου καὶ τὰ σαλεύουν. Ὅταν θυμώνεις,  ἕνας πρόπαππος  ἀφρίζει στὸ στόμα σου·  ὅταν ἀγαπᾶς, ἕνας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται· ὅταν κοιμᾶσαι, ἀνοίγουν οἱ τάφοι μέσα στὴ μνήμη καὶ γιομώνει βουρκόλακες ἡ κεφαλή σου.

Ἕνας λάκκος αἷμα εἶναι ἡ κεφαλή σου καὶ μαζώνουνται κοπάδια κοπάδια οἱ γήσκιοι τῶν πεθαμένων καὶ σὲ πίνουν νὰ ζωντανέψουν.

«Μὴν πεθάνεις γιὰ νὰ μὴν πεθάνουμε!»  φωνάζουν μέσα σου οἱ νεκροί. «Δὲν προφτάσαμε νὰ χαροῦμε τὶς γυναῖκες ποὺ πεθυμήσαμε· πρόφτασε ἐσύ, κοιμήσου μαζί τους! Δὲν προφτάσαμε νὰ κάνουμε ἔργα τὶς ἰδέες μας· κάμε τις ἔργα ἐσύ! Δὲν προφτάσαμε νὰ συλλάβουμε καὶ νὰ στερεώσουμε τὸ πρόσωπο τῆς ἐλπίδας μας· στερέωσέ το ἐσύ!

Τέλεψε τὸ ἔργο μας! Τέλεψε τὸ ἔργο μας! Μέρα νύχτα μπαινοβγαίνουμε στὸ κορμί σου καὶ φωνάζουμε. Ὄχι δὲ φύγαμε, δὲν ξεκορμίσαμε ἀπὸ σένα, δὲν κατεβήκαμε στὴ γῆς. Μέσα ἀπὸ τὰ σωθικά σου ξακλουθοῦμε τὸν ἀγώνα. Λύτρωσέ μας!»

 Δὲ φτάνει ν΄ἀκοῦς μέσα σου τὴ βουὴ τῶν προγόνων. Δὲν φτάνει νὰ τοὺς νιώθεις νὰ παλεύουν μπροστὰ ἀπὸ τὸ κατώφλι τοῦ νοῦ σου. Ὅλοι χύνονται νὰ πιαστοῦν ἀπὸ τὸ ζεστὸ μυαλό σου, ν' ἀνέβουν πάλι στὸ φῶς τῆς μέρας. Μὰ ἐσὺ νὰ ξεδιαλέγεις. Ποιὸς πρόγονος νὰ γκρεμιστεῖ πίσω στὰ τάρταρα τοῦ αἱμάτου σου καὶ ποιὸς ν' ἀνηφορίσει πάλι στὸ φῶς καὶ στὸ χῶμα. Μὴν τοὺς λυπᾶσαι! Κάθου ἄγρυπνος στὴν καταβόθρα τῆς καρδιᾶς σου καὶ ξεδιάλεγε. Τοῦτος ὁ ἥσκιος νὰ λὲς, εἶναι ταπεινός, σκοτεινὸς, σὰ ζῶο· νὰ φύγει! Τοῦτος εἶναι σιωπηλὸς καὶ φλεγόμενος, πιὸ ζωντανὸς ἀπὸ μένα ἄς πιεῖ τὸ αἷμα μου ὅλο!

Φώτισε τὸ σκοτεινὸ αἷμα τῶν προγόνων, σύνταξε τὶς κραυγὲς τους σὲ λόγο, καθάρισε τη βούλησή τους, πλάτυνε τὸ στενό τους ἀνήλεο μέτωπο· αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερό σου χρέος.


Γιατὶ δὲν εἶσαι μονάχα σκλάβος. Εὐτὺς ὡς γεννήθηκες, μιὰ νέα πιθανότητα γεννήθηκε μαζί σου, ἕνας λεύτερος σκιρτημὸς τρικυμίζει τὴ μεγάλη ζοφερὴ καρδιὰ τοῦ σογιοῦ σου.

Φέρνεις θὲς δὲ θὲς, ἕνα νέο ρυθμό. Μιὰ νέα ἐπιθυμία, μιὰ νέα ἰδέα, μιὰ θλίψη καινούρια. Θὲς δὲ θὲς, πλουτίζεις τὸ πατρικό σου τὸ σῶμα.

Κατὰ ποῦ θὰ κινήσεις; Πῶς θ' ἀντικρίσεις τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο, τὴν ἀρετὴ καὶ τὸ φόβο; Ὅλη ἡ γενεὰ καταφεύγει στὸ στῆθος σου καὶ ρωτάει καὶ προσδοκάει μὲ ἀγωνία.

 Ἔχεις εὐθύνη. Δὲν κυβερνᾶς πιὰ μονάχα τὴ μικρὴ ἀσήμαντη ὕπαρξή σου. Εἶσαι μιὰ ζαριὰ ὅπου γιὰ μιὰ στιγμὴ παίζεται ἡ μοίρα τοῦ σογιοῦ σου.

 Κάθε σου πράξη ἀντιχτυπάει σὲ χιλιάδες μοῖρες. Ὡς περπατᾶς ἀνοίγεις, δημιουργᾶς τὴν κοίτη ὅπου θὰ μπεῖ καὶ θὰ ὁδέψει ὁ ποταμὸς τῶν ἀπογόνων.

 Ὅταν φοβᾶσαι, ὁ φόβος διακλαδώνεται σὲ ἀναρίθμητες γενεὲς κι ἐξευτελίζεις ἀναρίθμητες ψυχὲς μπροστὰ καὶ πίσω σου. Ὅταν ὑψώνεσαι σὲ μιὰ γενναία πράξη, ἡ ράτσα σου ὁλάκερη ὑψώνεται κι ἀντριεύει.
«Δὲν εἶμαι ἕνας! Δὲν εἶμαι ἕνας!»  Τ' ὅραμα τοῦτο κάθε στιγμὴ νὰ σὲ καίει.

 Δὲν εἶσαι ἕνα ἄθλιο λιγόστιγμο κορμί· πίσω ἀπὸ τὴν πήλινη ρεούμενη μάσκα σου ἕνα πρόσωπο χιλιοχρονίτικο ἐνεδρεύει. Τὰ πάθη σου κι οἱ ἰδέες σου εἶναι πιὸ παλιὰ ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ τὸ μυαλό σου.

 Τὸ σῶμα σου τὸ ἀόρατο εἶναι οἱ πεθαμένοι πρόγονοι κι οἱ ἀπόγονοι οἱ ἀγέννητοι. Τὸ σῶμα σου τ' ὁρατὸ εἶναι οἱ ἄνδρες, οἱ γυναῖκες, καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ ζοῦν τῆς ἐδικῆς σου ράτσας.

Μονάχα ἐκεῖνος λυτρώθηκε ἀπὸ τὴν κόλαση τοῦ ἐγώ του ποὺ νιώθει νὰ πεινάει, ὅταν ἕνα παιδὶ τῆς ράτσας του δὲν ἔχει νὰ φάει, καὶ νὰ σκιρτάει πασίχαρος, ὅταν ἕνας ἄντρας καὶ μιὰ γυναίκα τοῦ σογιοῦ του φιλιοῦνται.

 Ὅλα τοῦτα εἶναι μέλη τοῦ μεγάλου ὁρατοῦ κορμιοῦ σου. Πονᾶς καὶ χαίρεσαι σκορπισμένος ὡς τὰ πέρατα τῆς γῆς μέσα σὲ χιλιάδες ὁμοαίματα κορμιά.
Ὅπως μάχεσαι γιὰ τὸ μικρό σου τὸ σῶμα, πολέμα καὶ γιὰ τὸ μεγάλο. Πολέμα ὅλα τοῦτα τὰ κορμιά σου νὰ γίνουνε δυνατά, λιτά, πρόθυμα. Νὰ φωτιστεῖ ὁ νοῦς τους, νὰ χτυπάει ἡ καρδιά τους φλεγόμενη, γενναία, ἀνήσυχη.

Πῶς μπορεῖς νὰ εἶσαι δυνατός, φωτεινός, γενναῖος, ἄν οἱ ἀρετὲς τοῦτες δὲν τρικυμίζουν ὁλάκερο τὸ μεγάλο σου τὸ σῶμα; Πῶς μπορεῖς νὰ σωθεῖς ἄν δὲν σωθεῖ ὁλάκερό σου τὸ αἷμα;


Ἕνας ἀπὸ τὴν ράτσα σου νὰ χαθεῖ, σὲ συντραβάει στὸ χαμό του. Ἕνα μέλος τοῦ κορμιοῦ καὶ τοῦ νοῦ σου σαπίζει.

Νὰ ζεῖς βαθιά, ὄχι σὰν ἰδέα, παρὰ ὡς σάρκα κι αἷμα τὴν ταυτότητα τούτη. Εἶσαι ἕνα φύλλο στὸ μέγα δέντρο τῆς ράτσας. Νὰ νιώθεις τὸ χῶμα ν' ἀνεβαίνει ἀπὸ τὶς σκοτεινὲς ρίζες καὶ ν΄ἀπλοκαμιέται στὰ κλαριὰ καὶ στὰ φύλλα.


Ποιὸς εἶναι ὁ σκοπός σου; Νὰ μάχεσαι νὰ πιαστεῖς στέρεα ἀπὸ τὸ κλαρὶ κι εἴτε σὰ φύλλο, εἴτε σὰν ἀνθός, εἴτε σὰν καρπός, νὰ σαλεύει μέσα σου, ν' ἀνανεώνεται καὶ ν' ἀναπνέει ὁλάκερο τὸ δέντρο.

Τὸ πρῶτο σου χρέος  ἐχτελώντας τὴ θητεία σου στὴ ράτσα , εἶναι νὰ νοιώσεις μέσα σου ὅλους τοὺς προγόνους.


Τὸ δεύτερο, νὰ φωτίσεις τὴν ὁρμή τους καὶ νὰ συνεχίσεις τὸ ἔργο τους.
Τὸ τρίτο σου χρέος, νὰ παραδώσεις στὸ γιὸ τὴ μεγάλη ἐντολὴ νὰ σὲ ξεπεράσει ...


Νίκος Καζαντζάκης - «Ἀσκητικὴ»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου